Προσδιορισμός των τιμών των αγαθών και η εξέλιξή τους στην Ελληνική οικονομία, σε σχέση με την υπάρχουσα οικονομική κατάσταση

Από Βικιβιβλία
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Επιστροφή στην Κεντρική Σελίδα του Βιβλίου

Εισαγωγή[επεξεργασία]

Αυτή η ατομική εργασία παρέχει εκτενείς πληροφορίες που βοηθούν στην απάντηση ερωτημάτων όπως τι καθορίζει το γενικό επίπεδο των τιμών ή ποιοι είναι οι παράγοντες που επιδρούν στην εξέλιξη του πληθωρισμού, πώς μπορεί η κεντρική τράπεζα ή, πιο συγκεκριμένα, η νομισματική πολιτική να διασφαλίσει τη σταθερότητα των τιμών, ποιος είναι ο ρόλος της δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς και αν η νομισματική πολιτική θα πρέπει να επικεντρώνεται απευθείας στην ενίσχυση της πραγματικής ανάπτυξης ή στη μείωση της ανεργίας ή, με άλλα λόγια, τι μπορεί και τι δεν μπορεί να επιτύχει η νομισματική πολιτική.

Η Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχει αναθέσει στο Ευρωσύστημα την εντολή να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών, κάτι που είναι λογικότατο από οικονομική άποψη. Αντικατοπτρίζει ορισμένα ιστορικά διδάγματα και στηρίζεται από την οικονομική θεωρία και τις εμπειρικές μελέτες, οι οποίες αναφέρουν ότι, με τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, η νομισματική πολιτική συμβάλλει στο μέγιστο δυνατό βαθμό στη γενική οικονομική ευημερία, οδηγώντας σε υψηλά επίπεδα οικονομικής δραστηριότητας και απασχόλησης.

Δεδομένου ότι τα οφέλη της σταθερότητας των τιμών είναι ευρέως αποδεκτά, είναι σημαντικό όλοι μας, ιδίως οι νέοι, να κατανοήσουμε τη σπουδαιότητα της σταθερότητας των τιμών, τα μέσα επίτευξής της και τον τρόπο με τον οποίο η διατήρησή της στηρίζει τους γενικότερους οικονομικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[1].


Χωρίς αμφιβολία, η σύγχρονη διεθνής οικονομική κρίση προκάλεσε κρίση και στην οικονομική επιστήμη και, ειδικά, στη μακροοικονομική. Η κρίση της οικονομικής επιστήμης εκφράζεται μέσα από σκωπτικά σχόλια, ανέκδοτα για τους οικονομολόγους, έντονη κριτική και αμφισβήτηση του νεοκλασικού υποδείγματος, μέχρι και αυστηρή αυτοκριτική. Οι αγορές στην Ελλάδα λειτουργούν υπό μεγάλο ρυθμιστικό βάρος: το 2008, για παράδειγμα, η Ελλάδα είχε τις βαρύτερες ρυθμίσεις μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, και τις πέμπτες βαρύτερες στην αγορά εργασίας.[2]

Προϊόν[επεξεργασία]

«Προϊόν» είναι οτιδήποτε μπορεί να προσφερθεί σε μια αγορά για απόκτηση, κατανάλωση ακόμα και προσοχή και ικανοποιεί μια ανάγκη χωρίς να είναι απαραίτητο, κάτι το χειροπιαστό, φυσικό αγαθό αλλά και έννοια Το προϊόν με βάση τις διάφορες αντιλήψεις διακρίνεται σε:

  • Επίσημο προϊόν, είναι το φυσικό αντικείμενο που προσφέρεται στην αγορά και χαρακτηρίζεται από επίπεδο ποιότητας, χαρακτηριστικά, στυλ, ονομασία και συσκευασία.
  • Προϊόν πυρήνας, είναι το βασικό όφελος που προσφέρεται από τον πωλητή ή ζητείται από τον αγοραστή".[3]

Τι είναι η τιμή[επεξεργασία]

Η τιμή είναι ένας καθοριστικός παράγοντας του marketing mix. Θεωρείται από πολλούς το κλειδί σε μια ελεύθερη οικονομία. Η τιμή των προϊόντων επηρεάζουν και επηρεάζονται από μια σειρά παραγόντων όπως μισθοί, επιτόκια, πληθωρισμός κλπ. Έχοντας βασικό ρόλο στο οικονομικό σύστημα μιας χώρας η τιμή επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την σχέση προσφορά και ζήτηση. Η εμπιστοσύνη του καταναλωτή στην οικονομία, η αγοραστική δύναμη, η ψυχολογία και η αγοραστική συμπεριφορά επηρεάζονται από την κίνηση των τιμών. [4]


Η σημασία της τιμής ενός προϊόντος επηρεάζει την πορεία της ίδιας της εταιρείας και την βελτίωση των οικονομικών δεικτών της, ακόμα και την ποιότητα του ίδιου του προϊόντος. Από την άλλη πλευρά, πολλές φορές και για διαφορετικά προϊόντα οι καταναλωτές θεωρούν σπουδαιότερο το ίδιο το προϊόν από την τιμή του. [4]

Τη σπουδαιότητα της τιμής ενός προϊόντος την καθορίζει και η γενικότερη οικονομική κατάσταση. Για παράδειγμα, σε περιόδους όπου η οικονομία ενός κράτους είναι σε πολύ καλή κατάσταση ο παράγοντας τιμή παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Σε περιόδους, όμως, κρίσεως της οικονομίας και ύφεσης που συνοδεύεται από υψηλό πληθωρισμό η τιμή είναι βασικότατος παράγοντας με πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξη και μεγέθυνση ακόμα και διατήρηση των πωλήσεων του ίδιου του προϊόντος.

Η υπόθεση τιμολόγησης ενός προϊόντος δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Το να βρεθεί η σωστή τιμή για ένα προϊόν είναι δύσκολο και καθορίζεται από πολλούς παράγοντες όπως τα κόστη της εταιρείας, ο ανταγωνισμό κλπ. Βασιζόμενη στον Μπαζιώνης [3], παρατηρούμε ότι η λέξη κλειδί στον καθορισμό τιμής ενός προϊόντος είναι ευελιξία . Πρόθεση της εταιρείας αποτελεί το προϊόν να έχει τέτοια τιμή, ώστε να μπορεί να αποκτήσει ή να διατηρήσει ένα σοβαρό μερίδιο αγοράς και να μπορεί να υπάρχει στην αγορά φέρνοντας παράλληλα στην εταιρεία τζίρους και άρα κέρδη. Οι τιμολογιακοί στόχοι μιας εταιρείας έχουν σχέση με το κέρδος, το τζίρο των πωλήσεων και την διατήρηση μεριδίων στην αγορά. Πιο αναλυτικά είναι:

  • Αύξηση κερδών,
  • Αύξηση των πωλήσεων, και
  • Διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης.

Όταν έχουν ξεκαθαριστεί οι στόχοι τιμολόγησης, τα στελέχη της επιχείρησης μπορούν να προχωρήσουν στην διαδικασία της τιμολόγησης που αποτελεί τον καθορισμό της βασικής τιμής του προϊόντος. Όταν λέμε βασική τιμή εννοούμε την τιμή που έχει το κάθε προϊόν ξεχωριστά από τη στιγμή που έχει παραχθεί, δηλαδή είναι η τιμή του προϊόντος πριν από τις εκπτώσεις που δίνονται όταν πρόκειται για ποσότητες, πριν συμπεριληφθεί τιμή μεταφοράς ή οτιδήποτε άλλο που έχει σχέση με την στρατηγική τιμών". [3]

Πώς μπορεί η νομισματική πολιτική να επηρεάσει το επίπεδο των τιμών;[επεξεργασία]

Αυτή η διαδικασία είναι κατ’ ουσία εξαιρετικά σύνθετη, μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου και διαφέρει από οικονομία σε οικονομία, μάλιστα, σε τέτοιο σημείο που ακόμη και σήμερα δεν είναι πλήρως γνωστές όλες οι λεπτομέρειες της λειτουργίας της, τα βασικά χαρακτηριστικά της είναι απολύτως κατανοητά. Ο τρόπος με τον οποίο η νομισματική πολιτική ασκεί επιρροή στην οικονομία μπορεί να εξηγηθεί ως εξής: η κεντρική τράπεζα είναι η μόνη που εκδίδει χαρτονομίσματα και παρέχει τραπεζικά διαθέσιμα, δηλαδή αποτελεί το μονοπωλιακό προμηθευτή της λεγόμενης « νομισματικής βάσης ». Χάρη σε αυτό το μονοπώλιο, η κεντρική τράπεζα είναι σε θέση να επηρεάζει τις συνθήκες της χρηματαγοράς και να κατευθύνει τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια. [1].

Η κεντρική τράπεζα[επεξεργασία]

Βραχυπρόθεσμα, μια μεταβολή των επιτοκίων της χρηματαγοράς που προκαλεί η κεντρική τράπεζα θέτει σε λειτουργία μια σειρά μηχανισμών, κυρίως επειδή η εν λόγω μεταβολή ασκεί επίδραση στις αποφάσεις των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων για τις δαπάνες και τις αποταμιεύσεις. Για παράδειγμα, αν όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν σταθεροί, η άνοδος των επιτοκίων αποθαρρύνει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις από τη λήψη δανείων για τη χρηματοδότηση των καταναλωτικών ή επενδυτικών τους επιλογών. Επιπλέον, ενθαρρύνει τα νοικοκυριά να αποταμιεύουν το τρέχον εισόδημά τους αντί να το δαπανούν. Τέλος, οι μεταβολές των επίσημων επιτοκίων μπορεί να επηρεάσουν και την προσφορά πιστώσεων. Αυτές οι εξελίξεις, με τη σειρά τους, επηρεάζουν με κάποια χρονική υστέρηση την εξέλιξη πραγματικών οικονομικών μεταβλητών, όπως είναι η παραγωγή. [1] Παράγοντες που καθορίζουν την εξέλιξη των τιμών

  • οι μεταβολές της προσφοράς χρήματος. Οι δυναμικές διεργασίες που περιγράφονται παραπάνω περιλαμβάνουν μια σειρά από διαφορετικούς μηχανισμούς και ενέργειες διαφόρων οικονομικών παραγόντων σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Επιπλέον, το μέγεθος και η ένταση των διαφόρων επιδράσεων μπορεί να ποικίλλουν ανάλογα με την κατάσταση της οικονομίας. Έτσι, συνήθως μεσολαβεί σημαντικό χρονικό διάστημα έως ότου εκδηλωθούν οι επιδράσεις της νομισματικής πολιτικής στην εξέλιξη των τιμών. Ωστόσο, στους κύκλους των οικονομολόγων είναι ευρέως αποδεκτό ότι, μακροπρόθεσμα, δηλαδή αφού γίνουν όλες οι προσαρμογές στην οικονομία, μια μεταβολή της ποσότητας χρήματος που παρέχεται από την κεντρική τράπεζα (αν όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν σταθεροί) θα προκαλέσει μόνο μεταβολή του γενικού επιπέδου των τιμών και όχι μόνιμες μεταβολές πραγματικών μεταβλητών, όπως το πραγματικό προϊόν ή η ανεργία. Μια μεταβολή της ποσότητας χρήματος σε κυκλοφορία την οποία προκαλεί η κεντρική τράπεζα ισοδυναμεί, σε τελευταία ανάλυση, με μεταβολή της μονάδας μέτρησης της αξίας (και κατ’ επέκταση του γενικού επιπέδου των τιμών), η οποία δεν επηρεάζει όλες τις άλλες μεταβλητές, όπως ακριβώς μια μεταβολή της μονάδας μέτρησης της απόστασης,
  • ο πληθωρισμός αποτελεί νομισματικό φαινόμενο. Όπως επιβεβαιώνεται από μια σειρά εμπειρικών μελετών, οι παρατεταμένες περίοδοι υψηλού πληθωρισμού συνδέονται κατά κανόνα με έντονη νομισματική επέκταση. Αν και άλλοι παράγοντες (όπως οι διακυμάνσεις της συνολικής ζήτησης, οι τεχνολογικές μεταβολές ή οι διαταραχές των τιμών των βασικών εμπορευμάτων) μπορούν να επηρεάζουν την εξέλιξη των τιμών σε πιο βραχυπρόθεσμους ορίζοντες, με την πάροδο του χρόνου οι επιδράσεις τους μπορούν να αντισταθμιστούν με την προσαρμογή, ως ένα βαθμό, της νομισματικής πολιτικής. Υπό την έννοια αυτή, οι πιο μακροπρόθεσμες τάσεις των τιμών ή του πληθωρισμού μπορούν να ελέγχονται από τις κεντρικές τράπεζες,
  • η ζήτηση του προϊόντος. Για να προσδιοριστεί θα πρέπει να απαντηθούν ερωτήσεις όπως:

- Υπάρχουν αρκετοί καταναλωτές που είναι δυσαρεστημένοι με την σημερινή κατάσταση των πραγμάτων; - Ποιο ποσοστό όμως από αυτούς τους καταναλωτές θα ήταν διατεθειμένοι να μεταπηδήσουν στο συγκεκριμένο προϊόν; - Ποιο θα ήταν ένα ανταγωνιστικό εύρος τιμών; - Υπάρχουν ανταγωνιστικά προϊόντα; - Είναι οι καταναλωτές ενημερωμένοι για την ποιότητα και την τιμή τους; - Ποια είναι τα πιθανά ύψη πωλήσεων σε δυο ή τρεις εναλλακτικές τιμές; - Ποια είναι η πιθανή αντίδραση του ανταγωνισμού κυρίως ως προς τις τιμές τους; - Ποιο είναι ένα πιθανό ανά μέθοδο κόστος για αυτούς;,

  • το είδος του συγκεκριμένου καταναλωτικού κοινού που απευθύνεται το προϊόν. Κάθε προϊόν απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο group καταναλωτών. Για το λόγο αυτό η εταιρεία χρειάζεται από πριν να γνωρίζει τους καταναλωτές – πελάτες του προϊόντος που διαθέτει.
  • Αντιδράσεις των ανταγωνιστών. Ερωτήσεις που δείχνει μια εικόνα για τις αντιδράσεις των ανταγωνιστών είναι:

- Όταν αλλάζετε την τιμή του προϊόντος το κάνετε πριν ή μετά από τους ανταγωνιστές σας; - Έχει εξετασθεί η τακτική των ανταγωνιστών για να διαπιστώσετε αν ακολουθούν κάποια συγκεκριμένα πρότυπα στις αλλαγές των τιμών τους; - Οι εκπτώσεις που κάνουν οι ανταγωνιστές σε διάφορα προϊόντα γίνονται την ίδια εποχή κάθε χρόνο; - Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη πολιτική για το ποια σχάση πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δικών σας τιμών και της μέσης τιμής της αγοράς; - Έχετε παρατηρήσει κάποιο συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο οι ανταγωνιστές αντιδρούν στις μειώσεις τιμών δικών σας προϊόντων; - Πόσο καλά γνωρίζεται τις συνθήκες με τις οποίες διαμορφώνεται το κόστος κάθε σας ανταγωνιστή ώστε να είστε βέβαιοι ότι με την ίδια τιμή, κάτι που σ’ αυτούς αφήνει κέρδος, μπορεί να μην κάνει το ίδιο για το δικό σας προϊόν;,

  • τα υπόλοιπα κομμάτια του μείγματος marketing , το προϊόν, η διανομή και η προώθηση, και
  • το κόστος παραγωγής του προϊόντος. [3]

Πληροφόρηση, Τιμές και Ποιότητα[επεξεργασία]

Οι περισσότερες αγορές χαρακτηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από διασπορά τιμών. Σπάνια συναντά κανείς περιπτώσεις όπου το ίδιο ακριβώς προϊόν πωλείται στην ίδια τιμή από διαφορετικά καταστήματα. Η διασπορά τιμών συναντάται συχνά στις διάφορες αγορές παρά το γεγονός ότι οι καταναλωτές ερευνούν για να ανακαλύψουν τα καταστήματα όπου η τιμή πώλησης είναι η χαμηλότερη δυνατή. Η έρευνα αυτή από πλευράς καταναλωτών συνεπάγεται ένα κόστος για αυτούς προκειμένου να συλλέξουν τις απαραίτητες πληροφορίες για το κατάστημα με τις χαμηλότερες τιμές. Η πληροφόρηση και το κόστος αυτό έρευνας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του επιπέδου των τιμών και επηρεάζουν τον ανταγωνισμό στις αγορές. Σε αγορές όπου οι καταναλωτές έχουν περιορισμένη πληροφόρηση, ορισμένα από τα επιθυμητά αποτελέσματα του τέλειου ανταγωνισμού εξαφανίζονται σε βάρος της κοινωνικής ευημερίας και υπέρ της αύξησης του περιθωρίου κέρδους των επιχειρήσεων. Για το λόγο αυτό οι τελευταίες έχουν ισχυρό κίνητρο να μειώσουν την πληροφόρηση των καταναλωτών.[5]

Ορισμένες από τις διαφορές στις τιμές μεταξύ των προϊόντων ερμηνεύονται με βάση την ύπαρξη διαφοροποίησης μεταξύ τους. Διαφορές που συνδέονται με το κόστος μεταφοράς, το μέγεθος του καταστήματος, τις εκπτώσεις και τη σύνδεση της πώλησης ενός προϊόντος με ένα άλλο, δίνουν την εντύπωση ότι διαφορετικά καταστήματα επιβαρύνουν με διαφορετικές τιμές τους καταναλωτές για το ίδιο προϊόν. Οι διαφορές αυτές παρατηρούνται στην βραχυχρόνια περίοδο αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούνται και μακροχρόνια. Η ερμηνεία αυτού του φαινομένου σχετίζεται με το γεγονός ότι η πληροφόρηση έχει ένα κόστος για τον καταναλωτή. Κάθε φορά οι καταναλωτές συγκρίνουν το κόστος έρευνας με το αντίστοιχο όφελος. Με βάση τη σύγκριση αυτή παίρνουν την τελική απόφαση αγοράς του προϊόντος από συγκεκριμένο κατάστημα. [6] Το κόστος έρευνας διαφέρει σημαντικά μεταξύ των καταναλωτών. Το κόστος έρευνας για έναν καταναλωτή με υψηλό εισόδημα είναι υψηλό. Έτσι οι καταναλωτές με υψηλό εισόδημα αποφεύγουν να ερευνούν την αγορά προκειμένου να ανακαλύψουν τα καταστήματα με τις χαμηλότερες τιμές και αγοράζουν το προϊόν από το πρώτο κατάστημα που θα συναντήσουν, ή από το κοντινότερο σε αυτούς κατάστημα. [6]

Σχέδια καθορισμού της τιμής[επεξεργασία]

Στο ελάχιστο η τιμή πρέπει να απεικονίζει το κόστος του προϊόντος ή της υπηρεσίας στον πελάτη. Γι' αυτό, στο σημείο αυτό του σχεδίου θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται ένα σχέδιο αφενός κόστους παραγωγής και αφετέρου κόστους μάρκετινγκ. Είναι καλή συμβουλή να χαρακτηρίσετε κάθε ένα κόστος είτε ως σταθερό είτε ως μεταβλητό, έτσι ώστε εάν ακυρωθούν οι υπολογισμοί να μπορέσουν να δημιουργηθούν εναλλακτικές τιμές. Τα στοιχεία πωλήσεων από την ανάλυση της αγοράς προβλέπονται υποθέτοντας τις συγκεκριμένες τιμές πώλησης.[7]

Όμως ο καθορισμός τιμών που βασίζεται αποκλειστικά στο «σπάσιμο» των τιμών αγνοεί τις άλλες απόψεις καθορισμού των τιμών. Εάν ο επιχειρηματίας έχει μία μοναδική σειρά προϊόντων λιανικής πώλησης, αυτός ή αυτή μπορεί να μπορέσει να χρεώσει πρόσθετη τιμή – τουλάχιστον στην αρχή λειτουργίας της επιχείρησης. Ο πιο στενός ανταγωνιστής θα πρέπει να μελετήσει αυτό που χρεώνει η επιχείρηση. Ένα καινούργιο προϊόν ή υπηρεσία θα πρέπει να έχει μια λογική τιμή. [7]

Μεταβολές της τιμής και της ποσότητας ισορροπίας[επεξεργασία]

Κάθε φορά που μεταβάλλεται η ζήτηση ή η προσφορά ή και οι δύο ταυτόχρονα εξ αιτίας της μεταβολής κάποιου προσδιοριστικού παράγοντα της ζήτησης ή της προσφοράς τότε αλλάζει θέση και το σημείο ισορροπίας. [8]

Πολλές φορές το κράτος παρεμβαίνει στην αγορά με σκοπό να προστατεύσει τους καταναλωτές από υπερβολικές αυξήσεις τιμών και άλλοτε τους παραγωγούς από χαμηλές μη συμφέρουσες τιμές που διαμορφώνονται στην ελεύθερη αγορά

  1. Επιβολή Ανώτατων τιμών.

Το κράτος επιβάλει ανώτατη τιμή ή τιμή διατίμησης σε προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, για την προστασία του καταναλωτή από υπερβολική άνοδο των τιμών. Η τιμή αυτή είναι μικρότερη από την τιμή ισορροπίας βοηθώντας έτσι καταναλωτές με χαμηλότερα εισοδήματα να το αποκτήσουν. Η τιμή αυτή όμως θεωρείται από τις επιχειρήσεις χαμηλή με αποτέλεσμα να προσφέρουν μικρές ποσότητες σε αντίθεση με τους καταναλωτές που ζητούν μεγαλύτερες και έτσι δημιουργείται έλλειμμα.

  1. Επιβολή κατώτατων τιμών.

Το κράτος επιβάλει κατώτατες τιμές για την προστασία των παραγωγών. Μια κατηγορία τέτοιων τιμών είναι οι τιμές παρέμβασης ή ασφαλείας των γεωργικών προϊόντων για την προστασία των εισοδημάτων των παραγωγών. Πολλές φορές για το σκοπό αυτό παρεμβαίνει με την πολιτική που χαράζεται στον αγροτικό τομέα, η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κατώτατη τιμή είναι μεγαλύτερη από την τιμή ισορροπίας και δημιουργείται πλεόνασμα. Το κράτος αγοράζει το πλεόνασμα στην κατώτατη τιμή που έχει επιβάλει και στη συνέχεια θα βρει τρόπο να το διαθέσει όπως για παράδειγμα σε αγορές του εξωτερικού ή σε νοσοκομεία , σχολεία , στρατός κ.λ.π. [9]

Η θεωρία της ανταλλαγής και της αξίας[επεξεργασία]

Ο Μάλθους διέκρινε μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην αγοραία τιμή, η οποία προκύπτει από την αλληλεπίδραση της προσφοράς και της ζήτησης και την φυσική τιμή των αγαθών. Ιδιαίτερη σημασία δίνει στο κόστος παραγωγής, στο οποίο προσδιορίζονται οι αναλογίες στην ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων. Το κόστος παραγωγής συμπεριλαμβάνει την τιμή των παραγωγικών συντελεστών, όπως η γη και η εργασία. Η εργασία ενσωματώνεται στο κόστος μέσω των μισθών και το φυσικό κεφάλαιο, η γη, μέσω της προσόδου. Οι αγοραίες τιμές των αγαθών προσδιορίζονται από την προσφορά και την ζήτηση για τα αγαθά αυτά βραχυχρόνια. Πρέπει όμως οι αγοραίες τιμές να συμπεριλαμβάνουν το κόστος παραγωγής, της αξίας της εργασίας και του φυσικού κεφαλαίου, όπως επίσης και του φυσικού, λογικού όπως αναφέρει, κέρδους των παραγωγών. Οι φυσικές τιμές των αγαθών προσδιορίζονται επίσης από την προσφορά και την ζήτηση μακροχρόνια. Το κόστος των αγαθών αυξάνεται λόγω της αύξησης των μισθών σε επίπεδο συντήρησης, το οποίο συνεπάγεται μείωση του ποσοστού κέρδους. Ένα ποσοστό του κέρδους των παραγωγών αποταμιεύεται και αυξάνεται αναλογικά με το μέγεθος του κέρδους. Οι αποταμιεύσεις οδηγούν στην αύξηση της προσφοράς τροφίμων και εφόσον, βραχυχρόνια, η ζήτηση για αγαθά παραμένει αμετάβλητη οδηγούμαστε σε υπερπροσφορά και πτώση της τιμής των αγαθών. Οι τιμές των αγαθών προσδιορίζονται σε επίπεδο χαμηλότερο του κόστους παραγωγής, μειώνοντας το κέρδος και κατά συνέπεια τις αποταμιεύσεις. Η συνολική ζήτηση για τα αγαθά δεν είναι ικανή να εξισορροπηθεί με την συνολική προσφορά των αγαθών με συνέπεια την ύπαρξη πλεονασμάτων παραγωγής μακροχρόνια. Οι φυσικές τιμές δεν καθορίζονται σύμφωνα με το μέσο κόστος παραγωγής αλλά σύμφωνα με την προσφορά και την ζήτηση των προϊόντων. [10]

Οικονομική κρίση[επεξεργασία]

Εδώ και τρία χρόνια περίπου βιώνουμε μια πρωτοφανή οικονομική κρίση με απίστευτες αρνητικές εξελίξεις για κάθε έναν από μας. Η οικονομική κρίση άρχισε τον Ιούνιο του 2007 με την κατακόρυφη άνοδο στις επισφάλειες στα sub-prime στεγαστικά δάνεια (δηλαδή τα δάνεια σε πολύ οικονομικά ασθενείς πιστολήπτες) στις ΗΠΑ. Δάνεια που δε θα έπρεπε να είχαν εγκριθεί, αλλά που ο ανταγωνισμός, η αίσθηση ευφορίας και η πλεονεξία «τύφλωσαν» τους credit managers των τραπεζών. Αυτά έχουν προκαλέσει τεράστιες απώλειες σε όσους επένδυσαν σε τέτοια χρεόγραφα και σε όσους δάνεισαν σε επιχειρήσεις, τράπεζες και οργανισμούς που επένδυσαν σε τέτοια χρεόγραφα. Η κρίση αυτή άρχισε να γενικεύεται, αφού φάνηκε πως και άλλα μεγάλα τραπεζικά και ασφαλιστικά ιδρύματα είχαν επενδύσει, ή εγγυηθεί (όπως η AIG) επενδύσεις σε αμφιβόλου ποιότητας χρεόγραφα.[11],[12]

Οι ζημίες των μεγάλων ξένων τραπεζών τις έχουν κάνει να μειώσουν κατά πολύ την δανειοδότηση των πελατών τους, επιτείνοντας το πρόβλημα της έλλειψης χρηματοδότησης της οικονομικής δραστηριότητας.[13] Η Αμερικανική και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εδώ και ένα χρόνο, προσπάθησαν κατ’ επανάληψη να τονώσουν την αγορά με προσφορά χρήματος σε μια προσπάθεια να συγκρατηθούν οι επιπτώσεις. [14]

Ρύθμιση αγοράς για τα βασικά καταναλωτικά αγαθά[επεξεργασία]

Η μείωση του εισοδήματος των καταναλωτών επιβάλλει την ενεργοποίηση όλων των μηχανισμών ρύθμισης και ελέγχου της αγοράς προκειμένου να συγκρατούνται οι αδικαιολόγητες ανατιμήσεις και να περνούν στον καταναλωτή οι μειώσεις των τιμών τουλάχιστον για τα βασικά καταναλωτικά αγαθά και τις υπηρεσίες. Στην διαδικασία του παρατηρητηρίου τιμών εντάσσεται η παρακολούθηση της εξέλιξης των τιμών εκκίνησης μέχρι την τελική διαμόρφωση τους ως τιμές ανάλωσης. [15]

Τιμές εκκίνησης για τα εγχώρια προϊόντα θεωρούνται οι τιμές παραγωγού ενώ για τα εισαγόμενα οι τιμές που αγοράζονται από τον εισαγωγέα. Η παρακολούθηση της εξέλιξης των τιμών θα δώσει την δυνατότητα στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας να διαπιστώνει την πρόκληση δυσαρμονίας ανάμεσα στην τιμή εκκίνησης και την τιμή ανάλωσης.[16]

Οικονομική κρίση και τιμές[επεξεργασία]

Οι δυτικό-ευρωπαϊκές κοινωνίες είχαν βρεθεί αντιμέτωπες με τις οδυνηρές επιπτώσεις μιας εντυπωσιακής εκτίναξης των τιμών των τροφίμων και των κατασκευασμένων προϊόντων. Η τάση αυτή χαρακτήρισε ιδιαίτερα τις τιμές των αγαθών καθημερινής κατανάλωσης όπως την τιμή του σιταριού που αυξήθηκε κατά 425% στην Αγγλία, κατά 318% στις Κάτω Χώρες, κατά 651% στη Γαλλία. Η άνοδος στις τιμές των κατασκευασμένων προϊόντων κινήθηκε σε χαμηλότερα επίπεδα, ωστόσο και αυτή επιβάρυνε παραπέρα το κόστος ζωής. [4]


Ο όρος «επανάσταση των τιμών» που χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την οικονομική κρίση παραμένει δόκιμος παρά τις διάφορες ενστάσεις, επειδή αποδίδει ανάγλυφα τις δραματικές επιπτώσεις της αύξησης των τιμών των τροφίμων σε μια οικονομία χαρακτηρισμένη από την αδυναμία προσαρμογής στις οικονομικές αλλαγές και ιδιαίτερα από τη μόνιμη έκθεση των πληθυσμών στον υποσιτισμό, κύρια λόγω της απουσίας φτηνής εναλλακτικής τροφής. Η «επανάσταση των τιμών» καθίσταται παραπέρα εμφανής, αν συνυπολογισθεί η διακύμανση των ημερομισθίων και των ενοικίων γης, που επηρέασε το βιοτικό επίπεδο των ευρωπαϊκών πληθυσμών. [17]

Όλες οι εταιρείες και όλοι οι κλάδοι θα επηρεαστούν από την παγκόσμια επιβράδυνση, με αποτέλεσμα οι όγκοι παραγωγής και οι τιμές να συμπιεστούν. Οι περισσότερες εταιρείες πρέπει να περιμένουν μείωση των τιμών τους, που μπορεί να φτάσει και το 10%.

Η οικονομική κρίση που βιώνουμε απαιτεί τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης τιμής – αξίας των προϊόντων και των υπηρεσιών. Ο κόσμος απαιτεί πλέον τις ίδιες ποιότητες σε χαμηλότερες τιμές, ή τις ίδιες τιμές για ποιοτικότερα προϊόντα ή υπηρεσίες.[4]

Ακούγοντας καθημερινά όρους όπως «Πράσινη Ανάπτυξη» ή «Τεχνολογική Καινοτομία», αντιλαμβανόμαστε ότι το μοντέλο της ανεξέλεγκτης κατανάλωσης, αντικαθίσταται πλέον από ένα νέο, που χαρακτηρίζεται από το πνεύμα της οικονομίας: λιγότεροι πόροι για το ίδιο αποτέλεσμα, ή οι ίδιοι πόροι για ένα καλύτερο αποτέλεσμα! Στο πλαίσιο, αυτό οι μόνες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες που κινούνται στον άξονα της επιτυχίας στις μέρες μας, είναι αυτές που ανταποκρίνονται στην παραπάνω διατύπωση. Δεν είναι τυχαίο που δια μέσου της κρίσης βλέπουμε συγκεκριμένες επιχειρήσεις και επαγγελματικούς κλάδους να ευδαιμονούν: ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τεχνολογίες εξοικονόμησης ενέργειας, e-shops, outlets, ποδήλατα, πράσινα προϊόντα κ.ά. Κοινός παρονομαστής σε κάθε επιτυχημένη επιχείρηση είναι η ικανότητά της να παρέχει στους πελάτες της έναν καλύτερο συνδυασμό ποιότητας και τιμής. [18]

Ένα νέο μοντέλο κατανάλωσης αντικατέστησε την παλιά ανέμελη συμπεριφορά του Έλληνα καταναλωτή. Το νέο μοντέλο είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που πλήττει τα χώρα, με κύρια χαρακτηριστικά τη σύνεση ως προς τις αγορές και την αναζήτηση ιδανικής σχέσης ποιότητας-τιμής. Σύμφωνα με διάφορες έρευνες και καταναλωτικές οργανώσεις, οι καταναλωτές είναι πια διστακτικοί, έχουν περιορίσει τις δαπάνες τους σημαντικά- σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων μάλιστα έως και 50%- εξετάζουν διάφορες τιμές σε διαφορετικά μαγαζιά προς αναζήτηση της πλέον συμφέρουσας λύσης, δεν ξοδεύουν περισσότερα από 65 ευρώ κάθε φορά στο σούπερ μάρκετ και νοιώθουν αδύναμοι να καλύψουν το εύρος των αναγκών τους.[18] Ένα πολύ μεγάλο τμήμα του πληθυσμού έχει αλλάξει αγοραστικές συνήθειες και στρέφεται σε προϊόντα που προσφέρουν συμφέρουσα σχέση τιμής και ποιότητας. Όσο όμως η οικονομική κρίση διαρκεί και όσο η οικονομική θέση των ατόμων επιδεινώνεται, τόσο θα παρατηρούμε αγοραστικές αποφάσεις που θα λαμβάνονται με την τιμή ως μοναδικό κριτήριο επιλογής". Η ανάγκη για φθηνότερες αγορές οδηγεί τους καταναλωτές στο να διερευνούν τις εναλλακτικές προτάσεις που υπάρχουν στην αγορά και προς τούτο επισκέπτονται πολλά καταστήματα σε αναζήτηση της καλύτερης επιλογής.[18]

Οι αγοραστικές συνήθειες λόγω της κρίσης[επεξεργασία]

Το 90% των καταναλωτών άλλαξαν αγοραστικές συνήθειες, λόγω της οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με έρευνα του ΚΕΠΚΑ (Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών) για τις αγοραστικές συνήθειες των καταναλωτών, το 27,54% δηλώνουν ότι ψάχνουν, τη χαμηλότερη τιμή, σε διάφορα καταστήματα, για να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση, το 27,03% στράφηκαν, σε προϊόντα, που παράγουν τα supermarket (ιδιωτικής ετικέτας) και το 24,49% ότι αγοράζουν, μόνο τα απαραίτητα. Τα νέα μέτρα λιτότητας έχουν προκαλέσει ασφυξία στους καταναλωτές οι οποίοι προσπαθούν να επιβιώσουν και να κάνουν τις απαραίτητες αγορές, όσο πιο οικονομικά γίνεται.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, τα προαναφερόμενα ποσοστά δείχνουν ότι η πλειοψηφία των καταναλωτών, στην Ελλάδα έχει κάνει σημαντικές αλλαγές, στον τρόπο, που αγοράζει τα προϊόντα καθημερινής χρήσης. Όμως, το 72,97% εξακολουθεί να αγοράζει τις επώνυμες μάρκες, που αγόραζε και δεν έχει κάνει το σημαντικό βήμα της αλλαγής της μάρκας των προϊόντων, για να δώσει μήνυμα, στους προμηθευτές. Ο χρόνος που δαπανούν οι καταναλωτές για τα ψώνια είναι μικρός. Το 69,10% των καταναλωτών ψωνίζει μια φορά την εβδομάδα, ή μια φορά στις 15 μέρες, ή μια φορά το μήνα. Αυτό σημαίνει ότι αγοράζει αρκετά προϊόντα. Και, όμως, μόνο το 12,96% δαπανά πάνω από μια ώρα. Το ποσοστό αυτό είναι περίπου ίδιο με το ποσοστό των καταναλωτών (13,14%), που προετοιμάζει κατάλογο με τα προϊόντα, που χρειάζεται, στο σπίτι, αγοράζει αυτά τα προϊόντα και καταγράφει τις τιμές τους. Δηλαδή, πολύ μικρός αριθμός καταναλωτών ψάχνει, όσο πρέπει, τα προϊόντα και τις αγορές του.

Οι απαντήσεις, που έλαβε το ΚΕΠΚΑ, στην ερώτηση, πως ψωνίζετε, δείχνουν ότι η οικονομική κρίση μας έχει κάνει πιο προσεκτικούς, δηλαδή τηρούμε τον κατάλογο, που έχουμε προετοιμάσει, από το σπίτι. Όμως, ακόμα, ένα σημαντικό ποσοστό καταναλωτών (40% περίπου) προσθέτει, στο καλάθι του, προϊόντα, που δεν έχει ανάγκη. Το ποσοστό των καταναλωτών, που τηρεί, πάντα, αρχείο τιμών, είναι μικρό, μόλις 10,66%. Ακόμα και αυτοί, που καταγράφουν τις τιμές (13,14%), δεν τηρούν, πάντα, αυτό το αρχείο. Οι μισοί δε, σχεδόν, καταναλωτές δεν τηρούν αρχείο τιμών, επομένως, δεν έχουν δυνατότητα σύγκρισης και αντίδρασης. Από τις απαντήσεις, που έλαβε το ΚΕΠΚΑ, για τις αντιδράσεις, σε περίπτωση αύξησης τιμής, σε συνδυασμό, με τα γεγονότα ότι μόνο το 13,14% καταγράφει τιμές και μόνο το 10,66% τηρεί αρχείο τιμών, προκύπτουν σημαντικά ερωτηματικά.

Πως αντιλαμβάνεται το 90% περίπου των καταναλωτών την αύξηση τιμής, για να αντιδράσει; Η τιμή μονάδας είναι γνωστή, σε περίπου 6 στους 10 καταναλωτές. Όμως, μόνο οι 3 στους 10 καταναλωτές τη χρησιμοποιούν, πάντοτε, για να συγκρίνουν τιμές ομοειδών προϊόντων.

Το Παρατηρητήριο Τιμών του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας είναι, σχεδόν, άγνωστο, στους καταναλωτές της Ελλάδας. Ούτε 3 στους 10 δεν το γνωρίζουν. Αυτό το ποσοστό είναι χαμηλό, με δεδομένο ότι το 58% των ερωτηματολογίων συμπληρώθηκαν, μέσω internet. Μόλις 3 στους 10, από αυτούς που το γνωρίζουν, το χρησιμοποιούν. Στους 1126 καταναλωτές, που απάντησαν, στο ερωτηματολόγιο, μόνον οι 22 χρησιμοποιούν, συστηματικά, το Παρατηρητήριο Τιμών. [19]

Επίλογος[επεξεργασία]

Η τιμή ενός αγαθού προσδιορίζεται από την αλληλεπίδραση των δυνάμεων της Προσφοράς και της Ζήτησης. Στην αγορά θα επικρατήσει μια τιμή για την οποία η ζητούμενη ποσότητα θα είναι ίση με την προσφερόμενη. Η τιμή αυτή ονομάζεται «τιμή ισορροπίας» ενώ η ποσότητα ονομάζεται «ποσότητα ισορροπίας». Κάθε τιμή μεγαλύτερη από την τιμή ισορροπίας θα δημιουργεί πλεόνασμα ή πλεονάζουσα προσφορά, δηλαδή η προσφερόμενη ποσότητα θα είναι μεγαλύτερη από την ζητούμενη ποσότητα. Για κάθε τιμή μικρότερη της τιμής ισορροπίας η ζητούμενη ποσότητα θα είναι μεγαλύτερη από τη προσφερόμενη τότε λέμε ότι δημιουργείται έλλειμμα ή υπερβάλλουσα ζήτηση.

Η οικονομική κρίση έχει φέρει αναστάτωση σε όλο τον κόσμο αλλά και στην Ελλάδα. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις τείνουν να επιλέγουν τις προσφορές ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν. Ευνοούνται οι επιχειρηματίες που υιοθετούν τη λογική των χαμηλότερων τιμών για μεγαλύτερη κατανάλωση. Επίσης πολλοί επιχειρηματίες αποφάσισαν να στραφούν στο διαδίκτυο, δημιουργώντας τα δικά τους e-shop ώστε να προσφέρουν χαμηλότερες τιμές. Όσοι επιλέγουν αυτόν τον τρόπο παρουσιάζουν αύξηση των πωλήσεών τους, συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Η ελληνική αγορά μπαίνει στο παιχνίδι των ηλεκτρονικών πωλήσεων και του διαδικτύου. Προς αυτή την κατεύθυνση οδηγούνται και οι καταναλωτές.

Οι καταναλωτές πρέπει να είναι προσεκτικοί στις αγορές μέσω διαδικτύου ώστε η χαμηλές τιμές να συνδυάζονται με ποιότητα και σοβαρότητα. Το διαδίκτυο κρύβει παγίδες αλλά και πολλές προσφορές για τις επιχειρήσεις αλλά και για τους καταναλωτές, που σέβονται το ρόλο τους. Σε βάθος χρόνου θα υπάρξει ανταγωνισμός στις επιχειρήσεις, που διαφημίζονται και πωλούν μέσω διαδικτύου και αυτό θα είναι συμφέρον για τους Έλληνες καταναλωτές.

Με την οικονομική κρίση στις μειώσεις των τιμών βασικών ειδών διατροφής προχώρησαν οι έμποροι και οι επαγγελματίες, προκειμένου να ενισχυθεί η αγορά, μετά την πτώση που έφερε η οικονομική κρίση. Παράλληλα, τάξεις επαγγελματιών προσφέρουν εμπορεύματα σε ιδρύματα και άπορους, αναπτύσσοντας έργο κοινωνικής συμπαράστασης. Η μείωση των τιμών είναι αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, της περιορισμένης ζήτησης και ήρθε ως συνέπεια των νόμων της αγοράς. [20]

Παραπομπές[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 1,2 Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (2002), Βελτιώσεις στα στατιστικά στοιχεία για τη λογιστική κατάσταση και τα επιτόκια των ΝΧΙ, Μηνιαίο Δελτίο Απρίλιος
  2. Μαντικίδης Τάκης, 2008, «Εκτός ελέγχου η κρίση σε χρηματιστήριο και οικονομία»,Εφημερίδα Το Βήμα
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Μπαζιώνης, 2010, «Μάρκετινγκ I», Ελληνική Εταιρεία Διοίκησης Επιχειρήσεων, Ηράκλειο
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Καπαρελιώτης, 2010, «Μάρκετινγκ Υπηρεσιών», Ελληνική Εταιρεία Διοίκησης Επιχειρήσεων, Ηράκλειο
  5. Αυλωνίτης, Ι. Γεώργιος, 2001, «Στρατηγικό Βιομηχανικό Μάρκετινγκ: το μάρκετινγκ προϊόντων και υπηρεσιών που απευθύνεται σε επιχειρήσεις και οργανισμούς», 2η εκδ., Αθ. Σταμούλης
  6. 6,0 6,1 Σταθακόπουλος Βλάσης, 2001, «Μέθοδοι Έρευνας Αγοράς», 2η εκδ., Αθ. Σταμούλης
  7. 7,0 7,1 Τζιαμίχας, 2002, «Κριτήρια αξιολόγησης στις Αρχές Οικονομικής Θεωρίας», Αθήνα, εκδ. ΟΛΥΜΠΟΣ
  8. Τζόαν Ρόμπινσον,1982, «Τα οικονομικά του Ατελούς Ανταγωνισμού»
  9. Αντώνη Σπανού, 2005, «Αρχες Οικονομικής Θεωρίας-Μικροοικονομία», Αθήνα, Εκδ. Ομιλος Συγγρ. Καθηγητών
  10. Τomas Malthous, 2012, «Economic Concerns»
  11. Λαπατσιώρας Σ. - Μηλιός Γ., 2008, «Χρηματοπιστωτική κρίση και οικονομική ρύθμιση» περιοδικό Θέσεις, Τεύχος 103, Απρίλιος-Ιούνιος 2008, Αθήνα
  12. Μαριόλης Θεόδωρος, Παπουλής Κώστας, 2011, «Δυναμική του χρέους, Δίδυμα ελλείματα και Διεθνής Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας», pp. 2-18
  13. Βουνάτσος Νικόλαος, Δήμος Γεώργιος &Κουκιάς Νικόλαος, 2010, «Οργανωσιακές αντιλήψεις και επίλυση προβλημάτων στη ελληνική τουριστική βιομηχανία», pp. 307-319
  14. Eichengreen, 2009, «The Crisis and the Euro», working paper, Elcano Royal Institute, Madrid, Spain
  15. Tatiana Andreyeva, Kelly D. Brownell, 2010, «The Impact of Food Prices on Consumption: A Systematic Review of Research on the Price Elasticity of Demand for Food», pp. 2-6
  16. Ακριτίδης Θωμάς, 2011, «Οικονομική κρίση στην Ελλάδα, ελληνική οικονομία, δυνατότητες και προβλήματα», DAILY NEWS
  17. Christiane Schroetera, Jayson Luskb, 2008, «Determining the impact of food price and income changes on body weight Wallace Tyner», Volume 27, Issue 1, Pages 45–68
  18. 18,0 18,1 18,2 Μπάλτας Γιώργος, 2011, «Η κρίση αλλάζει τον Έλληνα καταναλωτή», Πρώτη Δημοσίευση, deal news
  19. Τζελίνα Χαρλαύτη, 2011, Δες τη ζωή υγιεινά, Καθημερινή
  20. Τσιρέκα Λίνα, 2011, Δημοσιογραφικό Συγκρότημα «Μακεδονία»