Δια βίου μάθηση/Αξιολόγηση, πιστοποίηση και επιμόρφωση στο πλαίσιο των ΚΕΕ

Από Βικιβιβλία
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η συστηματική εφαρμογή των αρχών της Δια Βίου Eκπαίδευσης και στα ΚΕΕ προϋποθέτει την αναγνώριση και επικύρωση όλων των μορφών εκπαίδευσης (επίσημη, ημι-επίσημη και ανεπίσημη) (4), την ενεργή συμμετοχή των πολιτών, τη διαπραγμάτευση όρων όπως νέα γνώση, νέα Μάθηση, την αναγνώριση μορφών προηγούμενης γνώσης και τέλος την εφαρμογή μιας αξιολογικής διαδικασίας και πιστοποίησης πέρα και έξω από τα παραδοσιακά σχήματα.

Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τους 4 άξονες που συνδέονται με την εξέλιξη και επιτυχία των ΚΕΕ.

1. Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων και πιστοποίησης ικανοτήτων (European Qualifications Framework) αποτελεί σαφή δέσμευση της ΕΕ στη στρατηγική ανάπτυξη της Δια Βίου Εκπαίδευσης και ακολουθεί το μοντέλο των άλλων προηγμένων κρατών (Αυστραλία, Αγγλία, Νέα Ζηλανδία), αλλά και του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας. Το πλαίσιο αυτό προβλέπει τη δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος προσόντων και προϋποθέτει την αξιολόγηση των βασικών ικανοτήτων των ενηλίκων (Αριθμητισμός, γραμματισμός, νέες δεξιότητες), την αναγνώριση και αξιολόγηση της προηγούμενης γνώσης μέσα από επίσημες ή ανεπίσημες μορφές εκπαίδευσης, την ευέλικτη μεταφορά διδακτικών μονάδων, καθώς και την απόκτηση δεξιοτήτων κατάκτησης της ίδιας της γνώσης (learn to lean), αλλά και δεξιοτήτων ενεργούς κοινωνικοπολιτικής συμμετοχής (European Commission, SEC 957/8.7.2005). Στο πλαίσιο αυτό η διαμόρφωση ενός Εθνικού Πλαισίου Προσόντων/τίτλων(5), το οποίο θα περιλαμβάνει εκπαιδευτικές επιλογές και προσανατολισμούς για την Εκπαίδευση Ενηλίκων είναι απόλυτη προτεραιότητα. Μόνο έτσι τα ΚΕΕ θα αντιμετωπιστούν ως αξιόπιστες, αποτελεσματικές και βιώσιμες ΜΕΕ.

2. Η Αξιολόγηση της Προηγούμενης Γνώσης (επίσημης/ανεπίσημης) θεωρείται σημαντικότατο εργαλείο στα πλαίσια της Δια Βίου Εκπαίδευσης, γιατί διευκολύνει τη συμμετοχή στην επίσημη εκπαίδευση και την κατάρτιση, καθώς επίσης αποτελεί και ένα μέσο ενίσχυσης της εργασιακής ικανότητας και κινητικότητας, των προοπτικών καριέρας, της κοινωνικής συμμετοχής και της ενεργής συμμετοχής στα κοινά. Η Αξιολόγηση της Προηγούμενης Γνώσης είναι μια διαδικασία εξακρίβωσης και μέτρησης των ικανοτήτων ενός ατόμου, και όπου είναι δυνατό η πιστοποίησή τους με τη μορφή ενός (εθνικού) συστήματος προσόντων. Η Αξιολόγηση της Προηγούμενης Γνώσης επιτρέπει στα άτομα να αναγνωρίσουν και να πιστοποιήσουν αυτά που ήδη ξέρουν και μπορούν να κάνουν. Είναι μια διαδικασία διαπίστωσης, τεκμηρίωσης, αξιολόγησης και αναγνώρισης των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των αξιών που έχουν αποκτηθεί μέσα από την επίσημη και ανεπίσημη εκπαίδευση, την κατάρτιση ή και άλλες εμπειρίες και σχετίζονται με συγκεκριμένα κριτήρια που οριοθετούνται από κέντρα εκπαίδευσης, εκπαιδευτικά ιδρύματα ή από τις αρχές πιστοποίησης. Αυτή η διαδικασία μπορεί να συμπεριλαμβάνει τις γνώσεις από την εργασία, τις εμπειρίες από τη ζωή, την κατάρτιση, την ανεξάρτητη μελέτη, τον εθελοντισμό, τα ταξίδια, τα ενδιαφέροντα και τις οικογενειακές εμπειρίες. Η αναγνώριση προηγούμενης γνώσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις εισαγωγής σε ένα ακαδημαϊκό πρόγραμμα ή πρόγραμμα κατάρτισης, ή σαν πιστοποίηση επαγγελματικής ιδιότητας, για ένταξη και είσοδο στην αγοράς εργασίας ή για κοινωνικοπολιτικούς σκοπούς. Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι το πλαίσιο ικανοτήτων αποτελεί και τη βάση πιστοποίησης τόσο της προηγούμενης γνώσης όσο και της μαθησιακής επίδοσης

3. Το πλαίσιο ικανοτήτων θεωρείται παγκόσμια ως ο πιο κατάλληλος τρόπος για να καλυφθεί η ευρύτητα των οικονομικών, πολιτιστικών και προσωπικών στόχων της Δια Βίου Μάθησης. Ήδη η ΕΕ έχει εκπονήσει ένα γενικό πλαίσιο 8 βασικών ικανοτήτων(6), το οποίο χρειάζεται εξειδίκευση για να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των Μελών-Κρατών. Το Ελληνικό Πλαίσιο Ικανοτήτων που προτάθηκε από την Ομάδα Πιστοποίησης του αναφέρεται σε ένα πλαίσιο έξι ικανοτήτων που υλοποιούν και αξιολογούν τα προγράμματα της Βασικής Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Αυτές είναι οι εξής: Οργανωσιακή, Πολιτιστική, Τεχνική, Επικοινωνιακή, Προσωπική και Κοινωνικοπολιτική ικανότητα (Kalantzis, Smith & Arvanitis, 2004). Οι ικανότητες αυτές εμπεριέχουν τις απαραίτητες εκείνες δεξιότητες που πρέπει να έχουν οι ενήλικες με σκοπό την προσωπική και επαγγελματική τους ολοκλήρωση (Merizow, 1991, Kalantzis & Cope, 2003 και Jarvis, 2004). Αυτές είναι:

  • Η αυτο-καθοδηγούμενη και αυτόνομη μάθηση. Η ικανότητα δηλαδή των ατόμων για σχεδιασμό της μαθησιακής τους διαδρομής με βάση καλά συνειδητοποιημένους εκπαιδευτικούς στόχους για την προσωπική και επαγγελματική τους ανέλιξη, κάτι που συμβάλλει στη δημιουργία κοινωνιών που μαθαίνουν.
  • Ο κριτικός στοχασμός και το μετασχηματισμός (μετασχηματίζουσα μάθηση). Δηλαδή η επαναδιαπραγμάτευση των υποθέσεων, επαγγελματικών πρακτικών, νοοτροπίας και των αξιών που είχαν υιοθετήσει οι επαγγελματίες μέσω του κριτικού στοχασμού
  • Η ανάπτυξη μιας ικανότητας κριτικής συνειδητοποίησης των κοινωνικών και πολιτισμικών ανισοτήτων, καθώς επίσης και η ικανότητα διαχείριση της πολιτισμικής ετερομορφίας (διαπολιτισμική ικανότητα) με παραγωγικά μοντέλα ανάλυσης (Kalantzis & Cope, 2003).

Το προτεινόμενο πλαίσιο το οποίο έχει προταθεί (Kalantzis, Smith & Arvanitis, 2004) περιέχει:

  • Τις προδιαγραφές/περιγραφικοί δείκτες ικανοτήτων που αντανακλούν τον λεπτομερή προσδιορισμό των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των στάσεων, αλλά και την εφαρμογή αυτών στην προδιαγεγραμμένη ικανότητα εκτέλεσης που απαιτείται σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα. Αυτοί οι στόχοι εκφράζονται σε επίπεδο δημόσιων, προσωπικών και εργασιακών αποτελεσμάτων που απαιτούν συχνή επανα-αξιολόγηση για να διασφαλιστεί η συνεχής αποτελεσματικότητά τους.
  • Τρία επίπεδα απόκτησης ικανοτήτων: εξαρτημένη, αυτόνομη και συνεργατική μάθηση/ικανότητα. Κάθε επίπεδο έχει προκαθορισμένα αποτελέσματα επίδοσης σε κάθε ένα από τα έξι κριτήρια ικανοτήτων και περιγράφεται σε σχέση με τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις στάσεις. Ένα πιστοποιητικό απόκτησης μπορεί να χορηγηθεί όταν οι εκπαιδευόμενοι αποδείξουν επιτυχώς τις ικανοτητές τους, και τέλος,
  • Τις θεματικές περιοχές που καλύπτουν τα εκπαιδευτικά προγράμματα που εκπονούνται. Αυτές οι περιοχές είναι επιγραμματικά: Γραμματισμός, Οικογενειακός Γραμματισμός, Αριθμητισμός, Πληροφορική, Συμβουλευτική Ειδικών Ομάδων, Διαχείριση Ελεύθερου Χρόνου, κτλ.

4. Η αξιολόγηση και πιστοποίηση δεξιοτήτων, η οποία απαιτεί την τήρηση μιας σειράς προϋποθέσεων (διαδικασίες και επιλογή συγκεκριμένων εργαλείων), οι οποίες υλοποιούνται ήδη σε κάποιο βαθμό από τα ΚΕΕ. Αυτές είναι:

  • Συγκεκριμένες Διοικητικές Διαδικασίες επιλογής και εγγραφής υποψηφίων. Τα ΚΕΕ θα πρέπει να πληρούν μια σειρά διοικητικών προϋποθέσεων που περιλαμβάνουν Υπηρεσίες πληροφόρησης, τεκμηρίωσης και συμβουλευτικής για τους υποψήφιους, αλλά και συστηματικής αξιολόγησης κατά την οποία οι υποψήφιοι αξιολογούνται για τις ικανότητες, τις δεξιότητες και την αντίληψή τους. Ταυτόχρονα είναι σημαντικό να υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία Εγγύησης Ποιότητας (Quality Assurance) κατά την οποία ένας εξωτερικός φορέας θα παρακολουθεί την παραπάνω διαδικασία σχετικά με: την αποδοτικότητα και καταλληλότητα των μεθόδων, την υλοποίηση στόχων, την ικανοποίηση των εκπαιδευομένων, την αποδοτική χρήση των πόρων, καθώς και την εγκυρότητα της σχέσης μεταξύ στόχων και πρακτικών (βλ. Εθνικό Σύστημα Διασφάλισης Ποιότητας, 2007 και Καλάντζη & Αρβανίτη, 2006). Τέλος, είναι σημαντικό να τηρούνται συστηματικά και συγκεκριμένα μητρώα/αρχεία για την εξασφάλισης της διαφάνειας και της ποιότητας του εν γένει συστήματος. Ωστόσο η μέχρι τώρα πρακτική στα ΚΕΕ, αλλά και ανεπίσημα στοιχεία φανερώνουν την αδυναμία συστηματικής εφαρμογής και τήρησης των διαδικασιών αυτών, λόγω σύμφωνα με τα στελέχη των ΚΕΕ, του φόρτου εργασίας, της έλλειψης προσωπικού και του υπέρογκου αριθμού αιτήσεων που καλούνται να διαχειριστούν τα ΚΕΕ. Οι λόγοι αυτοί προέκυψαν και από τα δεδομένα της μελέτης περίπτωσης ενός συγκεκριμένου ΚΕΕ. Ωστόσο απαιτείται μια πιο συστηματική καταγραφή του θεσμού και της αποτελεσματικότητάς του στην ελληνική κοινωνία.
  • Την Αξιολόγηση προηγούμενης γνώσης και τοποθέτηση των ενδιαφερομένων στο κατάλληλο μαθησιακό επίπεδο (λίστα τεκμηρίων). Τα ΚΕΕ θα πρέπει να αξιολογούν τους υποψήφιους και να τους κατατάσσουν σε ένα επίπεδο ακολουθώντας ένα συστηματικό πλαίσιο τεκμηρίων και αξιολόγησης. Ήδη εφαρμόζεται πιλοτικά από τα ΚΕΕ η συνέντευξη πιστοποίησης της προηγούμενης γνώσης και κατάταξης σε τμήμα μάθησης. Επιπλέον, τα ΚΕΕ είναι σημαντικό να προβούν σε μια ολιστική αξιολόγηση και Διαρκής εκτίμηση της μάθησης. Η αξιολόγηση ωστόσο είναι ένα δύσκολο θέμα και απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό. Ιδιαίτερα η αξιολόγηση της νέας μάθησης δεν θα πρέπει να βασίζεται σε ‘σωστές ή λάθος’ απαντήσεις, αλλά θα πρέπει να αξιολογεί την απόκτηση νέων δεξιοτήτων, να αποδέχεται την επαγγελματική κρίση των εκπαιδευτών, να αξιολογεί την επίδοση των ατόμων σε διαφορετικά ‘πραγματικά’ σενάρια, τη συνεργατική ικανότητα μάθησης που προβάλλουν, καθώς επίσης και τον πλουραλισμό τους και την ευελιξία τους στο να ανταποκρίνονται στην μεταβλητότητα, την πολυμορφία και την απροβλεψιμότητα των περιστάσεων. Γι’αυτό τα παραδοσιακά τεστ δεν μπορούν να αξιολογήσουν τους εκπαιδευόμενους. Συνεπώς χρειάζονται νέοι τρόποι, όπως αξιολόγηση πρότζεκτ, αξιολόγηση επίδοσης (σχεδιασμός-εφαρμοφή και ολοκλήρωση ενός θέματος), ομαδική αξιολόγηση και αξιολόγηση χαρτοφυλακίου. Το μοντέλο ολιστικής αξιολόγησης προβλέπει διαδικασίες αρχικής, διαμορφωτικής και τελικής αξιολόγησης.
  • Την Αξιολόγηση και ανατροφοδότηση μαθησιακών αναγκών, Αναλυτικών Προγραμμάτων και αποτελεσμάτων. Είναι φανερό ότι σε μια ανοιχτή και συμμετοχική διαδικασία όλοι οι μαθησιακοί παράγοντες και παράμετροι θα πρέπει να επαναξιολογούνται και να ανατροφοδοτούν τον εν γένει παιδαγωγικό προγραμματισμό. Συνεπώς τα εργαλεία με τα οποία αναγνωρίζονται και αξιολογούνται οι μαθησιακές εμπειρίες των ενηλίκων θα πρέπει να αναπροσαρμόζονται διαρκώς και να ανταποκρίνονται στα νέα δεδομένα. Μια τέτοια διαδικασία ανατροφοδότησης συνεκτιμά τις μαθησιακές ανάγκες και διαμορφώνει ανοιχτά Αναλυτικά Προγράμματα (ΑΠ) και νέους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η όλη διαδικασία είναι τοποθετημένη μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο αναγνώρισης, αξιολόγησης και πιστοποίησης προσόντων που διευκολύνουν την σύνδεση των προγραμμάτων/τίτλων των ΚΕΕ με το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα. Η διαμόρφωση ενός Εθνικού Πλαισίου Προσόντων και του αντίστοιχου συστήματος μεταφοράς πιστωτικών μονάδων είναι μονόδρομος. Η ΓΓΕΕ, το ΙΔΕΚΕ και τα ΚΕΕ ως νευραλγικοί φορείς εκπαίδευσης, μπορούν να συνεισφέρουν σε ένα δημόσιο διάλογο για την κατάρτιση ενός τέτοιου πλαισίου που θα συνάδει και με το στρατηγικό σχεδιασμό της ΕΕ για τη Δια Βίου Εκπαίδευση.

5. Τα ΚΕΕ παράλληλα με την αριθμητική τους εξάπλωση θα πρέπει να προχωρήσουν και σε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σχεδιασμό που θα στηρίζεται σε μια παιδαγωγική φιλοσοφία, η οποία αξιοποιεί και αναγνωρίζει μια ποικιλία ενεργών τρόπων απόκτησης της μάθησης. Η διδασκαλία, η οποία αξιοποιεί την πολυμορφία και την ετερότητα, οδηγεί τον εκπαιδευόμενο σε μια μετάβαση/μεταμόρφωση και συμπεριλαμβάνει μια σειρά από διαδικασίες γνώσης, οι οποίες θα πρέπει να γίνουν απολύτως κατανοητές και να είναι μέρος του παιδαγωγικού ρεπερτορίου του εκπαιδευτή των ΚΕΕ (Kalantzis & Cope, 2005). Γίνεται κατανοητό ότι η διευρυμένη και συνεχώς ανανεούμενη εμπειρία και γνώση των ενηλίκων σε διαφορετικά επαγγελματικά και κοινωνικά πλαίσια παραπέμπει σε διαφορετικές μαθησιακές κοινότητες (communities of practice) που ανταποκρίνονται στις ανάγκες διαφορετικών μαθησιακών οργανισμών (learning institutions), γι’αυτό προϋποθέτει ανοιχτά και ευέλικτα ΑΠ και μεθόδους, καθώς και συνεχιζόμενη κατάρτιση των εκπαιδευτών.

Οι εκπαιδευτές και οι εκπαιδευόμενοι έρχονται πια σε επαφή και ενσωματώνουν πολλαπλές μαθησιακές πηγές πληροφόρησης αποτελώντας ταυτόχρονα Ομάδες Παραγωγής Γνώσης (Kalantzis & Cope, 2005). Οι εκπαιδευτές χρειάζεται να βρουν νέους τρόπους αξιολόγησης των διδακτικών επιλογών τους, καταγραφής των μαθησιακών υλικών και των Αναλυτικών Προγραμμάτων τους, ανταλλαγής αποτελεσματικών πρακτικών, αλλά και καταγραφής/συγγραφής των μαθησιακών στόχων που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας. Η αξιολόγηση είναι μια προσπάθεια καταγραφής της γνώσης, των στάσεων αλλά και των ικανοτήτων που έχουν αποκτήσει οι εκπαιδευόμενοι, ενώ οι ρόλοι των εκπαιδευτών και των εκπαιδευομένων δεν είναι ιεραρχικοί, αλλά υπόκεινται σε μια αμφίδρομη επικοινωνία και ανταλλαγή (reflective practice).

Σε αυτό το πλαίσιο, οι εκπαιδευτές θα πρέπει να καταρτίζονται για να αναγνωρίζουν και να αξιολογούν την προηγούμενη γνώση (επίσημη, ανεπίσημη και ημι-επίσημη) με βάση τη συγκεκριμενοποίηση των μαθησιακών/ακαδημαϊκων επιλογών που είναι διαθέσιμες στον μελλοντικό εκπαιδευόμενο. Η επιλογή έμπειρων και κατάλληλα καταρτισμένων εκπαιδευτών που θα επαρκούν για τις ανάγκες της Δια Βίου Εκπαίδευσης θα εγγυηθεί τη βιωσιμότητα και αποτελεσματικότητα των ΚΕΕ. Από τα μέχρι τώρα ανεπίσημα στοιχεία καταδεικνύεται ότι η πλειοψηφία των εκπαιδευτών στα ΚΕΕ δεν έχει μεγάλη εμπειρία στην εκπαίδευση ενηλίκων και στην παιδαγωγική φιλοσοφία που τη διέπει, αλλά ούτε και επαρκούν για να στηρίξουν τα προγράμματα εκπαίδευσης ενηλίκων. Το γεγονός αυτό παραπέμπει στη συστηματικότερη επιμόρφωση των εκπαιδευτών αλλά και των στελεχών των ΚΕΕ, κάτι που απαιτεί τη διάθεση σημαντικών οικονομικών πόρων. Η δημιουργία ενός μητρώου εκπαιδευτών και η λειτουργία ενός κέντρου επιμόρφωσης εκπαιδευτών που ήδη δρομολογούνται από την ΓΓΕΕ, θα συμβάλλει προς αυτή την κατεύθυνση.