Ανεργία και απασχόληση - η περίπτωση της Ελλάδας

Από Βικιβιβλία
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Επιστροφή στην Κεντρική Σελίδα του Βιβλίου

Εισαγωγή[επεξεργασία]

Ως ανεργία ορίζεται η κατάσταση ενός ατόμου, που ενώ είναι ικανό, πρόθυμο και διαθέσιμο να απασχοληθεί, δεν δύναται να βρει εργασία. Το συγκεκριμένο φαινόμενο και η έντασή του αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους δείκτες ισορροπίας και ευημερίας μιας κοινωνίας αλλά και ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα για τις κυβερνήσεις.

Υπάρχουν τέσσερα είδη ή κατηγορίες ανεργίας:η εποχιακή ανεργία,η ανεργία τριβής,η διαρθρωτική ανεργία και η ανεργία λόγω  ανεπαρκούς ζήτησης (ή κεϋνσιανή ανεργία).

1. Εποχιακή ανεργία[επεξεργασία]

Πολλές επιχειρήσεις, π.χ. οι αγροτικές και οι τουριστικές, παρουσιάζουν συστηματικές μεταβολές στην παραγωγική τους δραστηριότητα κατά τη διάρκεια του έτους. Οι μεταβολές της παραγωγής συνοδεύονται από αντίστοιχες μεταβολές της απασχόλησης εργατικού δυναμικού και, συνεπώς, από μεταβολές της ανεργίας τo 2012 Αυτή η ανεργία ονομάζεται εποχιακή. Χαρακτηριστικά της εποχιακής ανεργίας είναι ότι επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο και είναι προσωρινή και μικρής σχετικά διάρκειας.

2. Ανεργία τριβής[επεξεργασία]

Ανεργία τριβής είναι εκείνη η οποία οφείλεται στην αδυναμία της αγοράς να απορροφήσει άμεσα ανέργους, παρότι υπάρχουν κενές θέσεις εργασίας, για τις οποίες οι άνεργοι έχουν τα απαραίτητα προσόντα και επαγγελματική εξειδίκευση (12). Η ανεργία τριβής οφείλεται στην αδυναμία των εργατών να εντοπίσουν αμέσως τις επιχειρήσεις με τις κενές θέσεις και στην αδυναμία των επιχειρήσεων να εντοπίσουν τους άνεργους εργάτες. Επίσης, μπορεί να οφείλεται στη γεωγραφική απόσταση μεταξύ της περιοχής όπου υπάρχει ανεργία και αυτής όπου υπάρχουν κενές θέσεις ανεργίας. Γενικότερα οφείλεται στην έλλειψη ενός επαγγελματικού συστήματος πληροφοριών για ύπαρξη ανέργων και επιχειρήσεων με κενές θέσεις εργασίας. ===3. Διαρθρωτική ανεργία===Α Όταν σε μια οικονομία υπάρχουν άνεργοι και κενές θέσεις εργασίας, αλλά οι άνεργοι δεν μπορούν να απασχοληθούν στις υπάρχουσες κενές θέσεις, επειδή υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα στα προσόντα και την εξειδίκευση των ανέργων και σε αυτά που απαιτούνται για την κάλυψη των κενών θέσεων, η ανεργία αυτή ονομάζεται διαρθρωτική. Οφείλεται σε τεχνολογικές μεταβολές, οποίες δημιουργούν νέα επαγγέλματα και αχρηστεύουν άλλα, και σε αλλαγές στη διάρθρωση της ζήτησης, οι οποίες αυξάνουν τη ζήτηση ορισμένων προϊόντων και ταυτόχρονα μειώνουν τη ζήτηση άλλων, σύμφωνα με τον Koning (1995) . Όπως είναι φανερό, η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από την δυσαναλογία που υπάρχει προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωση της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη, Kluve & Schmidt (1999). Διαφορετικά, η διαρθρωτική ανεργία μπορεί να είναι μεγάλης διάρκειας.

3. Κεϋνσιανή ανεργία[επεξεργασία]

Η ανεργία λόγω ανεπαρκούς ζήτησης ονομαζόμενη και κεϋνσιανή ανεργία, είναι εκείνη που προέρχεται από την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας στις φάσεις της καθόδου και της ύφεσης του οικονομικού κύκλου. Πρόκειται, δηλαδή, για αδυναμία της συνολικής ζήτησης της οικονομίας να απορροφήσει τη συνολική προσφορά του εργατικού δυναμικού. Η ανεργία αυτή έχει κυκλικό χαρακτήρα, δηλαδή επαναλαμβάνεται, και η διάρκεια της εξαρτάται από τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου. Επίσης, η ανεργία μπορεί να κατηγοριοποιηθεί, ως προς την χρονική διάρκεια που το άτομο παραμένει εκτός απασχόλησης, σε μακροχρόνια ανεργία, σε βραχυχρόνια ανεργία και σε εποχιακή ανεργία. Περαιτέρω κατηγοριοποιήσεις της ανεργίας γίνονται ανάλογα με τα κοινωνικά, δημογραφικά, εκπαιδευτικά, ηλικιακά ή άλλα χαρακτηριστικά (π.χ., γυναικεία ανεργία, ανεργία αποφοίτων Α.Ε.Ι., νεανική ανεργία, κ.ο.κ.). Τα στοιχεία για την ανεργία στηρίζονται συνήθως στις ίδιες τις δηλώσεις των ανέργων στα ταμεία ανεργίας. Έτσι μια χώρα με πολύ υψηλότερα επιδόματα ανεργίας από μια άλλη, είναι δυνατόν να παρουσιάζει περισσότερη ανεργία επειδή περισσότεροι άνεργοι δηλώνουν επίσημα την κατάσταση τους για να λάβουν το επίδομα. Σύμφωνα με το νεοκλασικό μοντέλο, και σε θεωρητικό πάντα επίπεδο, σε μια πλήρως ελεύθερη αγορά δεν θα πρέπει να υπάρχει καθόλου μη-εθελοντική ανεργία, εκτός από την λεγόμενη ανεργία τριβής, Holmes, (1982). Αυτό φυσικά δεν επαληθεύεται στην πράξη.

2. Το πρόβλημα και η Διαδρομή του[επεξεργασία]

Η χειρότερη ύφεση μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει ήδη καταργήσει πάνω από 4 εκατομμύρια θέσεις εργασίας που είχαν δημιουργηθεί στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία, Nickell (2005). Καθώς η ανεργία εξακολουθεί να αυξάνεται, αν και με βραδύτερο ρυθμό, ο αριθμός αυτός αυξήθηκε στα 7,5 εκατομμύρια το 2010 (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2009), και ενδέχεται να φτάσει τα 10 εκατομμύρια μέχρι το 2020. Σε σχετικό άρθρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2009), αναφέρεται ότι η αύξηση της ανεργίας δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο θα περίμενε κανείς με δεδομένη τη μείωση της παραγωγής. Σύμφωνα με την έκθεση, αυτό οφείλεται τόσο στα μέτρα κατά της κρίσης και τη χρηματοδοτική στήριξη της ΕΕ όσο και στην άμβλυνση του αντίκτυπου της κρίσης στις αγορές εργασίας. Η διεθνής οικονομική κρίση έρχεται στη χειρότερη δυνατή συγκυρία για τη χώρα μας, καθώς συμπίπτει τόσο με την εξάντληση της δυναμικής του μοντέλου ανάπτυξης που εφαρμόστηκε τις τελευταίες δεκαετίες όσο και με τον υψηλό βαθμό δανεισμού νοικοκυριών, επιχειρήσεων αλλά και του ίδιου του κράτους. Αυτός ο «εκρηκτικός» συνδυασμός κάνει πολύ πιθανό το ενδεχόμενο η κρίση στην ελληνική οικονομία να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος και, κυρίως, μεγαλύτερη διάρκεια σε σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωζώνης, κάτι που επηρεάζει έντονα το φαινόμενο της ανεργίας, (Livanos, 2010). Ο υπερδανεισμός, η εισροή κερδοσκοπικών κεφαλαίων, η επιβάρυνση του περιβάλλοντος, η εκτεταμένη φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή και η χαμηλή συνεισφορά σε δημόσια έσοδα, ό,τι δηλαδή αρχικά λειτούργησε ως προωθητικός παράγοντας του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης, μετεξελίσσεται στη συνέχεια στο αντίθετό του, δηλαδή σε παράγοντα κρίσης, γεγονός που δείχνει τη βαθύτατη χρεοκοπία της συγκεκριμένης πολιτικής ανάπτυξης τόσο στο πεδίο της κοινωνικής δικαιοσύνης, όσο και σε εκείνο της οικονομικής αποτελεσματικότητας από τη σκοπιά του γενικότερου δημόσιου και κοινωνικού συμφέροντος (McLaren, 2002). Με τις ιδιωτικοποιήσεις και εκποιήσεις τις δημόσιας περιουσίας (Εργοστάσιο Ζαχάρεως) και την υποβάθμιση/κατασπατάληση βασικών κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών και την στήριξη της ανάπτυξης σε κλάδους εκτεθειμένους στις δυσμενείς μεταβολές του οικονομικού κλίματος, όπως είναι ο τουρισμός, η ναυτιλία και η οικοδομή, η παραγωγική δυνατότητα της χώρας μειώθηκε σημαντικά. Τέλος, η χρήση των κοινοτικών πόρων έγινε περισσότερο ως επιδοματικό μέσο για την αύξηση της εσωτερικής ζήτησης παρά ως μέσο και διαδικασία για την ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του φαινομένου αυτού αποτελεί η συνεχής επιδότηση της βαμβακοκαλλιέργειας και τις γνωστές σε όλους μας παρατυπίες. Παράλληλα σπαταλήθηκαν τεράστια ποσά σε εξοπλιστικά προγράμματα και Ολυμπιακά έργα πολλές φορές με αδιαφανή τρόπο. Και όλα αυτά στηρίχθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, στον υπερδανεισμό δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Οι συνέπειες αυτού του μοντέλου ανάπτυξης στην κοινωνική και οικονομική δομή αλλά και στο περιβάλλον ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, όπως αναφέρεται στο άρθρο των Mosher & Trubek, (2003). Διευρύνθηκαν οι κοινωνικές ανισότητες και η φτώχεια, καθώς αποδείχτηκε πως το μεγάλωμα της «πίτας» δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε δικαιότερη διανομή του παραγόμενου πλούτου. Το μοντέλο που εφαρμόζεται δεν δημιουργεί αξιοπρεπή εισοδήματα, συνεπώς οδηγεί τα νοικοκυριά στο δανεισμό, άρα στην υποθήκευση του μελλοντικού τους εισοδήματος και στην περαιτέρω εξάρτηση από τις τράπεζες Neven, 1995). Όταν η οικονομική κρίση έπληξε την Ευρώπη, οι περισσότερες χώρες έλαβαν μέτρα για να προλάβουν τις μαζικές απολύσεις. Ορισμένες επέκτειναν τα συστήματα κοινωνικής προστασίας σε περισσότερα άτομα χωρίς εργασία και έλαβαν μέτρα για τη μείωση των μισθών, ιδιαίτερα των δημοσίων υπαλλήλων. Άλλες τέλος αύξησαν τη χρηματοδότηση συστημάτων που ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να απασχολούν τους εργαζομένους λιγότερες ώρες αντί να τους απολύουν (Blanchard, 2006). Χάρη σε αυτά τα μέτρα "σώθηκαν" δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας αλλά έπρεπε όμως να έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Σε περίπτωση που ανακάμπτει η οικονομία, τέτοιου είδους μέτρα ωστόσο μπορεί να υπονομεύσουν την οικονομική ανάπτυξη και να παρατείνουν την ανεργία. Είναι επίσης γεγονός ότι οι χώρες με τις ισχυρότερες οικονομίες θα πρέπει να αρχίσουν σταδιακά να καταργούν τις επιχορηγήσεις θέσεων εργασίας και άλλα μέτρα προστασίας των εργαζομένων και να προχωρήσουν σε μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις ώστε οι αγορές εργασίας να γίνουν περισσότερο ευέλικτες και ασφαλείς (Blanchard, 2006). Οι χώρες όμως με λιγότερο ευοίωνες προοπτικές, ιδιαίτερα εκείνες που αντιμετωπίζουν υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα οφείλουν να επικεντρώσουν την προσοχή τους όχι πλέον στην προστασία αλλά στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι άνεργοι να μην μένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς εργασία. Μόνο οι χώρες που κινδυνεύουν από τις μεγαλύτερες απώλειες θέσεων εργασίας δικαιολογούνται να διατηρήσουν προς το παρόν τα υφιστάμενα μέτρα (Blanchard, 2006).

3. Η Παρούσα Κατάσταση και οι Τάσεις[επεξεργασία]

Σήμερα, παρά τη σημαντική οικονομική μεγέθυνση των τελευταίων ετών, το ελληνικό μοντέλο απασχόλησης χαρακτηρίζεται από υψηλά ποσοστά ανεργίας, χαμηλό ποσοστό συμμετοχής του οικονομικά ενεργού πληθυσμού στην αγορά εργασίας και δημιουργία χαμηλής ποιότητας θέσεων εργασίας. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι την περίοδο 2000-2006 πάνω από τις μισές νέες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν σε τέσσερις μόλις κλάδους παραγωγής: στις κατασκευές, στο εμπόριο, στις υπηρεσίες εστίασης και ξενοδοχείων και στα ιδιωτικά νοικοκυριά που απασχολούν οικιακό προσωπικό, Κέντρο Πληροφόρησης Εργαζομένων & Ανέργων (2012) . Το γεγονός ότι η πλειονότητα των νέων θέσεων εργασίας αφορούν εργασίες χαμηλής ειδίκευσης συνεπάγεται την αδυναμία αξιοποίησης των δυνατοτήτων των εργαζομένων με αρνητικές συνέπειες τόσο στην παραγωγικότητα της εργασίας όσο και στο αίσθημα ικανοποίησής τους από την εργασία τους. Ειδικά στους νέους η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη, δεδομένου ότι περίπου ένας στους τέσσερις δηλώνει ότι η εργασία που κάνει δεν ανταποκρίνεται στα προσόντα του. «Παράπλευρη απώλεια» της έλλειψης θέσεων υψηλής ειδίκευσης σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο είναι και η ένταση του αποκλεισμού από την αγορά εργασίας και των εργαζομένων με χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης, (Gedes, 2000), δεδομένου ότι ακόμα και για θέσεις ανειδίκευτης εργασίας «ανταγωνίζονται» μέχρι και πτυχιούχοι πανεπιστημίου. Χαρακτηριστικότερο είναι ίσως το παράδειγμα των πτυχιούχων πανεπιστημίου που επιλέγουν να δώσουν ΑΣΕΠ διεκδικώντας θέσεις Υποχρεωτικής ή Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

  • Το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα το 2008 διαμορφώθηκε στο 7,2% του εργατικού δυναμικού, ακολουθώντας πτωτική πορεία από το 2004. Όσον αφορά τους ανέργους, με βάση τα στοιχεία του 2006:
  • Το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων είναι εξαιρετικά υψηλό (57,5% του συνόλου των ανέργων), χωρίς να παρουσιάζει διαχρονικά τάσεις μείωσης.

60,1% των ανέργων είναι νέοι έως 34 ετών.

  • Για το 77,1% των ανέργων η κύρια πηγή συντήρησης είναι τα άλλα άτομα του νοικοκυριού. Μόλις 8,9% των ανέργων δηλώνει ως κύρια πηγή συντήρησης τα πάσης φύσης επιδόματα και βοηθήματα.
  • Η συντριπτική πλειονότητα των ανέργων αναζητεί εργασία μέσω «άτυπων» διαδικασιών. (90,2% απευθύνθηκε σε συγγενείς και φίλους, 88,3% σε εργοδότες, 63,8% ήρθε σε επαφή με δημόσιο γραφείο εύρεσης εργασίας και 9% απευθύνθηκε σε ιδιωτικό γραφείο εύρεσης εργασίας
  • Μόλις 14,8% των ανέργων παίρνουν επίδομα ανεργίας
  • 33,1% των ανέργων είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης

Σύμφωνα με στοιχεία της Γ.Σ.Ε.Ε., (Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος, 2011), οι γυναίκες εμφανίζονται σε δυσμενέστερη θέση σε όλες τις κατηγορίες. Σήμερα, υπάρχουν πάνω από 65.000 ηλικιωμένοι (άνδρες άνω των 60 ετών και γυναίκες άνω των 55 ετών) άνεργοι μακράς διάρκειας που δεν έχουν τη δυνατότητα να ξαναβρούν εργασία και επομένως δεν μπορούν να συμπληρώσουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης. Υπάρχουν επίσης, οι 250.000 μακροχρόνια άνεργοι, που η επιδότησή τους, για όσους τη δικαιούνται, σταματά στους 12 μήνες και οι οποίοι μετά δεν έχουν καν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος, 2011). Αντίστοιχα, το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας εντείνει την εξάρτηση των νέων και των γυναικών από το οικογενειακό εισόδημα ασκώντας πίεση και στον προϋπολογισμό του νοικοκυριού, αλλά κυρίως δυσκολεύοντας τη χειραφέτηση των εξαρτώμενων μελών του. Σήμερα δεν είναι λίγοι οι νέοι και οι νέες που στα τριάντα τους χρόνια μένουν ακόμα στην οικογενειακή εστία ή δεν διαθέτουν ένα αυτόνομο δικό τους εισόδημα. Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί μια αγορά εργασίας με έντονες τάσεις συμπίεσης των μισθών και των δικαιωμάτων των εργαζομένων, δημιουργεί μια αγορά εργασίας που συστηματικά αποκλείει κατά κύριο λόγο αυτούς και αυτές που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη για εργασία. Σύμφωνα με τους (Meulders et al.,1995), δίπλα στους νέους και στις γυναίκες, βρίσκονται τα άτομα με αναπηρία, πρόσφατα αποφυλακισμένοι που προσπαθούν να επανενταχθούν, πρώην χρήστες ναρκωτικών που παρά το γεγονός ότι αποτοξινώθηκαν δεν μπορούν να βρουν εργασία εξαιτίας του κοινωνικού στίγματος. Αυτή η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από επίμονα υψηλά ποσοστά ανεργίας και υποαπασχόλησης. Ο 21ος αιώνας μπήκε με μαζική ανεργία και υποαπασχόληση - ημιαπασχόληση του εργατικού δυναμικού στον πλανήτη, στην Ευρώπη και στη χώρα μας. Στις συνθήκες της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και της μεγάλης αύξησης της παραγωγικότητας οι διαδικασίες συσσώρευσης του κεφαλαίου δημιουργούν και αυξάνουν τον λεγόμενο «εφεδρικό στρατό» των ανέργων, δηλαδή ένα σημαντικό «πλεόνασμα» εργαζομένων. Αυτό το «πλεόνασμα» εργαζομένων δημιουργείται όχι σε σχέση με τις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά μόνο σε σχέση με τις ανάγκες των δυνάμεων του κεφαλαίου να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερη υπεραξία. Η μαζική ανεργία και υποαπασχόληση στην εποχή μας αποδεικνύουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η πλήρη απασχόληση για όλους τους εργαζόμενους και να εξαλειφθεί η ανεργία. Η ανεργία είναι ένα φαινόμενο με οικονομικό, κοινωνικό και ηθικό περιεχόμενο. Η ύπαρξή της υποδηλώνει την απαξίωση ανθρώπινου δυναμικού, υποσκάπτει τη συνοχή της κοινωνίας και προκαλεί σοβαρά προβλήματα σε προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο καθώς και στη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, που στερείται πολύτιμους πόρους, (McLaren, 2002). Ειδικότερα στη χώρα μας, από το 1983 και μετά, η ανεργία βρίσκεται μόνιμα σε υψηλά επίπεδα άνω του 7%, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο (Livanos, 2010). Μάλιστα τη δεκαετία 1996-2005, που χαρακτηρίστηκε από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, η ανεργία κινήθηκε στα υψηλότερα επίπεδα της μεταπολιτευτικής περιόδου, γύρω στο 10-12% του εργατικού δυναμικού. Η διατήρηση των υψηλών ποσοστών ανεργίας οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι οι σημαντικές αυξήσεις στην παραγωγικότητα της εργασίας που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των ετών οικειοποιήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά από το κεφάλαιο. Το γεγονός ότι μεγαλύτερος πλούτος παραγόταν με λιγότερη εργασία δεν οδήγησε ούτε σε αύξηση των μισθών, αφού οι ετήσιες πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς υπολείπονταν κατά κανόνα της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, αλλά ούτε με μείωση των ωρών εργασίας. Με άλλα λόγια, η ένταση του ρυθμού ιδιοποίησης από το κεφάλαιο του επιπλέον πλούτου δεν επέτρεψε τη μείωση της ανεργίας. Ταυτόχρονα η απουσία μιας συνεκτικής βιομηχανικής πολιτικής επέτεινε την τάση αποβιομηχάνισης προσθέτοντας χιλιάδες στις λίστες των ανέργων και περιορίζοντας σημαντικά τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας (Voulgaris et al., 2000). Τα πραγματικά ποσοστά της όμως είναι πολύ μεγαλύτερα. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί η ΕΣΥΕ δεν καταμετρά όσους έχουν εργαστεί έστω και μία ώρα την εβδομάδα που προηγείται της έρευνας εργατικού δυναμικού. Ακόμη περισσότερο, στους ανέργους δεν καταγράφονται όσοι παρακολουθούν προγράμματα κατάρτισης. Από την άλλη, η πολιτική απασχόλησης που ακολουθήθηκε απέτυχε παταγωδώς να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Το αντίθετο, το σύνολο των οικονομικών πολιτικών που ακολουθήθηκαν τα τελευταία χρόνια οδήγησαν στην επιδείνωση των προβλημάτων, αφού στο επίκεντρό τους δεν είχαν την επίτευξη της πλήρους και ποιοτικής απασχόλησης αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, τη διαχείριση των αρνητικών συνεπειών της. Η ενίσχυση της απασχόλησης ποτέ δεν αποτέλεσε κεντρικό στόχο της οικονομικής πολιτικής, αλλά θεωρήθηκε «δευτερεύον μέγεθος», η ανεργία θεωρήθηκε ότι θα έπεφτε αυτόματα μέσω της επίτευξης υψηλών ρυθμών ανάπτυξης (Livanos, Ι. 2010). Αυτό που συνιστά το πλαίσιο της πολιτικής απασχόλησης στην Ελλάδα τα τελευταία 20 τουλάχιστον χρόνια είναι ο δημιουργικός συνδυασμός των νεοφιλελεύθερων συνταγών για την αγορά εργασίας με όλο και μεγαλύτερη ευελιξία και με έναν άκρως πελατειακό μηχανισμό ικανοποίησης αιτημάτων. Έτσι στα Εθνικά Σχέδια Δράσης για την Απασχόληση (ΕΣΔΑ), που εφαρμόζονται στη χώρα μας από το 1998, κεντρική θέση καταλαμβάνει η ευελιξία της αγοράς εργασίας που επιδιώκεται μέσα από την επέκταση της μερικής και της προσωρινής απασχόλησης, τον περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων, την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας μέσω και θεσμικών αλλαγών αλλά και της ανοχής στην επέκταση των παράνομων εργοδοτικών πρακτικών. Ταυτόχρονα έχει καταντήσει παροιμιώδης η παντελής απουσία αξιολόγησης της όποιας πολιτικής απασχόλησης. Οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης διαφημίστηκαν ευρέως, αλλά ποτέ δεν συνοδεύτηκαν από εκθέσεις αξιολόγησης όπως π.χ. πόσοι άνεργοι βρήκαν δουλειά, πόσοι εργαζόμενοι διατήρησαν την εργασία τους και μετά το πέρας της επιδότηση, πόσοι βρήκαν εργασία μετά το πέρας των σεμιναρίων κατάρτισης κλπ. Με αυτόν τον τρόπο οι ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης μετατράπηκαν συχνά σε μηχανισμούς απευθείας κάλυψης τμήματος του κόστους εργασίας για τις επιχειρήσεις. Δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε καθημερινά ότι οι κυβερνήσεις στη χώρα μας δεν προωθούν πολιτικές αντιμετώπισης αλλά διαχείρισης της ανεργίας. Αντίθετα, Είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα μας εξακολουθεί να παρουσιάζει έναν από τους μεγαλύτερους δείκτες ανισότητας στην κατανομή του εισοδήματος, μεταξύ των χωρών της ΕΕ, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2007 το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού είχε εισοδήματα 6 φορές υψηλότερα σε σύγκριση με το φτωχότερο 20%, Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, (Eurostat, 2012). Επίσης το ποσοστό φτώχειας, μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, παρέμεινε σταθερό στα επίπεδα του 20-21% του συνολικού πληθυσμού από το 1996 έως το 2007, την περίοδο δηλαδή που οι ρυθμοί ανάπτυξης κινούνταν σε υψηλά επίπεδα, περί το 4% ετησίως. Η ανεργία παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, στο 8,3% το 2007 σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, παρά την ισχυρή οικονομική μεγέθυνση. Παράλληλα ενισχύθηκε η ανασφάλεια των εργαζομένων με την προώθηση της ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων, τη συνεχή καταπάτηση της εργατικής νομοθεσίας, την αναπαραγωγή και διαιώνιση ενός οικονομικού συστήματος το οποίο στηρίζεται στις χαμηλές αμοιβές και την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Επίσης ευνοήθηκε η δημιουργία θέσεων εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, με αποτέλεσμα να έχει αυξηθεί σημαντικά η ανεργία των νέων επιστημόνων, οι οποίοι διαθέτουν γνώσεις και δεξιότητες τις οποίες η παραγωγική δομή δεν μπορεί να αξιοποιήσει (Eurostat, 2012). Σημειώθηκε παραγωγική υποβάθμιση σε τομείς όπως η βιομηχανία και η γεωργία και η ελληνική οικονομία εξακολούθησε να στηρίζεται σε κλάδους που είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι στις διεθνείς οικονομικές διακυμάνσεις. Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται δυσανάλογα κάποιοι κλάδοι σε βάρος άλλων, δημιουργούνται μονοπωλιακές καταστάσεις στην παραγωγή και διακίνηση των προϊόντων, ενώ επίσης ευνοείται η διαπλοκή, τα σκάνδαλα και η κατασπατάληση των δημόσιων πόρων. Δεν είναι τυχαίο ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σημείωσε ραγδαία άνοδο τα τελευταία χρόνια και από 0,1% το 1994 ξεπέρασε το 14% του ΑΕΠ το 2008, Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, (Eurostat, 2012). Τέλος, αυξήθηκαν σημαντικά οι ενεργειακές απαιτήσεις της οικονομίας, με αποτέλεσμα να προκαλούνται ποικίλα προβλήματα τόσο από τη διογκούμενη ενεργειακή εξάρτηση της χώρας όσο και στο ίδιο το περιβάλλον, αλλά και στην ποιότητα ζωής των πολιτών. Η «ανάπτυξη» πέρασε μέσα από την καταστροφή του περιβάλλοντος και την κατασπατάληση των φυσικών πόρων (Hondroyiannis et al. 2002). Επομένως, το μοντέλο ανάπτυξης που ακολούθησε η χώρα μας όλα τα προηγούμενα χρόνια βρίσκεται αντιμέτωπο με μια διπλή κρίση: από τη μία δεν μπορεί να σταθεί σε διεθνές επίπεδο και από την άλλη καθίσταται μη βιώσιμο οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά. Για να αλλάξει αυτή η κατάσταση χρειάζονται βαθιές αλλαγές στην οικονομία, στον τρόπο που αναπτυσσόμαστε, δηλαδή χρειαζόμαστε ένα νέο μοντέλο παραγωγής, κατανάλωσης, διανομής και ανάπτυξης (Hondroyiannis et al. 2002).

Η Ελλάδα παρουσίασε την τελευταία δεκαετία εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης χωρίς να βελτιωθεί ουσιαστικά η κατάσταση της απασχόλησης, χωρίς να μειωθεί η ανεργία, χωρίς να βελτιωθεί η ποιότητα της εργασίας. Η οικονομική ανάπτυξη και μεγέθυνση δεν είναι αταξική, δεν παράγει αυτόματα θετικά αποτελέσματα για τον κόσμο της εργασίας. Σημασία επομένως δεν έχει μόνο ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ, σημασία έχει και το πώς επιτυγχάνεται αυτή η αύξηση της παραγωγής και το πώς τα κέρδη, ο επιπλέον πλούτος, που είναι πλούτος πρωτίστως κοινωνικός, μοιράζεται στους παραγωγούς του. Αποδείχτηκε ότι η πλήρης και ποιοτική απασχόληση, ότι η καταπολέμηση της ανεργίας, δεν πρόκειται να επιτευχθούν αυτόματα. Από την μέχρι τώρα έρευνα, πιστεύω ότι η επίτευξή τους προϋποθέτει κοινωνικές αλλαγές, κοινωνικούς συσχετισμούς τέτοιους που θα μετατρέψουν τις σχέσεις παραγωγής και διανομής εις όφελος της εργασίας. Τέλος, παρά το μύθο ότι «οι Έλληνες εργάζονται λίγο», σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα παρουσιάζει τον υψηλότερο εργάσιμο χρόνο στην Ευρώπη με βάση το νόμιμο ετήσιο ωράριο εργασίας πλήρους απασχόλησης. Οι έλληνες εργάζονται κατά μέσο όρο1820 ώρες έναντι 1690 της ΕΕ των 15 και 1760 της ΕΕ των 27, συμπεριλαμβανομένων του συμβατικού χρόνου της εβδομαδιαίας εργασίας, των ετήσιων αδειών και των αργιών. Επιπλέον, η χώρα μας παρουσιάζει και από τα υψηλότερα μεγέθη πραγματικού χρόνου εργασίας στον οποίο συνυπολογίζεται η υπερωριακή απασχόληση καθώς είμαστε στη δεύτερη θέση με 42 ώρες την εβδομάδα μετά τη Βρετανία. Αν προσθέσει κανείς τις υπερβάσεις στο ωράριο, που συχνά δεν αμείβονται σύμφωνα με τα νόμιμα, το φαινόμενο αυτό παίρνει πολύ μεγάλες διαστάσεις (Eurostat, 2012). Ο υψηλός πραγματικός εργάσιμος χρόνος οφείλεται τόσο στην πολιτική πολλών επιχειρήσεων, που αξιοποιούν το θεσμό της υπερεργασίας - επιβάλλοντας ουσιαστικά υποχρεωτικό 9ωρο - και των υπερωριών όσο και στο γεγονός ότι μεγάλη κατηγορία των εργαζομένων αποδέχεται και επιδιώκει την υπερωριακή απασχόληση προκειμένου να ενισχύσει τα ήδη χαμηλά της εισοδήματα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το εκτεταμένο φαινόμενο της πολυαπασχόλησης, αφού σύμφωνα με έρευνες το 20% των εργαζομένων κάνει περισσότερες από μία δουλειές, για βιοποριστικούς λόγους (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012).

4. Η Ευρωπαϊκή Διάσταση[επεξεργασία]

Δεν είναι δυνατή η πλήρης και εις βάθος κατανόηση του προβλήματος χωρίς να εξετάσουμε την ευρωπαϊκή διάστασή του. Η δημιουργία θέσεων εργασίας είναι ένα από τα σοβαρότερα θέματα που απασχολούν την ΕΕ στην προσπάθειά της να βγει από την οικονομική κρίση. Η ανεργία έχει φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ – σχεδόν 24,5 εκατομμύρια άνθρωποι είναι άνεργοι, πάνω από το 10% του εργατικού δυναμικού, (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012). Για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, προτείνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μια σειρά από γενικά και ειδικά μέτρα για συγκεκριμένους τομείς σχετικά με το πώς μπορεί να αυξηθεί η ζήτηση εργαζομένων και να βοηθηθούν οι ενδιαφερόμενοι να βρουν δουλειά. Οι συστάσεις αυτές σκοπό έχουν να δώσουν στα άτομα που αναζητούν εργασία μεγαλύτερες δυνατότητες επαγγελματικής κατάρτισης και περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης. Όσοι απασχολούνται ήδη θα μπορούν να αποκτούν τις δεξιότητες που είναι απαραίτητες για τη συνεχή προσαρμογή στις νέες ανάγκες της εργασίας τους και οι εργοδότες που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας θα λαμβάνουν επίσης χρηματοδότηση (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012). 1. Η ενθάρρυνση της δημιουργίας θέσεων εργασίας μέσα από τη στήριξη των επιχειρήσεων, των επιχειρηματιών και των αυτοαπασχολούμενων, καθώς και η καθιέρωση αξιοπρεπών και βιώσιμων μισθών

2. Η έμφαση σε σημαντικούς κλάδους όπου έχουν αρχίσει να δημιουργούνται θέσεις εργασίας, όπως η "πράσινη" οικονομία, ο κλάδος της υγείας και της κοινωνικής μέριμνας, η ψηφιακή οικονομία κ.λπ.

3. Η χρησιμοποίηση των εν εξελίξει προγραμμάτων της ΕΕ για τη χρηματοδότηση της δημιουργίας θέσεων εργασίας

4. Η αναμόρφωση των αγορών εργασίας με γνώμονα τη μελλοντική ζήτηση

5. Η θέσπιση προγραμμάτων για να αναπτυχθεί η διά βίου μάθηση και να εφοδιαστούν οι νέοι με τις κατάλληλες δεξιότητες ώστε να μπορέσουν να εξελιχθούν στον τομέα τους

6. Η επένδυση στην επαγγελματική κατάρτιση, με γνώμονα τις μελλοντικές ανάγκες στον τομέα της απασχόλησης

7. Η άρση των εμποδίων για εύρεση απασχόλησης σε άλλη χώρα της ΕΕ

8. Η βελτίωση των συστημάτων – κυρίως της βάσης δεδομένων EURES για τις θέσεις εργασίας – που αντιπαραβάλλουν τους αναζητούντες εργασία με τις θέσεις εργασίας σε όλη την Ευρώπη

9. Ο καλύτερος συντονισμός όλων των ευρωπαϊκών πολιτικών για την απασχόληση

10. Η μεγαλύτερη συμμετοχή των ομάδων εργοδοτών και εργαζομένων στη διαμόρφωση της πολιτικής για την απασχόληση. Στόχος των προτάσεων αυτών, σύμφωνα με έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι να μπορέσει η ΕΕ να πετύχει έναν από τους βασικούς στόχους της αναπτυξιακής στρατηγικής "Ευρώπη 2020", δηλαδή να έχει απασχόληση το 75% των ατόμων ηλικίας 20-64 ετών μέχρι το 2020, (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2012.

5. Προτάσεις και Λύσεις - Ζητήματα Ευρωπαϊκής Πολιτικής[επεξεργασία]

Η επιδίωξη και επίτευξη του στόχου της πλήρους απασχόλησης, εκτός των εθνικών πολιτικών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με πολιτικές και λύσεις που πρέπει να αναπτυχθούν σε πανευρωπαϊκή κλίμακα με στόχο :

1. Την κατάργηση του Συμφώνου Σταθερότητας και την προώθηση μιας νέας Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για τη Βιώσιμη και Ισομερή Ανάπτυξη, την Κοινωνική Προστασία και την Απασχόληση. Η Γερμανία χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο πλαίσιο για την υποβάθμιση των περιφερικών οικονομιών τη στιγμή που η ίδια το παραβιάζει κρατώντας τους μισθούς σταθερούς για μια δεκαετία.

2. Τη σταδιακή αύξηση του Κοινοτικού Προϋπολογισμού στο 5% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) της ΕΕ, με κύριο στόχο τη χρηματοδότηση, με βάση και τις νέες ανάγκες της διεύρυνσης και σύγκλισης της ΕΕ, Neven, D. (1995), της οικονομικής και κοινωνικής σύγκλισης των χωρών μελών, τη συνολική ανάπτυξη και διεύρυνση της απασχόλησης στην ΕΕ, Hix (1999).

3. Την αποκατάσταση της ενότητας της νομισματικής με την δημοσιονομική πολιτική και την ανάδειξη του στόχου της πλήρους απασχόλησης σε έναν από τους βασικούς άξονες της οικονομικής πολιτικής.

4. Τη διαμόρφωση ενός Ευρωπαϊκού Προγράμματος Δημόσιων Επενδύσεων, που θα χρηματοδοτηθεί με ευνοϊκούς όρους από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ίσου προς το 1% του Κοινοτικού ΑΕΠ, με στόχο την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης στην ΕΕ.

5. Την έναρξη μιας διαδικασίας μετατροπής της οικονομίας των εξοπλισμών σε οικονομία της ειρήνης, δηλαδή τη σταδιακή μείωση των στρατιωτικών εξοπλισμών και τη διάθεση αυτών των πόρων υπέρ του κοινωνικού τομέα της οικονομίας.

6. Τη σταδιακή καθιέρωση -στην κατεύθυνση της προς τα πάνω σύγκλισης- ελάχιστων επιπέδων κοινωνικών παροχών, Overman & Puga, D. (2002), εργασιακών δικαιωμάτων και μισθολογικών απολαβών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προσαρμοσμένων στο επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κάθε κράτους-μέλους σε σχέση με το μέσο Κοινοτικό όρο. Η διατήρηση και ενίσχυση των σημερινών κοινωνικών, εργασιακών και μισθολογικών εγγυήσεων σε όσες χώρες έχουν πετύχει σ' αυτούς τους τομείς επίπεδα ανώτερα από τα ελάχιστα που θα καθιερωθούν. Στόχος της προσπάθειας είναι η αποτροπή του «κοινωνικού ντάμπιγκ», η καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, της ανεργίας και της φτώχειας.

8. Για τις επιχειρήσεις που μετεγκαθίστανται σε χώρες μικρότερου εργασιακού κόστους ή χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών να θεσπιστεί μια πανευρωπαϊκή-διεθνής φορολόγηση, οι πόροι της οποίας να χρησιμοποιηθούν για την άμβλυνση των αρνητικών οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών, Sοrensen, P. B. (1997).

9. Απόσυρση της ευρωπαϊκής οδηγίας για την απελευθέρωση των υπηρεσιών (Οδηγία Μπολκενστάιν) και της Οδηγίας για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας που προβλέπει αύξηση του ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας.

6. Βιβλιογραφία[επεξεργασία]

Διεθνή Περιοδικά με Κριτές (Peer Review Journals):

1. Blanchard, O. (2006), “European unemployment: the evolution of facts and ideas. Economic Policy”, NATIONAL BUREAU OF ECONOMIC RESEARCH, Vol. 21, pp. 5–59.

2. Gedes, M. (2000), “Tackling Social Exclusion in the European Union? The Limits to the New Orthodoxy of Local Partnership”, Urban and Regional Research, Vol. 24, Iss. 4, pp. 782-800.

3. Gordon, D. F. (1974), “A NEO-CLASSICAL THEORY OF KEYNESIAN UNEMPLOYMENT”, Economic Inquiry, 12: 431–459.

4. Hix, S. (1999), “Dimensions and alignments in european union politics: Cognitive constraints and partisan responses”, European Journal of Political Research, 35: 69–106.

5. Holmes, R. W. (1982), “The Cure for Unemployment”, Foundation for Economic Education”, Volume: 32, Issue: 7.

6. Hondroyiannis G., Lolosb, S. Papapetrou, E. (2002), “Energy consumption and economic growth: assessing the evidence from Greece”, Energy Economics, Vol. 24, pp. 319-336.

7. Koning, P. Ridder, G. Van Den Berg, G. (1995), “Structural and frictional unemployment in an equilibrium search model with heterogeneous agents”, Journal of Applied Econometrics, Volume 10, Issue 1, pages 133–151.

8 Kluve, J. and Schmidt, C. M. (2002), “Can training and employment subsidies combat European unemployment?”, Economic Policy, 17: 409–448.

9. Livanos, Ι. (2010), “The wage–local unemployment relationship in a highly regulated labour market: Greece”, Regional Studies, Volume 44, Issue 4, p. 389-400.

10. McLaren, L. M. (2002), “Public Support for the European Union: Cost/Benefit Analysis or Perceived Cultural Threat?”, Journal of Politics, 64: 551–566.

11. Meulders, D., Plasman, R. and Stright, V. V. (1993), “Position of Women on the Labour Market in the European Community”, LABOUR, 7: 48.

12. Mosher, J. S. and Trubek, D. M. (2003), “Alternative Approaches to Governance in the EU: EU Social Policy and the European Employment Strategy”. JCMS: Journal of Common Market Studies, 41: 63–88.

13. Neven, D. Gouymte, C. (1995), “Regional Convergence in the European Community. JCMS: Journal of Common Market Studies”, 33: 47–65.

14. Nickell, S., Nunziata, L. and Ochel, W. (2005), “Unemployment in the OECD Since the 1960s. What Do We Know?”. The Economic Journal, 115: 1–27.

15. Overman, H. G. and Puga, D. (2002), “Unemployment clusters across Europe's regions and countries”. Economic Policy, 17: 115–148

16. Sοrensen, P. B. (1997), “Public finance solutions to the European unemployment problem?”. Economic Policy, 12: 221–264.

17. Voulgaris, F. Doumpos, M. Zopounidis, C. (2000) “On the Evaluation of Greek Industrial SMEs’ Performance via Multicriteria Analysis of Financial Ratios”, Small Business Economics, Vol. 15:pp. 127–136.

Ηλεκτρονικές Πηγές – Διαδίκτυο:[επεξεργασία]

1. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, (15/12/2009) “Επιστροφή στην εργασία”,ec.europa.eu/news/employment/091215_el.htm [πρόσβαση 12/05/2012].

2. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, (15/12/2009) “Reviving crisis-hit labour markets”, http://ec.europa.eu/social/main.jsp?langId=el&catId=89&newsId=654&furtherNews=yes [πρόσβαση 12/05/2012].

3. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, (19/04/2012), “Για μια οικονομία με πολλές θέσεις απασχόλησης”, http://ec.europa.eu/news/employment/120419_el.htm [πρόσβαση 12/05/2012].

4. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, (2012), “Στόχοι της στρατηγικής "Ευρώπη 2020", http://ec.europa.eu/europe2020/index_el.htm [πρόσβαση 12/05/2012].

5. Κέντρο Πληροφόρησης Εργαζομένων & Ανέργων, (2012) http://www.kepea.gr/article.php?cat=6 [πρόσβαση 12/05/2012].

6. Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, Eurostat, (2012), “National accounts (including GDP)”, http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/national_accounts/introduction [πρόσβαση 15/05/2012].

7. Wikipedia, “Απασχοληση”, (2012), http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7 [πρόσβαση 15/05/2012].

8. Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, Eurostat, (2012), “Greek fiscal deficit at 10.5% in 2010” http://www.athensnews.gr/portal/11/40838 [πρόσβαση 15/05/2012].

9. Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος, (09/03/2011) http://www.gsee.gr/left_menu_files/left_m_p2.php?p_id=44&men_pos=2 [πρόσβαση 15/05/2012].


10. Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών - Η βιομηχανική πολιτική σε μια διευρυμένη Ευρώπη , (2002) http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:52002DC0714:EL:HTML [πρόσβαση 28/05/2012].