Η μετάβαση στο ευρώ και η επίδραση στην ελληνική οικονομία και κοινωνία

Από Βικιβιβλία
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Επιστροφή στην Κεντρική Σελίδα του Βιβλίου

Εισαγωγή[επεξεργασία]

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) είναι μια συμφωνία ανάμεσα στα συμμετέχοντα Ευρωπαϊκά έθνη να μοιράζονται ένα κοινό νόμισμα, το ευρώ, και μια κοινή οικονομική πολιτική με προκαθορισμένους όρους δημοσιονομικής ευθύνης. Δεκαοκτώ κράτη-μέλη έχουν υιοθετήσει το ευρώ: Αυστρία, Βέλγιο, Κύπρος, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Κάτω Χώρες, Σλοβακία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Σλοβενία και Ισπανία. Τρία άλλα κράτη-μέλη, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Δανία και η Σουηδία, δεν έχουν άμεσα σχέδια υιοθέτησης του ευρώ. Έξι άλλα κράτη-μέλη, Λιθουανία, Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία, Ρουμανία και Βουλγαρία βρίσκονται σε διάφορα στάδια υιοθέτησης του ευρώ. Αμέσως μετά από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο τα περισσότερα νομίσματα του βιομηχανοποιημένου κόσμου ήταν στενά συνδεδεμένα με το δολάριο με τον λεγόμενο «κανόνα του χρυσού» υπό το Σύστημα Bretton Woods. Η «de facto» υπεροχή του δολαρίου και οι αναγκαστικές υποτιμήσεις μερικών Ευρωπαϊκών νομισμάτων οδήγησαν τους Ευρωπαίους πολιτικούς να αποκαταστήσουν αυτήν την ανισορροπία μέσω μεγαλύτερης οικονομικής ενοποίησης μεταξύ των Ευρωπαϊκών εθνών. Τα σχέδια για ένα κοινό Ευρωπαϊκό νόμισμα ξεκίνησαν το 1969 με την Αναφορά Barre, την οποία εισηγήθηκε η εξαμελής τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Η διαδικασία καθυστέρησε λόγω της κατάρρευσης του Συστήματος Bretton Woods το 1971, μετά από τη μονομερή απόφαση του Προέδρου Nixon να καταστήσει το δολάριο αμετάτρεπτο σε χρυσό και την πετρελαϊκή κρίση του 1972. Στο μεταξύ η ΕΟΚ μεγάλωσε και συμπεριλάμβανε πλέον εννέα κράτη, πολλά από τα οποία δίσταζαν να εγκαταλείψουν το εθνικό τους νόμισμα. Σήμερα, οι συμμετέχουσες Ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να ενσωματωθούν σε τρία διαφορετικά οικονομικά στάδια, τα οποία αντιστοιχούν στα ιστορικά στάδια της εξέλιξης της ΕΟΚ. Την 31η Δεκεμβρίου 1998, καθορίστηκαν αμετάκλητα οι ισοτιμίες μεταξύ του ευρώ και των νομισμάτων των συμμετεχόντων κρατών μελών. Την 1η Ιανουαρίου 1999 έγινε η εισαγωγή του ευρώ, και το ευρωσύστημα, αποτελούμενο από την ΕΚΤ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών της ευρωζώνης, ανέλαβε την ευθύνη για τη νομισματική πολιτική στη νέα ευρωζώνη. Αυτή ήταν και η αρχή μιας μεταβατικής περιόδου που θα διαρκούσε τρία χρόνια και θα τελείωνε με την εισαγωγή χαρτονομισμάτων και κερμάτων ευρώ και την απόσυρση των εθνικών χαρτονομισμάτων και κερμάτων. Το 2000, το Συμβούλιο απεφάνθη ότι η Ελλάδα πληρούσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος και η χώρα εισήλθε στη ζώνη του ευρώ την 1η Ιανουαρίου του 2001 (http://www.bankofgreece.gr).

Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Santa Maria da Feira στις 19 Ιουνίου για την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ την 01/01/2001 αποτελεί αναμφίβολα ένα σημαντικό σταθμό στην ιστορία της χώρας. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της μακρόχρονης πορείας ονομαστικής σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επίτευξη της πραγματικής σύγκλισης με την επιτάχυνση των ρυθμών ανάπτυξης και την προώθηση της κοινωνικής συνοχής.

Με τη συμμετοχή της Ελλάδας στον ισχυρό πυρήνα των κρατών της ευρωζώνης διαμορφώνονται νέες συνθήκες για την ελληνική οικονομία και ισχυροποιείται η θέση της χώρας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από την ένταξή μας στην ζώνη του ευρώ είναι σημαντικά τόσο για τις επιχειρήσεις, όσο και για τους καταναλωτές (Τσουλφίδης, 2010).

Η καθιέρωση του ενιαίου νομίσματος αναμένεται να συμβάλλει στην:

  • διατήρηση μακροοικονομικής σταθερότητας, με αποτέλεσμα την αύξηση των επενδύσεων και την ενίσχυση της απασχόλησης,
  • μείωση του κόστους συναλλαγών και εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου,
  • διαφάνεια των τιμών των προϊόντων και υπηρεσιών και αύξηση του ανταγωνισμού,
  • ενοποίηση των χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών και προσφορά νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων και υπηρεσιών,
  • ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και δημιουργία νέων επιχειρηματικών και επενδυτικών ευκαιριών.

Νέο έτος και νέο νόμισμα[επεξεργασία]

Την 1η Ιανουαρίου του 2002, πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη νομισματική αλλαγή στην ιστορία. Ήταν μια πρόκληση με άνευ προηγουμένου διαστάσεις που αφορούσε τον τραπεζικό τομέα, τις εταιρείες χρηματαποστολών, το λιανικό εμπόριο, τις επιχειρήσεις που λειτουργούν με χρηματοδέκτες και το ευρύ κοινό. Για την αποφυγή συμφόρησης στην αλυσίδα προσφοράς, περίπου 144 δισ. ευρώ σε μετρητά διατέθηκαν από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες στις τράπεζες και από τις τράπεζες στους λιανοπωλητές. Αυτό σήμαινε ότι υπήρχαν μετρητά σε ευρώ σε όλους τους τομείς της οικονομίας τις πρώτες μέρες του 2002. Έως τις 3 Ιανουαρίου 2002, το 96 % όλων των αυτόματων ταμειακών μηχανών (ΑΤΜ) στη ζώνη του ευρώ έδιναν χαρτονομίσματα ευρώ. Και μέσα σε μία εβδομάδα από την εισαγωγή του, περισσότερες από τις μισές συναλλαγές μετρητών πραγματοποιούνταν σε ευρώ (http://hellonet.teithe.gr).

Η αλλαγή νομίσματος ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο μήνες. Τα εθνικά χαρτονομίσματα και κέρματα έπαψαν να αποτελούν νόμιμο χρήμα στα τέλη Φεβρουαρίου του 2002 το αργότερο, και νωρίτερα σε μερικά κράτη μέλη. Έως τότε, περισσότερα από 6 δισ. χαρτονομίσματα και περίπου 30 δισ. Εθνικά κέρματα είχαν αποσυρθεί, και το ευρώ είχε φτάσει πλέον σε πάνω από 300 εκατ. πολίτες σε δώδεκα χώρες (Kenen and Meade, 2003).


O διεθνής ρόλος του ευρώ[επεξεργασία]

Το ευρώ είναι ένα δυνατό διεθνές νόμισμα. Υποστηριζόμενο από τη δέσμευση των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ, τη δυνατή και ορατή διαχείριση της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ, και το μέγεθος και τη δύναμη της ζώνης του ευρώ ως σύνολο, το ευρώ έχει γίνει ένα ελκυστικό παγκόσμιο νόμισμα όπως το δολάριο ΗΠΑ ή το γιεν στην Ιαπωνία (Gerlach and Svensson, 2003).

Η ζώνη του ευρώ είναι μια ισχυρή και ανοικτή εμπορική ζώνη. Ο ανοικτός της χαρακτήρας, σε συνδυασμό με τη δύναμη του ευρώ στα πλαίσια της ΟΝΕ, έχει πολλά πλεονεκτήματα (Ahearne and Pisani-Ferry, 2006):

  • Ως η μεγαλύτερη εμπορική δύναμη στον κόσμο, η ζώνη του ευρώ είναι ελκυστικός προορισμός για τα εμπορικά κράτη που θέλουν να συναλλάσσονται εντός της ενιαίας αγοράς. Οι επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ μπορούν να τιμολογούν και να πληρώνουν σε ευρώ, πράγμα που μειώνει τα κόστη και τους κινδύνους και επιτρέπει καλύτερο επιχειρησιακό προγραμματισμό.
  • Το ευρώ είναι ένα ελκυστικό νόμισμα τήρησης αποθεμάτων για άλλες χώρες. Το μερίδιο του ευρώ στα επίσημα συναλλαγματικά αποθέματα που κατέχουν οι κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο αυξάνεται, και ανερχόταν σε περίπου 25 % στα τέλη του 2004, πολύ μεγαλύτερο από τα εθνικά νομίσματα που αντικατέστησε.
  • Η ισχύς του ευρώ και η αυξανόμενη χρήση του στο διεθνές εμπόριο δίνει στη ζώνη του ευρώ μια δυνατή φωνή σε διεθνή χρηματοοικονομικά ιδρύματα και οργανισμούς, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και η Παγκόσμια Τράπεζα. Ενώ τα κράτη μέλη συχνά εκπροσωπούνται απευθείας στους φορείς αυτούς, το Συμβούλιο Ecofi n, η Επιτροπή και η ΕΚΤ συμμετέχουν ξεχωριστά ή ως μέρος μιας αποστολής της ΕΕ, στις σχετικές συνεδριάσεις αυτών των διεθνών οργανισμών (http://ec.europa.eu).

Η μετάβαση στο ευρώ[επεξεργασία]

Η φυσική εισαγωγή του ευρώ αποτέλεσε το σημαντικότερο εγχείρημα αλλαγής νομίσματος στην ιστορία. Η Ευρώπη στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και αντιμετώπισε επιτυχώς τη δύσκολη πρόκληση της ομαλής μετάβασης στο νέο νόμισμα. Τα συμμετέχοντα κράτη μέλη παρήγαγαν 15 δισ. χαρτονομίσματα και 51 δισ. κέρματα, ενώ στη συνέχεια διένειμαν κατά τις πρώτες εβδομάδες του 2002 περίπου 8 δισ. χαρτονομίσματα και 38 δισ. κέρματα σε 218.000 τραπεζικά ή ταχυδρομικά καταστήματα, σε 2,8 εκατ. εμπορικά καταστήματα και σε 302 εκατ. πολίτες εγκατεστημένους σε 12 διαφορετικές χώρες. Επίσης, τα κράτη μέλη έπρεπε να αποσύρουν σε μερικές εβδομάδες ένα μεγάλο μέρος των 9 δισ. εθνικών χαρτονομισμάτων και 107 δισ. εθνικών κερμάτων που ήταν σε κυκλοφορία(Antonio Fatas, Ilian Mihov, 2009).

Η μεγάλη αυτή επιτυχία οφείλεται στην ποιότητα και την εξαιρετική προσοχή με την οποία έγιναν οι προετοιμασίες των κρατών μελών, των ευρωπαϊκών οργάνων, των εθνικών κεντρικών τραπεζών, των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, των εμπορικών επιχειρήσεων, των αστυνομικών οργάνων και των χρηματαποστολών, καθώς και στην ενεργό και ενθουσιώδη συμμετοχή των πολιτών, χωρίς τους οποίους η επιτυχία του εγχειρήματος και τη η ταχεία διάδοση του ευρώ δεν θα ήταν δυνατή (Gros, D. and T. Mayer, 2010).

Οι Ευρωπαίοι πολίτες αποδέχθηκαν το νέο νόμισμά τους ταχύτατα και με μεγάλο ενθουσιασμό, αγοράζοντας μαζικά τις συσκευασίες εξοικείωσης πριν από την 1η Ιανουαρίου ενώ παράλληλα πολυάριθμοι ήταν εκείνοι που εφοδιάστηκαν γρήγορα με χαρτονομίσματα από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές (ΑΤΜ) και τις τράπεζες. Από την κατάρτιση του προσωπικού των ταμείων έως την εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων υπέρ ευαίσθητων κατηγοριών του πληθυσμού, όλοι οι τομείς αποτέλεσαν το αντικείμενο συστηματικής προετοιμασίας. Τα εθνικά υπουργεία οικονομικών διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην πλαισίωση και την ενθάρρυνση των οικονομικών φορέων. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συντόνισε αποτελεσματικά την δράση των εθνικών κεντρικών τραπεζών. Η Επιτροπή διαδραμάτισε από την πλευρά της, καθ’ όλη αυτή τη διαδικασία, έναν μείζονα ρόλο ώθησης και συντονισμού της δράσης των συμμετεχόντων κρατών, καθοδηγώντας τις σχετικές προετοιμασίες μέσω των συστάσεων και των προτάσεών της 1 και οργανώνοντας τις εργασίες των δικτύων στα οποία συμμετείχαν οι επικεφαλείς των ειδικών ομάδων εργασίας των δημοσίων διοικήσεων και οι διευθυντές επικοινωνίας των υπουργείων οικονομικών. Η Επιτροπή αποτέλεσε επίσης ένα κεντρικό σημείο πληροφόρησης καθ’ όλη τη φάση της μετάβασης μέσω του ευρωπαϊκού δικτύου έγκαιρης προειδοποίησης που η ίδια δημιούργησε (Paraschiv, 2011).

Για την προετοιμασία και την υποστήριξη της ενέργειας αυτής σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν ενημερωτικές εκστρατείες εξαιρετικής διάρκειας και εμβέλειας. Ο συνολικός σωρευτικός προϋπολογισμός των εθνικών εκστρατειών ενημέρωσης, οι οποίες συγχρηματοδοτήθηκαν εν μέρει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ανέρχεται σε 321 εκατ. ευρώ.Το Ευρωσύστημα πραγματοποίησε επίσης μία ευρεία ενημερωτική εκστρατεία, της οποίας ο προϋπολογισμός ανήλθε σε 80 εκατ. ευρώ. Προσθέτοντας στα παραπάνω ποσά εκείνα που κατέβαλαν οι τράπεζες και οι επαγγελματικές ενώσεις για την υλοποίηση των προσπαθειών τους, το τελικό κόστος της εκστρατείας ενημέρωσης των πολιτών και των οικονομικών φορέων υπερβαίνει το 0,5 δισ. ευρώ. Δέκα χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ, το ευρώ εισήλθε επιτυχώς στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Η επιτυχία της μετάβασης στο ευρώ αντικατοπτρίζει την ικανότητα των θεσμικών οργάνων να αναλάβουν και να ολοκληρώσουν ένα πολυσύνθετο σχέδιο και απευθύνει σε όλους ένα μήνυμα αισιοδοξίας για τη συνέχιση της οικοδόμησης της Ευρώπης. Αποτελεί επίσης πολύτιμη πηγή διδαγμάτων για τα κράτη που θα υιοθετήσουν στο μέλλον το ευρώ, στα οποία δόθηκε έτσι νέα ώθηση στις συζητήσεις σχετικά με τη συμμετοχή στο ευρώ (Gros, D. and T. Mayer 2010).

Η κοινή γνώμη για το ευρώ[επεξεργασία]

Οι Έλληνες διαμαρτύρονται ότι το ευρώ έφερε ανατιμήσεις και ότι είναι η αιτία για τις αυξήσεις των τιμών των αγαθών και υπηρεσιών. Οι περισσότεροι θεωρούν το ευρώ ως μια αρνητική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία, συνδέοντάς το με την ακρίβεια. Επίσης, κάποιο άλλη μερίδα ανθρώπων εκτιμά ότι η υιοθέτηση του ευρώ αποτελεί μειονέκτημα για την Ελλάδα που θα την αποδυναμώσει στο μέλλον. (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2006). Μάλιστα, οι Έλληνες καταναλωτές, μαζί με τους Ισπανούς, φαίνεται να είναι οι περισσότερο δυσαρεστημένοι για το ευρώ και πιστεύουν πως το ευρώ έχει οδηγήσει σε αυξήσεις τιμών από τη στιγμή εισαγωγής του, δηλαδή πέντε χρόνια νωρίτερα (European Commission, 2006).


Οφέλη από κοινό νόμισμα[επεξεργασία]

Η υιοθέτηση ενός ενιαίου νομίσματος στο εμπόριο εξετάζεται κάτω από το πρίσμα τεσσάρων πεδίων:

  1. την ενδογένεια της οικονομικής ενοποίησης,
  2. την ενδογένεια της χρηματοοικονομικής ενοποίησης,
  3. την ενδογένεια της συμμετρίας των στοχαστικών διαταραχών, και
  4. την ενδογένεια του προϊόντος και της ευκαμψίας στην αγορά χρήματος.

Μια νομισματική ένωση αποτελεί μια ισχυρή δύναμη-κίνητρο για επιπλέον εμπόριο μεταξύ των χωρών-μελών. Το εμπόριο ανάμεσα στις Ευρωπαϊκές χώρες συνεχώς αυξανόταν τα τελευταία 50 χρόνια, από την απαρχή της Ευρωπαϊκής θεσμικής ενοποίησης, η οποία πήρε σάρκα και οστά το 1958. H επίδραση του κοινού νομίσματος πάνω στις εμπορικές συναλλαγές, πολλές φορές παίρνει αρκετό χρόνο για να διαφανεί πλήρως. Η νομισματική ενοποίηση, μεταξύ άλλων, σηματοδοτεί και μια μετακίνηση των συνόρων των χωρών που εμπορεύονται, με την έννοια ότι οδηγεί σε μείωση των αποστάσεων και επομένως διαφορές στην συμπεριφορά του ιδιωτικού τομέα ενώ το κοινό νόμισμα ενδυναμώνει την επίδραση της ελεύθερης αγοράς στο εμπόριο καθώς αποτελεί δέσμευση για μελλοντική εναρμόνιση πολλών ζητημάτων που αφορούν στην ρύθμιση κοινωνικών και πολιτικών αρχών (Furceri and Karras, 2005).

Η έκταση του αμοιβαίου εμπορίου ανάμεσα στα μέλη μιας νομισματικής περιοχής και η συσχέτιση των οικονομικών τους κύκλων είναι κρίσιμα για τον καθορισμό των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από το ενιαίο νόμισμα. Χώρες με υψηλό αμοιβαίο εμπόριο ή συσχέτιση εναλλαγών του εισοδήματος, θεωρούν ότι είναι προς όφελος τους να μοιράζονται ένα κοινό νόμισμα (Baldwin and Di Nino, 2006).

Η εισαγωγή του Ευρώ συμβάλλει μεταξύ άλλων και στη μείωση του εμπορικού κόστους, τόσο έμμεσα όσο και άμεσα π.χ. απομακρύνοντας τον κίνδυνο από αυξομειώσεις στο συνάλλαγμα και πετυχαίνοντας νομισματική σταθεροποίηση. Ενισχύεται ακόμη η διαφάνεια των τιμών και αυτό οδηγεί σε μεγαλύτερη συγκρισιμότητα τους και σε αύξηση του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων σε επίπεδο ζώνης Ευρώ. Οι ίδιες οι επιχειρήσεις πρέπει να γίνουν πιο αποτελεσματικές και καινοτόμες προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του νέου οικονομικού περιβάλλοντος (Furceri, 2007). Από την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος επωφελούνται επίσης οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, των οποίων η εξαγωγική δραστηριότητα εντείνεται, καθώς το ευρώ μειώνει το κόστος άσκησης τιμολογιακής πολιτικής σε διαφορετικά νομίσματα. Επιπρόσθετα, απομακρύνεται η αυταπάτη χρήματος, δηλαδή οι πραγματικές και όχι οι ονομαστικές μεταβλητές επηρεάζουν την οικονομική συμπεριφορά ατόμων και επιχειρήσεων, πράγμα το οποίο σημαίνει πιο ορθολογική συμπεριφορά στην λήψη αποφάσεων (Baldwin R, 2006).

Ιστορία της πτώσης της «Αυτοκρατορίας του Ευρώ»[επεξεργασία]

Πριν 10 χρόνια, την 1 Ιανουαρίου του 2002, οι κάτοικοι 12 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πρώτη φορά άρχισαν να πληρώνουν τους λογαριασμούς τους με ένα νέο, ενιαίο νόμισμα το ευρώ.Σ’ αυτή την δεκαετή περίοδο μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρία στάδια της ιστορίας του Ευρώ. Από το 2002 ως το 2007 ήταν η περίοδος καθιέρωσης και ακμής του. Από το 2008 ως το 2009, περίοδος της παγκόσμιας κρίσης και από το 2010 ως το 2011, περίοδος της συστημικής κρίσης της ΕΕ (Eichengreen, 2009).

Το 1999, υιοθέτησαν το ευρώ στις συναλλαγές χωρίς μετρητά και η συναλλαγματική ισοτιμία του καθορίστηκε σε επίπεδο 1 δολάριο και 17 σεντς. Μέσα στα πρώτα τρία χρόνια ωστόσο το ευρώ έχασε το 30% του βάρους του. Εξάλλου, το 2002 τα συναλλάγματα αυτά ευθυγραμμίστηκαν και μετά το ευρώ ποτέ πια δεν στοίχιζε λιγότερο από ένα δολάριο. Πολλοί εμπειρογνώμονες αναγνώρισαν την υιοθέτηση του ευρώ σαν μεγάλη κατάκτηση. Ο Aghvan Mikaelian, επικεφαλής της ελεγκτικής εταιρείας Audit-consulting group FinExpertiza (ACG FinExpertiza) είπε: «Είναι ένα, χωρίς προηγούμενο πείραμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, διότι τα κράτη συμφώνησαν εθελοντικά για τις αρχές δημιουργίας κοινού νομίσματος, χωρίς να έχουν ενιαίο Κέντρο έκδοσης και ενιαία δημοσιονομική διαχείριση. Όλες οι χώρες της ζώνης του ευρώ διαχειρίζονται αυτοτελώς το δικό τους απόθεμα ευρώ». Η οικονομία της Ευρωζώνης σήμερα είναι μία από τις ισχυρότερες στον κόσμο (Soukiazis, Cerqueira and Antunes, 2012).

Ως το τέλος του 2007 το ευρώ με ασήμαντες διακυμάνσεις αποκτούσε όλο και μεγαλύτερο βάρος. Συντέλεσε σε αυτό σε μεγάλο βαθμό και το ξέσπασμα της κρίσης των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ. Εξάλλου τα αμερικανικά προβλήματα, που χάρισαν στο ευρώ την μεγαλύτερη ισοτιμία του έναντι του δολαρίου, έθαψαν την σταθερή ανάπτυξη όλης της παγκόσμιας οικονομίας. Οι ευρωπαϊκές αρχές που εισήγαγαν το ευρώ, υποσχέθηκαν ότι τα χαρτονομίσματά τους θα είναι τα πιο ασφαλή και τα πιο προστατευμένα από κιβδηλεία. Αλλά να καταπολεμηθούν τελείως τα πλαστά χαρτονομίσματα δεν πέτυχαν, γιατί στους κιβδηλοποιούς είναι πολύ δημοφιλή τα νομίσματα και χαρτονομίσματα αξίας 50 ευρώ.Η παγκόσμια κρίση του 2008-2009 προκαλέστηκε από την αμερικανική κρίση υποθηκών του 2007. Εκείνη τη στιγμή το ευρώ ήταν ασφαλές καταφύγιο όπου οι επενδυτές προσπαθούσαν να κρυφτούν από τα προβλήματα της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Αλλά στις αρχές του 2008 έγινε κατανοητό ότι τα αμερικανικά προβλήματα εξαπλώνονται σε όλο τον κόσμο. Πριν την ενεργό φάση της κρίσης το ευρώ πρόλαβε να σημειώσει το ακατάριπτο μέχρι τώρα ρεκόρ. Το Μάρτιο του 2008 η τιμή του ευρωπαϊκού νομίσματος πλησίασε τα 1,6 δολάρια για ένα ευρώ. Αυτό το όριο δεν έχει ξεπεραστεί, και μετά η αστάθεια επικράτησε και στην Γηραιά Ήπειρο . Το ευρώ σώθηκε χάρη στη Γερμανία, και το ίδιο το ευρώ έσωσε την Ισπανία, την Ιταλία, την Ελβετία.. Από την κρίση του 2008-2009 η ενωμένη Ευρώπη βγήκε ακολουθώντας την πολιτική της που αναγνωρίστηκε επιτυχής. Αλλά την τελευταία στιγμή σε αυτό το ευρωπαϊκό τρένο πρόλαβε να μπει η Ελλάδα. Η κρίση του 2010-2011 θα συνεχίζεται βέβαια, και το 2012(Baele, Ferrando, Hördahl, Krylova and Monnet, 2004).

Η «απαισιοδοξία» των νοικοκυριών[επεξεργασία]

Η εισαγωγή του ευρώ φαίνεται να έχει επιδράσει αποσταθεροποιητικά στον τρόπο διαμόρφωσης των αντιλήψεων των νοικοκυριών για τις μεταβολές των τιμών. Μάλιστα η επίδραση αυτή συνδέεται με ένα κλίμα «απαισιοδοξίας» των νοικοκυριών για το ευρώ, η οποία αποτυπώνεται σε πολλές δημοσκοπήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί Έλληνες θεωρούν ότι η μετατροπή των τιμών σε ευρώ αποβαίνει επιζήμια για τους καταναλωτές (João Rebelo Barbosa, 2011).

Η αδυναμία πολλών νοικοκυριών να σκεφτούν σε όρους ευρώ ακόμα και σήμερα προκαλεί ίσως σύγχυση στην αντίληψη που έχουν για τη μεταβολή των τιμών. Τα νοικοκυριά, λοιπόν, όταν καλούνται να δώσουν απαντήσεις για τις μεταβολές των τιμών σε σχέση με πριν πιθανόν να συγκρίνουν την τρέχουσα τιμή ενός αγαθού σε ευρώ με την τιμή του σε εθνικό νόμισμα πριν το ευρώ. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα νοικοκυριά να σχηματίζουν εσφαλμένες αντιλήψεις για την μεταβολή των τιμών, αντιλήψεις που δεν ανταποκρίνονται στην πορεία του πραγματικού πληθωρισμού. Επίσης, οι αντιλήψεις των νοικοκυριών πιθανόν να επηρεάζονται από σημαντικές ανατιμήσεις αγαθών τα οποία δε συμπεριλαμβάνονται στον ΔΤΚ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σημαντική αύξηση των τιμών των κατοικιών που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια και η οποία φυσικά δεν περιλαμβάνεται στον υπολογισμό του πληθωρισμού (Fagan and Gaspar, 2007), (Arghyrou, 2006).


Το euro στην Ελλάδα[επεξεργασία]

Ο αντίκτυπος της εισαγωγής του Euro και η κοινή Ευρωπαϊκή πολιτική είχε σημαντικές επιπτώσεις στην περίπτωση της Ελλάδας. Μετά την εισαγωγή της Ελληνικής οικονομίας στον μηχανισμό στήριξης, δημιουργείται το ερώτημα ποιες θα είναι οι άμεσες και έμμεσες συνέπειες αυτής της οικονομικής καθίζησης της ελληνικής οικονομίας. (Gros, 2012).

Ήδη, παρατηρούνται οι πρώτες αρνητικές συνέπειες στα νοικοκυριά που τινάζονται στον αέρα αφού ολοένα και αυξάνεται ο δείκτης τιμών καταναλωτή και η ανεργία όταν παράλληλα μειώνονται οι μισθοί και οι συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων και ελαστικοποιείται η εργασία Σημαντικό ρόλο στην αύξηση των τιμών έπαιξε η διαδοχική αύξηση της φορολογίας σε βασικά προϊόντα (καύσιμα, ποτών, κ.λπ.). Παράλληλα, το παραγόμενο εθνικό προϊόν μειώνεται δραματικά, οι επιμέρους δείκτες (τουρισμού, βιομηχανίας, αγροτικής παραγωγής, κ.λπ.) παρουσιάζουν μεγάλη ύφεση και οι αρνητικές επιπτώσεις στις επενδύσεις έχουν φέρει αρνητικό πρόσημο στο ρυθμό ανάπτυξης. Αυτή η κατάσταση άλλαξε την αντιμετώπιση της Ελληνικής οικονομίας από τις διεθνείς αγορές την τελευταία περίοδο της τρέχουσας κρίσης, θεωρώντας την πτώχευση της Ελληνικής οικονομίας ή την έξοδο από το Euro σαν ένα στοίχημα και μειώνοντας την αξιοπιστία της Ελληνικής οικονομίας μέσω της διαδοχικής υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους διεθνείς οργανισμούς αξιολόγησης. (Γιαννίτσης, 2005).


Το ευρώ: βασική αιτία του Δημόσιου Χρέους[επεξεργασία]

Η επίδραση του ευρώ και της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας είναι έντονη στην εκτίναξη του Δημόσιου Χρέους. Ο κυριότερος λόγος είναι ότι επιβλήθηκε από την Ε.Ε., σε αγαστή συνεργασία με τον αστισμό της Ελλάδας, ένα μοντέλο οικονομικής δραστηριότητας, το οποίο οδήγησε στην παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας. Δηλαδή, στη μεγάλη υποβάθμιση της αγροτικής οικονομίας και της βιομηχανίας και την υποκατάστασή τους ως βασικών πηγών παραγομένου προϊόντος από τις υπηρεσίες, από τις αντιπροσωπεύσεις και τις διαμεσολαβήσεις προς το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο . Βέβαια, ο τομέας των υπηρεσιών είναι εξαιρετικά μεγάλος σε όλες τις αναπτυγμένες οικονομίες αλλά αυτό συνδέεται με την μετατόπιση των βιομηχανικών δραστηριοτήτων των χωρών αυτών σε χώρες της περιφέρειας, πράγμα το οποίο δεν ισχύει για την Ελλάδα. Η μεταφορά κάποιων δραστηριοτήτων (π.χ. κλωστοϋφαντουργία κ.λπ.) από την Ελλάδα στα Βαλκάνια έχει δευτερεύουσα σημασία, μπροστά στη δραματική συρρίκνωση της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής, μπροστά στο κλείσιμο ολόκληρων τομέων (π.χ. ναυπηγεία, παραγωγή οχημάτων, λιπάσματα) και ακόμη περισσότερο μπροστά στη μη ανάπτυξη τομέων, όπως η μικροηλεκτρονική, η ενέργεια, η επεξεργασία του ορυκτού πλούτου κ.λπ. Έχει σημασία να επισημάνουμε ότι όλα αυτά αποτέλεσαν βασική επιδίωξη του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου, επιδίωξη στην οποία πρόθυμα προσαρμόστηκε ο αστισμός της Ελλάδας – εισπράττοντας, παράλληλα, το κάτι τις από τα λογής «μαύρα ταμεία» (Πατσαλιά και Γιαννούλα, 2011).

Το euro και η πρόσφατη κρίση[επεξεργασία]

Η πρόσφατη κρίση απέδειξε πως το κοινό νόμισμα παρουσιάζει ιδιαίτερες αδυναμίες. Μπορεί κάποιος να χαρακτηρίσει το κοινό νόμισμα ως το «ονομαστικό μέσο συναλλαγής» παρά εκείνη την πετυχημένη καινοτομία που ολοκλήρωσε το Ευρωπαϊκό όραμα της ενοποίησης και ολοκλήρωσης των Ευρωπαϊκών οικονομιών και κεφαλαιαγορών. Το νέο νόμισμα δεν είναι κατά ανάγκη επιτυχημένο επειδή υπάρχει ή δημιούργησε μια νέα αγορά σε περιόδους οικονομικής σταθερότητας. Η ενότητα αυτή έχει πολλά στοιχεία από την έρευνα και τα εμπειρικά ευρήματα του D. Οι αναντιστοιχίες στο εσωτερικό της Ευρωζώνης και η αστάθεια του χρηματοοικονομικού της περιβάλλοντος, ιδιαίτερα με την τρέχουσα κρίση, έχει σημαντική αρνητική επίδραση σε πολλά επίπεδα, όπως στις τιμές, τις υπηρεσίες, τις επενδύσεις, κ.λπ. (Plosser, 2010).

Σχεδόν δύο χρόνια μετά την έναρξη της χειρότερης δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης που έχει ζήσει η Ελλάδα μετά τον πόλεμο, οι Έλληνες φαίνεται να υπερασπιζόμαστε άκριτα το ευρώ, σαν να είναι ελληνική υπόθεση. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ακριβώς το αντίθετο (Calomiris, 2010).

Το Ευρώ, και όλες οι νομισματικές και οικονομικές πολιτικές που συνδέονται μαζί του εδώ και μία δεκαετία, αποτελούν το μοχλό αποδιοργάνωσης και απαξίωσης της ελληνικής οικονομίας και της παραγωγικής της βάσης. Ένας από τους σημαντικότερους και αδιαμφισβήτητους παράγοντες αυτής της κρίσης απετέλεσε το χαμηλό κόστος των ευρωπαϊκών εισαγωγών που μετά την εισαγωγή του ευρώ έγιναν εξαιρετικά φθηνές και ανταγωνιστικές απέναντι στην εθνική παραγωγή όλων των οικονομικών κλάδων, πλην των κατασκευών. Όσοι πίστευαν ότι το Ευρώ θα μάς προστατεύσει από τη νομισματική αστάθεια οδήγησαν αφελώς την ελληνική οικονομία σε έναν εξαιρετικά άνισο αγώνα απέναντι σε χώρες με εξαιρετικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, είτε αυτά ήταν τεχνολογικά και οργανωτικά, όπως της Γερμανίας, είτε το χαμηλό κόστος εργασίας, όπως είναι των γειτονικών βαλκανικών χωρών και άλλων αναδυόμενων οικονομιών. Το Ευρώ, αντίθετα, έχει ωφελήσει δυσανάλογα τις χώρες στη βόρεια ζώνη του Ευρώ που κυριαρχούν στο παγκόσμιο εξαγωγικό εμπόριο, όπως είναι η Γερμανία, η Ολλανδία, η Φιλανδία, η Αυστρία, η Σουηδία κ.α. χώρες δηλαδή που υποστήριξαν την παραγωγική τους δυναμική και την ανταγωνιστικότητά τους, κυρίως στηριζόμενες στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Με αυτόν τον τρόπο το Ευρώ αποδείχτηκε ότι όχι μόνο δεν είναι ένα πραγματικό κοινό νόμισμα, αλλά μάλλον ένα σύστημα διεύρυνσης της προϋπάρχουσας άνισης παραγωγικής διάρθρωσης της Ευρώπης .

Εάν το Ευρώ είναι πραγματικά επιθυμητό ως κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, οι χώρες που έχουν συγκεντρώσει πλεονάσματα θα πρέπει να στηρίξουν μία νέα οικονομική και νομισματική ισορροπία. Αυτή θα είναι το αποτέλεσμα μιας ισόρροπης ανάπτυξης καθώς θα πρέπει να γίνει δεκτό σε ευρωπαϊκό επίπεδο ότι η Ελλάδα πρέπει να αναζητήσει μια μεσοχρόνια έξοδο από το Ευρώ, παράλληλα με την επιβολή ενός πραγματικού αναπτυξιακού (Ευρωπαϊκού) Προγράμματος που θα εξισορροπεί την από ανάπτυξη και θα αποτινάσσει ριζικά τα χρέη των τελευταίων δέκα ετών που πραγματοποιήθηκαν με την συνευθύνη και την υποστήριξη των ευρωπαίων εταίρων μας.

Όσο οι ισχυρές οικονομίες μέσα στην Ευρωζώνη πιέζουν τις αδύναμες οικονομίες ακολουθώντας τις ατομικές τους πολιτικές και αναβάλλοντας κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον, το Euro θα αποδυναμώνεται και οι πηγές ετερογένειας θα αυξάνονται. Έτσι, οι διεθνείς επενδυτές και οι αγορές έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν διακρίσεις ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης αυξάνοντας ή μειώνοντας τα επιτόκια δανεισμού τους ανάλογα με την εκτίμηση της δυνητικής πιστοληπτικής τους ικανότητας και το μέγεθος του δημοσιονομικού τους ελλείμματος χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την νομισματική και οικονομική αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, δημιουργώντας έτσι τριγμούς σε όλες τις χώρες αλυσιδωτά. Η Ελλάδα είναι το πρώτο παράδειγμα χώρας της Ευρωζώνης που απέδειξε ότι η προσδοκία μιας χώρας να μοιράζεται το κοινό νόμισμα χωρίς να μοιράζεται μια ενιαία κοινή οικονομική πολιτική απέτυχε και, πλέον, αντιμετωπίζεται ως ένα δανειζόμενο κράτος παρά ως ένα ισότιμο μέλος της Ευρωζώνης ακόμα και από τους ίδιους τους εταίρους της. Η ανάγκη για περαιτέρω πραγματική οικονομική ολοκλήρωση δεν είναι το αποτέλεσμα μόνο ενός ενιαίου νομίσματος. Σήμερα, οι χώρες της Ευρωζώνης πρέπει να πραγματοποιήσουν μια σειρά από σημαντικές προσαρμογές για να ενισχυθεί το κοινό νόμισμα. Όσο οι χώρες της Ευρωζώνης ενισχύουν ορθολογικά τους όρους εκείνους που προστατεύουν την συνέχεια του ενιαίου νομίσματος, τα οφέλη θα είναι σημαντικά και για τις χώρες-μέλη και τους πολίτες της Ευρωζώνης (Fatas και Mihov, 2009).

Συμπέρασμα[επεξεργασία]

Η δημιουργία της κοινής αγοράς πρέπει να συνοδεύεται παράλληλα από την κατάλληλη διαμόρφωση των πολιτικών συνθηκών, των ρυθμιστικών πλαισίων και των χρηματοοικονομικών συγκλίσεων που διαμορφώνονται λειτουργικά μέσα στο χρόνο. Πρέπει ακόμα να ακολουθηθούν εκείνες οι πολιτικές που θα εξασφαλίζουν ότι η Ευρωζώνη θα αποτελεί ένα χρηματοοικονομικό περιβάλλον ασφάλειας για τις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις, με σταθερότητα στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών, χωρίς μεγάλες αποκλίσεις στα εργασιακά καθεστώτα και τους μισθούς και, με ενιαία πολιτική ως προς τις άλλες χώρες εντός και εκτός ζώνης. Ένα τέτοιο περιβάλλον θα έχει σημαντικό θετικό αντίκτυπο στις τιμές των αγαθών και την ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών στην Ευρωζώνη (Furceri, 2007).

Ένα κρίσιμο ζήτημα για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι η ορθολογική γνώση και διαχείριση των μηχανισμών μέσω των οποίων διαμορφώνεται η νομισματική πολιτική. Η αλματώδης αύξηση των χρηματοοικονομικών προϊόντων, των τραπεζικών ιδρυμάτων και η εμφάνιση του Euro (ίσως η σημαντικότερη χρηματοοικονομική καινοτομία τα τελευταία χρόνια), θέτουν νέες προκλήσεις. Τούτο διότι γίνεται ακόμα πιο πολύπλοκη η ανάλυση και η άσκηση της νομισματικής πολιτικής αφού τροποποιούνται οι μηχανισμοί μετάδοσής της, μεταβάλλονται οι μακροοικονομικοί δείκτες, αλλάζουν τα συστήματα πληρωμής και τίτλων και, μερικές φόρες, εκτίθεται σε κίνδυνο η χρηματοοικονομική σταθερότητα.

Ο ρόλος της νομισματικής πολιτικής είναι να εξασφαλιστεί η σταθερότητα των τιμών έτσι ώστε οι αγορές να μη διαστρεβλώνονται από τον πληθωρισμό, καθώς επίσης και να διασφαλιστεί η βιώσιμη οικονομική σταθερότητα εξασφαλίζοντας την ομαλή λειτουργία του συστήματος πληρωμών και των αγορών, ενώ ταυτόχρονα μειώνοντας το συστημικό κίνδυνο. Αυτές οι δύο ευθύνες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (νομισματική πολιτική και οικονομική σταθερότητα) σχετίζονται μεταξύ τους. Η οικονομική αστάθεια έχει συνέπειες στην ευρύτερη οικονομία και, αντίστροφα, μεταβολές των μακροοικονομικών παραγόντων μπορούν μερικές φορές να έχουν συνέπειες για την οικονομική σταθερότητα. Εντούτοις, επειδή και οι δύο στόχοι είναι ευδιάκριτοι, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα χρησιμοποιεί τα νομισματοπιστωτικά μέσα ανάλογα με τους στόχους της. Με την Ευρωπαϊκή νομισματική ενοποίηση και την κατάρρευση των εσωτερικών συνόρων στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές και τη διακίνηση κεφαλαίων και προϊόντων στην Ευρώπη, ολοκληρώθηκαν ακόμα περισσότερο οι Ευρωπαϊκές αγορές κεφαλαίου.

Η εισαγωγή νέων νομισματοπιστωτικών μέσων, όπως είναι το Euro, επιφέρει δύο κύριες αλλαγές στους μηχανισμούς νομισματικής πολιτικής :

  1. αλλαγή των επιχειρησιακών καναλιών (π.χ. το κανάλι των επιτοκίων) και
  2. αλλαγή των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής λόγω του συνολικού αντίκτυπου της αλλαγής των επιχειρησιακών καναλιών.

Όμως, το μέγεθος των αλλαγών και οι συνολικές επιδράσεις των νέων νομισματοπιστωτικών μέσων στην πολιτική της ΕΚΤ δεν μπορούν να προσδιοριστούν ακριβώς, αφού επηρεάζονται και από άλλους παράγοντες όπως η ανεργία, ο πληθωρισμός, η παγκοσμιοποίηση, κ.λπ. Η ανάπτυξη νέων νομισματικών μέσων ενθαρρύνει την ταχύτερη διάδοση και ενσωμάτωση των πληροφοριών στις τιμές της χρηματοοικονομικής αγοράς, ιδιαίτερα όταν οι πληροφορίες αφορούν σε αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής μέσω του καναλιού των επιτοκίων (Citanna and Schmedders, 2005).

Το γεγονός αυτό συμβάλλει στην αυξανόμενη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων μειώνοντας τα κόστη συναλλαγών, διευκολύνοντας την αναζήτηση προσφορότερου τρόπου κερδοφόρων συναλλαγών, την αντιστάθμιση κινδύνων, τη χρηματοδότηση και τις επενδυτικές στρατηγικές. Ωστόσο, τα νέα νομισματικά μέσα απαιτούν μεγαλύτερη μόχλευση και επιδρούν στα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Η κατανόηση των επιδράσεων των νέων νομισματοπιστωτικών μέσων και της ορθολογικής νομισματικής πολιτικής είναι σημαντικά ζητήματα που βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα των αγορών και, άρα, βοηθούν τους ασκούντες ή σχεδιαστές της πολιτικής των Κεντρικών Τραπεζών στο σχεδιασμό της αποδοτικότερης νομισματικής πολιτικής. Είναι σαφές ότι η ομαλή λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών είναι ένα βασικό στοιχείο για την επίτευξη των στόχων της ΕΚΤ. Ωστόσο, δεν είναι ευδιάκριτη η ένταση των σοκ που προκαλούν διαταραχή στην αποτελεσματική λειτουργία μιας αγοράς και, πότε πρέπει να παρέμβει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για να διορθώσει την ανισορροπία στην αγορά. Ιδιαίτερα, αναφορικά με το ευρώ είναι αμφισβητήσιμη η ικανότητά του στην αντιμετώπιση της τρέχουσας κρίσης


Βιβλιογραφία[επεξεργασία]

Ξενόγλωσση[επεξεργασία]

Antonio Fatas, Ilian Mihov,(2009) , The euro and fiscal policy, NBER working paper series, pp 1-55

Arghyrou, M.G.,(2006) , “The Effects of the Accession of Greece to the EMU: Initial Estimates, Centre of Planning and Economic Research”, Studies 64, Athens

Alan Ahearne and Jean Pisani-Ferry,(2006) ,THE EURO: ONLY FOR THE AGILE, pp 1-8.

Charles I. Plosser, 2010, Credible Commitments and Monetary Policy After the Crisis, pp 1-8

Charles Engel, John H. Rogers,(2004) , European product market integration after the euro, Economic Policy, Volume 19, Issue 39, pages 347–384

Charles W. Calomiris,(2010) , The political lessons of Depression-era banking reform, pp285-317

Citanna & Karl Schmedders,(2005). "Excess price volatility and financial innovation," Economic Theory, Springer, vol. 26(3), pages 559-587, October

Baldwin R, and Di Nino V,, “Euros and Zeros: The Common Currency Effect on Trade in New Goods”, CERP Discussion Paper, No, 5973, 2006

Baldwin R,, “The Euro’s Trade Effect”, ECB Working Paper, No, 594, 2006

Daniel Gros,(2012) , The decline and fall of the euro?, pp 1-2

Davide Furceri and Georgios Karras,(2005), Business Cycle Synchronization in the EMU, pp. 1-31

Davide Furceri,(2007) , From Currency Unions to a World Currency: A Possibility?, pp 1-16

Eichengreen, B. (2009) “The Crisis and the Euro”, working paper, Elcano Royal Institute, Madrid, Spain

Elias Soukiazis, Pedro André Cerqueira and Micaela Antunes,(2012) , Causes of the Decline of Economic Growth in Italy and the Responsibility of EURO. A Balance-of-Payments Approach, pp 1-12

European Commission (2006), “The Eurozone, 5 years after the introduction of euro coins and banknotes”, Flash Eurobarometer 193”, September

G. Fagan, V. Gaspar, “Adjusting to the Euro”, ECB Working Paper, No 716, January 2007

Gros, D. and T. Mayer (2010) “Financial Stability beyond Greece: Making the most out of the European Stabilisation Mechanism”, Vox, 11 May, 2010

João Rebelo Barbosa,(2011),The Euro Area Ten Years after Its Creation: (Divergent) Competitiveness and the Optimum Currency Area Theory, pp 605-659

Lieven Baele, Annalisa Ferrando, Peter Hördahl, Elizaveta Krylova and Cyril Monnet,(2004) , MEASURING FINANCIAL INTEGRATION IN THE EURO AREA, pp 1-98

Peter B. Kenen and Ellen E. Meade,(2003) , EU Accession and the Euro: Close Together or Far Apart?, International Economics Policy Briefs, pp 1-19

Roxana Paraschiv,(2011) , EURO UNDER CROSSFIRE. WILL THE EUROPEAN MONETARY UNION SURVIVE?, pp. 118-164

Stefan Gerlach, Lars E.O Svensson ,(2003), Money and inflation in the euro area: A case for monetary indicators? Original Research Article Journal of Monetary Economics, Volume 50, Issue 8, Pages 1649-1672

Ελληνική[επεξεργασία]

Γιαννίτσης Τ., (2005), Η Ελλάδα και το μέλλον. Πραγματισμός και ψευδαισθήσεις, Αθήνα: Πόλις

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2006), «Ευρωβαρόμετρο, Κοινή γνώμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Εθνική ανάλυση, Ελλάδα», Flash Eurobarometer 179”, Απρίλιος

Λευτέρης Τσουλφίδης,(2010), «Οικονομική Ιστορία της Ελλάδας», Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Πατσαλιά, Γιαννούλα,(2011) , Η εμπειρική μελέτη των θεωρημάτων του Malkiel στην ελληνική αγορά ομολόγων.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[επεξεργασία]