Θέματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας για Ακαδημαϊκά και Ερευνητικά Ιδρύματα

Από Βικιβιβλία
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Περιεχόμενα

Γενικό Μέρος[επεξεργασία]

Τι είναι Πνευματική Ιδιοκτησία[επεξεργασία]

Σκοπός του κεφαλαίου αυτού είναι να παρουσιαστούν τα βασικά γνωρίσματα της Πνευματικής Ιδιοκτησίας τόσο ως κλάδου Δικαίου, όσο και ως εργαλείου που χρησιμοποιείται από ένα ευρύτατο φάσμα προσώπων, φυσικών και νομικών, που τοποθετούνται στο σύνολο του φάσματος της δημιουργικής δραστηριότητας: από συγγραφείς, εκτελεστές καλλιτέχνες και παραγωγούς, μέχρι μαθητές, βιβλιοθήκες, καθηγητές και προγραμματιστές.

Αναλυτικότερα, βοηθά τον αναγνώστη:

  • Να διακρίνει την πνευματική ιδιοκτησία από άλλες ομοειδείς άλλα όχι ταυτόσημες κατηγορίες δικαιωμάτων (π.χ. βιομηχανική ιδιοκτησία) ή από άλλα συναφή αλλά όχι ταυτιζόμενα δικαιώματα (π.χ. συγγενικά δικαιώματα ή το ιδιόρρυθμο δικαίωμα του δημιουργού βάσεων δεδομένων).
  • Να κατανοήσει το αιτιολογικό της ύπαρξης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας από την άποψη της οικονομικής λειτουργίας του δικαιώματος
  • Να κατανοήσει το αιτιολογικό της ύπαρξης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας από την άποψη της σύνδεσης του δημιουργού με το έργο πνευματικής ιδιοκτησίας.

Πνευματική Ιδιοκτησία και Διανοητική Ιδιοκτησία (είναι το Copyright το ίδιο με την Πατέντα;)[επεξεργασία]

Η πνευματική ιδιοκτησία αποτελεί είδος δικαιώματος επί αΰλων αγαθών, εδώ έργων της διανοίας, και ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία των δικαιωμάτων που προστατεύουν τα έργα της ανθρωπίνης διάνοιας και είναι γενικότερα γνωστά με τον τίτλο Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας. Η πνευματική ιδιοκτησία, που πλέον ουσιαστικά ταυτίζεται με αυτό που στο Αγγλοαμερικανικό δίκαιο ονομάζεται Copyright, δίδει ένα περιορισμένο στο χρόνο, αλλά απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα στο δημιουργό έργων του πνεύματος, όπως αυτά ορίζονται στο νόμο, να ασκεί μία σειρά από εξουσίες, οικονομικής και ηθικής φύσεως.

Για να καταλάβουμε για ποιο λόγο η Πνευματική Ιδιοκτησία είναι δικαίωμα διαφορετικής φύσης σε σχέση με τα δικαιώματα Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, όπως το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και το σήμα, θα πρέπει να δώσουμε έμφαση στο αντικείμενο της έννομης προστασίας που παρέχεται με καθένα από τα τρία αυτά είδη δικαιωμάτων: Με το δικαίωμα Πνευματικής Ιδιοκτησίας προστατεύεται η πρωτότυπη συνεισφορά του δημιουργού που οδηγεί στη δημιουργία ενός συγκεκριμένου έργου του πνεύματος. Η προστασία έγκειται στην απαγόρευση των περισσοτέρων χρήσεων του έργου (ιδίως αναπαραγωγή, διάθεση και διασκευή αυτού). Ιστορικά, το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας προσφέρει προστασία για έργα που ενέχουν στοιχεία δημιουργικότητας και πρωτοτυπίας και όχι για έργα που έχουν βιομηχανικό χαρακτήρα, μολονότι με την εισαγωγή έργων όπως τα προγράμματα Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και οι Βάσεις Δεδομένων έχουμε μία λειτουργική μετατόπιση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και προς πιο χρηστικά αντικείμενα. Με το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας προστατεύεται μία καινοτομική εφεύρεση ή διαδικασία παραγωγής. Αυτό που προστατεύεται εδώ είναι η καινοτομικότητα και όχι η πρωτοτυπία. Επίσης, όπως προκύπτει από τις υποχρεώσεις περιγραφής της εφεύρεσης και δημοσιότητας που αποτελούν την καρδιά του συστήματος προστασίας της ευρεσιτεχνίας, σκοπός της αδειοδότησης είναι όχι ο περιορισμός της χρήσης μιας συγκεκριμένης εφεύρεσης όσο ο περιορισμός της κατασκευής αυτής. Για παράδειγμα, με το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας επί μιας μηχανής δεν περιορίζεται η δυνατότητα χρήσης αυτής αλλά η δυνατότητα αντιγραφής της κατασκευής της. Το σύστημα προστασίας του σήματος διασφαλίζει και προστατεύει την ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα σε ένα προϊόν ή μια υπηρεσία και σε ένα συγκεκριμένο διακριτικό γνώρισμα. Εδώ, αντικείμενο προστασίας δεν είναι η αντιγραφή του λογότυπου του σήματος όσο η σύνδεση του με ένα συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία. Το ίδιο το σήμα ή ο τίτλος (πιο δύσκολα) μπορούν να αποτελούν αυτόνομα αντικείμενο προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας ως έργων των εικαστικών τεχνών και έργο λόγου αντίστοιχα.

Τρεις κατηγορίες δικαιωμάτων: (δικαίωμα του δημιουργού, συγγενικά δικαιώματα, ιδιόρρυθμο δικαίωμα του κατασκευαστή βάσης δεδομένων)[επεξεργασία]

Μια εξίσου σημαντική διαφοροποίηση είναι αυτή ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες δικαιωμάτων, δηλαδή το δικαίωμα του δημιουργού, τα συγγενικά δικαιώματα και το ιδιόρρυθμο δικαίωμα του δημιουργού βάσεων δεδομένων.

(α) Δικαίωμα του Δημιουργού: Αποτελεί τον πυρήνα του δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Ανήκει στο δημιουργό του πρωτοτύπου έργου του πνεύματος και απαρτίζεται από τη δέσμη των οικονομικών και ηθικών εξουσιών που αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια του παρόντος.

(β) Συγγενικό Δικαίωμα Πρόκειται για το δικαιώματα τα οποία ενώ σχετίζονται με τα έργα της πνευματικής ιδιοκτησίας και μάλιστα είναι κρίσιμα για τη διάδοση και αναπαραγωγή των προστατευόμενων με το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας έργα, κατά το νομοθέτη στερούνται τα κρίσιμα στοιχεία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Για το λόγο αυτό τους παρέχεται προστασία, αλλά αυτή είναι περιορισμένη σε σχέση με την προστασία που παίρνουν οι δημιουργοί των έργων του πνεύματος που προστατεύονται από το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Μπορούμε συνολικά να δούμε τρεις κατηγορίες συγγενικών δικαιωμάτων:

Α. Συγγενικά δικαιώματα που αποκτούν οι ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες που ερμηνεύουν ή με οποιονδήποτε τρόπο εκτελούν τα έργα του πνεύματος. Ο νόμος αναφέρει ενδεικτικά αλλά όχι αποκλειστικά τις ακόλουθες κατηγορίες:

  • Ηθοποιοί
  • Μουσικοί
  • Τραγουδιστές
  • Χορωδοί
  • Χορευτές
  • Καλλιτέχνες του Κουκλοθεάτρου
  • Καλλιτέχνες του θεάτρου σκιών
  • Καλλιτέχνες θεάματος ποικιλιών (βαριετέ)
  • Καλλιτέχνες ιπποδρόμου (τσίρκου)

Β. Συγγενικά Δικαιώματα που αποκτούν οι παραγωγοί. Έχουμε δύο κατηγορίες εδώ:

Β1: Παραγωγοί φωνογραφημάτων ή παραγωγοί υλικών φορέων ήχου.

Β2: Παραγωγοί οπτικοακουστικών έργων ή παραγωγοί υλικών φορέων ήχου και εικόνας

Γ. Συγγενικά Δικαιώματα που αποκτούν Ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί

Δ. Συγγενικά Δικαιώματα που αποκτούν οι Εκδότες εντύπων (για τη στοιχειοθεσία και σελιδοποίηση των έργων που έχουν εκδόσει)

Όλοι οι τύποι συγγενικών δικαιωμάτων είναι ανεξάρτητοι και δεν επηρεάζουν την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Πρόκειται δηλαδή για δικαιώματα που υπάρχουν παράλληλα και κάποιες φορές σωρευτικά σε ένα δημιούργημα.

(γ) Ιδιόρρυθμο δικαίωμα του κατασκευαστή βάσεων δεδομένων Πρόκειται για ιδιόρρυθμο (sui generis) δικαίωμα που προσιδιάζει περισσότερο στα συγγενικά δικαιώματα παρά στο δικαίωμα του δημιουργού, υπό την έννοια ότι αποτελεί δικαίωμα που αποδίδεται στον κατασκευαστή της βάσης δεδομένων, δηλαδή, στο πρόσωπο που λαμβάνει την πρωτοβουλία και επωμίζεται τον κίνδυνο των επενδύσεων για την κατασκευή μιας βάσης δεδομένων. Τα στοιχεία που διαφοροποιούν το ιδιόρρυθμο δικαίωμα του κατασκευαστή σε σχέση με το κατεξοχήν δικαίωμα του δημιουργού σε μια πρωτότυπη βάση δεδομένων αφορούν τόσο τη φύση των ενεργειών που πραγματοποιεί ο κατασκευαστής όσο και το ύψος της πρωτοτυπίας που απαιτείται για την προστασία των σχετικών βάσεων. Στην περίπτωση του ιδιόρρυθμου δικαιώματος η έμφαση βρίσκεται στον επιχειρηματικό κίνδυνο και την επένδυση που κάνει ο κατασκευαστής και όχι στην πρωτοτυπία της βάσης που είναι τελικά αδιάφορη. Αντίστοιχα, μιλάμε για κατασκευαστή και όχι για δημιουργό. Ο κατασκευαστής θα πρέπει να διαφοροποιείται από τον απλό εργολάβο, ο οποίος δεν αναλαμβάνει κάποιον επιχειρηματικό κίνδυνο ούτε πρωτοβουλία, αλλά λειτουργεί για λογαριασμό του κατασκευαστή.

Η οικονομική βάση της Πνευματικής Ιδιοκτησίας[επεξεργασία]

Πίσω από την κλασσική θεωρία της πνευματικής ιδιοκτησίας, βρίσκεται μία θεωρία κινήτρων. Η κεντρική ιδέα της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ότι πρόκειται για ένα περιορισμένο στο χρόνο μονοπώλιο το οποίο παρέχεται στο δημιουργό προκειμένου να του δίδεται κίνητρο να παράγει την πνευματική δημιουργία. Το κίνητρο μπορεί να έγκειται τόσο στην παροχή οικονομικών απολαβών όσο και στην ηθική αναγνώριση του ιδιαίτερου δεσμού του δημιουργού με το έργο. Η πρώτη αιτιολογία αποτελεί τη βάση για την παροχή των οικονομικών δικαιωμάτων, ενώ η δεύτερη, τη βάση για την παροχή των ηθικών δικαιωμάτων στο δημιουργό.

Ο λόγος για τον οποίο είναι απαραίτητο να δίδεται ένα τέτοιο δικαίωμα στο δημιουργό είναι η φύση των πνευματικών δημιουργημάτων και η εξέλιξή τους μέσα στο χρόνο. Καθώς το κόστος των τεχνολογιών αναπαραγωγής μειώνεται ιστορικά, δημιουργείται η ανάγκη για τη δημιουργία ολοένα και ισχυρότερων δικαιωμάτων των δικαιούχων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων καθώς και μηχανισμών με τους οποίους αυτά μπορούν να επιβληθούν. Αυτό είναι φανερό από τις νομοθετικές αλλαγές που έχουν λάβει χώρα σε εθνικό και διεθνές επίπεδο με ιδιαίτερη έμφαση τα τελευταία 30 χρόνια, ειδικά μετά την έλευση της χαμηλού κόστους φωτοτυπικής αναπαραγωγής αρχικά, ψηφιακής αναπαραγωγής στη συνέχεια και αποκεντρωμένων ψηφιακών δικτύων πλέον σήμερα.

Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η πνευματική ιδιοκτησία ως έχει αυτή τη στιγμή δεν αποτελεί δίκαιο του δημιουργού αλλά δίκαιο των δικαιούχων της πνευματικής ιδιοκτησίας. Με δεδομένο ότι η πνευματική δημιουργία σπανίως πλέον πραγματοποιείται από μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά γίνεται συνήθως στο πλαίσιο κάποιας οργανωμένης διαδικασίας παραγωγής, είναι λογικό να μεταβιβάζεται είτε με συμβάσεις , είτε με άδειες εκμετάλλευσης, είτε με νομοθετικές διατάξεις που επιτρέπουν την εκχώρηση του περιουσιακού δικαιώματαος είτε την ανάθεση της εκμετάλλευσης του έργου ή μέρους των οικονομικών δικαιωμάτων στα νομικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για την οργάνωση της παραγωγής και την συλλογή των συνεισφορών. Επιπλέον, επειδή ο μεμονωμένος δημιουργός δεν είναι σε θέση να συλλέγει το αντίτιμο από τη χρήση των έργων του σε μαζικό επίπεδο, αλλά ούτε είναι δυνατόν στον επαγγελματία χρήστη που κάνει χρήση πολλαπλών έργων να συλλέγει τα δικαιώματα ο ίδιος, η νομοθεσία για την πνευματική ιδιοκτησία έχει δημιουργήσει το θεσμό της συλλογικής διαχείρισης που επιτρέπει να γίνονται αυτές οι συναλλαγές με αρκετά αυτοματοποιημένο και συλλογικό τρόπο.

Κατ' αυτόν τον τρόπο η πνευματική ιδιοκτησία ήταν μέχρι σήμερα ένα δίκαιο των δικαιούχων, τόσο παραγωγών όσο και οργανισμών συλλογικής διαχείρισης ,εξαιτίας της οικονομικής φύσης της οργάνωσης της παραγωγής αλλά και της κατανάλωσης της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Η περίπτωση της ρύθμισης των βάσεων δεδομένων είναι δηλωτική αυτών των χαρακτηριστικών. Η έμφαση εδώ δεν είναι στη δημιουργική συνεισφορά, αλλά στην επένδυση σε χρόνο και χρήμα καθώς και η ανάληψη του επιχειρηματικού κινδύνου από τον παραγωγό της βάσης δεδομένων.

Αυτό το μοντέλο βρίσκεται σήμερα υπό μία πολύ έντονη αμφισβήτηση. Κάτι τέτοιο συμβαίνει επειδή το οικονομικό μοντέλο της πνευματικής ιδιοκτησίας έχει αλλάξει ριζικά ως αποτέλεσμα των τεχνολογικών αλλαγών που δημιουργούν σε πολύ θεμελιακό επίπεδο διαφορετικές συνθήκες παραγωγής της πνευματικής δημιουργίας. Ειδικότερα, το υπάρχον μοντέλο της πνευματικής ιδιοκτησίας αμφισβητείται τόσο στο επίπεδο των κινήτρων, όσο και σε αυτό της οργάνωσης της παραγωγής και της συλλογής των δικαιωμάτων.

Σε επίπεδο κινήτρων και τρόπων παραγωγής, σε διαδικτυακά περιβάλλοντα και σε σχέση με αγαθά τα οποία έχουν αρθρωτό χαρακτήρα, ή μπορούν δυνητικά να δομηθούν ως τέτοια, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετά κίνητρα προκειμένου να πραγματοποιηθεί η παραγωγή αλλά ότι πρέπει να μειωθούν τα εμπόδια για την παραγωγή πνευματικών έργων που έτσι κι αλλιώς θα παράγονταν. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, απαιτούνται νομικά εργαλεία που δεν αποκλείουν, αλλά ενισχύουν την πρόσβαση και τη χρήση του υλικού. Τέτοια εργαλεία είναι οι ανοικτές άδειες, ιδίως οι άδειες Creative Commons, που ως τυποποιημένα εργαλεία επιτρέπουν την περαιτέρω χρήση των έργων του πνεύματος. Επιπλέον, δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στα δημιουργήματα του πνεύματος που είναι εκτός ιδιοκτησιακού καθεστώτος και συναρτούν αυτό που ονομάζουμε κοινό κτήμα, όπως επίσης και τα πνευματικά έργα που ενώ αποτελούν το αντικείμενο πνευματικών δικαιωμάτων ορισμένες χρήσεις τους εξαιρούνται από την πνευματική ιδιοκτησία. Αντίστοιχα, σε επίπεδο συλλογής των σχετικών δικαιωμάτων, αποκεντρωμένα ψηφιακά συστήματα και υπηρεσίες καθιστούν αυτή τη συλλογή δυνατή και με τρόπους πέραν των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Η Πνευματική Ιδιοκτησία και άλλα ρυθμιστικά πλαίσια της πληροφορίας[επεξεργασία]

Η κατανόηση του διαρκώς εξελισσόμενου περιβάλλοντος της παραγωγής και διάθεσης της πληροφορίας οδήγησε σταδιακά στην ανάπτυξη ρυθμιστικών πλαισίων πέραν της πνευματικής ιδιοκτησίας που υπάρχουν παράλληλα με αυτήν και ρυθμίζουν διαφορετικές πλευρές του ίδιου πληροφοριακού αντικειμένου. Έτσι, ενώ στην περίπτωση της πνευματικής ιδιοκτησίας ο βασικός στόχος είναι η δημιουργία ενός περιορισμένου στο χρόνο και με συγκεκριμένες προϋποθέσεις μονοπωλίου το οποίο δίνει στο δημιουργό το απαραίτητο κίνητρο για να παράξει τα έργα πνευματικής δημιουργίας σε άλλους τομείς η ρύθμιση έχει τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά.

Η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση ίσως είναι το σύνολο της νομοθεσίας για τη δημόσια πληροφορία, όπως αυτή καθορίζεται από το Ν. 3448/2006 για την περαιτέρω χρήση δημόσιας πληροφορίας, τον 3882/2010 για τη γεωχωρική πληροφορία και το Ν. 3979/2011 για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Το νομοθετικό πλαίσιο που δημιουργείται ως αποτέλεσμα των ανωτέρω διατάξεων επιδιώκει όχι τη δημιουργία σπάνης, όπως ο Ν. 2121/1993, αλλά τη βελτίωση, αύξηση και εμβάθυνση της πρόσβασης στην πληροφορία που μπορεί να αποτελεί και προστατευόμενο από το Ν. 2121/1993 περιεχόμενο. Οι λόγοι για τη διαφοροποιημένη αυτή ρυθμιστική παρέμβαση στηρίζονται σε μια σειρά από διαφορετικές οικονομικές παραδοχές και στόχους πολιτικής. Ειδικότερα:

  • η θεωρία των κινήτρων ως του βασικού μηχανισμού πίσω από τη ρύθμιση της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση φορέων που λειτουργούν στα πλαίσια παροχής δημόσιας υπηρεσίας ή εκτέλεσης της δημόσιας αποστολής τους. Αυτό συμβαίνει, όχι μόνο επειδή το σχετικό περιεχόμενο πρέπει να είναι διαθέσιμο χωρίς περιορισμούς προκειμένου να επιτελεί τη δημόσια αποστολή του ο φορέας, αλλά κι επειδή το κόστος για το συγκεκριμένο περιεχόμενο έχει ήδη καταβληθεί μέσα από τη δημόσια φορολογία ή με άλλη δημόσια χρηματοδότηση.
  • η θεωρία πίσω από τη νομοθεσία για την περαιτέρω χρήση της δημόσιας πληροφορίας βασίζεται στη δημιουργία θετικών εξωτερικοτήτων αναφορικά με το τι μπορεί να παραχθεί από δημόσια διαθέσιμη πληροφορία. Κατά συνέπεια, ο στόχος είναι να μεγιστοποιηθεί και όχι να περιοριστεί η πρόσβαση στην πληροφορία.
  • ειδικότερα η νομοθεσία σε σχέση με τη γεωχωρική πληροφορία δίνει μεγάλη έμφαση και στην παροχή πρόσβασης στην πληροφορία στο σύνολο του δημοσίου τομέα εν γένει. Εδώ οι ρυθμιστικοί στόχοι δεν είναι αντίθετοι αλλά διαφορετικοί σε σχέση με την κλασσική ρύθμιση της πνευματικής ιδιοκτησίας και άρα τα δύο ρυθμιστικά πλαίσια μπορούν να συνυπάρχουν παράλληλα.

Διαφορετική είναι η περίπτωση της ρύθμισης που αφορά σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Εδώ, ο στόχος είναι ο περιορισμός της επεξεργασίας της πληροφορίας που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όχι στο πλαίσιο ενός περιουσιακού δικαιώματος, αλλά ενός δικαιώματος που σχετίζεται με το πρόσωπο του υποκειμένου επεξεργασίας των σχετικών δεδομένων. Η διαφοροποίηση τόσο του χαρακτήρα της ρύθμισης, όσο και της φύσης του δικαιώματος αλλά και των δικαιούχων της προστασίας, δημιουργεί συχνά ένα ζήτημα διαχείρισης των διαφορετικών τύπων ρύθμισης που μπορεί να καλύπτουν το ίδιο πληροφοριακό αντικείμενο. Το ανωτέρω πρόβλημα εμφανίζεται κυρίως σε σχέση με βάσεις δεδομένων, όπου το υποκείμενο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να είναι το πρόσωπο το οποίο αναφέρεται η βάση ενώ ο δικαιούχος ο κατασκευαστής της. Στην περίπτωση αυτή το πρόβλημα έγκειται στο ότι για την εκκαθάριση της βάσης θα πρέπει να αναζητηθούν άδειες από διαφορετικά πρόσωπα και σε διαφορετικά χρονικά σημεία και άρα ενδέχεται να μην είναι εύκολο να αποκτηθούν στο στάδιο αναζήτησής τους.

Δικαίωμα του Δημιουργού ή Copyright;[επεξεργασία]

Μολονότι το δικαίωμα του δημιουργού (droit d'auteur) και το copyright συχνά χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημα, έχουν διαφορετικές ιστορικές καταβολές και έμφαση στο αντικείμενο της ρύθμισής τους. Το δικαίωμα του δημιουργού από το οποίο έλκει την καταγωγή της η Ελληνική νομοθεσία δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην προσωπικότητα του δημιουργού και θεωρεί ως αιτιολογικό της ύπαρξης του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας την ανάγκη να προστατευτεί. Ειδικότερα, θεωρεί το πνευματική δημιούργημα αποτύπωμα της προσωπικότητας του δημιουργού και ως τέτοιο προστατευόμενο δικαίωμα. Αντίθετα το copyright έχει περισσότερο λειτουργικούς στόχους και συνιστά αποτέλεσμα μιας πιο χρηστικής-οικονομικής λογικής: πρόκειται για το περιορισμένο στο χρόνο μονοπώλιο το οποίο αποδίδεται σε κάποιο πρόσωπο προκειμένου να έχει το κίνητρο να δημιουργήσει. Κατά συνέπεια στις δικαιοδοσίες που εμφανίζεται το δικαίωμα του δημιουργού η έμφαση είναι περισσότερο στο ηθικό δικαίωμα και στο σχετικά υψηλό επίπεδο πρωτοτυπίας που είναι απαραίτητο προκειμένου να προστατεύεται ένα έργο, ενώ στις δικαιοδοσίες που έχουν επηρεαστεί από το copyright, η έμφαση είναι στην οικονομική εκμετάλλευση του δικαιώματος και το επίπεδο πρωτοτυπίας που απαιτείται για την προστασία ενός έργου έχει να κάνει περισσότερο με την επένδυση σε χρόνο και χρήμα καθώς και την ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου, παρά με το ύψος της δημιουργικής συνεισφοράς. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες εξαιτίας της εναρμόνισης που έχει επιφέρει η Κοινοτική νομοθεσία, τις διεθνείς συνθήκες αλλά και την παγκοσμιοποίηση των συναλλαγών που αφορούν την πνευματική ιδιοκτησία οι δύο σχολές προστασίας έχουν φτάσει να είναι σχεδόν ταυτόσημες.

Τι προστατεύεται με Πνευματική Ιδιοκτησία;[επεξεργασία]

Η έννοια του Έργου στην Πνευματική Ιδιοκτησία[επεξεργασία]

Για να αποτελεί ένα προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας θα πρέπει να είναι έργο, δηλαδή ένα πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης και το οποίο θα πρέπει να εκφράζεται με κάποια μορφή. Κατά συνέπεια θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:

(α) να υπάρχει ένα προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας, αυτό σημαίνει ότι έργα τα οποία είναι απλώς έκφραση νόμων της φύσεως ή δεν έχουν δημιουργηθεί από κάποιο φυσικό πρόσωπο δεν είναι δεκτικά προστασίας.

(β) να είναι πρωτότυπο: η πρωτοτυπία δεν πρέπει να ταυτίζεται με την καινοτομία. Η Ελληνική νομοθεσία και θεωρία δίνει στην πρωτοτυπία τα εξής χαρακτηριστικά:

  • θα πρέπει να μην είναι αντίγραφο άλλου έργου
  • θα πρέπει να έχει στοιχεία στατιστικής μοναδικότητας, δηλαδή, εάν ήταν να δημιουργηθεί κάτω από τις ίδιες συνθήκες από ένα άλλο πρόσωπο δε θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα
  • θα πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο δημιουργικό ύψος

(γ) να έχει εκφραστεί με κάποια μορφή: αυτό θα πει ότι δεν προστατεύεται η ιδέα, αλλά η έκφραση αυτής. Η έκφραση έχει ως επί το πλείστον να κάνει με την αποτύπωση με συγκεκριμένο τρόπο μιας γενικότερης ιδέας.

Ο συνδυασμός των κριτηρίων (α) και (γ) εξηγεί τη διάταξη του αρ.2(5) του Ν.2121/1993 σύμφωνα με την οποία δεν προστατεύονται οι ειδήσεις και τα απλά γεγονότα ή στοιχεία. Ο νόμος (αρ. 2 Ν. 2121/1993) δίνει μια ενδεικτική απαρίθμηση των προϊόντων της ανθρώπινης διάνοιας που μπορεί να θεωρηθούν ως έργα, αλλά η απαρίθμηση δεν είναι αποκλειστική.

Ποια είναι τα όρια της Πνευματικής Ιδιοκτησίας[επεξεργασία]

Χρονικά Όρια[επεξεργασία]

Ο γενικός κανόνας σε σχέση με τη διάρκεια προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο χρόνος ζωής του δημιουργού συν 70 χρόνια. Το διάστημα των 70 ετών ξεκινάει από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται από το χρόνο θανάτου του δημιουργού (αρ. 29(1)).

Στην περίπτωση έργων συνεργασίας, ο χρόνος υπολογισμού της διάρκειας προστασίας του έργου γίνεται βάσει του χρόνου θανάτου του τελευταίου επιζώντος δημιουργού (αρ. 30).

Στην περίπτωση ενός οπτικοακουστικού έργου, ο χρόνος υπολογισμού της διάρκειας προστασίας του έργου γίνεται βάσει του χρόνου θανάτου του τελευταίου επιζώντος από τους σκηνοθέτη, του συγγραφέα διαλόγων και του συνθέτη μουσικής που γράφτηκε ειδικά για να χρησιμοποιηθεί στο οπτικοακουστικό έργο. (αρ. 31(3)).

Σε σχέση με τα συγγενικά δικαιώματα: (α) Οι ερμηνευτές/ εκτελεστές καλλιτέχνες προστατεύονται:

  • για 70 χρόνια από την ημερομηνία ερμηνείας ή εκτέλεσης
  • εκτός αν
    • [Ι] γίνει νόμιμη δημοσίευση ή παρουσίαση στο κοινό της υλικής ενσωμάτωσης της ερμηνείας ή της εκτέλεσης, οπότε ο χρόνος των 70 ετών ξεκινάει από το χρόνο της δημοσίευσης ή παρουσίασης
    • [ΙΙ] ο καλλιτέχνης ζήσει περισσότερο από το διάστημα αυτό, οπότε η διάρκεια είναι αυτή της ζωής του καλλιτέχνη

(β) Οι παραγωγοί φωνογραφημάτων προστατεύονται:

  • για 70 χρόνια μετά την ημερομηνία της υλικής ενσωμάτωσης
  • εκτός αν
    • το φωνογράφημα έχει δημοσιευθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία, οπότε ο χρόνος των 70 ετών ξεκινάει από την ημερομηνία δημοσίευσης αυτήν
    • αν δεν έχει δημοσιευτεί νομίμως αλλά έχει παρουσιαστεί στο κοινό η ημερομηνία ξεκινάει από το χρόνο παρουσίασης στο κοινό, εκτός αν η παρουσίαση αυτή έγινε μετά το διάστημα των 70 ετών από την υλική ενσωμάτωση, οπότε δεν προστατεύεται.

(γ) Οι παραγωγοί οπτικοακουστικών έργων προστατεύονται:

  • για 70 χρόνια μετά την ημερομηνία της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης
  • εκτός αν
    • το έργο έχει δημοσιευθεί η παρουσιαστεί στο κοινό νομίμως, οπότε ο χρόνος των 70 ετών ξεκινάει από το χρόνο αυτό

(δ) οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί προστατεύονται:

  • για 70 χρόνια μετά την πρώτη μετάδοση της εκπομπής, ανεξαρτήτως του μέσου με τον οποίο μεταδόθηκε αυτή

(ε) οι εκδότες προστατεύονται:

  • για 70 χρόνια μετά την τελευταία έκδοση του έργου

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις ο χρόνος υπολογισμού ξεκινάει από την 1η Ιανούριου της επόμενης χρονιάς από την οποία συνέβη το γεγονός.

Πως ρυθμίζεται η σχέση μεταξύ πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων[επεξεργασία]

Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και τα συγγενικά δικαιώματα υπάρχουν παράλληλα μεταξύ τους, χωρίς η μία δέσμη δικαιωμάτων να επηρεάζει την άλλη ανεξάρτητα του ποιος είναι ο δικαιούχος. Αυτό σημαίνει ότι τόσο η άσκησή τους όσο και η διάρκειά τους είναι ανεξάρτητη.

Έργα Εκτός Πνευματικής Ιδιοκτησίας[επεξεργασία]

Τα έργα τα οποία δεν προστατεύονται εξορισμού από το νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία περιλαμβάνουν κυρίως (αρ.2(5)):

  • (α) επίσημα κείμενα στα οποία εκφράζεται πολιτειακή αρμοδιότητα
  • (β) νομοθετικά, δικαστικά ή διοικητικά κείμενα
  • (γ) εκφράσεις της λαϊκής παράδοσης
  • (δ) ειδήσεις
  • (ε) απλά γεγονότα
  • (στ) στοιχεία

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η προστασία που παρέχεται από το νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία είναι ανεξάρτητη:

  • από την αξία και προορισμό του έργου
  • από το ότι το έργο ενδεχομένως προστατεύεται από άλλες διατάξεις

Εξαιρέσεις και περιορισμοί του Δικαιώματος[επεξεργασία]

Προκειμένου να είναι δυνατή η πραγματοποίηση μιας σειράς από πράξεις που ο νομοθέτης έκρινε κοινωνικά και οικονομικά σημαντικές, ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία επιτρέπει την τέλεσή τους χωρίς την άδεια του δικαιούχου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εάν θέλω να χρησιμοποιήσω υλικό το οποίο ανήκει σε τρίτον και συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος στο κεφάλαιο των περιορισμών του δικαιώματος, τότε δε χρειάζεται να ζητήσω την άδεια του δικαιούχου των δικαιωμάτων. Οι Περιορισμοί του δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας, μερικές φορές ονομάζονται και εξαιρέσεις του δικαιώματος, ενώ σε άλλα συστήματα προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, αντιστοιχούν στο fair use (HΠΑ) ή στο fair dealing (Ηνωμένο Βασίλειο).

Οι Περιορισμοί αναφέρονται στο περιουσιακό δικαίωμα και ουσιαστικά επιτρέπουν τη χωρίς καταβολή κάποιου τέλους χρήση του έργου, εφόσον τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του νόμου. Το ηθικό δικαίωμα του δημιουργού παραμένει ανεπηρέαστο από την εφαρμογή των Περιορισμών. Οι Περιορισμοί του περιουσιακού δικαιώματος αναλύονται στο τέταρτο κεφάλαιο του Ν. 2121/1993, στα άρθρα 18 έως 28Γ.

Το αρ. 28Γ παρέχει τη γενική αρχή που πρέπει να χρησιμοποιείται στην ερμηνεία των Περιορισμών. Σύμφωνα με τη γενική αυτή ρήτρα οι περιορισμοί αυτοί:

  • (α) πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις
  • (β) οι περιπτώσεις αυτές δεν πρέπει να αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου
  • (γ) δεν πρέπει να θίγουν αδικαιολόγητα τα συμφέροντα του δικαιούχου

Η γενική ρήτρα αυτή είναι γνωστή και ως κανόνας των τριών σταδίων. Ο κατάλογος των περιορισμών που αναφέρονται στα άρθρα 18 έως 28Γ είναι εξαντλητικός. Εάν η πράξη την οποία τελώ δεν εντάσσεται σε κάποιον από αυτούς τους περιορισμούς, τότε θα πρέπει να ζητήσω την άδεια του δικαιούχου του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.

Επίπεδα Ρύθμισης[επεξεργασία]

Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι το παρόν σύστημα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν ανταποκρίνεται απαραίτητα στις ανάγκες της αγοράς και στον τρόπο παραγωγής των προϊόντων της διάνοιας σε ένα διαδικτυακό περιβάλλον ή ακόμη κι αν δεν συμβάλλει πραγματικά σε μια εθνική πολιτική πνευματικής ιδιοκτησίας, ιδίως με δεδομένο ότι η Ελλάδα έχει ένα αρνητικό ισοζύγιο πνευματικής ιδιοκτησίας, ο Έλληνας νομοθέτης δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει τελείως αυτόνομα. Η δράση του εθνικού νομοθέτη εντάσσεται σε και περιορίζεται από το Ευρωπαϊκό κεκτημένο, την Κοινοτική δηλαδή νομοθεσία που αφορά την πνευματική ιδιοκτησία. Επιπλέον, ο Έλληνας νομοθέτης περιορίζεται και από τις διεθνείς συνθήκες τις οποίες έχει υπογράψει η Ελλάδα σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ιδίως η συνθήκες της Βέρνης και της Ρώμης, οι συνθήκες WIPO και η συνθήκη TRIPS, και οι οποίες, δυνάμει του αρ. 28 του Συντάγματος, αποτελούν πλέον τμήμα της Ελληνικής έννομης τάξης.

Εισαγωγή στις Ανοικτές Άδειες[επεξεργασία]

Εξαιτίας της αλλαγής του μοντέλου παραγωγής προϊόντων της διάνοιας, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο μέρος του παρόντος εγχειριδίου, ήταν απαραίτητο να δημιουργηθούν ρυθμιστικές δομές οι οποίες να μπορούν να υποστηρίξουν το νέο αυτό μοντέλο οργάνωσης και παραγωγής. Με δεδομένες τις δυσκολίες στην αλλαγή του θεσμικού πλαισίου, το μοντέλο αυτό εμφανίστηκε στο πιο ευέλικτο επίπεδο της ρύθμισης, αυτό των συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μελών. Οι ανοικτές άδειες αποτελούν μορφή αδειών εκμετάλλευσης του αρ. 13 του Ν.2121/1993, πρόκειται δηλαδή για ένα κείμενο που στηρίζεται στη συμβατική ελευθερία των μερών και με το οποίο ο δικαιούχος παρέχει στο χρήστη της ανοικτής άδειας μία σειρά από άδειες ή ελευθερίες να πραγματοποιεί πράξεις που διαφορετικά θα ήταν απαγορευμένες. Οι ανοικτές άδειες ακολουθούν, άρα, τη φόρμα των κλασσικών αδειών εκμετάλλευσης, αλλά επιτρέπουν στον τελικό χρήστη πολύ περισσότερες ελευθερίες από ό,τι μια κλασσική άδεια εκμετάλλευσης. Ως ανοικτές, σύμφωνα με τον ορισμό του Ιδρύματος Ανοικτής Γνώσης, ορίζονται οι άδειες οι οποίες δεν περιορίζουν τη χρήση του έργου σε τίποτε άλλο παρά μόνο ως προς την αναφορά στο δημιουργό και, ενδεχομένως, στην περαιτέρω διάθεση του περιεχομένου με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Τέλος, οι ανοικτές άδειες έχουν το χαρακτηριστικό ότι είναι τυποποιημένες και δημόσια διαθέσιμες, ώστε ο αδειοδότης να μπορείς να τις βρει (π.χ. από το διαδικτυακό τύπο των www.creativecommons.org) και στη συνέχεια να αδειοδοτήσει το υλικό του με αυτές. Ειδικά οι ανοικτές άδειες, ενώ αποτελούν έκφραση της προσωπικής αυτονομίας, εξαιτίας του τυποποιημένου τους χαρακτήρα και της δωρεάν δημόσιας διάθεσής τους καλύπτουν πολύ μεγάλες ποσότητες τεκμηρίων και χρηστών (π.χ. οι άδειες CreativeCommons καλύπτουν περισσότερα από 300 εκατομμύρια ψηφιακά αντικείμενα) και άρα εμφανίζουνε οιονεί ρυθμιστικό χαρακτήρα. Τέλος, εξαιτίας του δημόσιου σε πολλά επίπεδα χαρακτήρα του, οι ανοικτές άδειες αναφέρονται συχνά και ως Δημόσιες Άδειες (Public Licences).

Η φύση του κοινού κτήματος[επεξεργασία]

Ως κοινό κτήμα ορίζεται ο χώρος εκείνος ο οποίος βρίσκεται εκτός πνευματικής ιδιοκτησίας είτε πρωτογενώς, π.χ. επειδή αφορά σε έργα που ήταν εξαρχής εκτός προστασίας (π.χ. εκφράσεις της πολιτειακής αρμοδιότητας), είτε αφορά σε έργα που εξέπεσαν της προστασίας επειδή πέρασε ο χρόνος προστασίας (π.χ. έργα λόγου μετά τα 70 χρόνια από το θάνατο του δημιουργού). Σύμφωνα με έναν ευρύτερο ορισμό, εκτός από το θεσμικό Κοινό Κτήμα, δηλαδή τα έργα τα οποία είναι εκ του νόμου είναι εκτός προστασίας, υπάρχει και το λειτουργικό ανοικτό περιεχόμενο δηλαδή ο τομέας που ορίζεται από έργα η χρήση των οποίων εμπίπτει στους περιορισμούς του δικαιώματος, καθώς και τα έργα, τα οποία αδειοδοτούνται με ανοικτές άδειες.

Η φύση του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας[επεξεργασία]

Είναι το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας πάνω σε ένα βιβλίο το ίδιο με το δικαίωμα πάνω σε ένα σπίτι (Είναι η Πνευματική Ιδιοκτησία το ίδιο πράγμα με την εμπράγματη Ιδιοκτησία);[επεξεργασία]

Μολονότι και στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για ιδιοκτησιακά δικαιώματα, η πνευματική και η εμπράγματη ιδιοκτησία είναι πολύ διαφορετικές. Η βασικότερη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η εμπράγματη ιδιοκτησία δεν έχει περιορισμούς στη χρονική της διάρκεια, ενώ και η οικονομική φύση του αγαθού επί του οποίου υφίσταται το δικαίωμα είναι ριζικά διαφορετική. Η μεγαλύτερη διαφορά έγκειται στην οικονομική συμπεριφορά του αγαθού: στην εμπράγματη ιδιοκτησία έχουμε να κάνουμε κυρίως με αγαθά αποκλειστικού χαρακτήρα, δηλαδή με αγαθά η απόλαυση των οποίων από ένα πρόσωπο, αποκλείει τα υπόλοιπα. Αντίθετα, στην περίπτωση των πνευματικών δικαιωμάτων έχουμε να κάνουμε με έργα του πνεύματος, που καθώς ενσωματώνονται ολοένα και περισσότερο σε ψηφιακούς φορείς αποκτούν χαρακτήρα δημοσίου αγαθού. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι η απόλαυση/ χρήση του αγαθού από ένα πρόσωπο δεν αποκλείει ή παρεμποδίζει τη χρήση του από κάποιο άλλο. Κατά συνέπεια, η φύση του δικαιώματος ιδιοκτησίας πάνω σε δημόσια αγαθά θα πρέπει να έχει διαφορετικό χαρακτήρα, από τη φύση της ιδιοκτησίας σε αποκλειστικά αγαθά. Ο λόγος για τον οποίο εισάγεται ένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα και άρα ένας νομικός περιορισμός σε αγαθά των οποίων η φύση δε δημιουργεί σπάνη, έχει κυρίως να κάνει με την ανάγκη δημιουργίας κινήτρων για τη δημιουργία τους με δεδομένο ότι ενώ η παραγωγή τους έχει κόστος, το κόστος της αναπαραγωγής τους τείνει στο μηδέν. Για το λόγο αυτό, μπορούμε να πούμε ότι η πνευματική ιδιοκτησία προσιδιάζει περισσότερο σε ένα περιορισμένο στο χρόνο μονοπώλιο παρά στο εμπράγματο ιδιοκτησιακό δικαίωμα.

Ο χαρακτήρας της Πνευματικής Ιδιοκτησίας ως Δέσμης Δικαιωμάτων[επεξεργασία]

Μολονότι το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας παραμένει ενιαίο, απαρτίζεται από την οικονομικό και ηθικό δικαίωμα του δημιουργού. Επιπλέον, κάθε ένα από τα δικαιώματα αυτά απαρτίζεται περαιτέρω από δέσμες εξουσιών που αποτελούν εκφράσεις των δικαιωμάτων αυτών. Το γεγονός ότι ιδίως το περιουσιακό δικαίωμα απαρτίζεται από σειρά εξουσιών επιτρέπει την εκμετάλλευση του έργου με πολλαπλούς τρόπους κάτι το οποίο γίνεται προφανές κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αδειοδοτείται περιεχόμενο.

Το Περιουσιακό Δικαίωμα (10 περιπτώσεις που πρέπει να προσέχω)[επεξεργασία]

Το περιουσιακό δικαίωμα είναι αυτό που κατεξοχήν αντιμετωπίζουμε ως ζήτημα στις περιπτώσεις ασκήσεως του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.

Μπορώ να αντιγράψω;[επεξεργασία]

Το δικαίωμα του δικαιούχου να περιορίζει την αναπαραγωγή του έργου αποτελεί το βασικότερο ίσως περιουσιακό δικαίωμα, ειδικά τη στιγμή που σε διαδικτυακό και ψηφιακό περιβάλλον σχεδόν όλες οι πράξεις περιλαμβάνουν και δράσεις αναπαραγωγής. Η αναπαραγωγή αναφέρεται σε οποιαδήποτε δραστηριότητα που οδηγεί σε πολλαπλασιασμού του έργου.

Το δικαίωμα ενεργοποιείται σε κάθε περίπτωση αναπαραγωγής και δεν ενδιαφέρει εάν:

  • αναπαράγεται το σύνολο ή μέρος του έργου
  • η ποσότητα των αντιγράφων
  • ο τρόπος ή το μέσο της αναπαραγωγής
  • εάν το αντίγραφο τίθεται σε υλικό ή άυλο φορέα
  • ένα η αντιγραφή είναι άμεση ή έμμεση
  • εάν είναι εσκεμμένη ή όχι

Αντίθετα μας ενδιαφέρει να γνωρίζουμε:

  • Το σκοπό της αναπαραγωγής: ώστε να δούμε εάν εμπίπτει στους περιορισμούς του δικαιώματος, εάν δηλαδή πρόκειται για πράξη η οποία μπορεί να διενεργηθεί ακόμη και χωρίς να ζητηθεί η άδεια του δικαιούχου
  • Το ποσοστό του έργου που αναπαράγεται: ώστε να δούμε εάν αυτό ενέχει πρωτοτυπία και κατά συνέπεια εάν αφορά σε προστατευόμενο έργο ή όχι
  • Εάν είναι προσωρινή ή μόνιμη: στην περίπτωση της προσωρινής αναπαραγωγής και εφόσον (σωρευτικά):
    • (α) είναι μεταβατική ή παρεπόμενη
    • (β) αποτελούν αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα μίας μεθόδου
    • (γ) έχουν ως αποκλειστικό σκοπό να επιτρέψουν:
      • την εντός δικτύου μετάδοση μεταξύ τρίτων μέσω διαμεσολαβητή
      • την νόμιμη χρήση ενός έργου ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου (π.χ. βάση δεδομένων)
    • (δ) δεν έχει αυτοτελή οικονομική αξία
Μπορώ να κάνω αλλαγές στο έργο κάποιου άλλου;[επεξεργασία]

Η δυνατότητα να γίνονται αλλαγές στο έργο μπορεί να διαιρεθεί σε δύο μεγάλες κατηγορίες:

  • (α) Μεταφράσεις και
  • (β) Διασκευές, προσαρμογές ή άλλες τροποποιήσεις

Πιο συγκεκριμένα: (α) Μετάφραση

  • δεν μπορεί να γίνει χωρίς την άδεια του δικαιούχου επί του πρωτοτύπου έργου
  • μπορεί να γίνει μόνο για ιδιωτική χρήση του μεταφραστή
  • ο μεταφραστής αποκτά πλήρες δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας επί της μετάφρασης, αλλά εξαρτημένο από το δικαίωμα του πρωτοτύπου έργου.
  • στη μετάφραση περιλαμβάνεται κάθε είδους μεταφορά από μία γλώσσα σε άλλη. Δεν ενδιαφέρει αν η γλώσσα είναι ζώσα ή όχι, αν είναι φυσική ή τεχνική, αν πρόκειται για γλώσσα ή για ιδίωμα.
  • επιτρέπεται η μετάφραση προγράμματος Η/Υ, εάν είναι απαραίτητα για την κατά προορισμό χρήση του λογισμικού
  • η αλλαγή μορφοτύπου ή η ψηφιοποίηση δε συνιστά μετάφραση με δεδομένο ότι δεν υπάρχει γλώσσα

(β) Διασκευή, μετατροπή, προσαρμογή

  • περιλαμβάνει την με οποιονδήποτε τρόπο δημιουργία παραγώγων έργων, διασκευάζοντάς το, τροποποιώντας ή προσαρμόζοντάς το
  • σε σχέση με τα προγράμματα Η/Υ επιτρέπεται η οποιαδήποτε διασκευή είναι απαραίτητη για τη διόρθωση σφαλμάτων και την κατά προορισμό χρήση του έργου
  • κατά μία ερμηνεία όταν παρέχεται άδεια για διασκευή θα πρέπει να προσδιορίζει:
  • είδος μετατροπής
  • έκταση
  • χρόνο
  • διάρκεια
  • σκοπό
  • όταν δίδεται άδεια για μετατροπή, η άσκηση του ηθικού δικαιώματος θα πρέπει να ερμηνεύεται ανάλογα
  • το κατά πόσον ένα έργο δανείζεται στοιχεία από ένα άλλο, είναι αντιγραφή ή διασκευή αυτού εξαρτάται από πολλές προϋποθέσεις. Εντοπίζονται από τη θεωρία δύο βασικά κριτήρια για την αξιολόγηση πιθανών παραβάσεων:
    • (i) ποσοτικό κριτήριο: ποια είναι η έκταση του μέρους που χρησιμοποιήθηκε στο νέο έργο
    • (ii) ποιοτικό κριτήριο:
  • εάν είναι χαρακτηριστικό μέρος
  • εάν έχει πρωτοτυπία
  • εάν δηλώνει την ταυτότητα του προϋπάρχοντος έργου
  • περιέχει ιδιαίτερα αναγνωρίσιμα και σημαντικά για μια δημιουργία στοιχεία

(iii) πραγματικά περιστατικά:

  • αν ο ένας δημιουργός είχε πρόσβαση στο έργο του άλλου
  • στατιστική πρωτοτυπία
  • φύση των δύο έργων (αν ανήκουν στην ίδια κατηγορία, είναι π.χ. Λογοτεχνικά)
  • εάν τα κοινά στοιχεία εμφανίζονται και σε άλλα έργα
  • η χρήση στοιχείων που δεν αποτελούν έκφραση όπως το ύφος, η ιδέα, ο ρυθμός και η τεχνοτροπία ή δεν έχουν στοιχείο πρωτοτυπίας δεν ενεργοποιούν το δικαίωμα της αναπαραγωγής ή της διασκευής.
Μπορώ να διανέμω το έργο στο κοινό;[επεξεργασία]

Πρόκειται ουσιαστικά για το δικαίωμα της διανομής στο κοινό του αρ.3(δ) του Ν. 2121/1993. Αναφέρεται στον υλικό φορέα του έργου ή -κατά ορισμένη εκδοχή- την ψηφιακή του εκδοχή, όταν αυτή εμφανίζει στοιχεία αντίστοιχα με αυτά του φυσικού έργου, είναι δηλαδή δυνατή η αποξένωση του δημιουργού ή δικαιούχο από τον ψηφιακό φορέα του έργου καθώς και η αυτόνομη διανομή του, π.χ. μέσω μεταφόρτωσης του ψηφιακού βιβλίου ή διανομής του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Θα ήταν, ωστόσο, εννοιολογικά και δογματικά προτιμότερο να περιορίζεται η εφαρμογή της διατάξεως του αρ.3(δ) στον υλικό φορέα των έργων και μόνο, καθώς τα οικονομικά και φυσικά χαρακτηριστικά των υλικών φορέων είναι ριζικά διαφορετικά από αυτά των ψηφιακών. Για παράδειγμα, η ίδια η μεταφόρτωση είναι πολύ πιο συγγενική προς την αναπαραγωγή ή το να καθίσταται το έργο προσιτό στο κοινό (αρ.3α και 3η αντιστοίχως). Το μεγαλύτερο πρόβλημα με μια ερμηνεία που θα δεχόταν τη διανομή ενός ψηφιακού βιβλίου ως αντίστοιχη προς αυτή ενός φυσικού βιβλίου σχετίζεται με το θέμα της ανάλωσης του δικαιώματος, δηλαδή της δυνατότητας του δικαιούχου ή δημιουργού να σταματά ή όχι τη διανομή ενός αντιτύπου από τη στιγμή που έχει γίνει η πρώτη νόμιμη πώληση του εντός της Κοινοτικής Αγοράς. Η μόνη περίπτωση που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι ένα ψηφιακό βιβλίο υπάγεται στις διατάξεις του αρ.3(δ) θα ήταν όταν με τη μεταφόρτωσή του στον υπολογιστή του αποδέκτη του βιβλίου: (α) ο δικαιούχος αποξενώνεται της ιδιοκτησίας επί του ψηφιακού φορέα, (β) το αντίγραφο αυτό έχει αυτοτέλεια, δηλαδή, μπορεί να μεταφερθεί σε άλλον υπολογιστή, αλλά η μεταφορά του θα σημάνει τη διαγραφή του από τον αρχικό υπολογιστή και όχι την απλή αναπαραγωγή του, (γ) ο δικαιούχος χάνει κάθε τεχνική δυνατότητα ελέγχου το ψηφιακού φορέα από τη στιγμή που περιέρχεται στη σφαίρα ελέγχου του τελικού χρήστη, (δ) δεν υπάρχουν ειδικοί αδειοδοτικοί όροι σε σχέση με τον τρόπο χρήσης του ψηφιακού φορέα του έργου. Οι περισσότερες περιπτώσεις ψηφιακών βιβλίων δεν ανταποκρίνονται στις ανωτέρω προϋποθέσεις και κατά συνέπεια πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να ενταχθούν στην κατηγορία της διανομής του έργου στο κοινό.

Τα εννοιολογικά στοιχεία που είναι απαραίτητα προκειμένου να μιλάμε για διανομή είναι: (α) να υπάρχει αποξένωση του δημιουργό από το έργο ή το αντίγραφό του, δηλαδή μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος (π.χ. Εμπράγματο δικαίωμα μέσο πώλησης) και φυσικής εξουσίασης επί του υλικού φορέα. Δεν αρκεί ο δανεισμός ή η μίσθωση, ούτε η περιορισμένη έκδοση μικρού αριθμού αντιτύπων ως προπαρασκευαστική δράση. (β) το κοινό περιλαμβάνει τον κύκλο εκείνο των ανθρώπων ο οποίος είναι πέραν ενός περιορισμένου φιλικού, συγγενικού ή άλλου άμεσου κύκλου (γ) δεν ενδιαφέρει ο λόγος της διανομής, εάν δηλαδή έχει γίνει για εμπορικούς ή άλλους σκοπούς (δ) το έργο θα πρέπει να έχει δημοσιευθεί νομίμως. Να σημειωθεί ότι η έννοια της δημοσίευσης, σε αυτό το άρθρο, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει τη στενή έννοια του αρ.3(3) της Σύμβασης της Βέρνης, δηλαδή ότι έχει δύο προϋποθέσεις: [ι] τη συναίνεση του δημιουργού [ιι] την υλική ενσωμάτωση του έργου [ιιι] τη διάθεση αριθμού αντιτύπων με οποιονδήποτε τρόπο (ακόμη κ με μίσθωση/ δανεισμό) που να απευθύνεται στο κοινό, να ικανοποιεί τις εύλογες ανάγκες του και να βρίσκεται σε συμφωνία με το είδος του έργου Οι προϋποθέσεις αυτές, που είναι αυστηρότερες από αυτές του ηθικού δικαιώματος της εξουσίας δημοσίευσης του ηθικού δικαιώματος ο οποίος περιλαμβάνει κάθε πράξη με την οποία το έργο γίνεται προσιτό στο κοινό, είναι σύμφωνες με το πνεύμα της διάταξης του άρθρου αυτού που δίδει έμφαση στο υλικό φορέα και στο κοινό. Κατά συνέπεια, δε θεωρείται ως δημοσίευση για τους σκοπούς του άρθρου η απλή διάθεση μέσω διαδικτυακού τόπου, ή οποία άρα δεν επιφέρει και ανάλωση του δικαιώματος διανομής.

Μπορώ να δανείσω ή να εκμισθώσω το έργο;[επεξεργασία]

Απαιτείται να έχω την άδεια του δικαιούχου. Η σχετική άδεια περιλαμβάνει την εξουσία να διατίθεται στο κοινό το έργο (για την ακρίβεια, τον υλικό του φορέα) για περιορισμένο χρόνο μετά τον οποίο θα πρέπει να επιστρέψει στο δικαιούχο. Για το λόγο αυτό αποκλείεται η πώληση του υλικού φορέα ως έκφραση αυτής της εξουσίας. Η διαφορά ανάμεσα στην εκμίσθωση και το δημόσιο δανεισμό ενός έργου έγκειται στο ότι στην πρώτη περίπτωση επιδιώκεται η ύπαρξη άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ή εμπορικού οφέλους. Σε κάθε περίπτωση, όπως και στην περίπτωση του δικαιώματος διανομής στο κοινό, η διάταξη αναφέρεται στον υλικό φορέα του έργου. Κατά συνέπεια η πράξη της διάθεσης του έργου στο κοινό μέσω του διαδικτύου ή άλλων επιγραμμικών υπηρεσιών δε θα πρέπει να εντάσσεται σε αυτή την εξουσία του περιουσιακού δικαιώματος. Θα πρέπει να τονισθεί ότι η κυριότητα και μόνο του υλικού φορέα δεν έχει ως συνέπεια τη δυνατότητα του εμπράγματου κυρίου να μπορεί να εκμισθώσει το έργο. Π.χ. Η φυσική κυριότητα ενός βιβλίου ή ενός οπτικού δε συνεπάγονται αυτόματα ότι ο κύριός τους μπορεί να τα εκμισθώνει. Σε κάθε περίπτωση, από την εφαρμογή των διατάξεων για την εκμίσθωση αποκλείονται: (α) ταινίες και φωνογραφήματα, καθώς για αυτά υπάρχουν δικαιώματα εύλογης αμοιβής στο δημιουργό (β) ταινίες και φωνογραφήματα με σκοπό τη δημόσια προβολή, ραδιοτηλεοπτική μετάδοση, διάθεση για έκθεση ή διάθεση για επί τόπου συμβουλευτική χρήση. Οι έννοια του κοινού είναι η ίδια όπως και στην περίπτωση

Στην περίπτωση του δημοσίου δανεισμού έχουμε τα ίδια εννοιολογικά στοιχεία, όπως αυτά της μίσθωσης αλλά:[επεξεργασία]

(α) δεν υπάρχει άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή εμπορικό όφελος. Η έννοια της κάλυψης των εξόδων δεν εμπίπτει στην κατηγορία και άρα μπορεί να υπάρχει τέτοια χρέωση (π.χ. Από πρόστιμα για αργοπορημένη επιστροφή βιβλίων) (β) πρέπει να γίνεται από ιδρύματα που είναι ανοικτά στο κοινό συμπεριλαμβανομένων των εθνικών, δημοτικών, δημόσιων, ερευνητικών και ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, καθώς και από οποιοδήποτε άλλο ίδρυμα που δεν ζητεί αντίτιμο για την παροχή των υπηρεσιών του. Τόσο στην περίπτωση της εκμίσθωσης, όσο και στην περίπτωση του δημόσιου δανεισμού δεν επέρχεται ανάλωση δικαιώματος με τη νόμιμη δημοσίευσή του στο κοινό, όπως συμβαίνει με το δικαίωμα της διανομής στο κοινό. 3.4.3.5. Μπορώ να το εκτελέσω δημόσια; Πρέπει και πάλι να ζητηθεί η άδεια από το δικαιούχο. Το δικαίωμα δημόσιας εκτέλεσης έχει τα εξής εννοιολογικά χαρακτηριστικά: (α) εκτέλεση του έργου (β) δεν απαιτείται η ύπαρξη υλικού φορέα (γ) υπάρχει παρεμβολή τεχνικών μέσων (έμμεση εκτέλεση) ή καλλιτεχνών (άμεση εκτέλεση). Τα τεχνικά μέσα μπορούν να συνίστανται και στην προβολή ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής (δ) υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης του έργου από το κοινό με την έννοια του νόμου δηλαδή κύκλος ευρύτερος του στενού οικογενειακού ή συγγενικού. Δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη του κοινού, αρκεί η δυνατότητα ύπαρξης (ε) δεν είναι αναγκαία η λήψη χρηματικού αντιτίμου για την εκτέλεση του έργου

Μπορώ να το διαθέσω μέσω της τηλεόρασης ή του ραδιοφώνου;[επεξεργασία]

Πρέπει να ζητηθεί η άδεια του δημιουργού. Περιλαμβάνει (α) κάθε μορφή μετάδοσης ή αναμετάδοσης έργου (β) στο κοινό (γ) με τη ραδιοφωνία ή την τηλεόραση, με ηλεκτρομαγνητικά κύματα, καλώδια, άλλου υλικούς αγωγούς ή δορυφορική μετάδοση. (δ) δεν ενδιαφέρει η ύπαρξη κοινού. Αρκεί η δυνατότητα λήψης και η μετάδοση. Η πράξη που διώκεται είναι η μετάδοση και όχι η λήψη του έργου. (ε) κατά μία άποψη περιλαμβάνει και τη μετάδοση του σχετικού σήματος μέσω υπηρεσιών διαδικτύου. Για αυτό ισχύουν οι κανόνες της συλλογικής διαχείρισης. (στ) το δικαίωμα περιλαμβάνει τόσο την τηλεοπτική όσο και τη ραδιοφωνική μετάδοση (ζ) το δικαίωμα περιλαμβάνει τόσο τη μετάδοση, όσο και την αναμετάδοση (άρα πρέπει να δοθεί άδεια για κάθε νέα αναμετάδοση από τρίτο φορέα) Υπάρχουν ειδικότερες προβλέψεις για την δορυφορική και καλωδιακή μετάδοση.

Μπορώ να το παρουσιάσω στο κοινό;[επεξεργασία]

Πρέπει να ζητηθεί η άδεια του δημιουργού. Η εξουσία παρουσίασης του έργου στο κοινό είναι μια από τις σημαντικότερες εξουσίες του δημιουργού, ιδίως εξαιτίας του ότι είναι τεχνολογικά ουδέτερη, δηλαδή, δεν γίνεται με την υποχρεωτική χρήση αναλογικών ή ψηφιακών τεχνολογικών. Ειδικότερα περιλαμβάνει: - οποιαδήποτε πράξη παρουσίασης στο κοινό (δηλαδή κάθε πράξη που καθιστά το έργο προσιτό στο κοινό χωρίς την παραγωγή και κυκλοφορία νέων υλικών υποστρωμάτων και χωρίς το κοινό να είναι παρόν στον τόπο από όπου προέρχεται η επικοινωνία): o του έργου ή o της εκτέλεσής του ή o της ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής του Η ραδιοτηλεοπτική μετάδοση μπορεί να θεωρηθεί ως μορφή παρουσίασης στο κοινό, ενώ η δημόσια εκτέλεση είναι παρουσίαση στο κοινό, αλλά βρίσκεται στον ίδιο χώρο με αυτόν της εκτέλεσης του έργου και άρα αποτελεί ιδιαίτερη κατηγορία. Γενικά, και οι δύο κατηγορίες (ραδιοτηλεοπτική μετάδοση και δημόσια εκτέλεση) αποτελούν ειδικές μορφές παρουσίασης στο κοινό και ρυθμίζονται αυτοτελώς. Στην εξουσία παρουσίασης στο κοινό περιλαμβάνεται και η εξουσία διάθεσης του έργου στο κοινό κατ’ αίτηση (on demand). Ως κοινό, ορίζεται ο χρήστης μέρος ή ως μέλος του κοινού. Ο αριθμός των μελών του κοινού δεν είναι απαραίτητα γνωστός, αρκεί η δυνατότητα να έχει κάποιος πρόσβαση στο έργο σε χώρο και χρόνο που ο ίδιος επιθυμεί. Η εξουσία παρουσίασης του έργου στο κοινό δίνει στο δικαιούχο τη δυνατότητα να παρέχει άδεια ανά συγκεκριμένη πρόσβαση ή συνολικά, ενώ η μη ύπαρξη υλικών φορέων για τη διάθεση του έργου σημαίνει ότι δεν υπάρχει εξάντληση του δικαιώματος.

Μπορώ να το εισαγάγω στην ΕΕ;[επεξεργασία]

Ο δικαιούχος έχει τη δυνατότητα να ελέγχει την εισαγωγή αντιτύπων ή πρωτοτύπων έργων, δηλαδή υλικών φορέων του έργου, από τρίτες, εκτός ΕΕ, χώρες ή από χώρες της ΕΕ στις οποίες ο υλικός φορέας δεν εισήχθη νομίμως ή έχει παραχθεί βάσει υποχρεωτικής άδειας.

Τι εξουσίες έχει ο δημιουργός/ δικαιούχος σε σχέση με το λογισμικό;[επεξεργασία]

Η απαρίθμηση των εξουσιών του δημιουργού ή δικαιούχου λογισμικού που προσδιορίζονται στην Ελληνική νομοθεσία είναι περιοριστική και όχι ενδεικτική, όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα έργα. Ειδικότερα, προσδιορίζονται οι ακόλουθες μορφές εξουσιών: a) αναπαραγωγής b) διασκευής, μετάφρασης ή οποιασδήποτε τροποποίησης του λογισμικού c) θέση του λογισμικού ή των αντιτύπων του σε κυκλοφορία (υλική ή ψηφιακή)

Επίσης: - δεν ισχύει η αρχή της ιδιωτικής αναπαραγωγής, αλλά επιτρέπεται η δημιουργία αντιγράφου ασφαλείας στο μέτρο που αυτό είναι απαραίτητο για τη χρήση του προγράμματος η/υ. - Επιτρέπεται η παρακολούθηση, μελέτη ή δοκιμή της λειτουργίας του προγράμματος προκειμένου να εντοπιστούν οι ιδέες ή οι αρχές που αποτελούν τη βάση της λειτουργίας του προγράμματος, μόνο εφόσον οι πράξεις αυτές γίνονται στα πλαίσια νόμιμης ενέργειας, χωρίς να μπορεί να υπάρξει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των μερών.

Τι εξουσίες έχει ο δημιουργός/ δικαιούχος σε σχέση με τις βασεις δεδομένων;[επεξεργασία]

Οι εξουσίες του δημιουργού/ δικαιούχου σε σχέση με τις βάσεις δεδομένων αναφέρονται επίσης περιοριστικά και είναι οι εξής: a) αναπαραγωγής (προσωρινής, διαρκούς, εν όλω, εν μέρει) b) μετάφρασης, προσαρμογής, διευθέτησης καθώς και οποιαδήποτε άλλης μετατροπής της βάσης δεδομένων c) οποιασδήποτε μορφής διανομής της βάσης δεδομένων ή αντιγράφων της στο κοινό d) οποιασδήποτε ανακοίνωσης, επίδειξης, παρουσίασης της βάσης δεδομένων στο κοινό e) οποιασδήποτε αναπαραγωγής, διανομής, ανακοίνωσης, επίδειξης ή παρουσίασης στο κοινό των αποτελεσμάτων των πράξεων του στοιχείου b.

Επίσης: - ισχύει η αρχή της ανάλωσης με την πρώτη πώληση αντιγράφου βάσης δεδομένων στην Κοινότητα ή με τη συγκατάθεσή του. - Οποιαδήποτε πράξη είναι απαραίτητη στο χρήστη προκειμένου να έχει πρόσβαση στη βάση δεδομένων και να είναι δυνατή η χρήση της σύμφωνα με το σκοπό της μεταξύ του χρήστη και δικαιούχου σύμβασης δεν μπορεί να εμποδιστεί από το δικαιούχο, ενώ δε χωρεί αντίθετη συμφωνία. - Δεν ισχύει η εξαίρεση της ιδιωτικής αναπαραγωγής που ισχύει για όλα τα έργα

Πόση διάρκεια έχει το περιουσιακό δικαίωμα και τι γίνεται μετά τη λήξη του;[επεξεργασία]

Βλ. Χρονικά Όρια της πνευματικής ιδιοκτησίας 3.3.1.

Το Ηθικό Δικαίωμα[επεξεργασία]

Το ηθικό δικαίωμα αποτελεί έκφραση του ιδιαίτερου δεσμού του δημιουργού με το έργο του κι απαρτίζεται από μία σειρά από σχετικές εξουσίες.

Τι είναι η ηθική εξουσία της δημοσίευσης[επεξεργασία]

Η εξουσία της πρώτης δημοσίευσης αφορά στο δικαίωμα του δημιουργού να αποφασίσει τον τρόπο, τόπο και χρόνο στον οποίο το έργο θα γίνει η το έργο προσιτό στο κοινό και, υπό αυτή την έννοια, να δημοσιευτεί. Η εξουσία της δημοσίευσης σχετίζεται άμεσα με την αντίστοιχη περιουσιακή εξουσία, αλλά ο χαρακτήρας των δύο παραμένει διακριτός.

Πως πρέπει να αναφέρομαι σε αυτόν που έγραψε το έργο;[επεξεργασία]

Το δικαίωμα της πατρότητας (αρ.4(1)(β)) απαιτεί από τους χρήστες του έργου να αναφέρουν στο μέτρο του δυνατού: (α) το όνομα του δημιουργού

  • σε αντίτυπα του έργου
  • σε κάθε άλλη δημόσια χρήση του

(β) να διατηρεί την ανωνυμία του δημιουργού εφόσον αυτός το επιθυμεί (γ) το ψευδώνυμο του δημιουργού

Τι είναι το δικαίωμα ακεραιότητας του έργου και πως με επηρεάζει;[επεξεργασία]

Το δικαίωμα της ακεραιότητας του έργου (αρ.4(1)(γ)) περιλαμβάνει: (α) την απαγόρευση της

  • παραμόρφωσης,
  • περικοπής ή
  • άλλης τροποποίησης του έργου

(β) προσβολής του δημιουργού εξαιτίας της παρουσίασης του έργου στο κοινό

Θα πρέπει να τονιστεί ότι κάθε δράση τροποποίησης του έργου δεν ταυτίζεται με την προσβολή του δικαιώματος της ακεραιότητας, αλλά αυτή θα πρέπει να συνιστά προσβολή του δημιουργού. Η αδειοδότηση από το δημιουργό της δημιουργίας παραγώγων έργων συνιστά άσκηση της εξουσίας της ακεραιότητας επιτρέποντας ουσιαστικά στο χρήστη-δημιουργό να παράγει παράγωγα έργα. Ανάλογα με τη φύση της άδειας μπορούμε να δούμε το βαθμό στον οποίο δίδεται η άδεια στους χρήστες-δημιουργούς να πραγματοποιούν τροποποιήσεις στο έργο χωρίς να συνιστούν προσβολή του ηθικού δικαιώματος της ακεραιότητας. Έτσι, για παράδειγμα, οι άδειες CreativeCommons που επιτρέπουν τη δημιουργία παραγώγων έργων αποτελούν άδειες που αδειοδοτούν τόσο εξουσίες του οικονομικού δικαιώματος, όσο και εξουσίες του ηθικού δικαιώματος και ιδίως την εξουσία ακεραιότητας, εκφράζοντας έτσι τη βούληση του δικαιούχου.

Τι είναι το δικαίωμα προσπέλασης και πως με επηρεάζει[επεξεργασία]

Το δικαίωμα προσπέλασης αποτελεί και αυτό έκφραση του ιδιαίτερου δεσμού του δημιουργού με το έργο του και αφορά στην ανάγκη να υπάρχει πρόσβαση σε αυτό προκειμένου να πραγματοποιήσει νέα έργα. Το δικαίωμα αυτό εμφανίζεται στα έργα μοναδικής ενσωμάτωσης, στα οποία υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στο έργο και στην υλική ενσωμάτωσή του. Η σχετική διάταξη (αρ.4(1)(δ)) του νόμου επιλύει και τη σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών τύπων δικαιωμάτων: Όταν το

  • περιουσιακό δικαίωμα ή το
  • εμπράγματο δικαίωμα

ανήκει σε τρίτο, τότε το δικαίωμα προσπέλασης θα πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να δημιουργεί τη μικρότερη δυνατή ενόχληση στο δικαιούχο.

Τι είναι το δικαίωμα υπαναχώρησης ή μετάνοιας και πως με επηρεάζει;[επεξεργασία]

Το δικαίωμα υπαναχώρησης αφορά σε έργα:

  • λόγου και
  • επιστήμης

και το δικαίωμα:

  • το περιουσιακό
  • την εκμετάλλευσή του
  • την αδειοδότησή του

Ασκείται μόνο όταν:

  • είναι αναγκαίο για την προστασία της προσωπικότητας του δημιουργού

και αυτή η προστασία οφείλεται σε:

  • αλλαγή πεποιθήσεων
  • μεταβολή περιστάσεων

Πρέπει να συνοδεύεται από:

  • καταβολή αποζημίωσης στον αντισυμβαλλόμενο για τη θετική του ζημία (εφόσον το περιουσιακό δικαίωμα έχει μεταβιβαστεί, εκχωρηθεί ή αδειοδοτηθεί)

Ο χρόνος διενέργειας της υπαναχώρησης έπεται της καταβολή της αποζημίωσης.

Στην περίπτωση που ο δημιουργός αποφασίσει να επαναδειοδοτήσει το έργο ή παραπλήσιο έργο μετά την υπαναχώρηση, θα πρέπει να προσφερθεί στον αντισυμβαλλόμενο τη δυνατότητα να επανακαταρτίσει τη σύμβαση με τους ίδιους ή παραπλήσιους όρους όπως η αρχική σύμβαση.

Ποια είναι η διάρκεια του Ηθικού δικαιώματος και τι σημαίνουν οι ρυθμίσεις σε σχέση με τις εξουσίες της πατρότητας και της ακεραιότητας[επεξεργασία]

Τόσο το περιουσιακό όσο και το ηθικό δικαίωμα έχουν την ίδια διάρκεια, όπως έχει προσδιοριστεί ανωτέρω. Αυτό, ωστόσο, που διαφοροποιεί το ηθικό από το περιουσιακό δικαίωμα είναι ότι και μετά την παρέλευση του χρόνου προστασίας οι εξουσίες της πατρότητας και της ακεραιότητας μπορεί να ασκηθούν από το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό πολιτισμού. Μετά τη λήξη της προστασίας εγκαθιδρύεται ουσιαστικά ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα που προσιδιάζει περισσότερο στο πολιτιστικό δικαίωμα που έχουμε και στην περίπτωση του νόμου για την πολιτιστική κληρονομιά παρά ένα ακραιφνές δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Σε ποιόν ανήκει η πνευματική ιδιοκτησία;[επεξεργασία]

Το Ελληνικό δίκαιο κατοχυρώνει σε σχέση με την προστασία την αρχή της αλήθειας, σύμφωνα με την οποία ο δημιουργός είναι και ο αρχικός δικαιούχος.

Πως κατοχυρώνεται ένα έργο;[επεξεργασία]

Μολονότι ο νόμος ρητά αναφέρει ότι δεν απαιτείται συγκεκριμένη διαδικασία κατοχύρωσης ούτε η τήρηση τύπου για την προστασία, αλλά ότι το δικαίωμα αποκτάται πρωτογενώς χωρίς διατυπώσεις (αρ.6(2)), προτείνεται η αξιοποίηση κάποιων από τα τεκμήρια που θέτει ο νόμος προκειμένου να διευκολυνθεί η απόδειξη της προστασίας (αρ.10). Τέτοια τεκμήρια είναι:

  • η αναφορά του ονόματος του δημιουργού στον υλικό φορέα του έργου κατά τρόπο που συνήθως χρησιμοποιείται για την ένδειξη του δημιουργού
  • το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που χρησιμοποιείται το ψευδώνυμο, εφόσον δεν αφήνει αμφιβολία για την ταυτότητα του δημιουργού
  • το ίδιο ισχύει και στα οπτιοκοακουστικά έργα, σε συλλογικά έργα και σε προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών

Ποιος είναι ο αρχικός δικαιούχος[επεξεργασία]

Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο δημιουργός είναι ο αρχικός δικαιούχος του έργου (αρ.6(1)). Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις που εμφανίζεται κατά πλάσμα άλλος δικαιούχος. Ειδικότερα: (α) στην περίπτωση που το έργο είναι ανώνυμο ή με ψευδώνυμο, ως αρχικός δικαιούχος ορίζεται αυτός ο οποίος καθιστά το έργο νομίμως προσιτό στο κοινό (β) αν στην περίπτωση (α) εμφανιστεί ο πραγματικός δικαιούχος και είναι άλλος από αυτόν της περίπτωσης (α), τότε αποκτά τα δικαιώματα στο έργο.

Τρεις διαφορετικές κατηγορίες έργων που παράγονται από περισσότερα από ένα άτομα:[επεξεργασία]

Έργα συνεργασίας[επεξεργασία]
  • Είναι αυτά που έχουν δημιουργηθεί από τη σύμπραξη ενός ή περισσοτέρων δημιουργούς.
  • Όλοι είναι αρχικοί συνδικαιούχοι του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος επί του έργου
  • Αν δε συμφωνήθηκε αλλιώς το δικαίωμα ανήκει κατά ίσα μέρη σε όλους τους συνδημιουργούς
Συλλογικά έργα[επεξεργασία]
  • Είναι αυτά που:

(α) έχουν δημιουργηθεί από τις αυτοτελείς συμβολές περισσότερων δημιουργών (β) υπό την πνευματική διεύθυνση και το συντονισμό ενός φυσικού προσώπου

  • το πρόσωπο (β) είναι ο αρχικός δικαιούχος επί του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος
  • τα πρόσωπα (α) είναι αρχικοί δικαιούχοι των επιμέρους συμβολών τους μόνο εφόσον είναι δεκτικές χωριστής εκμετάλλευσης
Σύνθετα έργα[επεξεργασία]
  • είναι το έργο που

(α) απαρτίζεται από τμήματα (β) τα τμήματα έχουν δημιουργηθεί χωριστά

  • οι δημιουργοί των τμημάτων είναι αρχικοί συνδικαιούχοι του σύνθετου έργου
  • οι δημιουργοί των τμημάτων είναι αποκλειστικοί αρχικοί δικαιούχοι των δικών τους συνεισφορών εφόσον είναι δεκτικές χωριστής εκμετάλλευσης

Έργα που παράγονται από πρόσωπο που εξαρτάται από άλλο:[επεξεργασία]

Έργα Μισθωτών[επεξεργασία]

Στην περίπτωση που έχουμε έργα τα οποία δημιουργήθηκαν κατά την εκτέλεση σύμβασης εργασίας (αρ.8):

  • ο αρχικός δικαιούχος (περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος) είναι ο δημιουργός
  • μεταβιβάζονται από το περιουσιακό δικαίωμα εκείνες οι εξουσίες που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση της σύμβασης, εκτός να υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των μερών
Σύμβαση Εργασίας Ανεξάρτητων Υπηρεσιών[επεξεργασία]

Πρόκειται για περιπτώσεις όπου:

  • οι παρεχόμενες από τον εργαζόμενο υπηρεσίες δεν εντάσσονται στο οργανωτικό σχήμα του εργοδότη
  • ο εργαζόμενος δεν τελεί υπό την άμεση εποπτεία και δεν ακολουθεί μόνο οδηγίες του εργοδότη
  • η συμβατική σχέση δεν έχει μεγάλη διάρκεια
  • υπάρχει συμμετοχή του εργαζομένου στον επιχειρηματικό κίνδυνο

Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει άμεση εφαρμογή των διατάξεων για τα έργα μισθωτών θα πρέπει να θεωρηθεί ότι γίνεται αναλογική εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και να θεωρηθεί ότι έχουμε αυτοδίκαιη μεταβίβαση εκείνων των περιουσιακών εξουσιών που είναι απαραίτητες για την υλοποίηση της σύμβασης μεταξύ των μερών.

Έργα κατόπιν παραγγελίας[επεξεργασία]

Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε σχέση εργασίας και εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες της πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το αρχικός δικαιούχος του έργου είναι ο δημιουργός και μόνο ύστερα από σχετική συμφωνία γίνεται μεταβίβαση των σχετικών εξουσιών στον εντολέα. Οποιαδήποτε χρήση του έργου χωρίς έγγραφη συμφωνία μεταξύ των μερών συνιστά προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας του δημιουργού.

Έργα απασχολούμενων στο Δημόσιο Τομέα (Δημόσιο η ΝΠΔΔ)[επεξεργασία]

Στην περίπτωση που έχουμε δημιουργία έργων για λογαριασμό

  • (α) του δημοσίου ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο υλοποιείται η σχέση συνεργασίας με το δημόσιο ή σε
  • (β) ΝΠΔΔ σε εκτέλεση του υπηρεσιακού τους καθήκοντος

το περιουσιακό δικαίωμα μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στον εργοδότη εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία μεταξύ των μερών

Η βασική διαφοροποίηση της διάταξης για τους δημοσίους υπαλλήλους σε σχέση με τον κανόνα που ισχύει για τα έργα των μισθωτών είναι ότι στην πρώτη περίπτωση πραγματοποιείται αυτοδίκαιη μεταβίβαση του συνόλου της πνευματικής ιδιοκτησίας στο δημόσιο, ενώ στη δεύτερη μόνο των εξουσιών εκείνων που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση του σκοπού της σύμβασης.

Έργα από μέλη ΔΕΠ και Οργανισμών Που Πραγματοποιούν Ερευνητικη Δραστηριοτητα[επεξεργασία]

Τα μέλη ΔΕΠ εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων του Ν. 2121/1993, εντούτοις, η αυτοδίκαιη μεταβίβαση του συνόλου των πνευματικών τους δικαιωμάτων στο ακαδημαϊκό ίδρυμα για το οποίο εργάζονται δεν επέρχεται χωρίς τη συνδρομή κάποιων προϋποθέσεων. Εξαιτίας της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όπως αυτή εκφράζεται στο Σύνταγμα (αρ.16) η μεταβίβαση των δικαιωμάτων εξαρτάται από τις εξής προϋποθέσεις:

  • αφορά σε έργα που αποτελούν αντικείμενο της εργασίας του μέλους ΔΕΠ για το ακαδημαϊκό ίδρυμα στο οποίο ανήκει (αφορά σε έργα που αποτυπώνουν το διδακτικό-προφορικό έργο του καθηγητή, ήτοι τα προφορικά μαθήματα που παραδίδονται από τον καθηγητή εντός των χώρων του Πανεπιστημίου, δεδομένου ότι το εν λόγω έργο συνιστά βασική υποχρέωση του καθηγητή που εντάσσεται στο υπηρεσιακό του καθήκον.)
  • το ακαδημαϊκό ίδρυμα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει την πνευματική ιδιοκτησία για ιδιωτικούς σκοπούς, ιδίως να την εκμεταλλευτεί και να αποκλείσει χρήστες από την πρόσβαση στο έργο του μέλους ΔΕΠ ή να ασκήσει έλεγχο πάνω στο περιεχόμενο ή τη διάθεση του έργου. Επίσης δεν δύναται να δημοσιεύσει το έργο, ακόμη και για διδακτικούς σκοπούς (π.χ. eClass), χωρίς άδεια του καθηγητή, σεβόμενο το ηθικό του δικαίωμα.

Από τις ανωτέρω παρατηρήσεις συνάγεται ότι σε σχέση με το έργο μελών ΔΕΠ που δημιουργείται στα πλαίσια άσκησης της δημόσιας υπηρεσίας του ακαδημαϊκού ιδρύματος στο οποίο ανήκει υπάρχουν δύο περιπτώσεις: (α) το έργο να ανήκει στο μέλος ΔΕΠ (β) το περιουσιακό δικαίωμα να μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο πανεπιστήμιο, το οποίο όμως υποχρεούται να το διαθέσει με μία ανοικτή άδεια προκειμένου να διασφαλίσει το δημόσιο χαρακτήρα του έργου και την πρόσβαση σε αυτό.

Έργα από φοιτητές/ σπουδαστές διαφορετικών βαθμίδων[επεξεργασία]

Σύμφωνα με το γενικό κανόνα, τα έργα που δημιουργούνται από φοιτητές/ σπουδαστές όλων των βαθμίδων ανήκουν σε αυτούς. Ειδικότερα, ο τρόπος με τον οποίο αδειοδοτούνται, η κατάθεση στη βιβλιοθήκη και η διάθεση προς περαιτέρω χρήση αυτών, αποτελεί αντικείμενο ειδικότερης ρύθμισης που θα πρέπει να πραγματοποιείται κατά το στάδιο της εγγραφής του φοιτητή, όπου ενημερώνεται για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του. Στο στάδιο αυτό θα μπορούσε να καθορίζεται:

  • η υποχρέωση του φοιτητή να εκχωρήσει το έργο του στο πανεπιστήμιο ή
  • η υποχρέωση του φοιτητή να το καταθέσει στο ιδρυματικό καταθετήριο και να το διαθέσει με ανοικτή άδεια που να επιτρέπει τη διάθεση του έργου ως ελεύθερου πολιτιστικού έργου.

Οπτικοακουστικά έργα[επεξεργασία]

Tα οπτικοακουστικά έργα περιλαμβάνουν πλειάδα έργων (κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, ντοκιμαντέρ, κ.λπ.) και αποτελούν ιδιαίτερη μορφή συλλογικού έργου.

Ποιος είναι ο δικαιούχος στα οπτικοακουστικά έργα;[επεξεργασία]

Ως δικαιούχος τεκμαίρεται ο σκηνοθέτης. Ωστόσο:

  • μπορεί να υπάρχουν κι άλλα πρόσωπα που μπορούν να έχουν δημιουργική συνεισφορά όπως ο μουσικοσυνθέτης ή ο σεναριογράφος και να υπάρξει ανατροπή του τεκμηρίου και αναγνώρισή τους ως συνδημιουργών
  • τα έργα που έχουν αυτοτέλεια και απαρτίζουν το οπτικοακουστικό έργο (π.χ. σενάριο, μουσικό θέμα, κ.λπ.) μπορεί να αποτελούν αντικείμενο ξεχωριστής εκμετάλλευσης ανεξαρτήτως αν προϋπήρχαν του οπτικοακουστικού έργου ή δημιουργήθηκαν για αυτό
  • ο παραγωγός του οπτικοακουστικού έργου αποκτά συνήθως δευτερογενώς δικαιώματα επί του έργου μέσα από τη σύμβαση οπτικοακουστικής παραγωγής όπως ορίζεται στο αρ. 34. Ο πνευματικός δημιουργός, δηλαδή σύμφωνα με το τεκμήριο ο σκηνοθέτης, διατηρεί το δικαίωμα χωριστής αμοιβής για κάθε νέα εκμετάλλευση του οπτικοακουστικού έργου.

Έχει σημασία να υπάρχει κάποιο διακριτικό πάνω στο έργο πνευματικής ιδιοκτησίας;[επεξεργασία]

Ναι, αλλά μόνο ως τεκμήριο και μάλιστα μαχητό. Δηλαδή, η αναγραφή του ονόματος του δημιουργού επί του υλικού φορέα του έργου (π.χ. πάνω σε ένα βιβλίο ή ένα DVD) με τον τρόπο που συνηθίζεται στο σχετικό χώρο, δηλαδή κατά τρόπο που να είναι κατανοητός στο κοινό ως τρόπος αναφοράς του δημιουργού (π.χ. © 2013 Kostas Papadopoulos), είναι κάτι που ο δημιουργός μπορεί να επικαλεστεί στο δικαστήριο σε περίπτωση που κάποιος αμφισβητεί την ιδιοκτησία του.

Δηλαδή αν δεν υπάρχει διακριτικό πάνω στο έργο πνευματικής ιδιοκτησίας, αυτό δεν προστατεύεται;[επεξεργασία]

Όχι. Θα πρέπει να τονιστεί ότι το τεκμήριο έχει χαρακτήρα αποδεικτικό και όχι συστατικό. Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του αν υπάρχει επί του υλικού φορέα ή όχι, ο δημιουργός προστατεύεται, αλλά θα πρέπει να αποδείξει τη σχέση του με το έργο σε περίπτωση διαφοράς ως προς την πατρότητά του.

Το τεκμήριο ισχύει μόνο για τους δημιουργούς;[επεξεργασία]

Τι συμβαίνει όταν μεταβιβάζεται το έργο ή αν πρόκειται για ερμηνευτές;

  • Το ίδιο τεκμήριο μπορούν να επικαλεστούν και οι δικαιούχοι του δικαιώματος που το απέκτησαν δευτερογενώς (π.χ. με μεταβίβαση από το δημιουργό) ειδικά για τα συλλογικά έργα, τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και τα οπτικοακουστικά έργα.
  • Η σχετική διάταξη έχει εφαρμογή όχι μόνο για πνευματικά αλλά και για τα συγγενικά δικαιώματα και για το ιδιόρρυθμο δικαίωμα του δημιουργού βάσεων δεδομένων
Τι συμβαίνει με τα ανώνυμα ή ψευδώνυμα έργα που γίνονται διαθέσιμα στο κοινό από κάποιον τρίτο[επεξεργασία]
  • Προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία των έργων αυτών, ο νόμος ορίζει ότι ορίζεται κατά πλάσμα δικαιούχος το πρόσωπο το οποίο καθιστά το έργο νομίμως προσιτό στο κοινό.
  • Για τη διάρκεια της προστασία βλ. 3.3.1
  • Στην περίπτωση που εμφανιστεί ο αρχικός δικαιούχος, αυτός αποκτά τα δικαιώματα που είχε ο κατά πλάσμα δικαιούχος μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Το διεθνές σύστημα προστασίας της Πνευματικής Ιδιοκτησίας[επεξεργασία]

Πρόκειται για το σύνολο των κανόνων του Ευρωπαϊκού Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών που δυνάμει το αρ. 28 του Συντάγματος έχουν εφαρμογή στο Ελληνικό δικαιϊκό σύστημα και περιορίζουν τον Έλληνα νομοθέτη ως προς τις επιλογές του για τη ρύθμιση της πνευματικής ιδιοκτησίας στη χώρα μας.

Η σύμβαση της Βέρνης[επεξεργασία]

Πρόκειται για τη βασικότερη διεθνή συνθήκη για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η σύμβαση της Ρώμης[επεξεργασία]

Πρόκειται για τη βασική συνθήκη για την προστασία των δικαιούχων συγγενικών δικαιωμάτων και το ελάχιστο κοινό παρονομαστή της προστασίας των συγγενικών δικαιωμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η συνθήκη TRIPS[επεξεργασία]

Πρόκειται για διεθνή συνθήκη προστασίας της διανοητικής ιδιοκτησίας εν γένει με ιδιαίτερη έμφαση στη δικαστική προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Οι συνθήκες του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας[επεξεργασία]

Οι διεθνείς συνθήκες το 1995 καλύπτουν τόσο την πνευματική ιδιοκτησία όσο και τα συγγενικά δικαιώματα, ενσωματώνουν τις ρυθμίσεις της συνθήκης της Βέρνης, της Ρώμης και της TRIPS και εισάγουν την προστασία με τεχνολογικά μέτρα καθώς και την προστασία της διάθεσης των έργων πνευματικής ιδιοκτησίας στο διαδίκτυο.

Τι είναι το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο για την πνευματική ιδιοκτησία;[επεξεργασία]

Πρόκειται για το σύνολο των Οδηγιών και των κανόνων για τη ρύθμιση της πνευματικής ιδιοκτησίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση που καθορίζουν τα όρια μέσα στα οποία κινείται ο Έλληνας νομοθέτης. Το σύνολο της Ελληνικής νομοθεσίας βρίσκεται εντός των κανόνων αυτών, μολονότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες θα ήταν δυνατή και διαφορετική προσέγγιση από αυτήν που έχει ακολουθήσει μέχρι τώρα έτσι ώστε να υπάρχει περισσότερη ισορροπία μεταξύ δικαιούχων και χρηστών δημιουργών. Οι τομείς εκείνοι οι οποίοι είναι οι πλέον δεκτικοί μεταρρύθμισης από πλευράς του χρήστη-δημιουργού είναι οι εξής:

  • έργα εκτός ρύθμισης πνευματικής ιδιοκτησίας
  • καταχώριση έργων πνευματικής ιδιοκτησίας ως προϋπόθεση προστασίας
  • διάρκεια προστασίας
  • εξαιρέσεις και περιορισμοί του δικαιώματος

Εκκαθάριση Δικαιωμάτων[επεξεργασία]

Εισαγωγικές Παρατηρήσεις[επεξεργασία]

Σκοπός του παρόντος εγχειριδίου είναι να παρουσιασθεί με απλό και δομημένο τρόπο η διαδικασία εκκαθάρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που επιτρέπει σε κάποιες βασικές κατηγορίες επαγγελματιών και οργανισμών έντασης γνώσης να χρησιμοποιούν και επαναχρησιμοποιούν περιεχόμενο που εν γένει ρυθμίζεται από τους κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας.

Η διαδικασία εκκαθάρισης παρουσιάζεται στο παρόν εγχειρίδιο στην ευρύτερή της μορφή, περιλαμβάνει δηλαδή τόσο την αποτίμηση του κατά πόσο η χρήση ενός έργου αποτελεί πράξη για την οποία απαιτείται άδεια του δικαιούχου, όσο και τα βήματα που είναι απαραίτητα προκειμένου να αποκτηθούν οι σχετικές άδειες.

Η δομή του παρόντος εγχειριδίου ακολουθεί μια πορεία από το γενικό προς το ειδικό. Αυτό σημαίνει, ότι αρχικά εξετάζει τα γενικά βήματα εκκαθάρισης που αφορούν οποιαδήποτε κατηγορία έργου και για οποιοδήποτε σκοπό και στη συνέχεια εξειδικεύεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες χρήσεων που αφορούν τις βιβλιοθήκες.

Η βασική αρχή της εκκαθάρισης και ο ρόλος του χρήστη-δημιουργού[επεξεργασία]

Η βασική αρχή της εκκαθάρισης είναι ο ακόλουθος κανόνας:

Δεν μπορώ να δώσω κάτι που δεν έχω

Ο απλός αυτός κανόνας εντοπίζεται στις πράξεις που μπορώ να εξουσιοδοτήσω ως αποτέλεσμα της πνευματικής ιδιοκτησίας που έχω επί ενός έργου ή των αδειών που έχω λάβει από τον αρχικό ή άλλο δικαιούχο του έργου. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι το έργο, όπως το αντιλαμβανόμαστε ως ένα αντικείμενο με φυσική ή ψηφιακή υπόσταση, δεν ταυτίζεται με τα δικαιώματά του τόσο σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε νομίμως όσο και ως προς την πηγή τους.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός βιβλίου: μπορεί να έχω πρόσβαση στο φυσικό σώμα του βιβλίου μέσω μιας βιβλιοθήκης η οποία έχει τη φυσική εξουσίαση του υλικού φορέα, του βιβλίου δηλαδή όπως το αντιλαμβάνομαι και το απολαμβάνω ως τρισδιάστατο αντικείμενο. Τα περιουσιακά δικαιώματα επί του βιβλίου ωστόσο είναι μερισμένα σε μια σειρά από άλλες οντότητες: - κάποια έχει ο εκδοτικός οίκος στον οποίο τα έχει μεταβιβάσει ο συγγραφέας με την εκδοτική σύμβαση - κάποια έχει ο οργανισμός συλλογικής διαχείρισης που διενεργεί τη συλλογή και διανομή δικαιωμάτων για λογαριασμό του συγγραφέα και του εκδότη - κάποια έχει η βιβλιοθήκη, π.χ. λόγω σύμβασης με τον οργανισμό συλλογικής διαχείρισης ή γενικές διατάξεις του νόμου - κάποια, ελάχιστα συνήθως, π.χ. τα ηθικά διατηρεί ο συγγραφέας - και κάποια έχω εγώ ως τελικός χρήστης εκ του νόμου

Η λήψη του φυσικού φορέα του έργου, άρα, δε συνεπάγεται τη δυνατότητα να διενεργήσω όποια πράξη θελήσω επί του έργου, παρά μόνο τις πράξεις που μου επιτρέπει ο νόμος ή οι τυποποιημένες συμβάσεις με το φορέα που μου έδωσε το φυσικό αντικείμενο. Για παράδειγμα, μπορώ να το διαβάσω, αλλά όχι να αναπαράγω ή να διανείμω το σύνολο του.

Μάλιστα, προκειμένου οι ενέργειες που διενεργώ εγώ να είναι νόμιμες, θα πρέπει να υπάρχει αδιάκοπη η αλυσίδα των νομίμων αδειών από το δημιουργό και αρχικό δικαιούχο του έργου μέχρι τον τελικό ή περαιτέρω χρήστη.

Σε παλαιότερες εποχές που ο χρήστης ενός έργου πνευματικής ιδιοκτησίας, ειδικά ως φυσικό πρόσωπο, ήταν απλά ένας τελικός χρήστης, η λειτουργία της πνευματικής ιδιοκτησίας ήταν αρκετά απλή και αφορούσε κυρίως σχέσεις μεταξύ επαγγελματιών ή δημιουργών. Αφορούσε, π.χ. τις σχέσεις μεταξύ διανομέων έργων ή διαφορές μεταξύ εκδοτών ή δημιουργών. Οι τελικοί χρήστες, όπως υπονοεί ο όρος, διενεργούσαν παθητικές ως επί το πλείστον πράξεις πολλές από τις οποίες (π.χ. ανάγνωση ενός βιβλίου) δεν βρίσκονταν καν εντός του πεδίου εφαρμογής Καθώς, ωστόσο, με τη χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών οι χρήστες σπανίως πλέον αποτελούν απλούς τελικούς χρήστες, αλλά αντίθετα ολοένα και περισσότερο προβαίνουν σε δευτερογενείς χρήσεις των έργων, π.χ. διασύνδεση, διαμοιρασμός ή διασκευή αυτών των έργων, η παραδοσιακή πνευματική ιδιοκτησία τίθεται σε μια διαρκή και αυξημένη πίεση: συναλλαγές που παραδοσιακά γίνονταν μεταξύ περιορισμένου αριθμού επαγγελματιών, είχαν έντονο το στοιχείο της οικονομικής συναλλαγής και όχι το στοιχείο της τυποποίησης αφού αποτελούσαν μεμονωμένες συναλλαγές και είχαν την υποστήριξη εξειδικευμένου προσωπικού, σταδιακά υποκαθίστανται από συναλλαγές που πραγματοποιούνται σε μεγάλη κλίμακα, ημιαυτοματοποιημένα από μη επαγγελματίες και συχνά χωρίς, άμεσο τουλάχιστον, οικονομικό αντικείμενο. Κατά αυτό τον τρόπο δημιουργείται μια νέα διαρκώς αυξανόμενη τάξη χρηστών, οι χρήστες δημιουργοί. Συνακόλουθα, και ο ρόλος των μεσαζόντων που προσέφεραν πρόσβαση στα πνευματικά δημιουργήματα ή τα μέσα προκειμένου αυτά να δημιουργηθούν αλλάζει και θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι δεν απευθύνεται πλέον σε τελικούς χρήστες αλλά σε χρήστες δημιουργούς.

Επιστρέφοντας, έτσι στο βασικό μας κανόνα σε σχέση με την εκκαθάριση δικαιωμάτων, ο οργανισμός που παρέχει πρόσβαση σε ένα έργο που ρυθμίζεται από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας: - πρέπει να έχει κατανόηση των δικαιωμάτων που παρέχει στο χρήστη του υλικού - πρέπει να έχει αποσαφηνίσει τα δικαιώματα που έχει ο ίδιος σε σχέση με το έργο αυτό - πρέπει να μπορεί να επικοινωνήσει με απλό τρόπο στον τελικό χρήστη τα σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις του σε σχέση με το έργο που του διατίθεται

Οι δράσεις εκκαθάρισης αποτελούν την κεντρική προϋπόθεση προκειμένου να μπορεί ένας οργανισμός να εξυπηρετεί τις ανάγκες του χρήστη-δημιουργού.

Γενικά στάδια εκκαθάρισης[επεξεργασία]

Η εκκαθάριση δικαιωμάτων πραγματοποιείται σε στάδια τα οποία έχουν ως εξής:

  • (α) αξιολόγηση εάν πρόκειται για έργο επί του οποίου υφίστανται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή αποτελεί κοινό κτήμα
  • (β) αξιολόγηση αν η συγκεκριμένη χρήση του έργου εντάσσεται στις εξαιρέσεις και περιορισμούς του δικαιώματος
  • (γ) εκτίμηση της ύπαρξης αναγκαστικών ή συλλογικών αδειών για τη σκοπούμενη χρήση
  • (δ) εκτίμηση του αν υπάρχουν τυποποιημένες άδειες για το συγκεκριμένο έργο/ χρήση
  • (ε) δράσεις υποκατάστασης (στ) εκτίμηση του αν το έργο εντάσσεται στα ορφανά έργα
  • (ζ) αναζήτηση δικαιούχου και λήψη αδειών

Το στάδιο (α) σχετίζεται με το ίδιο το έργο και είναι οριζόντιο, δηλαδή παραμένει ανεπηρέαστο από το πιθανό εύρος των χρήσεων του έργου. Κατά συνέπεια καλύπτεται στο παρόν τμήμα του εγχειριδίου που αφορά στους γενικούς κανόνες εκκαθάρισης.

Τα υπόλοιπα στάδια σχετίζονται άμεσα με τη σκοπούμενη χρήση και άρα δεν μπορούν να εξετασθούν γενικά, αλλά έχει νόημα να εξετασθούν σε σχέση με συγκεκριμένες χρήσεις που παρουσιάζονται στο παρόν εγχειρίδιο. Ο γενικός κανόνας που είδαμε στο τμήμα 2 μας δίνει το δεύτερο βασικό κανόνα εκκαθάρισης:

Η εκκαθάριση ξεκινάει από τον προσδιορισμό των δυνητικών χρήσεων του έργου

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πρώτα πρέπει να προσδιορίσω πως επιθυμώ να χρησιμοποιήσω ένα έργο και στη συνέχεια:

  • [Ι] Να εκτιμήσω αν η πράξη μου αυτή μπορεί να γίνει χωρίς την άδεια του δημιουργού (π.χ. ανήκει στους νόμιμους περιορισμούς του δικαιώματος ή
  • [ΙΙ] πρέπει να δω κάποιες από τις μορφές αδειοδότησης που έχω ήδη προδιαγράψει στα στάδια (γ)-(ζ) ανωτέρω.

Με άλλα λόγια, ενώ η πράξη της εκκαθάρισης προηγείται της χρήσης του έργου, η δυνητική χρήση του έργου είναι εκείνη που προσδιορίζει τις πράξεις εκκαθάρισης που πρέπει να διενεργήσω.

Έτσι, δεν έχει νόημα να αναζητηθούν άδειες δημοσίου δανεισμού από έναν διδάσκοντα για περιεχόμενο που θα ενταχθεί σε μια παρουσιάσή του, ενώ αποτελούν τη βασική κατηγορία αδειών που θα πρέπει να αναζητηθούν από μια ακαδημαϊκή βιβλιοθήκη. Κατά συνέπεια, θα δούμε τις κατηγορίες (γ) – (ζ) αναλυτικά στις ειδικές κατηγορίες έργων.

Μπορώ να χρησιμοποιήσω το περιεχόμενο χωρίς να ζητήσω άδεια;[επεξεργασία]

Το ερώτημα αυτό ουσιαστικά αναλύεται σε δύο μέρη:

(α) αποτελεί το περιεχόμενο έργο ή αποτελεί εν γένει αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας ή έχει καταστεί πλέον Κοινό Κτήμα και είναι ελεύθερο δικαιωμάτων; Το ερώτημα αυτό εξετάζεται στο παρόν, καθώς αποτελεί γενικότερο ερώτημα, ανεξάρτητο της σκοπούμενης χρήσης του έργου.

(β) το περιεχόμενο αποτελεί αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά η συγκεκριμένη του χρήση δεν απαιτεί άδεια του δικαιούχου γιατί εντάσσεται στους νόμιμους περιορισμούς του δικαιώματος. Το ερώτημα αυτό εντάσσεται στο ειδικό μέρος και αναλύεται ξεχωριστά ανάλογα με την κατηγορία χρήσης. Εδώ παρουσιάζονται μόνο τα βασικά στοιχεία των περιορισμών του δικαιώματος και ποιες είναι οι μεταβλητές που θα πρέπει να εξετάσουμε σε κάθε περίπτωση.

Σε σχέση με το εάν το περιεχόμενο είναι ελεύθερο ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων ή όχι θα πρέπει να εξετάσουμε τις εξής διαστάσεις:

(α) εάν πληροί τις προϋποθέσεις παροχής ιδιοκτησιακού δικαιώματος επί του έργου εν γένει

(β) εάν παρά το ότι πληροί τις προϋποθέσεις παροχής ιδιοκτησιακού δικαιώματος, εντάσσεται σε κάποια κατηγορία έργου που αποκλείεται εκ του νόμου από την προστασία

(γ) εάν παρά το ότι ισχύει το (α) και δεν ισχύει το (β), έχει παρέλθει ο χρόνος προστασίας του έργου και άρα αυτό έχει απελευθερωθεί από ιδιοκτησιακά δικαιώματα και είναι πλέον κοινό κτήμα.

Στοίβες δικαιωμάτων και πολλαπλά έργα ενιαίας ενσωμάτωσης[επεξεργασία]

Προκειμένου, να απαντηθούν οι ερωτήσεις αυτές που αποτελούν και το προκαταρκτικό μέρος κάθε εκκαθάρισης, είναι απαραίτητο να δούμε για τι έργο μιλάμε για τι είδους δικαιώματα υφίστανται επί αυτού. Αυτό συμβαίνει γιατί ένα έργο που αντιλαμβανόμαστε ως ένα ενιαίο έργο μπορεί στην πραγματικότητα να απαρτίζεται από πολύ περισσότερα έργα και συνακόλουθα κατηγορίες δικαιωμάτων, ιδίως το δικαίωμα του δημιουργού, συγγενικά δικαιώματα και το ιδιόρρυθμο δικαίωμα του δημιουργού βάσης δεδομένων.

Στην περίπτωση που πρόκειται για ένα σύνθετο έργο, στην περίπτωση δηλαδή που μπορούν να εντοπιστούν αυτοτελείς συνεισφορές δημιουργών σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα κι εφόσον δεν υπάρχει ένα πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) από το οποίο μπορούν να ζητηθούν οι σχετικές άδειες συνολικά, θα πρέπει να αναζητηθούν για κάθε επίπεδο του έργου συνολικά. Επιπλέον, επειδή τα συγγενικά δικαιώματα ασκούνται ξεχωριστά και δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα του δημιουργού, θα πρέπει να αναζητηθούν οι σχετικές άδειες και για αυτά.

Αναφέρονται στη συνέχεια ορισμένα παραδείγματα έργων με πολλαπλά στρώματα δικαιωμάτων: - βιβλίο: δικαίωμα του δημιουργού για το περιεχόμενο, δικαίωμα του δημιουργού για το εξώφυλλο, δικαίωμα του δημιουργού για φωτογραφίες ή εικονογράφηση, συγγενικό δικαίωμα για την τυπογραφική διάταξη. - μουσικό dvd: συγγενικό δικαίωμα του παραγωγού, συγγενικά δικαιώματα των εκτελεστών, δικαίωμα του δημιουργού για το έργο λόγου, δικαίωμα του δημιουργού για το μουσικό έργο, συγγενικό δικαίωμα για το ηχογράφημα.

Είναι το έργο Κοινό Κτήμα;[επεξεργασία]

Προκειμένου να εξετασθεί εάν ένα έργο είναι Κοινό Κτήμα θα πρέπει να δούμε:

(Ι) εάν πρόκειται για έργο.

Για να αποτελεί ένα προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας αντικείμενο πνευματικής ιδιοκτησίας θα πρέπει να είναι έργο, δηλαδή ένα πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης και το οποίο θα πρέπει να εκφράζεται με κάποια μορφή. Κατά συνέπεια θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:

(α) να υπάρχει ένα προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας, αυτό σημαίνει ότι έργα τα οποία είναι απλώς έκφραση νόμων της φύσεως ή δεν έχουν δημιουργηθεί από κάποιο φυσικό πρόσωπο δεν είναι δεκτικά προστασίας.

(β) να είναι πρωτότυπο: η πρωτοτυπία δεν πρέπει να ταυτίζεται με την καινοτομία. Η Ελληνική νομοθεσία και θεωρία δίνει στην πρωτοτυπία τα εξής χαρακτηριστικά:

  • θα πρέπει να μην είναι αντίγραφο άλλου έργου
  • θα πρέπει να έχει στοιχεία στατιστικής μοναδικότητας, δηλαδή, εάν ήταν να δημιουργηθεί κάτω από τις ίδιες συνθήκες από ένα άλλο πρόσωπο δε θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα
  • θα πρέπει να υπάρχει ένα ελάχιστο δημιουργικό ύψος

(γ) να έχει εκφραστεί με κάποια μορφή: αυτό θα πει ότι δεν προστατεύεται η ιδέα, αλλά η έκφραση αυτής. Η έκφραση έχει ως επί το πλείστον να κάνει με την αποτύπωση με συγκεκριμένο τρόπο μιας γενικότερης ιδέας.

Ο συνδυασμός των κριτηρίων (α) και (γ) εξηγεί τη διάταξη του αρ.2(5) του Ν.2121/1993 σύμφωνα με την οποία δεν προστατεύονται οι ειδήσεις και τα απλά γεγονότα ή στοιχεία. Ο νόμος (αρ. 2 Ν. 2121/1993) δίνει μια ενδεικτική απαρίθμηση των προϊόντων της ανθρώπινης διάνοιας που μπορεί να θεωρηθούν ως έργα, αλλά η απαρίθμηση δεν είναι αποκλειστική.

(ΙΙ) Εάν πρόκειται για έργο εκτός πνευματικής ιδιοκτησίας

Τα έργα τα οποία δεν προστατεύονται εξορισμού από το νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία περιλαμβάνουν κυρίως (αρ.2(5)):

  • (α) επίσημα κείμενα στα οποία εκφράζεται πολιτειακή αρμοδιότητα
  • (β) νομοθετικά, δικαστικά ή διοικητικά κείμενα
  • (γ) εκφράσεις της λαϊκής παράδοσης
  • (δ) ειδήσεις
  • (ε) απλά γεγονότα
  • (στ) στοιχεία

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η προστασία που παρέχεται από το νόμο για την πνευματική ιδιοκτησία είναι ανεξάρτητη:

  • από την αξία και προορισμό του έργου
  • από το ότι το έργο ενδεχομένως προστατεύεται από άλλες διατάξεις

(ΙΙΙ) Εάν έχει παρέλθει η διάρκεια προστασίας

Ο γενικός κανόνας σε σχέση με τη διάρκεια προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο χρόνος ζωής του δημιουργού συν 70 χρόνια. Το διάστημα των 70 ετών ξεκινάει από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται από το χρόνο θανάτου του δημιουργού (αρ. 29(1)).

Στην περίπτωση έργων συνεργασίας, ο χρόνος υπολογισμού της διάρκειας προστασίας του έργου γίνεται βάσει του χρόνου θανάτου του τελευταίου επιζώντος δημιουργού (αρ. 30).

Στην περίπτωση ενός οπτικοακουστικού έργου, ο χρόνος υπολογισμού της διάρκειας προστασίας του έργου γίνεται βάσει του χρόνου θανάτου του τελευταίου επιζώντος από τους σκηνοθέτη, του συγγραφέα διαλόγων και του συνθέτη μουσικής που γράφτηκε ειδικά για να χρησιμοποιηθεί στο οπτικοακουστικό έργο. (αρ. 31(3)).

Σε σχέση με τα συγγενικά δικαιώματα:

(α) Οι ερμηνευτές/ εκτελεστές καλλιτέχνες προστατεύονται:

  • για 50 χρόνια από την ημερομηνία ερμηνείας ή εκτέλεσης

εκτός αν

[Ι] γίνει νόμιμη δημοσίευση ή παρουσίαση στο κοινό της υλικής ενσωμάτωσης της ερμηνείας ή της εκτέλεσης, οπότε ο χρόνος των 50 ετών ξεκινάει από το χρόνο της δημοσίευσης ή παρουσίασης

[ΙΙ] ο καλλιτέχνης ζήσει περισσότερο από το διάστημα αυτό, οπότε η διάρκεια είναι αυτή της ζωής του καλλιτέχνη

(β) Οι παραγωγοί φωνογραφημάτων προστατεύονται:

  • για 50 χρόνια μετά την ημερομηνία της υλικής ενσωμάτωσης

εκτός αν

  • το φωνογράφημα έχει δημοσιευθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία, οπότε ο χρόνος των 50 ετών ξεκινάει από την ημερομηνία δημοσίευσης αυτήν
  • αν δεν έχει δημοσιευτεί νομίμως αλλά έχει παρουσιαστεί στο κοινό η ημερομηνία ξεκινάει από το χρόνο παρουσίασης στο κοινό, εκτός αν η παρουσίαση αυτή έγινε μετά το διάστημα των 50 ετών από την υλική ενσωμάτωση, οπότε δεν προστατεύεται.

(γ) Οι παραγωγοί οπτικοακουστικών έργων προστατεύονται:

  • για 50 χρόνια μετά την ημερομηνία της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης

εκτός αν

  • το έργο έχει δημοσιευθεί η παρουσιαστεί στο κοινό νομίμως, οπότε ο χρόνος των 50 ετών ξεκινάει από το χρόνο αυτό

(δ) οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί προστατεύονται:

  • για 50 χρόνια μετά την πρώτη μετάδοση της εκπομπής, ανεξαρτήτως του μέσου με τον οποίο μεταδόθηκε αυτή

(ε) οι εκδότες προστατεύονται:

  • για 50 χρόνια μετά την τελευταία έκδοση του έργου

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις ο χρόνος υπολογισμού ξεκινάει από την 1η Ιανουαρίου της επόμενης χρονιάς από την οποία συνέβη το γεγονός.

Εντάσσεται η σκοπούμενη χρήση στους νόμιμους περιορισμούς του δικαιώματος;[επεξεργασία]

Προκειμένου να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να δούμε τη σκοπούμενη χρήση ειδικά. Ωστόσο, στο παρόν κεφάλαιο εξετάζουμε τις βασικές ερωτήσεις που πρέπει να κάνουμε αναφορικά με τους περιορισμούς του δικαιώματος.

Τι είναι οι Περιορισμοί του Περιουσιακού Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας;[επεξεργασία]

Προκειμένου να είναι δυνατή η πραγματοποίηση μιας σειράς από πράξεις που ο νομοθέτης έκρινε κοινωνικά και οικονομικά σημαντικές, ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία επιτρέπει την τέλεσή τους χωρίς την άδεια του δικαιούχου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι εάν θέλω να χρησιμοποιήσω υλικό το οποίο ανήκει σε τρίτον και συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος στο κεφάλαιο των περιορισμών του δικαιώματος, τότε δε χρειάζεται να ζητήσω την άδεια του δικαιούχου των δικαιωμάτων. Οι Περιορισμοί του δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας, μερικές φορές ονομάζονται και εξαιρέσεις του δικαιώματος, ενώ σε άλλα συστήματα προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, αντιστοιχούν στο fair use (HΠΑ) ή στο fair dealing (Ηνωμένο Βασίλειο).

Που προσδιορίζονται οι Περιορισμοί του Δικαιώματος στο νόμο και ποιες είναι οι βασικές τους αρχές;[επεξεργασία]

Οι Περιορισμοί αναφέρονται στο περιουσιακό δικαίωμα και ουσιαστικά επιτρέπουν τη χωρίς καταβολή κάποιου τέλους χρήση του έργου, εφόσον τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του νόμου. Το ηθικό δικαίωμα του δημιουργού παραμένει ανεπηρέαστο από την εφαρμογή των Περιορισμών. Οι Περιορισμοί του περιουσιακού δικαιώματος αναλύονται στο τέταρτο κεφάλαιο του Ν. 2121/1993, στα άρθρα 18 έως 28Γ. Το αρ. 28Γ παρέχει τη γενική αρχή που πρέπει να χρησιμοποιείται στην ερμηνεία των Περιορισμών. Σύμφωνα με τη γενική αυτή ρήτρα οι περιορισμοί αυτοί: (α) πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (β) οι περιπτώσεις αυτές δεν πρέπει να αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου (γ) δεν πρέπει να θίγουν αδικαιολόγητα τα συμφέροντα του δικαιούχου Η γενική ρήτρα αυτή είναι γνωστή και ως κανόνας των τριών σταδίων. Ο κατάλογος των περιορισμών που αναφέρονται στα άρθρα 18 έως 28Γ είναι εξαντλητικός. Εάν η πράξη την οποία τελώ δεν εντάσσεται σε κάποιον από αυτούς τους περιορισμούς, τότε θα πρέπει να ζητήσω την άδεια του δικαιούχου του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας.

Τι πρέπει να κοιτάω γενικά προκειμένου να εξετάσω αν ένας Περιορισμός εφαρμόζεται στην περίπτωση μου;[επεξεργασία]

Προκειμένου να αποφασίσω εάν η πράξη που τελώ εμπίπτει στους Περιορισμούς και άρα δε χρειάζομαι την άδεια του δικαιούχου, θα πρέπει να εξετάζω κάθε φορά ποιοι είναι οι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων για έναν συγκεκριμένο περιορισμό. Οι όροι αυτοί σχετίζονται με τις εξής παραμέτρους: (α) με ποια από τις εξουσίες του δικαιούχου σχετίζεται η πράξη που τελώ (π.χ. αναπαραγωγή, διάθεση στο κοινό κλπ) (β) ποιος είναι ο σκοπός της πράξης που τελώ (π.χ. εκπαιδευτικός, διατήρηση, ενημέρωση κλπ) (γ) ποιος είναι ο τελών την πράξη (π.χ. βιβλιοθήκη, εκπαιδευτικός κλπ) (δ) που πραγματοποιείται η πράξη (π.χ. σε εκπαιδευτικό ίδρυμα, στο διαδίκτυο κλπ) (ε) για τι είδους έργου μιλάμε (π.χ. εικαστικό, λόγου κλπ) (στ) άλλου είδους προϋποθέσεις (π.χ. νόμιμη δημοσίευση, αναφορά)

Ποιοι είναι οι Περιορισμοί που περιγράφει ο νόμος;[επεξεργασία]

Οι Περιορισμοί περιγράφονται στα άρθρα 18 με 28Γ του Ν. 2121/1993 και είναι οι εξής: (α) Αναπαραγωγή για Ιδιωτική Χρήση (β) Παράθεση Αποσπασμάτων (γ) Αναπαραγωγή σε σχολικά βιβλία και ανθολογίες (δ) Αναπαραγωγή για διδασκαλία (ε) Αναπαραγωγή από βιβλιοθήκες και αρχεία (στ) Αναπαραγωγή κινηματογραφικών έργων (ζ) Αναπαραγωγή για σκοπούς δικαστικούς και διοικητικούς (η) Χρήση για λόγους ενημέρωσης (θ) χρήση εικόνων με έργα σε δημόσιους χώρους (ι) δημόσια παράσταση ή εκτέλεση σε ειδικές περιστάσεις (ια) έκθεση και αναπαραγωγή εικαστικών έργων (ιβ) αναπαραγωγή προς όφελος τυφλών και κωφαλάλων (ιγ) προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής

Ποια είναι τα είδη των περιορισμών;[επεξεργασία]

Ουσιαστικά, οι περιορισμοί μπορούν να ενταχθούν σε κατηγορίες αναλόγως με την αιτία για την οποία έχουν εισαχθεί: (α) Περιορισμοί που υπάρχουν γιατί δεν είναι πρακτικό να διεκδικούνται δικαιώματα για τις συγκεκριμένες χρήσεις (π.χ. Ιδιωτική Αναπαραγωγή, χρήση εικόνων με έργα σε δημόσιους χώρους, προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής) (β) Κοινωνικά σημαντικοί περιορισμοί (π.χ. αναπαραγωγή προς όφελος τυφλών και κωφαλάλων, χρήση για λόγους ενημέρωσης, αναπαραγωγή για σκοπούς δικαστικούς και διοικητικούς) (γ) Περιορισμοί που ευνοούν τη δημιουργία νέων έργων, κυρίως μέσω της εκπαίδευσης και διατήρησης των υπαρχόντων έργων (π.χ. παράθεση αποσπασμάτων, αναπαραγωγή σε σχολικά βιβλία και ανθολογίες, αναπαραγωγή για διδασκαλία, δημόσια παράσταση ή εκτέλεση σε ειδικές περιστάσεις) (δ) Περιορισμοί που επιτρέπουν τη διατήρηση των έργων (π.χ. αναπαραγωγή από βιβλιοθήκες και αρχεία, αναπαραγωγή κινηματογραφικών έργων) (ε) Περιορισμοί συναφείς προς τη φύση του έργου και την ανάγκη πώλησης του (π.χ. έκθεση και αναπαραγωγή εικαστικών έργων)

Συλλογική Διαχείριση[επεξεργασία]

Ένα βασικό μέσο για τη διαχείριση της πνευματικής ιδιοκτησίας και την εξυπηρέτηση μεγάλων χρηστών, όπως είναι οι βιβλιοθήκες, μπορεί να είναι η συλλογική διαχείριση. Οι Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης (ΟΣΔ) και οι Οργανισμοί Συλλογικής Προστασίας (ΟΣΠ) αποτελούν εξαιρετικά σημαντικούς θεσμούς που εξυπηρετούν τόσο τους δημιουργούς που εκπροσωπούν όσο και τους τελικούς χρήστες, αφού μειώνουν σημαντικά το κόστος συναλλαγής και αδειοδότησης, επιτρέποντας την σε μία στάση αγορά δικαιωμάτων για περισσότερα από ένα έργα ή τύπους δικαιωμάτων και την εν συνεχεία διανομή τους στους δικαιούχους με τον κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερο τρόπο.

Οι ΟΣΔ διαφοροποιούνται από τους ΟΣΠ ως προς το ότι οι πρώτοι διαχειρίζονται δικαιώματα, ενώ –κατά την κρατούσα γνώμη- οι δεύτεροι απλώς επιδιώκουν τη δικαστική προστασία των δικαιούχων.

Οι δημιουργοί μπορούν να επιλέγουν συχνά ανάμεσα σε ΟΣΔ εντός και εκτός Ελλάδος όπως και να επιλέγουν ποια έργα τους θα διαθέτουν μέσω οργανισμών συλλογικής διαχείρισης και ποια θα διαχειρίζονται οι ίδιοι.

Διαφορετικοί ΟΣΔ διαχειρίζονται διαφορετικά δικαιώματα (π.χ. δικαίωμα μηχανικής αναπαραγωγής ή ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης για μουσικά έργα ή δικαίωμα εκτελεστών μουσικών έργων κλπ) και απαιτείται κάποιας μορφής εξουσιοδότηση από την πλευρά του δημιουργού, εκτελεστή προς το σχετικό ΟΣΔ. Συνήθως οι ΟΣΔ διαχειρίζονται δικαιώματα που έχουν ευρεία χρήση από επαγγελματίες χρήστες και απαιτούν

Εντούτοις, η Συλλογική Διαχείριση δε φαίνεται να έχει λειτουργήσει ιδιαιτέρως αποτελεσματικά για τις Ελληνικές Ακαδημαϊκές Βιβλιοθήκες. Αυτό συμβαίνει τόσο γιατί είναι περιορισμένο το εύρος των δικαιωμάτων και έργων που διαχειρίζονται οι ΟΣΔ και αφορούν στις βιβλιοθήκες, όσο και στο γεγονός ότι οι ΟΣΔ προσανατολίζονται παραδοσιακά σε οργανισμούς που εμπλέκονται σε κερδοσκοπικές χρήσεις των έργων, ενώ κάτι τέτοιο δε συμβαίνει με τις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες. Επιπλέον, σε σημαντικές κατηγορίες δικαιωμάτων δεν υπάρχουν πρότυπες και κοινά αποδεκτές συμβατικές πρακτικές σε σχέση με την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων από τους ΟΣΔ και την καταβολή των αντίστοιχων δικαιωμάτων από τις βιβλιοθήκες. Τέλος, οι οικονομικές δυνατότητες των ΑΕΙ/ΤΕΙ της χώρας και συνακόλουθα των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών καθιστούν οποιαδήποτε απόπειρα πληρωμής των σχετικών τελών απαγορευτική για την ύπαρξή τους, με δεδομένο μάλιστα ότι είναι δυνατή η εξαίρεσή τους από τη σχετική υποχρέωση με νομοθετική παρέμβαση, εντός του κοινοτικού κεκτημένου, χωρίς να υπάρξει πραγματική βλάβη για τους Ελληνικούς συγγραφείς και εκδοτικούς οίκους.

Η πιο σημαντική περίπτωση συλλογικής διαχείρισης που αφορά σε βιβλιοθήκες, ειδικά ακαδημαϊκές, είναι αυτή που σχετίζεται με την καταβολή τέλους για την πραγματοποίησης ιδιωτικής αναπαραγωγής την οποία θα εξετάσουμε στο οικείο τμήμα του παρόντος εγχειριδίου.

Τυποποιημένες άδειες[επεξεργασία]

Σε ένα μεγάλο βαθμό, οι βιβλιοθήκες παρέχουν πρόσβαση σε περιεχόμενο το οποίο φτάνει στις βιβλιοθήκες μαζί με ειδικές άδειες είτε προκειμένου στη συνέχεια οι άδειες αυτές να απευθυνθούν/ μεταφερθούν ως έχουν στον τελικό χρήστη, είτε περιέχοντας ειδικές διατάξεις σε σχέση με το πως θα πραγματοποιηθεί (α) η υπο-αδειοδότηση στον τελικό χρήστη ή (β) η χρήση των δεδομένων/ περιεχομένου που περιέχεται σε αυτό σε υπηρεσίες που προσφέρει η βιβλιοθήκη.

Για παράδειγμα, οι βάσεις δεδομένων παρέχονται με ειδικές διατάξεις που περιγράφουν τον τρόπο προσφοράς τους στον τελικό χρήστη (π.χ. αριθμός χρηστών, τρόπος πρόσβασης κ.λπ.), το ίδιο και τα προγράμματα η/υ (π.χ. αν και που μπορούν να εγκατασταθούν κ.λπ.) ή άλλες βάσεις δεδομένων (π.χ. βιβλιογραφικές βάσεις που χρησιμοποιούνται για καταλογογράφηση – έλεγχο καταλογογράφησης).

Στην περίπτωση αυτή, η εκκαθάριση συνίσταται στο να εξετασθούν οι όροι της σύμβασης κι αν η σκοπούμενη χρήση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της σύμβασης που έχει δημιουργηθεί, τότε θα πρέπει να αναζητηθούν εκ νέου επιπλέον άδειες από το δικαιούχο ή να προσαρμοστεί/ διακοπεί η σχετική χρήση του έργου αναλόγως.

Ανοικτές Άδειες[επεξεργασία]

Οι ανοικτές άδειες αποτελούν μορφή τυποποιημένων αδειών, που όμως επιτρέπουν στις βιβλιοθήκες να πραγματοποιούν το σύνολο των δραστηριοτήτων που τους είναι απαραίτητες προκειμένου να επιτελέσουν την αποστολή τους. Οι ανοικτές άδειες μπορεί να αναφέρονται σε κάθε είδος περιεχομένου, δεδομένων ή λογισμικού.

Οι πιο σημαντικές από τις ανοικτές άδειες είναι οι άδειες Creative Commons (CC) για το περιεχόμενο και η Γενική Δημόσια Άδεια (General Public Licence (GPL)) και η Berkeley Software Distribution (BSD) για το λογισμικό.

Οι βασικές ελευθερίες τις οποίες προσφέρουν οι σχετικές άδειες είναι οι ακόλουθες:

Σύμφωνα με το Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού, οι άδειες χρήσης ελεύθερου λογισμικού πρέπει να περιλαμβάνουν τις εξής ελευθερίες:

Ελευθερία 0: Ελευθερία χρήσης του προγράμματος για οποιονδήποτε σκοπό. Ελευθερία 1: Ελευθερία μελέτης και τροποποίησης του προγράμματος. Ελευθερία 2: Ελευθερία αντιγραφής του προγράμματος. Ελευθερία 3: Ελευθερία βελτίωσης του προγράμματος και επανέκδοσης του, προς το συμφέρον της κοινότητας των χρηστών. Οι ελευθερίες 1 και 3 προϋποθέτουν την πρόσβαση των χρηστών στον πηγαίο κώδικα του λογισμικού.

Πολύ χονδρικά μπορούμε να πούμε τα εξής:

- οι άδειες CC BY και BSD επιτρέπουν τη χρήση του περιεχομένου και λογισμικού αντιστοίχως με μόνο περιορισμό την αναφορά της πηγής - οι άδειες CCBYSA και GPL επιτρέπουν τη χρήση του περιεχομένου και λογισμικού με υποχρέωση αναφοράς στην πηγή και επιπλέον υποχρέωση διανομής των όποιων τροποποιήσεων του περιεχομένου/ λογισμικού υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις όπως προσδιορίζονταν σε σχέση με το αρχικό περιεχόμενο/ λογισμικό.

Ειδικές Περιπτώσεις Εκκαθάρισης για υπηρεσίες βιβλιοθήκης[επεξεργασία]

Στην περίπτωση των υπηρεσιών βιβλιοθήκης αναζητούμε τις ροές περιεχομένου και αναλόγως προσδιορίζουμε τις σκοπούμενες χρήσεις βάσει των οποίων θα πρέπει να εντοπίσουμε στη συνέχεια τις πράξεις εκκαθάρισης που είναι απαραίτητες προκειμένου να είναι δυνατή η νόμιμη διενέργεια των σκοπούμενων πράξεων.

Πριν προχωρήσουμε στις πράξεις εκκαθάρισης, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η βιβλιοθήκη θα πρέπει να έχει φροντίσει να έχει θέσει σε εφαρμογή κάποιες βασικές αρχές και μηχανισμούς που θα μειώσουν τους κινδύνους προσβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή της δημιουργίας ορφανών έργων, έργων, δηλαδή, των οποίων οι δικαιούχοι είναι άγνωστοι ή δύσκολο να βρεθούν.

Πιο συγκεκριμένα κάθε ακαδημαϊκή βιβλιοθήκη θα πρέπει: - να έχει φροντίσει το Ακαδημαϊκό Ίδρυμα να έχει συμπεριλάβει στις συμβάσεις εργασίας/ έργου με εξωτερικού συνεργάτες να υπάρχουν διατάξεις μεταβίβασης ή αδειοδότησης και ανοικτή αδειοδότηση των πνευματικών της έργων στο ακαδημαϊκό ίδρυμα - να περιέχει στον κανονισμό του ΑΕΙ/ΤΕΙ διατάξεις σε σχέση με τη μεταβίβαση/ αδειοδότηση και ανοικτή αδειοδότηση των σχετικών έργων των μελών ΔΕΠ/ΕΠ στο ΑΕΙ/ΤΕΙ αντίστοιχα με έμφαση στον προσδιορισμό των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στην εργασία του ακαδημαϊκού για το ΑΕΙ κι αυτών επί των οποίων έχει ανεξάρτητη πνευματική ιδιοκτησία. - Να περιέχει στον κανονισμού του ΑΕΙ/ΤΕΙ διατάξεις σε σχέση με τη μεταβίβαση/ αδειοδότηση και ανοικτή αδειοδότηση των έργων των φοιτητών που παράγονται στα πλαίσια της εκπαίδευσής του στο ακαδημαϊκό ίδρυμα.

Για το σύνολο των ανωτέρω κατηγοριών προτείνεται: - να γίνεται μη αποκλειστική αδειοδότηση των πνευματικών έργων από το δημιουργό στο ακαδημαϊκό ίδρυμα - το ακαδημαϊκό ίδρυμα να έχει την υποχρέωση, εφόσον καθιστά τα σχετικά έργα διαθέσιμα, να διαθέτει τα έργα που έχουν παραχθεί από μέλη ΔΕΠ/ΕΠ και φοιτητές/ σπουδαστές με ανοικτές άδειες, ιδίως την Creative Commons Αναφορά Παρόμοια Διανομή 4.0 ή μεταγενέστερη - εφόσον πρόκειται για λογισμικό, κι αυτό δεν πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης από το ακαδημαϊκό ίδρυμα, να διατίθεται με άδεια GPL ή BSD.

Ειδικότερα:

Πράξεις σχετιζόμενες με βιβλία[επεξεργασία]

Η πρώτη και βασικότερη πράξη σχετιζόμενη με βιβλία, είναι αυτή της καταλογογράφησης. Πρόκειται για δημιουργία μετα-περιεχομένου δηλαδή περιεχομένου που αφορά άλλο περιεχόμενο και για το λόγο αυτό: - όταν δημιουργείται από την ίδια τη βιβλιοθήκη τότε η πνευματική ιδιοκτησία ανήκει σε αυτήν και άρα δε χρειάζεται πράξη εκκαθάρισης. Ακόμη κι αν δεν περιγράφεται ρητώς στη σχετική σύμβαση μεταξύ εργαζομένων στη βιβλιοθήκη και του ακαδημαϊκού ιδρύματος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του νόμου για την πνευματική ιδιοκτησία, επέρχεται μεταβίβαση των σχετικών δικαιωμάτων αυτοδικαίως στο ακαδημαϊκό ίδρυμα - όταν πρόκειται για εγγραφές που έρχονται από τρίτη πηγή και ενσωματώνονται στο βιβλιογραφικό σύστημα της ίδιας της βιβλιοθήκης, τότε θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι υπάρχει η σχετική άδεια από τον παροχέα της σχετική βάσης δεδομένων και δικαιούχο αυτής.

Η δεύτερη κατηγορία πράξεων σε σχέση με βιβλία αφορά στο ίδιο το περιεχόμενο των βιβλίων.

Θα πρέπει να τονισθεί ότι σε σχέση με τα βιβλία θα πρέπει πάντοτε να έχουμε υπόψη μας τα εξής: - περιλαμβάνουν τουλάχιστον τρεις κατηγορίες δικαιωμάτων: (α) το δικαίωμα του δημιουργού του έργου λόγου, που συνήθως έχει μεταβιβασθεί στον εκδότη ή μέρος του (π.χ. δικαίωμα αναπαραγωγής) ασκείται από έναν ΟΣΔ (π.χ. ΟΣΔΕΛ) (β) το δικαίωμα του δημιουργού του εικαστικού έργου του εξωφύλλου καθώς και οποιωνδήποτε άλλων εικαστικών έργων τρίτων (π.χ. φωτογραφίες κλπ) για τα οποία, συνήθως (αλλά όχι πάντοτε), ο εκδότης έχει μόνο δικαίωμα δημοσίευσης στο συγκεκριμένο βιβλίο και όχι πλήρες δικαίωμα επί αυτών. (γ) το συγγενικό δικαίωμα του εκδότη να επιτρέπει ή να απαγορεύει την αναπαραγωγή, με φωτοτυπικές, ηλεκτρονικές ή όποιες άλλες μεθόδους, για σκοπούς εκμετάλλευσης, της στοιχειοθεσίας και της σελιδοποίησης των έργων που έχει εκδώσει. - τα σημειώματα που υπάρχουν επί των βιβλίων δεν έχουν συστατικό χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα τεκμηρίου. Αποτελούν ενδείξεις για το ποιος είναι ο δικαιούχος, αλλά δε συνδέονται άλλως με την κτήση του σχετικού δικαιώματος. - Τα βιβλία μπορεί να υπάρχουν είτε ως υλικά αντικείμενα, είτε σε ψηφιακή μορφή (υλικοί φορείς του έργου). Ανάλογα με τον τύπο του υλικού φορέα του έργου ενεργοποιούνται και εξαντλούνται διαφορετικού τύπου δικαιώματα.

Μία βιβλιοθήκη συνήθως διενεργεί τις ακόλουθες πράξεις σε σχέση με τα βιβλία: (α) πράξεις δανεισμού Πρόκειται για την πλέον συνήθη δραστηριότητα που πραγματοποιείται από μια βιβλιοθήκη κι έχει δύο μορφές αποδεκτών: (α1) Δανεισμός σε τελικό χρήστη των υπηρεσιών της βιβλιοθήκης - στην περίπτωση αυτή η βιβλιοθήκη ασκεί το δικαίωμα δημοσίου δανεισμού του δικαιούχου και κατά συνέπεια είναι απαραίτητο να έχει λάβει άδεια ως προς αυτό. Στην Ελλάδα ακόμη δεν έχει βρεθεί κοινά αποδεκτός τρόπος για την αποζημίωση των δημιουργών μέσω των ΟΣΔ σε σχέση με την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Με δεδομένη τη δεινή οικονομική κατάσταση των πανεπιστημίων και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων εν γένει προτείνεται η δημιουργία ειδικής εξαίρεσης σε σχέση με το δικαίωμα δημοσίου δανεισμού για τις ακαδημαϊκές και ερευνητικές βιβλιοθήκες. (α2) Δανεισμός μεταξύ βιβλιοθηκών - και πάλι πρόκειται για άσκηση του δικαιώματος του δημοσίου δανεισμού και απαιτείται άδεια σε σχέση με αυτό. Ωστόσο, και προκειμένου να διασφαλισθεί ότι πρόκειται για δανεισμό και όχι για εκμίσθωση θα πρέπει να τονισθεί ότι δεν υπάρχει καταβολή ποσού για την ίδια την πράξη του δανεισμού του βιβλίου, αν και μπορεί να υπάρξει καταβολή τελών σε σχέση με τις παρεχόμενες υπηρεσίες ή για πρόστιμα σε σχέση με τη μη έγκυρη επιστροφή του βιβλίου. - Στις περιπτώσεις που πραγματοποιείται αναπαραγωγή άρθρου ή τμήματος βιβλίου, προκειμένου να δοθεί σε άλλες βιβλιοθήκες και όχι ο δανεισμός του υλικού φορέα, υποστηρίζεται η άποψη ότι η σχετική αναπαραγωγή και διάθεση του υλικού μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση της αναπαραγωγής από βιβλιοθήκες και αρχεία. (β) πράξεις αναπαραγωγής Οι πράξεις αναπαραγωγής θα πρέπει να εξετασθούν σε σχέση με αυτόν που τις επιτελεί, καθώς και σε σχέση με τους στόχους της αναπαραγωγής. Ειδικότερα, στα πλαίσια μιας βιβλιοθήκης είναι δυνατόν να έχουμε τα εξής ήδη αναπαραγωγής: (β1) Αναπαραγωγή από μέλη του κοινού της βιβλιοθήκης. Η ορθότερη άποψη θα ήταν ότι οι σχετικές πράξεις εντάσσονται στο πλαίσιο της εξαίρεσης του αρ. 18 καθώς πραγματοποιούνται από ιδιώτες χωρίς την επίβλεψη ή εμπλοκή προσωπικού της βιβλιοθήκης. Όπως γίνεται δεκτό, η χρήση μέσων που δεν ανήκουν στο πρόσωπο που διενεργεί την αναπαραγωγή δεν την καθιστούν μη ιδιωτική. Η βιβλιοθήκη οφείλει να έχει αναρτήσει τα σχετικά σημειώματα που αναφέρονται στους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιείται η αναπαραγωγή. Η καταβολή τιμήματος στη βιβλιοθήκη σε σχέση με την φωτοτύπηση πραγματοποιείται προκειμένου να καλυφθεί το κόστος λειτουργίας και συντήρησης των φωτοτυπικών μηχανημάτων και όχι ως αντίτιμο για τη χρήση της υπηρεσίας φωτοτύπησης και δεν αποτελούν τεκμήριο οργάνωσης ή επίβλεψης της διαδικασίας φωτοτύπισης. (β2) Αναπαραγωγή από το προσωπικό της βιβλιοθήκης για λόγους συντήρησης/ διατήρησης του υλικού. Πρόκειται για την εξαίρεση του αρ.22 που επιτρέπει την αναπαραγωγή αποκλειστικά και μόνο για να γίνει διατήρησή του ή μεταβίβαση σε άλλη μη κερδοσκοπική βιβλιοθήκη ή αρχείο. Θα πρέπει να τονισθεί ότι δεν έχει σημασία ο τρόπος αναπαραγωγής και άρα αυτή μπορεί να είναι και ψηφιακή αλλά πρέπει να έχει ως σκοπό τη διατήρηση και όχι τη διάθεση στο κοινό. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να διατεθεί στο κοινό μόνο εφόσον εκλείψει το αρχικό αντίτυπο του έργου. (β3) Πράξεις αναπαραγωγής από το διδάσκοντα για λόγους διδασκαλίας ή εξετάσεων. Είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν πράξεις αναπαραγωγής του έργου από το διδάσκοντα για λόγους διδασκαλίας ή εξετάσεων, αλλά δεν μπορεί αυτό να γίνει από το προσωπικό της βιβλιοθήκης για λογαριασμό του. Επίσης, θα πρέπει να τηρηθούν και το σύνολο των προϋποθέσεων του νόμου σχετικά με την αναπαραγωγή για διδακτικού σκοπούς. Η εξαίρεση αφορά μόνο σε έντυπα έργα ή άρθρα νομίμως δημοσιευμένα σε εφημερίδες ή περιοδικά. (γ) πράξεις παρουσίασης στο κοινό Οι πράξεις παρουσίασης στο κοινό είναι οι πλέον δύσκολες σε σχέση με τα δικαιώματα που πρέπει να ληφθούν. Στην περίπτωση των έργων λόγου που βρίσκονται σε έντυπη μορφή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί καμία από τις εξαιρέσεις στο δικαίωμα της αναπαραγωγής που αναφέρθηκαν ανωτέρω και άρα πρέπει να ληφθεί ειδική άδεια από το δικαιούχο. Στην περίπτωση των έργων λόγου που βρίσκονται σε ψηφιακή μορφή, συνήθως αυτά έρχονται με τη μορφή βάσεων δεδομένων που διατίθενται στον τελικό χρήστη με συγκεκριμένη άδεια και άρα μπορεί να διατεθούν περαιτέρω μόνο εντός του πλαισίου της συγκεκριμένης άδειας. Κατά συνέπεια προκειμένου να αποφασισθεί εάν μπορεί να διατεθούν περαιτέρω θα πρέπει να εξετασθεί εάν κάτι τέτοιο επιτρέπεται από την άδεια και σε ποιες κατηγορίες χρηστών προσδιορίζει η άδεια ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο.

Πράξεις σχετιζόμενες με μουσικά έργα, ηχογραφήματα και οπτικοακουστικό υλικό[επεξεργασία]

Σε σχέση με τα μετα-δεδομένα, ισχύουν τα όσα ισχύουν και για τα βιβλία.

Στην περίπτωση μουσικών έργων, ηχογραφημάτων και οπτικοακουστικών έργων, θα πρέπει να τονισθεί ότι αυτό που εμφανίζεται ως ένα έργο για τον τελικό χρήστη, απαρτίζεται στην πραγματικότητα από περισσότερα του ενός έργα επί των οποίων υφίσταται τόσο το δικαίωμα του δημιουργού όσο και συγγενικά δικαιώματα. Για το λόγο αυτό στις διάφορες χρήσεις του έργου, θα πρέπει να εντοπίζονται τα εξής:

(α) ποιες είναι οι πράξεις που επιθυμεί να τελεί ο οργανισμός – βιβλιοθήκη (β) ποια είναι τα δικαιώματα που ενεργοποιούνται (γ) αν υπάρχει κάποια εξαίρεση που να επιτρέπει τις σκοπούμενες πράξεις (δ) αν υπάρχει κάποιος οργανισμός συλλογικής διαχείρισης που να εκπροσωπεί τους δημιουργούς ή εκτελεστές ως προς τις συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιωμάτων κι αντίστοιχα να μπορεί να αποκτήσει άδεια η βιβλιοθήκη και υπό ποιους όρους.

Όπως και στην περίπτωση των βιβλίων, εμφανίζονται οι ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Πράξεις δανεισμού Αφορά στο δανεισμό του υλικού φορέα και εδώ θα πρέπει να εντοπίσουμε δύο υπο-περιπτώσεις: (α1) Δανεισμός σε τελικό χρήστη των υπηρεσιών της βιβλιοθήκης - στην περίπτωση αυτή η βιβλιοθήκη ασκεί το δικαίωμα δημοσίου δανεισμού του δικαιούχου και κατά συνέπεια είναι απαραίτητο να έχει λάβει άδεια ως προς αυτό. Στην Ελλάδα ακόμη δεν έχει βρεθεί κοινά αποδεκτός τρόπος για την αποζημίωση των δημιουργών μέσω των ΟΣΔ σε σχέση με την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Με δεδομένη τη δεινή οικονομική κατάσταση των πανεπιστημίων και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων εν γένει προτείνεται η δημιουργία ειδικής εξαίρεσης σε σχέση με το δικαίωμα δημοσίου δανεισμού για τις ακαδημαϊκές και ερευνητικές βιβλιοθήκες. Θα πρέπει να τονισθεί ότι ειδικά σε σχέση με έργα που περιλαμβάνουν μουσικά έργα, ηχογραφήματα και οπτικοακουστικά έργα, χρειάζεται η σχετική άδεια τόσο όσο προς το δικαίωμα του δημιουργού, όσο και ως προς το δικαίωμα του δικαιούχου των συγγενικών δικαιωμάτων. Και στις δύο περιπτώσεις, θα μπορούσαν να ζητηθούν τα δικαιώματα από τους Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης ή να εισαχθεί σχετική εξαίρεση στο νόμο. Ωστόσο, μέχρι το χρόνο συγγραφής του παρόντος οδηγού, δεν υπήρχε κάποια εξαίρεση στην Ελλάδα σε σχέση με την άσκηση του δικαιώματος δημοσίου δανεισμού από τις ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, ούτε και κάποια συμβατική ρύθμιση από πλευράς των οικείων οργανισμών συλλογικής διαχείρισης. (α2) Δανεισμός μεταξύ βιβλιοθηκών - και πάλι πρόκειται για άσκηση του δικαιώματος του δημοσίου δανεισμού και απαιτείται άδεια σε σχέση με αυτό. Ωστόσο, και προκειμένου να διασφαλισθεί ότι πρόκειται για δανεισμό και όχι για εκμίσθωση θα πρέπει να τονισθεί ότι δεν υπάρχει καταβολή ποσού για την ίδια την πράξη του δανεισμού του έργου, αν και μπορεί να υπάρξει καταβολή τελών σε σχέση με τις παρεχόμενες υπηρεσίες ή για πρόστιμα σε σχέση με τη μη έγκυρη επιστροφή του έργου. - Στις περιπτώσεις που πραγματοποιείται αναπαραγωγή άρθρου ή τμήματος βιβλίου ή μουσικού έργου ή ηχογραφήματος, προκειμένου να δοθεί σε άλλες βιβλιοθήκες και όχι ο δανεισμός του υλικού φορέα, υποστηρίζεται η άποψη ότι η σχετική αναπαραγωγή και διάθεση του υλικού μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση της αναπαραγωγής από βιβλιοθήκες και αρχεία τόσο σε σχέση με τα βιβλία όσο και σε σχέση με το ηχητικό ή οπτικοακουστικό υλικό. Στην περίπτωση αυτή δε μιλάμε για διαδανεισμό με την παραδοσιακή έννοια, καθώς περιλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή η προμήθεια του έργου από την αγορά σύντομα και με εύλογους όρους. (β) πράξεις αναπαραγωγής Οι πράξεις αναπαραγωγής θα πρέπει να εξετασθούν σε σχέση με αυτόν που τις επιτελεί, καθώς και σε σχέση με τους στόχους της αναπαραγωγής. Ειδικότερα, στα πλαίσια μιας βιβλιοθήκης είναι δυνατόν να έχουμε τα εξής ήδη αναπαραγωγής: (β1) Αναπαραγωγή από μέλη του κοινού της βιβλιοθήκης. Η ορθότερη άποψη θα ήταν ότι οι σχετικές πράξεις εντάσσονται στο πλαίσιο της εξαίρεσης του αρ. 18 καθώς πραγματοποιούνται από ιδιώτες χωρίς την επίβλεψη ή εμπλοκή προσωπικού της βιβλιοθήκης. Όπως γίνεται δεκτό, η χρήση μέσων που δεν ανήκουν στο πρόσωπο που διενεργεί την αναπαραγωγή δεν την καθιστούν μη ιδιωτική. Η βιβλιοθήκη οφείλει να έχει αναρτήσει τα σχετικά σημειώματα που αναφέρονται στους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιείται η αναπαραγωγή. Η καταβολή τιμήματος στη βιβλιοθήκη σε σχέση με την φωτοτύπηση πραγματοποιείται προκειμένου να καλυφθεί το κόστος λειτουργίας και συντήρησης των φωτοτυπικών μηχανημάτων και όχι ως αντίτιμο για τη χρήση της υπηρεσίας φωτοτύπησης και δεν αποτελούν τεκμήριο οργάνωσης ή επίβλεψης της διαδικασίας φωτοτύπισης. Στην περίπωση αναπαραγωγής οπτικοακουστικού ή ηχητικού υλικού, εφόσον δεν υφίστανται μέσα αναπαραγωγής στο χώρο της βιβλιοθήκης, δεν υφίσταται θέμα ιδιωτικής αναπαραγωγής. (β2) Αναπαραγωγή από το προσωπικό της βιβλιοθήκης για λόγους συντήρησης/ διατήρησης του υλικού. Πρόκειται για την εξαίρεση του αρ.22 που επιτρέπει την αναπαραγωγή αποκλειστικά και μόνο για να γίνει διατήρησή του ή μεταβίβαση σε άλλη μη κερδοσκοπική βιβλιοθήκη ή αρχείο. Θα πρέπει να τονισθεί ότι δεν έχει σημασία ο τρόπος αναπαραγωγής και άρα αυτή μπορεί να είναι και ψηφιακή αλλά πρέπει να έχει ως σκοπό τη διατήρηση και όχι τη διάθεση στο κοινό. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να διατεθεί στο κοινό μόνο εφόσον εκλείψει το αρχικό αντίτυπο του έργου. Το είδος του έργου, επίσης, δεν έχει σημασία και άρα μπορεί να εφαρμοσθεί για όλες τις κατηγορίες έργων. (β3) Πράξεις αναπαραγωγής από το διδάσκοντα για λόγους διδασκαλίας ή εξετάσεων. Είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν πράξεις αναπαραγωγής του έργου από το διδάσκοντα για λόγους διδασκαλίας ή εξετάσεων, αλλά δεν μπορεί αυτό να γίνει από το προσωπικό της βιβλιοθήκης για λογαριασμό του. Επίσης, θα πρέπει να τηρηθούν και το σύνολο των προϋποθέσεων του νόμου σχετικά με την αναπαραγωγή για διδακτικού σκοπούς. Η εξαίρεση αφορά μόνο σε έντυπα έργα ή άρθρα νομίμως δημοσιευμένα σε εφημερίδες ή περιοδικά και κατά συνέπεια δεν περιλαμβάνει οπτικοακουστικά ή ηχητικά έργα. (γ) πράξεις παρουσίασης στο κοινό Οι πράξεις παρουσίασης στο κοινό είναι οι πλέον δύσκολες σε σχέση με τα δικαιώματα που πρέπει να ληφθούν. Στην περίπτωση των έργων λόγου που βρίσκονται σε έντυπη μορφή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί καμία από τις εξαιρέσεις στο δικαίωμα της αναπαραγωγής που αναφέρθηκαν ανωτέρω και άρα πρέπει να ληφθεί ειδική άδεια από το δικαιούχο. Το ίδιο ισχύει και για άλλες μορφές έργων (π.χ. οπτικοακουστικά έργα, ηχογραφήματα κλπ). Στην περίπτωση των έργων λόγου ή άλλων έργων που βρίσκονται σε ψηφιακή μορφή, συνήθως αυτά έρχονται με τη μορφή βάσεων δεδομένων που διατίθενται στον τελικό χρήστη με συγκεκριμένη άδεια και άρα μπορεί να διατεθούν περαιτέρω μόνο εντός του πλαισίου της συγκεκριμένης άδειας. Κατά συνέπεια προκειμένου να αποφασισθεί εάν μπορεί να διατεθούν περαιτέρω θα πρέπει να εξετασθεί εάν κάτι τέτοιο επιτρέπεται από την άδεια και σε ποιες κατηγορίες χρηστών προσδιορίζει η άδεια ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο.

Πράξεις σχετιζόμενες με λογισμικό[επεξεργασία]

Στην περίπτωση του λογισμικού, μολονότι οι γενικές πράξεις που αφορούν μια βιβλιοθήκη παραμένουν οι ίδιες, δηλαδή:

(α) δανεισμός (β) αναπαραγωγή (γ) διάθεση στο κοινό

δεν έχουμε απλώς φυσικά αντικείμενα που ενσωματώνουν έργα και για τα οποία ισχύουν οι γενικοί κανόνες της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά τις εξής περιπτώσεις: (α) φυσικούς φορείς που ενσωματώνουν το λογισμικό (π.χ. DVDs, memory sticks) που διατίθενται στους χρήστες, είτε μεμονωμένοι, είτε ως μέρος κάποιου βιβλίου, προς χρήση ή εγκατάσταση με συγκεκριμένες άδειες χρήσης. Στην περίπτωση αυτή:

  • σε σχέση με το δικαίωμα δανεισμού ισχύουν τα όσα ορίζονται και σε σχέση με τα υπόλοιπα έργα, εκτός εάν η άδεια εγκατάστασης του έργου ορίζει κάτι διαφορετικό. Η δυσκολία που υπάρχει σε σχέση με το συγκεκριμένο είδος έργου είναι ότι δεν υπάρχει οργανισμός συλλογικής διαχείρισης και, άρα, η σχετική άδεια θα πρέπει να δίνεται από τον κάθε χρήστη ξεχωριστά. Επίσης, στην περίπτωση που απαιτείται εγκατάσταση του προγράμματος κάθε φορά, μιλάμε ουσιαστικά για αναπαραγωγή, οπότε πάμε στην περίπτωση (β)
  • σε σχέση με το δικαίωμα αναπαραγωγής, αυτή μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που ορίζει ο νόμος (διατήρηση – διάθεση) και σύμφωνα με τους αντίστοιχους περιορισμούς (να μην μπορεί να βρεθεί με εύλογη προσπάθεια το έργο στην αγορά)
  • η ιδιωτική αναπαραγωγή δεν επιτρέπεται παρά μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχει ενδιαφέρον για τη βιβλιοθήκη.
  • σε σχέση με τη διάθεση στο κοινό, αυτή θα πραγματοποιείται ουσιαστικά με τους όρους της σχετικής άδειας που συνοδεύει το λογισμικό. Εάν αυτή δεν υπάρχει, θα πρέπεει να ζητηθεί νέα άδεια από το δικαιούχο.

(β) λογισμικό που βρίσκεται στο διαδίκτυο ή στους εξυπηρετητές της σχολής και προκειμένου να ενεργοποιηθεί νομίμως χρειάζεται να υπάρχει η σχετική άδεια από το δικαιούχο.

  • στην περίπτωση αυτή δεν μπορούμε να μιλάμε για δανεισμό και ακόμη και η περίπτωση της αναπαραγωγής πραγματοποιείται μετά τη διάθεση στο κοινό.
  • σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται έλεγχος των όρων των αδειών με τις οποίες δίδεται το λογισμικό και με βάση αυτές να διατίθενται οι κωδικοί στους τελικούς χρήστες. Τις περισσότερες φορές που θα υπάρχει η σχετική δυνατότητα, ουσιαστικά θα μιλάμε για αγορά μιας άδειας εργασίας για συγκεκριμένο αριθμό χρηστών ή θέσεων εργασίας και άρα η ίδια η άδεια θα προσδιορίζει τα όρια πρόσβασης στο σχετικό λογισμικό.
  • στην περίπτωση που το λογισμικό προσφέρεται ως υπηρεσία (SaaS) η βιβλιοθήκη ουσιαστικά δεν παρεμβάλλεται μεταξύ του χρήστη και του παροχέα της ψηφιακής υπηρεσίας, παρά μόνο στο βαθμό που έχει αγοράσει άδειες για λογαριασμό των φοιτητών/ σπουδαστών/ μελών ΔΕΠ και διοικητικού προσωπικού, οπότε θα πρέπει να τηρήσει τους όρους διανομής των σχετικών αδειών.

Πράξεις σχετιζόμενες με βάσεις δεδομένων[επεξεργασία]

Οι βάσεις δεδομένων που χειρίζονται οι βιβλιοθήκες αποτελούν κεντρικό μέρος των εργασιών τους και εμφανίζουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος τόσο για την ίδια τη βιβλιοθήκη, όσο και για τους χρήστες αυτής. Ειδικότερα: (α) Κατάλογοι, θησαυροί και άλλοι πόροι που παράγονται και χρησιμοποιούνται από την ίδια τη βιβλιοθήκη. - η καταλογογράφηση του υλικού της βιβλιοθήκης αποτελεί αυτή καθεαυτή βάση δεδομένων, η οποία πιθανότατα θα έχει αρκετή πρωτοτυπία, εξαιτίας της σύνθεσής της, ώστε να προστατεύεται τόσο από το δικαίωμα του δημιουργού (ως πρωτότυπη βάση), όσο και από το ιδιόρρυθμο δικαίωμα του κατασκευαστή βάσης δεδομένων, εάν δεν πληρεί τις προϋποθέσεις πρωτοτυπίας που απαιτεί ο νόμος. Αντίστοιχα ισχύουν και για την περίπτωση των θησαυρών, ελεγχόμενων λεξιλογίων και άλλων πόρων που χρησιμοποιεί η βιβλιοθήκη προκειμένου να πραγματοποιήσει τις βασικές της λειτουργίες. - Στην περίπτωση που ο κατάλογος της βιβλιοθήκης εμπλουτίζεται από εγγραφές ή στοιχεία που έρχονται από τρίτες πηγές, θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι τα στοιχεία αυτά έχουν εκκαθαριστεί, δηλαδή ότι η βιβλιοθήκη έχει λάβει όλες τις απαραίτητες άδειες προκειμένου να χρησιμοποιεί και διαθέτει τη σχετική βάση χωρίς περιορισμούς. Κάτι τέτοιο είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, καθώς η βιβλιοθήκη είναι δυνατόν να διαθέτει το σχετικό υλικό τόσο σε τελικούς χρήστες, όσο και σε άλλες βιβλιοθήκες ή ενώσεις αυτών (π.χ. στο συλλογικό κατάλογο κλπ). (β) Βάσεις δεδομένων που ανήκουν σε τρίτους και οι οποίες δίδονται ως υπηρεσία σε χρήστες της βιβλιοθήκες - Σε σχέση με τα μεταδεδομένα αυτών των βάσεων δεδομένων, ειδικά όταν αφορούν σε περιοδικά που θα πρέπει να καταλογογραφούνται, θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι η βιβλιοθήκη έχει λάβει όλες τις σχετικές άδειες, ώστε να είναι δυνατός ο εμπλουτισμός και επικαιροποίηση των υπαρχόντων βάσεων δεδομένων που έχει ήδη στη διάθεσή της. Πρόκειται ουσιαστικά για υποπερίπτωση της κατηγορίας (α), η οποία όμως αφορά συγκεκριμένες βάσεις δεδομένων που αποκτά η βιβλιοθήκη είτε απευθείας από τους εκδότες, είτε από τρίτους παροχείς τέτοιων βάσεων δεδομένων στις βιβλιοθήκες. - Σε σχέση με το ίδιο το περιεχόμενο (άρθρα περιοδικών και ηλεκτρονικά βιβλία), η πρόσβαση σε αυτό διαμορφώνεται ουσιαστικά από τους όρους της συνδρομής οι οποίοι θα πρέπει να επικοινωνούνται στο χρήστη με την παροχή των σχετικών κωδικών σε αυτόν. Εδώ, θα πρέπει να προσδιορίζονται οι όροι (π.χ. αν είναι ανοικτή ή περιορισμένη πρόσβαση) και ο τόπος πρόσβασης (π.χ. αν θα είναι στο χώρο της βιβλιοθήκης ή κάπου αλλού)

Πράξεις σχετιζόμενες με περιεχόμενο που παράγεται από μέλη ΔΕΠ/ΕΠ και φοιτητές/ σπουδαστές του Ακαδημαϊκού Ιδρύματος[επεξεργασία]

Στην περίπτωση που έχουμε έργα τα οποία παράγονται από τα μέλη ΔΕΠ/ΕΠ ή/ και τους φοιτητές/ σπουδαστές του Ακαδημαϊκού Ιδρύματος, υπογραμμίζονται τα εξής: (α) Ο γενικός κανόνας είναι ότι εάν δεν υπάρχει κάποια ειδικότερη ρύθμιση, το έργο ανήκει στο δημιουργό του. (β) Στην περίπτωση των μελών ΔΕΠ/ΕΠ, επειδή θεωρούνται ως εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα, υπάρχει εκ του νόμου μεταβίβαση του περιουσιακού τους δικαιώματος, εφόσον το έργο έχει δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια άσκησης των καθηκόντων τους κι εφόσον δεν εμποδίζεται η ακαδημαϊκή τους ελευθερία. (γ) Στην περίπτωση των φοιτητών σπουδαστών το περιεχόμενο ανήκει στους ίδιους εκτός αν προβλέπεται κάτι διαφορετικό από τον κανονισμό του τμήματος στο οποίο ανήκουν ή/ και ο εποπτεύων καθηγητής δεν έχει ουσιαστική δημιουργική συνεισφορά στο έργο τους. Το τελευταίο είναι αρκετά δύσκολο, γιατί εάν η συνεισφορά του εποπτεύοντος ήταν τέτοια που να δικαιολογεί δικαίωμα ιδιοκτησίας, η εργασία δε θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή ως εργασία του φοιτητή.

Ζητήματα Αδειών[επεξεργασία]

Εννοιολογικές Διαφοροποιήσεις[επεξεργασία]

Πριν παρουσιάσουμε αναλυτικά τους διαφόρους τύπους αδειών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το ψηφιακό περιεχόμενο και λογισμικό, είναι απαραίτητο προηγουμένως να υπάρξει μια διαφοροποίηση ανάμεσα στις ακόλουθες έννοιες:

- Κτήση του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας - Κατοχύρωση του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας - Αδειοδότηση του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας - Σημειώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας

Η κτήση του δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας έχει να κάνει με το χρονικό σημείο στο οποίο αποκτάται η πνευματική ιδιοκτησία. Στο ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο, η πνευματική ιδιοκτησία γεννάται στο πρόσωπο του δημιουργού τη στιγμή της δημιουργίας του έργου χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω διατυπώσεις.

Αυτό σημαίνει ότι σε σχέση με την κατοχύρωση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας θα πρέπει να είναι σαφές ότι δεν απαιτούνται διατυπώσεις και ότι αυτή αποκτάται πρωτογενώς στο πρόσωπο του δημιουργού χωρίς να απαιτείται κάποια ιδιαίτερη ενέργεια ή διατυπώσεις κατοχύρωσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση π.χ. των σημάτων ή των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας.

Οι ενέργειες που γίνονται από τους δικαιούχους και σχετίζονται με την πιστοποίηση της ιδιοκτησίας τους μέσω: - Δημόσιας κατάθεσης (π.χ. στην Εθνική Βιβλιοθήκη ή σε κάποιο ιδρυματικό αποθετήριο) - Αποστολής συστημένης επιστολής από το δημιουργό στον εαυτό του - Κατάθεση σε συμβολαιογράφο - Κατάθεση σε κάποιο δημόσιο ή ιδρυματικό καταθετήριο - Κατάθεση σε κάποια εξειδικευμένη υπηρεσία διασφάλισης προστασίας δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Το σύνολο των ανωτέρω ενεργειών έχουν χαρακτήρα αποδεικτικό και όχι συστατικό. Αυτό σημαίνει ότι επιτρέπουν την πιστοποίηση: - Του δημιουργού - Της ημερομηνίας δημιουργίας - Του έργου που δημιουργήθηκε τη συγκεκριμένη ημερομηνία από τον συγκεκριμένο δημιουργό

Η διενέργεια των ανωτέρω ενεργειών δεν έχει να κάνει με τη σύσταση του δικαιώματος αλλά την απόδειξη κτήσης του σε συγκεκριμένη ημερομηνία, για συγκεκριμένο έργο και από συγκεκριμένο δικαιούχο.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να διαφοροποιήσουμε στον δημιουργό που είναι το φυσικό πρόσωπο στο οποίο γεννάται το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας και τον δικαιούχο που είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί τα δικαιώματα της πνευματικής ιδιοκτησίας ή μέρος αυτών. Ο δημιουργός κατά το χρόνο γέννεσης του δικαιώματος είναι και δικαιούχος, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που παραμένει αμετάβλητο κατά την εξέλιξη του κύκλου ζωής του πνευματικού δικαιώματος. Το πρόσωπο του δημιουργού είναι απαραίτητο να είναι γνωστό καθώς (α) μας δίνει στοιχεία σε σχέση με τη διάρκεια προστασίας του έργου, καθώς ο βασικός κανόνας υπολογισμού είναι 70 χρόνια από το θάνατο του δημιουργού, και (β) μας επιτρέπει να κάνουμε σωστή αναφορά στο δημιουργό του έργου κι έτσι να εκπληρώσουμε όχι μόνο τις συμβατικές μας υποχρεώσεις (π.χ. υποχρεώσεις αναφοράς), αλλά και την υποχρέωση σεβασμού του ηθικού δικαιώματος της πατρότητας.

Η αδειοδότηση αποτελεί πράξη που έρχεται μετά τη σύσταση του δικαιώματος και δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν. Η άδεια είναι η το έγγραφο και η πράξη με την οποία ο δικαιούχος του δικαιώματος ασκεί αυτό του το δικαίωμα, καθορίζει δηλαδή τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να έχει κάποιος πρόσβαση στο έργο του.

Μπορούμε να διακρίνουμε δύο τύπους αδειοδότησης: - Εισερχόμενη Αδειοδότηση (licensing in) που αναφέρεται στις άδειες όταν τα ερωτήματά μας σχετίζονται με το χρήστη του έργου, δηλαδή τον αδειοδόχο. Τέτοια είναι η περίπτωση που η βιβλιοθήκη ή ένας χρήστης της θέλει να κάνει χρήση υλικού. - Εξερχόμενη Αδειοδότηση (licensing out) που αναφέρεται στις άδεις όταν τα ερωτήματα μας σχετίζονται με την παροχή του έργου προς χρήση, δηλαδή με τον αδειοδότη. Τέτοια είναι η περίπτωση που η βιβλιοθήκη ή ένας χρήστης της επιθυμεί να διαθέσει το σχετικό έργο.

Τα σημεία που αναφέρονται στο παρόν κεφάλαιο έχουν να κάνουν με την αδειοδότηση συνολικά, είτε πρόκειται για εισερχόμενη, είτε για εξερχόμενη αδειοδότηση.

Η αδειοδότηση θα πρέπει να διακρίνεται από την εκχώρηση καθώς στην περίπτωση της τελευταίας ο δημιουργός αποξενώνεται πλήρως από τα περιουσιακά του δικαιώματα, ενώ με την αδειοδότηση μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, δηλαδή αυτές τις αποκλειστικής αδειοδότησης.

Οι άδειες διακρίνονται σε αποκλειστικές και μη αποκλειστικές. Αποκλειστικές άδειες είναι αυτές που επιτρέπουν την χρήση του έργου μόνο από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Εάν υπάρχει αποκλεισμός και του δικαιούχου από τη χρήση, τότε η αποκλειστική άδεια σχεδόν συμπίπτει ως προς τις συνέπειές της με αυτές της εκχώρησης. Οι μη αποκλειστικές άδειες επιτρέπουν την αδειοδότηση σε περισσότερα από ένα πρόσωπα χωρίς η άδεια που παρέχεται σε ένα πρόσωπο να εμποδίζει την άδεια που παρέχεται σε κάποιον άλλον.

Τα σημειώματα πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελούν σύντομα νομικά κείμενα που μας πληροφορούν για την κατάσταση του έργου, είτε πρόκειται για τον δημιουργό, είτε για τον δικαιούχο, είτε για τον τύπο της άδειας με την οποία διατίθεται το έργο. Τα σημειώματα δεν επηρεάζουν τη νομική κατάσταση του έργου, αλλά λειτουργούν ως τεκμήριο, κυρίως ως προς τον δικαιούχο του έργου. Επίσης, δίνουν σύντομες πληροφορίες σε σχέση με τον δημιουργό και τον επιθυμητό τρόπο αναφοράς σε αυτόν ή τον δικαιούχο και –κυρίως- την άδεια με την οποία ένα έργο μπορεί να διατεθεί. Όταν το σημείωμα περιέχει πληροφορία μόνο για τον δικαιούχο και όχι για τον τρόπο αδειοδότησης, θα πρέπει να θεωρείται ότι το έργο παρέχεται με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος και ότι ο τελικός χρήστης δεν μπορεί να κάνει παρά τα όσα επιτρέπονται από τις εξαιρέσεις και περιορισμούς του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησία.

Αδειοδότηση[επεξεργασία]

Γενικές αρχές αδειοδότησης[επεξεργασία]

Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε το θέμα της αδειοδότησης, είναι σημαντικό να αντιληφθούμε τα βασικά ήδη αδειών σε σχέση με το αντικείμενο της πνευματικής ιδιοκτησίας, και τα κύρια συστατικά τους μέρη. Για την ακρίβεια, αναλύοντας τα συστατικά στοιχεία μιας άδειας μπορούμε να δούμε στη συνέχεια τι είδους όρους εισάγουν τα στοιχεία αυτά και αναλόγως να κατανοήσουμε την άδεια.

Οι άδειες πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελούν μορφές εκμετάλλευσης της πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως ορίζεται στο αρ. 13 του Ν. 2121/1993. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι άδειες πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελούν ουσιαστικά εργαλεία με τα οποία ο δικαιούχος παρέχει στον δέκτη της άδειας τη δυνατότητα να διενεργεί πράξεις που διαφορετικά θα ήταν παράνομες και για το λόγο αυτό αποτελεί μορφή άσκηση του περιουσιακού δικαιώματος.

Όπως είδαμε ανωτέρω, οι άδειες μπορεί να διακρίνονται σε αποκλειστικές και μη αποκλειστικές, αλλά έχουν κι άλλες περαιτέρω διακρίσεις, όπως π.χ. σε ανοικτές ή ελεύθερες και κλειστές άδειες, άδειες προς αναδιανομή δικαιωμάτων ή άδειες για επιχειρήσεις και τελικές άδειες.

Γενική δομή αδειών[επεξεργασία]

Ανεξάρτητα από το είδος της, η κάθε άδεια απαντά σε τρία κεντρικά ερωτήματα: - Τι μπορεί να κάνει ο αδειοδόχος: εδώ περιέχονται κυρίως τα δικαιώματα ή εξουσίες (εάν πάρουμε την ορολογία του Ν. 2121/1993) που αποκτά ο αδειοδόχος. Για παράδειγμα, σε όλες τις άδειες Creative Commons, εδώ θα συμπεριλάβουμε τη δυνατότητα να αναπαράγεται το έργο ή να διατίθεται χωρίς επιπλέον άδεια από τον δικαιούχο. - Τι πρέπει να κάνει ο αδειοδόχος: εδώ συμπεριλαμβάνονται οι υποχρεώσεις τους αδειοδόχου σε σχέση με τον αδειοδότη. Για παράδειγμα σε όλες τις άδειες Creative Commons υπάρχει η υποχρέωση να γίνεται αναφορά τόσο στο δημιουργό όσο και στην πηγή από την οποία αποκτήθηκε το υπό αδειοδότηση περιεχόμενο. - Τι δεν μπορεί να κάνει ο αδειοδόχος: εδώ συμπεριλαμβάνονται πράξεις τις οποίες ρητώς ο αδειοδόχος απαγορεύεται να πραγματοποιήσει. Πρόκειται για συγκεκριμένες απαγορεύσεις που επιλέγει ο αδειοδότης από το εύρος των εξουσιών που το περιουσιακό του δικαίωμα του επιτρέπει να ασκεί. Για παράδειγμα στις άδειες Creative Commons Αναφορά Όχι Παράγωγα Έργα, Μη Εμπορική Χρήση o αδειοδότης ρητώς δεν μπορεί να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε αλλαγή στο έργο καθώς απαγορεύεται η δημιουργία παραγώγων έργων, ενώ δεν επιτρέπεται ούτε η εμπορική τους εκμετάλλευση.

Συνολικά σε κάθε άδεια θα πρέπει να εξετάζονται τα ακόλουθα σημεία:

(α) Συμβαλλόμενα Μέρη:

  • εδώ προσδιορίζονται τα συμβαλλόμενα μέρη. Θα πρέπει να τονισθεί ότι στην περίπτωση που η άδεια απαιτεί υπογραφή από τον εκπρόσωπο του πανεπιστημίου ή της βιβλιοθήκης, θα πρέπει να εξετάζετε εάν υπάρχει νομιμοποίηση από το πρόσωπο που υπογράφει και να διατηρείτε κάπου τα αποδεικτικά στοιχεία της νομιμοποίησης αυτής. Στις ελληνικές συμβάσεις η νομιμοποίηση αυτή θα πρέπει να περιέχεται και στα σχετικά ή στο σκοπό του συμφωνητικού.
  • τα μέρη μπορεί να προσδιορίζονται ως αδειοδότης (licensor) και αδειοδόχος (licensee).

(β) Συμβατική λειτουργία και χαρακτήρας της άδειας:

  • εάν δηλαδή έχει δομή ένας προς έναν ή πρόκειται για δομή ένας προς πολλούς, Αντίστοιχα υπάρχει το ερώτημα του εάν πρόκειται για άδεια που απαιτεί υπογραφή από τον αντισυμβαλλόμενο (συναλλακτική άδεια) ή άδεια που ισχύει αυτόματα από τη στιγμή χρήσης του έργου (μη συναλλακτική άδεια). Οι κλειστές άδειες, είναι συνήθως και συναλλακτικές άδειες με την έννοια ότι απατούν υπογραφή του αποδεχόμενου της συμφωνία, ενώ οι ανοιχτές άδειες είναι μη συναλλακτικές με την έννοια ότι δεν απαιτούν κάποια ενέργεια από τον αδειοδόχο, αλλά εφαρμόζονται απευθείας.

(δ) Επίπεδα της άδειας

  • Από την έλευση των αδειών Creative Commons και μετά αρκετές άδειες εμφανίζονται σε τρία επίπεδα:

(I) ένα επίπεδο που είναι αναγνώσιμο από νομικούς: πρόκειται για την κυρίως άδεια, δηλαδή το νομικό κείμενο που είναι έγκυρο ενώπιον του δικαστηρίου και εκφράζει την βούληση των μερών με τον πλέον ακριβή τρόπο. (II) ένα επίπεδο που είναι αναγνώσιμο από μη νομικούς: πρόκειται, συνήθως, για μια περίληψη του νομικού κειμένου σε απλή γλώσσα και με τη χρήση εικονιδίων που παρέχουν στον χρήστη της άδειας τη δυνατότητα να κατανοήσει γρήγορα και χωρίς να έχει ειδικές γνώσεις τη βασική λειτουργία της άδειας, δηλαδή τις υποχρεώσεις και δικαιώματά του που απορρέουν από την χρήση της άδειας. (III) ένα επίπεδο που είναι αναγνώσιμο από μηχανές: πρόκειται για μεταδεδομένα τα οποία επιτρέπουν κυρίως τη διασύνδεση ενός έργου σε ψηφιακή μορφή που διατίθεται μέσω του διαδικτύου με τη συγκεκριμένη άδεια με την οποία αυτό διατίθεται.

(ε) Τυποποίηση

  • Οι άδειες μπορεί να διακριθούν σε τυποποιημένες, άδειες μοντέλα, προσαρμοσμένες και ad hoc:

(I) Τυποποιημένες ή δημόσιες είναι οι άδειες που δεν τροποποιούνται αλλά χρησιμοποιούνται ως έχουν. Στην πιο ακραιφνή τους μορφή βρίσκονται αποθηκευμένες σε σταθερά σημεία απόθεσης στο διαδίκτυο ώστε να διασφαλίζεται η ακεραιότητα τους και η συγκεκριμένη τους έκδοση και κατά τη χρήση τους, το ψηφιακό αντικείμενο το οποίο αδειοδοτείται συνδέεται με το σταθερό αυτό σημείο απόθεσης. Θα πρέπει να τονισθεί ότι αυτή η μορφή άδειας χρησιμοποιείται τόσο από αδειοδότες, όσο κι από αδειοδόχους, δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια τυποποιημένη άδεια που μόνο ο αδειοδόχος καλείται να αποδεχτεί, αλλά για μια τυποποιημένη άδεια που ο αδειοδότης καλείται να επιλέξει και ο αδειοδόχος μέσα από τη χρήση του έργου να αποδεχτεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αδειών που είναι συμμετρικές ως προς την τυποποίησή τους είναι οι άδειες Creative Commons, ενώ παράδειγμα αδειών που εμφανίζουν τυποποίηση μόνο ως προς τους αποδέκτες, ενώ οι δημιουργοί τους έχουν τη δυνατότητα να τις μεταβάλλουν μονομερώς είναι οι περισσότερες άδειες τελικής χρήσης (End User Licence Agreements).

(II) άδειες μοντέλα: πρόκειται για άδειες που περιέχουν τα βασικά χαρακτηριστικά μιας άδειας αλλά επιτρέπουν την προσθαφαίρεση στοιχείων τους στη βάση των όσων χρειάζεται ένας χρήστης της, είτε είναι αδειοδότης, είτε αδειοδόχος. Χαρακτηριστικό σχετικό παράδειγμα είναι οι εμπορικές άδειες-μοντέλο περαιτέρω χρήσης της Βρετανικής Κυβέρνησης για τη δημόσια πληροφορία που μπορεί να διατεθεί με πληρωμή.

(III) προσαρμοσμένες άδειες: είναι άδειες που έχουν κάποια αμετάβλητα σημεία, αλλά μπορεί να προσαρμοσθούν σε συγκεκριμένες ανάγκες σε συγκεκριμένα σημεία (π.χ. στη διάρκεια, το κόστος τους, το χρόνο embargo που περιλαμβάνουν κλπ).

(IV) ad hoc άδειες: πρόκειται για άδειες που δημιουργούνται αποκλειστικά για μια συγκεκριμένη περίπτωση. Οι άδειες αυτές είναι συνήθως με συγκεκριμένους δημιουργούς και για το λόγο αυτό είναι δυνατή η διαπραγμάτευση των όρων τους, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αρκετά διαφοροποιημένες άδειες ανάλογα με την περίπτωση της συμφωνίας.

(στ) Αντικείμενο της αδειοδότησης

  • το αντικείμενο της αδειοδότησης μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το τι είναι αυτό που λαμβάνει η βιβλιοθήκη προς χρήση (έργο σε περίπτωση που υφίσταται το δικαίωμα του δημιουργού ή αντικείμενο αδειοδότησης στην περίπτωση που έχουμε συγγενικά δικαιώματα ή το ιδιόρρυθμο δικαίωμα του κατασκευαστή βάσεων δεδομένων). Σε γενικές γραμμές οι αδειοδοτήσεις αφορούν τα εξής αντικείμενα. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι η βιβλιοθήκη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αδειοδότηση από τους Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης γιατί λειτουργεί ως ενδιάμεσος ανάμεσα στο δικαιούχο και τον τελικό χρήστη και άρα πρέπει να έχει μια μορφή άδειας προκειμένου να δώσει πρόσβαση στο σχετικό περιεχόμενο:

- Βιβλία, περιοδικά και άλλα έντυπα (έργα λόγου). Εδώ η αδειοδότηση δεν μας αφορά παρά μόνο στο βαθμό που πρόκειται για ψηφιακά υποκατάστατά τους. Δεν μας αφορά γιατί σε σχέση με το φυσικό αντικείμενο υπάρχει εξάντληση του δικαιώματος σε ό,τι αφορά την πώλησή του, ενώ σε ό,τι αφορά το δημόσιο δανεισμό και την αναπαραγωγή η διαχείριση των δικαιωμάτων γίνεται από Οργανισμούς Συλλογικής Διαχείρισης. - Φωτογραφίες και έργα των εικαστικών τεχνών: ισχύει ότι και για τα βιβλία, αλλά με πολύ πιο δύσκολη τη συλλογική τους διαχείριση λόγω της μη συνολικής συλλογικής εκπροσώπησης των καλλιτεχνών των εικαστικών τεχνών από τον ελληνικό οργανισμό συλλογικής διαχείρισης. - Μουσικά έργα: Ισχύει αντίστοιχα ό,τι και για τα βιβλία, αλλά με πολύ πιο ξεκάθαρο νομικό πλαίσιο σε σχέση με την αναπαραγωγή και δανεισμό τους. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι σε σχέση με την αδειοδότηση απαιτούνται άδειες τόσο από τους συλλογικούς οργανισμούς των δημιουργών (π.χ. ΑΕΠΙ, Αυτοδιαχείριση) όσο και των εκτελεστών (π.χ. GEA) - Οπτικοακουστικά έργα: δεν υπάρχει συλλογική διαχείριση για τους δημιουργούς (π.χ. σκηνοθέτης, συνθέτης της πρωτότυπης μουσικής, συγγραφέας του σεναρίου), παρά μόνο για το συγγενικό δικαίωμα των παραγωγών. - Προγράμματα Ηλεκτρονικών Υπολογιστών: Η χρήσή τους πραγματοποιείται συνήθως με βάση την Άδεια Τελικού Χρήστη με την οποία διατίθενται. Δεν υπάρχει συλλογική διαχείριση. - Βάσεις δεδομένων: ισχύει ό,τι και για τα προγράμματα Η/Υ, αλλά είναι δυνατόν να έχουμε δύο ξεχωριστά δικαιώματα, το δικαίωμα του δημιουργού πρωτότυπης βάσης δεδομένων και το ιδιόρρυθμο δικαίωμα του κατασκευαστή βάσεων δεδομένων.

(ζ) Είδη δικαιωμάτων

  • Όταν μιλάμε για αδειοδότηση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, συνήθως αναφερόμαστε στα ακόλουθα είδη δικαιωμάτων:

(Ι) Δικαίωμα του δημιουργού: αφορά σε όλα τα πρωτότυπα δημιουργήματα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζονται με οποιαδήποτε μορφή. Νοούνται επίσης ως έργα οι μεταφράσεις, οι διασκευές, οι προσαρμογές και οι άλλες μετατροπές έργων ή εκφράσεων της λαϊκής παράδοσης, καθώς και οι συλλογές έργων ή συλλογές εκφράσεων της λαϊκής παράδοσης ή απλών γεγονότων και στοιχείων, όπως οι εγκυκλοπαίδειες και οι ανθολογίες και οι βάσεις δεδομένων, εφόσον η επιλογή ή η διευθέτηση του περιεχομένου τους είναι πρωτότυπη. (ΙΙ) Συγγενικά Δικαιώματα: περιλαμβάνουν τα δικαιώματα των ερμηνευτών ή εκτελεστών καλλιτεχνών, των παραγωγών υλικών φορέων, των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, των εκδοτών και όσων δημοσιεύουν προηγουμένως αδημοσίευτα έργα. (ΙΙΙ) Ιδιόρρυθμο δικαίωμα του κατασκευαστή βάσης δεδομένων: πρόκειται για ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα με την έννοια ότι δεν έχει ούτε τη διάρκεια, ούτε τις προϋποθέσεις προστασίας που έχει το κλασσικό δικαίωμα του δημιουργού. Παρέχεται κυρίως στη βάση της επένδυσης σε χρόνο και προσπάθεια για την παραγωγή της βάσης δεδομένων, ανεξαρτήτως της πρωτοτυπίας της.

Υπάρχουν άδειες που αδειοδοτούν ένα μόνο είδος δικαιώματος (π.χ. οι άδειες που αφορούν αποκλειστικά και μόνο την παροχή δικαιώματος δημόσιας εκτέλεσης μουσικής και οι οποίες μπορεί να παρέχονται ηλεκτρονικά ή οι άδειες χρήσης ενός ηλεκτρονικού βιβλίου που μπορεί να αφορούν μόνο στην αδειοδότηση χρήσης ενός έργου λόγου). Στις περισσότερες, ωστόσο, περιπτώσεις, επειδή αυτό που προσλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας ως ένα έργο, είναι στην πραγματικότητα το άθροισμα πολλαπλών έργων με την έννοια του Ν 2121/1993, η αδειοδότηση δεν περιλαμβάνει ένα μόνο επίπεδο δικαιωμάτων ή έργων αλλά το σύνολο των δικαιωμάτων και έργων που μπορεί να συναρτούν ένα αδειοδοτούμενο αντικείμενο. Μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα περιλαμβάνουν: (α) την αδειοδότηση μια βάσης δεδομένων που περιλαμβάνει τόσο το δικαίωμα του δημιουργού σε σχέση με την πρωτότυπη βάση δεδομένων, όσο και το δικαίωμα του κατασκευαστή βάσης δεδομένων για την μη πρωτότυπη βάση. Η βάση δεδομένων συνήθως θα έχει και ξεχωριστή αδειοδότηση για κάθε άρθρο ξεχωριστά ως έργο λόγου το οποίο μπορεί να διατίθεται με διαφορετικές άδειες (π.χ. κάποια άρθρα να δίδονται με άδειες που επιτρέπουν μόνο την ιδιωτική χρήση του έργου και κάποια άλλα με ανοιχτές άδειες) (β) την αδειοδότηση ενός πακέτου λογισμικού που περιλαμβάνει τόσο τον πηγαίο και εκτελέσιμο κώδικα όσο και τα κείμενα και τα εικαστικά έργα που συνιστούν διαφορετικά τμήματα του έργου (γ) την αδειοδότηση ενός μουσικού έργου που περιλαμβάνει τόσο το δικαίωμα του δημιουργού (π.χ. του δημιουργού των στίχων και της μουσικής), όσο και το συγγενικό δικαίωμα του εκτελεστή (π.χ. για τους μουσικούς και ερμηνευτές).

(η) Εξουσίες - Κάθε άδεια αποτελεί μορφή εκμετάλλευσης του περιουσιακού δικαιώματος του δικαιούχου του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι από το σύνολο των εξουσιών που έχει ο δικαιούχος επιλέγει ως αδειοδότης να δώσει στον αδειοδόχο ένα μέρος του και μάλιστα με συγκεκριμένους όρους. - Οι εξουσίες που συνήθως παρέχονται είναι οι εξής: o αναπαραγωγής (ιδιωτικής ή όχι) o δημόσιας εκτέλεσης o παρουσίασης του έργου στο κοινό και κατάστασης του προσιτού στο κοινό o μετάφρασης o διασκευής/ προσαρμογής o διανομής στο κοινό o εκμίσθωσης και δημοσίου δανεισμού o μετάδοσης/ αναμετάδοσης με ραδιόφωνο, τηλεόραση ή με άλλο τρόπο o εισαγωγής  αντιτύπων των έργων τους που παρήχθησαν στο εξωτερικό χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού, ή εφόσον πρόκειται για εισαγωγή από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. - Το ηθικό δικαίωμα δεν μεταβιβάζεται, ούτε χωρεί παραίτηση από αυτό, αλλά μπορεί να ασκείται κατά τρόπο συμβατό προς την αδειοδότηση του περιουσιακού δικαιώματος. Εάν π.χ. έχουμε αδειοδότηση του δικαιώματος της δημιουργίας παραγώγων έργων, τότε το ηθικό δικαίωμα της διατήρησης της ακεραιότητας του έργου θα πρέπει να ερμηνεύεται στο πλαίσιο της δυνατότητας του αδειοδότη να δημιουργεί παράγωγα του πρωτοτύπου έργα. - Ένας περιορισμός που συναντάμε σε πολλές άδειες που επιτρέπουν ακόμη και την αναπαραγωγή ή την δημιουργία παραγώγων έργων είναι ο περιορισμός των χρήσεων μόνο σε χρήσεις που δεν έχουν εμπορικό σκοπό ή είναι μόνο για ερευνητικούς ή μόνο για διδακτικούς σκοπούς. Τέτοιου τύπου περιορισμοί μολονότι είναι πολύ συνήθεις, εμφανίζουν αρκετά ερμηνευτικά προβλήματα κυρίως επειδή δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια το δίπολο εμπορικός/ μη εμπορικός σκοπός, ενώ με δεδομένο ότι και πολλά ερευνητικά ιδρύματα πιέζονται να εκμεταλλευτούν εμπορικά τα αποτελέσματα της έρευνάς τους κι εταιρείες πραγματοποιούν έρευνα, δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσδιοριστεί τι είναι εμπορικός σκοπός και τι όχι.

(θ) Εγγυήσεις και δηλώσεις αποποίησης ευθύνης:

  • Σχεδόν στο σύνολο των αδειών συναντάμε διατάξεις που περιέχουν κάποιες μορφές εγγυήσεων ή/ και αποποίησης ευθύνης:

- Οι εγγυήσεις συνήθως αφορούν στην μη ύπαρξη δικαιωμάτων τρίτων επί του αδειοδοτούμενου υλικού ή την ύπαρξη αδειών από τρίτους δικαιούχους που καθιστούν την τελική αδειοδότηση νόμιμη. - Οι δηλώσεις αποποίησης ευθύνης αφορούν τόσο στην ύπαρξη δικαιωμάτων τρίτων (υπό αυτή την έννοια δεν μπορούν να συνυπάρχουν με εγγυήσεις της προηγούμενης κατηγορίας), όσο και την αποποίηση ευθύνης σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ελαττώματα του αδειοδοτικού αντικειμένου ή σε σχέση με οποιαδήποτε ζημία, θετική, αποθετική ή άλλη μπορεί να υφίσταται ο αδειοδόχος από το αντικείμενο της αδειοδότησης ή την υπηρεσία που παρέχεται σε αυτόν. - Ειδική μορφή αποποίησης ευθύνης σχετίζεται με την ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχονται στον αδειοδόχο

(ι) Προσωπικά Δεδομένα:

  • Μολονότι προτείνεται να μην υπάρχουν διατάξεις για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε αδειοδοτήσεις πνευματικών δικαιωμάτων, συχνά βλέπουμε σχετικές δηλώσεις, ιδίως όταν το αντικείμενο της αδειοδότησης αφορά σε βάσεις δεδομένων ή πρωτογενή επιστημονικά στοιχεία. Αυτό που θα πρέπει να προσέχει ο αδειοδότης είναι να έχει νομική βάση προκειμένου να προσφέρει πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία, ενώ ο αδειοδόχος θα πρέπει να επεξεργάζεται τα δεδομένα αυτά κατά τρόπο που να είναι σύμφωνος με τους όρους επεξεργασίας που προσδιορίζονται στο σχετικό κείμενο.

(ια) Στατιστικά Δεδομένα:

  • Στις περιπτώσεις που υπάρχει χρήση στατιστικών δεδομένων, από την πλευρά του αδειοδότη θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι υπάρχουν οι σχετικές άδειες για να διατεθούν αυτά και από την πλευρά του αδειοδόχου ότι μπορεί να γίνει η χρήση αυτών. Σε γενικές γραμμές, εφόσον δεν καταλήγουμε σε αποκάλυψη της στατιστικής μονάδας, μπορεί να θεωρηθεί ότι βρισκόμαστε εντός του πλαισίου του νόμου.

(ιβ) Εκχώρηση δικαιωμάτων και υποαδειοδότηση:

  • Αυτό που εξετάζεται στην περίπτωση αυτή είναι το εάν επιτρέπεται στον αδειοδόχο να προβεί σε περαιτέρω εκχώρηση των δικαιωμάτων τα οποία λαμβάνει με την άδεια ή την υπο-αδειοδότηση αυτών σε τρίτους. Στις περισσότερες τυποποιημένες άδειες απαγορεύονται και οι δύο μορφές περαιτέρω χρήσης του έργου, καθώς επιτρέπουν στην ουσία την απώλεια ελέγχου επί του έργου από τον αρχικό αδειοδότη. Αυτό ισχύει τόσο για τις κλειστές άδειες τελικού χρήστη όσο και για τις ανοικτές άδειες. Στις ανοικτές άδειες, βλέπουμε ωστόσο την ύπαρξη του στοιχείου της παρόμοιας διανομής με την οποία επιτρέπεται η υπο-αδειοδότηση του παραγώγου έργου υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις όπως το αρχικό έργο. Να τονισθεί, επίσης, ότι στην περίπτωση των ανοικτών αδειών που επιτρέπουν την επαναδιανομή του έργου, δεν έχουμε υπο-αδειοδότηση (η οποία απαγορεύεται ρητώς), αλλά διάθεση του αρχικού έργου ως υλική πράξη και αδειοδότηση πάντα από τον αρχικό αδειοδότη.

(ιγ) Αναφορά

  • Σε πολλές άδειες, τόσο ανοικτές όσο και όχι, ζητείται να γίνεται αναφορά σε τρεις κατηγορίες προσώπων (φυσικών ή νομικών): (α) στο δημιουργό (β) στον παραγωγό (γ) στον διαθέτη της πληροφορίας. Θα πρέπει να τονισθεί ότι οι υποχρεώσεις αυτές αναφοράς δεν είναι απαραιτήτως το αποτέλεσμα εφαρμογής του ηθικού δικαιώματος (αυτή είναι κυρίως η περίπτωση (α)), όσο συμβατική υποχρέωση που προκύπτει μέσα από την αδειοδότηση.

(ιδ) Τίμημα

  • Το τίμημα θα πρέπει να καθορίζει το ύψος του ποσού το οποία θα πρέπει να διατίθεται σε σχέση με τη χρήση του έργου, τον τρόπο καταβολής καθώς και τις χρήσεις που αυτό καλύπτει.

(ιε) Αλλαγές στο κείμενο της άδειας και ισχύς μεταγενέστερων εκδόσεων της άδειας

  • Πρόκειται για τις διατάξεις εκείνες της άδειας που καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύνανται να γίνουν αλλαγές στους όρους της άδειας. Στις κλειστές άδειες τελικού χρήστη, οι αλλαγές είναι συνήθως μονομερείς, γίνονται από την πλευρά του αδειοδότη και δεν υπάρχει υποχρέωση του να γίνεται ενημέρωση του αδειοδόχου. Στις περιπτώσεις των ανοικτών αδειών, δεν επιτρέπεται η μονομερής αλλαγή των όρων της άδειας και το μόνο που μπορεί να γίνει είναι η αδειοδότηση με μεταγενέστερες εκδοχές των αδειών της ίδιας κατηγορίας στην περίπτωση των παραγώγων έργων.

(ιστ) Διάρκεια της αδειοδότησης

  • Η άδεια θα πρέπει να προσδιορίζει το χρόνο διάρκειας της. Οι κλειστές άδειες έχουν συγκεκριμένο χρόνο εφαρμογής και σημείο στο οποίο μπορεί να γίνει η ανανέωσή τους, αλλά μπορεί και να έχουν διάρκεια που ταυτίζεται με το χρόνο διάρκειας του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η αδειοδότηση θα αφορά σε συγκεκριμένη έκδοση του έργου (π.χ. λογισμικού ή βάσης δεδομένων). Οι ανοικτές άδειες συνήθως έχουν διάρκεια που ταυτίζεται με τη διάρκεια του δικαιώματος, γιατί διαφορετικά θα δημιουργείτο μεγάλη ανασφάλεια σε σχέση με τη νομιμότητα της χρήσης του έργου.

(ιζ) Τερματισμός της διάρκειας της άδειας

  • Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται ο τερματισμός της ισχύος της άδειας ποικίλει ανάλογα με την κατηγορία της άδειας και το μέρος που τη ζητεί. Σε όλες τις περιπτώσεις θα πρέπει να υπάρχει κάποια μορφή γνωστοποίησης της πρόθεσης να τερματιστεί η άδεια η οποία θα πρέπει να δίδεται στον αντισυμβαλλόμενο σε εύλογο χρόνο και με συγκεκριμένο τρόπο. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο τερματισμός της άδειας πραγματοποιείται με την παραβίαση των όρων της άδειας. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να προσδιορίζεται κάποια διαδικασία γνωστοποίησης του αντισυμβαλλομένου καθώς και κάποιος τρόπος διόρθωσης της παραβίασης προκειμένου να εξακολουθήσει να λειτουργεί η άδεια.

(ιη) Εφαρμοστέο Δίκαιο και αρμόδια δικαστήρια

  • Σε αρκετές άδειες προσδιορίζεται το εφαρμοστέο δίκαιο και τα αρμόδια δικαστήρια. Η συνήθης πρακτική είναι να επιλέγονται αυτά του αδειοδότη, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που γίνεται αναφορά στο δίκαιο του τόπου παροχής του έργου στον τελικό χρήστη, συγκεκριμένη τρίτη χώρα ή η δικαιοδοσία χρήσης του έργου

Άδειες και όροι χρήσης[επεξεργασία]

Θα πρέπει να τονισθεί ότι είτε πρόκειται για υπηρεσίες που απευθύνονται σε ανθρώπους τελικούς χρήστες (π.χ. ένας διαδικτυακός τόπος), είτε για υπηρεσίες οι οποίες απευθύνονται σε μηχανές (π.χ. διαδικτυακές υπηρεσίες (web services)), τα στοιχεία που είναι απαραίτητα στους όρους χρήσης εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά, καθώς θα πρέπει:

  • να διευθετείται το περιεχόμενο
  • να ρυθμίζονται θέματα ευθύνης και εγγυήσεων
  • να ρυθμίζονται θέματα επιπέδου παρεχόμενων υπηρεσιών
  • να ρυθμίζονται θέματα αποφυγής συμπεριφοράς που μπορεί να δημιουργεί προβλήματα στην παροχή της υπηρεσίας
Περιεχόμενο[επεξεργασία]

Οι άδειες θα πρέπει να διαφοροποιούνται από τους Όρους Χρήσης που βλέπουμε τόσο σε διαδικτυακούς τόπους όσο και σε υπηρεσίες που προσφέρονται μέσα από αυτούς. Ωστόσο, επειδή οι διαδικτυακοί τόποι ή οι σχετικές υπηρεσίες αποτελούν το μέσο με το οποίο παρέχεται το περιεχόμενο, οι όροι χρήσης θα πρέπει να κάνουν αναφορά στο περιεχόμενο που παρέχεται μέσα από αυτούς καθώς και τις άδειες με τις οποίες αυτό είναι διαθέσιμο.

Σε σχέση με τις άδειες που παρέχονται μέσα από το διαδικτυακό τόπο ή την υπηρεσία, θα πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη σημασία στα ακόλουθα σημεία: - Διαφοροποίηση ανάμεσα στο περιεχόμενο (π.χ. κείμενο, οπτικοακουστικό, ηχητικό) και τα δεδομένα ή σύνολα αυτών. Συνήθως είναι διαφορετικές οι άδειες με τις οποίες παρέχεται τόσο η κάθε κατηγορία περιεχομένου, όσο και δεδομένων. - Στην περίπτωση που υπάρχουν πολλαπλές κατηγορίες περιεχομένου και δεδομένων, θα πρέπει να ακολουθείται κάποια αδειοδοτική πολιτική που να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα διατίθεται το σχετικό περιεχόμενο ή δεδομένα. Η πολιτική αυτή θα πρέπει να θέτει έναν βασικό κανόνα αδειοδότησης (π.χ. μια βασική άδεια υπό την οποία δίδεται το περιεχόμενο) και τρόπους με τους οποίους θα πρέπει να καθορίζεται το πως θα γίνεται η συγκεκριμένη διάθεση συγκεκριμένων κατηγοριών περιεχομένου και δεδομένων. Εφόσον κάποιος οργανισμός επιθυμεί να διαθέτει το περιεχόμενό του με ανοιχτές άδειες, θα πρέπει να υπάρχει μια συνεκτική πολιτική σε σχέση με το πως γίνεται η αδειοδότηση ώστε να μην χρησιμοποιούνται αντιφατικές μεταξύ τους άδειες. - Στην περίπτωση που οι υπηρεσίες που παρέχονται από έναν διαδικτυακό τόπο περιλαμβάνουν όχι μόνο την εξαγωγή, αλλά και την εισδοχή δεδομένων, τότε θα πρέπει να υπάρχει διαδικασία ώστε να λαμβάνονται με αυτοματοποιημένο τρόπο το σύνολο των αδειών που είναι απαραίτητες προκειμένου να έχει ο οργανισμός τα απαραίτητα δικαιώματα προκειμένου να διαθέτει ξανά το περιεχόμενο στον τελικό χρήστη

Ένας άλλος τομέας στον οποίο θα πρέπει να υπάρχει πολιτική σε σχέση με τη διαχείριση των δεδομένων είναι αυτός των προσωπικών δεδομένων. Εδώ οι σχετικοί όροι θα πρέπει να προσδιορίζουν:

  • το είδος των δεδομένων που συλλέγονται από τον οργανισμό
  • το ένα συλλέγονται ευαίσθητα, εκτός από προσωπικά δεδομένα.
  • τη διαδικασία συλλογής των δεδομένων αυτών
  • τη νόμιμη βάση με την οποία συλλέγονται και επεξεργάζονται τα δεδομένα αυτά. Αυτή θα πρέπει να εξηγεί:

- εάν υπάρχει συγκατάθεση του υποκειμένου επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (αυτή θα πρέπει να είναι προηγούμενη της επεξεργασίας, ρητή και συγκεκριμένη και να εξηγεί το σκοπό, της διάρκεια και τους όρους της επεξεργασίας) - εάν υπάρχει εκ του νόμου υποχρέωση επεξεργασίας των σχετικών δεδομένων - εάν υπάρχει εκ του νόμου αρμοδιότητα για την επεξεργασία των σχετικών δεδομένων (ιδίως για φορείς που ανήκουν στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα) - εάν η επεξεργασία των δεδομένων είναι απαραίτητη για την παροχή της υπηρεσίας που αποτελεί αντικείμενο της συμβατικής σχέσης

  • τα είδη επεξεργασίας και το χρόνο επεξεργασίας αυτών
  • τη διάρκεια διατήρησης των δεδομένων
  • τη διάθεση ή μη των προσωπικών δεδομένων σε τρίτους και υπό ποιους όρους
  • τη διαδικασία ανωνυμοποίησης η ψευδο-ανωνυμοποίησης των δεδομένων

Εκτός από θέματα που αφορούν σε πνευματικά δικαιώματα και δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, οι Όροι θα πρέπει να εξετάζουν νομικά θέματα που αφορούν σε περιεχόμενο κι αφορούν στις ακόλουθες ειδικές κατηγορίες περιεχομένου και δεδομένων:

  • περιεχόμενο που σχετίζεται με την πολιτιστική κληρονομία (Ν 3028/2002)
  • πληροφορία και δεδομένα του δημοσίου τομέα (Ν 4305/2014)
  • γεωχωρικά δεδομένα (Ν 3882/2010)
  • στατιστικά δεδομένα (Ν 3832/ 2010)

Για όλες τις ανωτέρω κατηγορίες θα πρέπει να υπάρχει ειδική πρόβλεψη για την αδειοδότηση του σχετικού περιεχομένου σύμφωνα με τα όσα προβλέπουν οι σχετικοί ειδικοί νόμοι.

Επίσης, θα πρέπει να γίνεται ειδική πρόβλεψη για την εμπιστευτική ή απόρρητη πληροφορία που μπορεί να συγκεντρώνεται ή να παρέχεται μέσα από τους οικείους διαδικτυακούς τόπους και υπηρεσίες. Στις περιπτώσεις αυτές ένας απλός κανόνας είναι:

  • να γίνεται προσδιορισμός της σχετικής πληροφορίας ώστε να είναι δυνατόν στον τελικό χρήστη (είτε είναι πάροχος, είτε καταναλωτής της σχετικής πληροφορίας) να τη χρησιμοποιεί σύμφωνα με το νόμο.
  • να είναι ξεκάθαρες οι υποχρεώσεις που σχετίζονται με την πληροφορία αυτή.

Τέλος θα πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στην αντιμετώπιση πληροφορίας που παρέχεται από τρίτες πηγές, καθώς και σε σχέση με το πως αντιμετωπίζονται άλλα ήδη διανοητικής ιδιοκτησίας, ιδίως σήματα τρίτων και πληροφορία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διπλώματα ευρεσιτεχνίας ή βιομηχανικό σχέδιο.

Δηλώσεις αποποίησης ευθύνης και εγγυήσεις[επεξεργασία]

Για κάθε σύνολο από όρους που σχετίζονται με την παροχή μιας συγκεκριμένης υπηρεσίας θα πρέπει να ρυθμίζεται το ζήτημα της ευθύνης του παρόχου σε σχέση με την παρεχόμενη υπηρεσία και την ευθύνη του για πιθανές ζημίες που είναι δυνατόν να έχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας.

Στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση όπου έχουμε πλήρη αποποίηση ευθυνών για νομικά ή πραγματικά ελαττώματα που σχετίζονται με την υπηρεσία καθώς και για οποιεσδήποτε ζημίες, θετικές, αποθετικές ή άλλες που μπορεί να προκληθούν στον χρήστη της υπηρεσίας από αυτήν.

Οι εγγυήσεις μπορεί να σχετίζονται με το περιεχόμενο που παρέχεται μέσω της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με την εκκαθάριση αυτού από δικαιώματα τρίτων και την πλήρωση όλων των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος σε σχέση με ειδικές κατηγορίες περιεχομένου. Όπως και στις δηλώσεις αποποίησης ευθύνης που συναντάμε στις άδειες, συχνά έχουμε και εδώ δηλώσεις αποποίησης ευθύνης και σε σχέση με την εκκαθάριση δικαιωμάτων περιεχομένου που παρέχεται μέσα από μια συγκεκριμένη υπηρεσία.

Επίπεδο Παρεχομένων Υπηρεσιών[επεξεργασία]

Σε αρκετές περιπτώσεις ο πάροχος των υπηρεσιών θα προσφέρει κάποιο ελάχιστο εγγυημένο επίπεδο υπηρεσιών (Service Level Agreement) το οποίο θα προσδιορίζεται στη σύμβαση. Το ελάχιστο αυτό επίπεδο υπηρεσιών μπορεί να προσδιορίζεται τόσο τεχνικά (αυτή είναι η κυρίως περίπτωση) όσο και επιχειρησιακά και μπορεί να περιλαμβάνει:

  • χρόνους απόκρισης
  • χρόνους παροχής υπηρεσίας
  • χρόνους διακοπής υπηρεσίας
  • όγκο αποκρίσεων

Πολύ συχνά το εγγυημένο επίπεδο παρεχομένων υπηρεσιών αποτελεί premium υπηρεσία που παρέχεται για κάποιο αντίτιμο, ενώ το ίδιο το περιεχόμενο μπορεί να παρέχεται μέσα από κάποια ανοιχτή άδεια.

Ρύθμιση συμπεριφοράς χρήστη[επεξεργασία]

Ίσως η σημαντικότερη ρύθμιση που επιχειρείται μέσω των όρων παροχής μια διαδικτυακής υπηρεσίας, είναι αυτή της συμπεριφοράς του χρήστη – αποδέκτη των σχετικών υπηρεσιών. Η ρύθμιση αυτή σχετίζεται με την επιβολή κάποιων συγκεκριμένων όρων σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνεται η υπηρεσία είτε από ανθρώπους είτε από μηχανές. Πιο συγκεκριμένα, συνήθως στην κατηγορία αυτή συναντάμε τους ακόλουθους όρους:

  • περιορισμός μεταφορτώσεων (όγκος και συχνότητα) περιεχομένου
  • απαγόρευση ή περιορισμός crawling και scrapping ή άλλων μορφών text and data mining
  • περιορισμός του τρόπου και του όγκου των κλήσεων διαδικτυακών υπηρεσιών

Ανοικτές άδειες[επεξεργασία]

Με τον όρο αυτό αναφερόμαστε στο σύνολο των αδειών χρήσης περιεχομένου, λογισμικού ή δεδομένων οι οποίες επιτρέπουν τη χρήση του αδειοδοτικού περιεχομένου με τους ελάχιστους δυνατούς περιορισμούς. Στη συνέχεια παρουσιάζεται:

  • μια ιστορική αναδρομή της εμφάνισης και λειτουργίας αυτών
  • οι βασικές αρχές των αδειών ελεύθερου λογισμικού/ λογισμικού ανοικτού κώδικα
  • οι βασικές άδειες ανοιχτού λογισμικού
  • οι βασικές άδειες ανοιχτού περιεχομένου
Ιστορικό πλαίσιο[επεξεργασία]

Το πλέον κατάλληλο σημείο για να κατανοήσουμε την ιστορία του ανοιχτού λογισμικού είναι αυτή της ιστορίας του ίδιου του λογισμικού, και μάλιστα αυτή των λειτουργικών συστημάτων και της πνευματικής ιδιοκτησίας πάνω σε αυτά.

Πίσω στις δεκαετίες του ΄60 και ΄70, όταν το λογισμικό (software) παραγόταν κυρίως από τις εταιρείες που παρήγαγαν και το υλισμικό (hardware) πάνω στο οποίο λειτουργούσε το λογισμικό, η έννοια του ανοιχτού ή κλειστού λογισμικού δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό γιατί ούτε η διαφοροποίηση ανάμεσα σε παραγωγούς και χρήστες λογισμικού ήταν τόσο ξεκάθαρη όσο είναι σήμερα, ούτε η χρήση της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως του πλέον πρόσφορου νομικού εργαλείου για την κατοχύρωση και προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, ήταν κάτι νομικά αποκρυσταλλωμένο (Ceruzzi, 1991). Αξίζει να δούμε καθένα από τα παραπάνω σημεία αναλυτικά.

Η παραγωγή του λογισμικού από τις ίδιες τις εταιρείες ή τους κρατικούς ερευνητικούς οργανισμούς, που παρήγαγαν το υλισμικό πάνω στο οποίο έτρεχε το λογισμικό, είχε ως συνέπεια να μην έχει ιδιαίτερη σημασία ο νομικός περιορισμός της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα του λογισμικού: Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα ήταν απαραίτητη προκειμένου να μπορεί να βελτιωθεί ή ακόμη και να λειτουργήσει το ίδιο το λογισμικό. Για τον ίδιο λόγο, η διαφοροποίηση ανάμεσα σε προγραμματιστές και χρήστες του λογισμικού ήταν σχετικά περιορισμένη: Όσο το λογισμικό παρέμενε ένα αυστηρά εξειδικευμένο αντικείμενο, που προκειμένου να λειτουργήσει είχε την ανάγκη εξειδικευμένων επιστημόνων–προγραμματιστών, δεν είχε νόημα να υπάρχει διανομή του χωρίς πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα.

Αντίστοιχα, η προστασία του πηγαίου κώδικα με νομικά εργαλεία εκείνη την εποχή δεν είχε ιδιαίτερο νόημα, πέραν της προστασίας της τεχνογνωσίας που οι ειδικοί επιστήμονες αποκτούσαν μέσα από συμφωνίες εμπιστευτικότητας και μη αποκάλυψης των σχετικών πληροφοριών. Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση σε σχέση με το πλέον πρόσφορο νομικό σύστημα για την προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, εμφανίζεται σε όλη τη δεκαετία του 1970 και τελικά καταλήγει στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με την επιλογή του συστήματος προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας ως του πλέον πρόσφορου συστήματος για τη νομική προστασία των προγραμμάτων Η/Υ. Τότε είναι που οι συνθήκες της παραγωγής και διάχυσης των προϊόντων λογισμικού έχουν αλλάξει ριζικά, οπότε η πνευματική ιδιοκτησία προκρίνεται ως το πλέον κατάλληλο εργαλείο για την προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (Samuelson, 2003/1993).

Αυτό που συμβαίνει από το τέλος της δεκαετίας του 1970 και μετά, είναι ότι με τους μικρο-υπολογιστές, αρχικά, και την έλευση του προσωπικού υπολογιστή στη συνέχεια, ο υπολογιστής παύει να βρίσκεται μόνο μέσα σε εξειδικευμένα περιβάλλοντα, όπου ο χρήστης και ο προγραμματιστής είναι το ίδιο πρόσωπο, και ο παραγωγός του υλισμικού και λογισμικού η ίδια εταιρεία ή οργανισμός. Το αποτέλεσμα της διαφοροποίησης ανάμεσα σε προγραμματιστή και χρήστη, καθώς και της δυνατότητας εταιρειών λογισμικού να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την πώληση προϊόντων λογισμικού που τρέχουν πάνω στην ίδια πλατφόρμα ή λειτουργικό σύστημα, είναι ότι γεννιέται η ανάγκη για καλύτερη, αποτελεσματικότερη και απλούστερη προστασία των περιουσιακών τους δικαιωμάτων.

Οι εξελίξεις της δεκαετίας του 1980 στον τομέα της ανάπτυξης του λογισμικού οδηγούν σε δύο φαινόμενα που βρίσκονται στη βάση της διαφοροποίησης ανάμεσα σε ανοιχτό και κλειστό λογισμικό. Πρώτον, το λογισμικό διανέμεται, πλέον, χωρίς τον πηγαίο του κώδικα. Αυτό δε δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς τόσο το επιχειρησιακό όσο και το επιχειρηματικό μοντέλο παραγωγής και διάθεσης του λογισμικού το επιτρέπει: Ο χρήστης ενδιαφέρεται για τη λειτουργία και μόνο του λογισμικού στο πλαίσιο της εργασίας που κάνει, ενώ την ανάπτυξη και συντήρηση αναλαμβάνουν εξειδικευμένες εταιρείες λογισμικού.

Δεύτερον, απαγορεύεται η διάδοση και αναπαραγωγή του λογισμικού αλλά και η προσπάθεια να υπάρξει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα, παρά μόνο για λόγους διασφάλισης διαλειτουργικότητας, δηλαδή μόνο για λόγους που σχετίζονται με τη λειτουργία του λογισμικού σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Η απαγόρευση αυτή επιβάλλεται, πλέον, όχι μόνο μέσα από συμβατικούς περιορισμούς, δηλαδή περιορισμούς που είναι το αποτέλεσμα της συμφωνίας μεταξύ των μερών, αλλά και μέσα από την καθιέρωση της πνευματικής ιδιοκτησίας ως του νομικού συστήματος που μπορεί να προστατεύει τους κατασκευαστές λογισμικού, δηλαδή μέσα από ένα νομικό σύστημα που ισχύει έναντι όλων. Να σημειωθεί ότι η ενσωμάτωση των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών στο σύστημα προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν υπήρξε ούτε άμεση, ούτε χωρίς προβληματισμό. Όταν, ωστόσο, ολοκληρώθηκε, δημιούργησε ένα ιδιαίτερο καθεστώς για την προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών σε σχέση με τα άλλα έργα που προστατεύονταν από την πνευματική ιδιοκτησία. Οι αλλαγές αυτές είναι ενδεικτικές των επιχειρηματικών μοντέλων που ήταν τα κυρίαρχα κατά το χρόνο εισαγωγής των αλλαγών αυτών στο νομικό σύστημα. Αξίζει να αναφερθούν δύο σημεία μόνο: Το πρώτο ήταν ότι για την προστασία του λογισμικού με το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, το μόνο που χρειαζόταν ήταν τα προγράμματα να αποτελούν πνευματική δημιουργία του προγραμματιστή που τα έφτιαχνε, κάτι που σήμαινε ότι ήταν πιο εύκολο να προστατευτούν σε σύγκριση με άλλα πνευματικά δημιουργήματα (όπως π.χ. έργα λόγου ή έργα των εικαστικών τεχνών). Το δεύτερο ήταν ότι η πνευματική ιδιοκτησία επί του λογισμικού αυτοδικαίως μεταφερόταν στον εργοδότη ή - σε ορισμένα νομικά συστήματα - γεννιόταν απευθείας στον εργοδότη, σε αντίθεση με τα κλασσικά έργα λόγου, όπου δεν υπήρχε αντίστοιχο τεκμήριο μεταφοράς της πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι αλλαγές που έγιναν στο σύστημα πνευματικής ιδιοκτησίας που υπήρχε τότε, ήρθαν, με άλλα λόγια, να υποστηρίξουν σε νομοθετικό επίπεδο το κυρίαρχο επιχειρηματικό μοντέλο παραγωγής και διάθεσης λογισμικού (Littman, 1997; Merges, 2004).

Παρά την αναμφίβολα θετική συνεισφορά που είχαν οι συγκεκριμένες διατάξεις στην ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας συγκεκριμένων επιχειρήσεων, είναι αμφίβολο το πόσο συμβατές ήταν με τον τρόπο με τον οποίο οι προγραμματιστές δημιουργούσαν κώδικα. Ως εκ τούτου, δημιουργήθηκε η ανάγκη για τη δημιουργία ενός θεσμικού και νομικού πλαισίου που να ανταποκρίνεται στις πρακτικές ανάπτυξης κώδικα από τους ίδιους τους προγραμματιστές, και όχι από τις επιχειρήσεις για τις οποίες αυτοί δούλευαν.

Στο σημείο αυτό είναι που εμφανίζονται οι Richard Stallman και Linus Tovalds (Stallman, 2002), οι οποίοι σε διαφορετικό τόπο και χρόνο συνεισφέρουν ουσιαστικά στην ανάπτυξη ενός μοντέλου ρύθμισης της παραγωγής του λογισμικού, που βρισκόταν πολύ πιο κοντά στις πρακτικές ανάπτυξής του και στις τεχνολογίες που τις υποστήριζαν, απ’ ότι το κλασσικό μοντέλο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Το μοντέλο αυτό εκφράστηκε στο λειτουργικό σύστημα GNU/Linux, το οποίο διατίθετο με μια άδεια πνευματικής ιδιοκτησίας ριζικά διαφορετική από όσες υπήρχαν μέχρι τότε. Η άδεια αυτή, γνωστή και ως Γενική Δημόσια Άδεια (General Public Licence - GPL), αναπτύχθηκε από τον Stallman σε συνεργασία με τον Eben Moglen (Moglen, 2005), και αποτέλεσε το εργαλείο εκείνο με το οποίο εκφράστηκαν σε νομικά αναγνωρίσιμη μορφή οι βασικές αρχές του ανοιχτού λογισμικού ή αυτό που ονομαζόταν γενικά το ήθος του Χάκερ (Hacker Ethos).

Οι αρχές αυτές εκφράζονται σε ένα σύνολο ελευθεριών που θα πρέπει να διατηρεί κάποιος προγραμματιστής, και – κυρίως - να παρέχει ο ίδιος και στους άλλους προγραμματιστές, προκειμένου να μπορούν να αναπτύσσουν λογισμικό με τον πλέον αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο τόσο για τον μεμονωμένο προγραμματιστή όσο και για την συνολική κοινότητα. Οι αρχές αυτές, σήμερα, έχουν αποκρυσταλλωθεί και εκφράζονται με δύο σύνολα ορισμών που προέρχονται από δύο διαφορετικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν το ανοιχτό/ελεύθερο λογισμικό.

Αρχές Ελεύθερου Λογισμικού/ Λογισμικού Ανοικτού Κώδικα (ΕΛ/ ΛΑΚ)[επεξεργασία]

Σύμφωνα με την Πρωτοβουλία Ανοιχτού Κώδικα (Open Source Initiative - OSI), έχουμε Ανοιχτό Λογισμικό όταν ισχύουν οι ακόλουθοι όροι:

  • Καμία αμοιβή δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή άλλων δεν επιβάλλεται στην αναδιανομή του ανοιχτού κώδικα.
  • Διαθεσιμότητα του πηγαίου κώδικα.
  • Δικαίωμα να δημιουργηθούν τροποποιήσεις και παράγωγες εργασίες.
  • Μπορεί να απαιτείται οι τροποποιημένες εκδόσεις να διανέμονται ως η αρχική έκδοση συν οι τροποποιήσεις (διακριτά).
  • Καμία διάκριση ενάντια σε πρόσωπα ή ομάδες.
  • Καμία διάκριση ενάντια στα πεδία της προσπάθειας.
  • Όλα τα δικαιώματα που χορηγούνται πρέπει να διατηρούνται στις αναδιανεμημένες εκδόσεις.
  • Η άδεια εφαρμόζεται στο πρόγραμμα συνολικά, αλλά και σε κάθε ένα από τα συστατικά του.
  • Η άδεια δεν πρέπει να περιορίζει άλλο λογισμικό, επιτρέποντας κατά συνέπεια τη διανομή λογισμικού ανοιχτού κώδικα και κλειστού κώδικα μαζί.

Αντίστοιχα, ο ορισμός του Ελεύθερου Λογισμικού σύμφωνα με το Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού (Free Software Foundation – FSF) έχει ως εξής: «Διατηρούμε τον όρο του ελεύθερου λογισμικού για να δείξουμε ξεκάθαρα τι πρέπει να ισχύει για ένα κομμάτι λογισμικού ώστε αυτό να θεωρείται ελεύθερο». Το Ελεύθερο Λογισμικό είναι ζήτημα ελευθερίας, όχι κόστους. Για να κατανοήσει κάποιος τον όρο αυτό, θα πρέπει να σκεφτεί τη λέξη “free” όπως χρησιμοποιείται στη φράση “free speech” («ελεύθερος λόγος»), και όχι στη φράση “free beer”(«δωρεάν μπύρα»).

Το Ελεύθερο Λογισμικό παρέχει στους χρήστες την ελευθερία να εκτελούν, να αντιγράφουν, να διανέμουν, να μελετούν, να τροποποιούν και να βελτιώνουν το λογισμικό. Για την ακρίβεια, αναφέρεται σε τέσσερις βασικές ελευθερίες: - Στην ελευθερία κάποιου να εκτελεί το πρόγραμμα για οποιονδήποτε σκοπό (ελευθερία 0). - Την ελευθερία κάποιου να μελετά τον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος και να το προσαρμόζει στις ανάγκες του (ελευθερία 1). Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι προϋπόθεση για να ισχύει κάτι τέτοιο. - Την ελευθερία κάποιου να αναδιανέμει αντίγραφα του προγράμματος ώστε να βοηθάει το συνάνθρωπο του (ελευθερία 2). - Την ελευθερία κάποιου να βελτιώνει το πρόγραμμα και να δημοσιεύει στο ευρύ κοινό τις βελτιώσεις που έχει κάνει, ώστε να επωφεληθεί ολόκληρη η κοινότητα (ελευθερία 3). Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι προϋπόθεση για να ισχύει κάτι τέτοιο.

Ένα πρόγραμμα θεωρείται ελεύθερο λογισμικό όταν οι χρήστες του έχουν όλες τις παραπάνω ελευθερίες. Επομένως, θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να αναδιανέμουν αντίγραφα, με ή χωρίς τροποποιήσεις, δωρεάν ή χρεώνοντας για τη διανομή, στον οποιονδήποτε και οπουδήποτε. Το ότι είναι ελεύθεροι να κάνουν όλα τα παραπάνω σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως δε χρειάζεται να ζητήσουν εξουσιοδότηση ή να πληρώσουν κάποιον ώστε να λάβουν την ανάλογη άδεια. Οι ελευθερίες αυτές εκφράζονται, κατ’εξοχήν, με δύο από τις πλέον κλασικές άδειες ανοιχτού/ελεύθερου λογισμικού, την BSD και την GPL (Gomulkiewicz, 1999). Η μεν πρώτη άδεια επιτρέπει την περαιτέρω διάθεση και βελτίωση του λογισμικού με μόνη προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή του, ενώ η δεύτερη έχει την επιπλέον προϋπόθεση της διάθεσης των βελτιώσεων με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις όπως η αρχική άδεια. Η διαφοροποίηση ανάμεσα σε ελεύθερο και ανοιχτό λογισμικό (Raymond, 2001) δεν έχει τόσο να κάνει με τις άδειες με τις οποίες διατίθεται το λογισμικό, όσο τη φιλοσοφία πάνω στην οποία γίνεται η διάθεσή του με τους ίδιους όρους: Το μεν ελεύθερο λογισμικό δίνει έμφαση στην αξία χρήσης και στο κοινωνικό αγαθό που παράγεται μέσα από τη διάθεση του πηγαίου κώδικα του λογισμικού, το δε ανοικτό λογισμικό δίνει έμφαση στην οικονομική αξία του ανοιχτού λογισμικού και τη δυνατότητα που δίνει να παράγεται καλύτερο ποιοτικά λογισμικό, μέσα από την ανεμπόδιστη είσοδο στην αγορά νέων παικτών, γεγονός που ενισχύει τον ανταγωνισμό και παράγει καινοτομία. Επειδή, ολοένα και περισσότερο, η προσέγγιση του λογισμικού, για το οποίο παρέχεται πρόσβαση στον πηγαίο του κώδικα Σύμφωνα με την Πρωτοβουλία Ανοιχτού Κώδικα (Open Source Initiative - OSI), έχουμε Ανοιχτό Λογισμικό όταν ισχύουν οι ακόλουθοι όροι:

  • Καμία αμοιβή δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή άλλων δεν επιβάλλεται στην αναδιανομή του ανοιχτού κώδικα.
  • Διαθεσιμότητα του πηγαίου κώδικα.
  • Δικαίωμα να δημιουργηθούν τροποποιήσεις και παράγωγες εργασίες.
  • Μπορεί να απαιτείται οι τροποποιημένες εκδόσεις να διανέμονται ως η αρχική έκδοση συν οι τροποποιήσεις (διακριτά).
  • Καμία διάκριση ενάντια σε πρόσωπα ή ομάδες.
  • Καμία διάκριση ενάντια στα πεδία της προσπάθειας.
  • Όλα τα δικαιώματα που χορηγούνται πρέπει να διατηρούνται στις αναδιανεμημένες εκδόσεις.
  • Η άδεια εφαρμόζεται στο πρόγραμμα συνολικά, αλλά και σε κάθε ένα από τα συστατικά του.
  • Η άδεια δεν πρέπει να περιορίζει άλλο λογισμικό, επιτρέποντας κατά συνέπεια τη διανομή λογισμικού ανοιχτού κώδικα και κλειστού κώδικα μαζί.

Αντίστοιχα, ο ορισμός του Ελεύθερου Λογισμικού σύμφωνα με το Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού (Free Software Foundation – FSF) έχει ως εξής: «Διατηρούμε τον όρο του ελεύθερου λογισμικού για να δείξουμε ξεκάθαρα τι πρέπει να ισχύει για ένα κομμάτι λογισμικού ώστε αυτό να θεωρείται ελεύθερο». Το Ελεύθερο Λογισμικό είναι ζήτημα ελευθερίας, όχι κόστους. Για να κατανοήσει κάποιος τον όρο αυτό, θα πρέπει να σκεφτεί τη λέξη “free” όπως χρησιμοποιείται στη φράση “free speech” («ελεύθερος λόγος»), και όχι στη φράση “free beer”(«δωρεάν μπύρα»).

Το Ελεύθερο Λογισμικό παρέχει στους χρήστες την ελευθερία να εκτελούν, να αντιγράφουν, να διανέμουν, να μελετούν, να τροποποιούν και να βελτιώνουν το λογισμικό. Για την ακρίβεια, αναφέρεται σε τέσσερις βασικές ελευθερίες:

  • Στην ελευθερία κάποιου να εκτελεί το πρόγραμμα για οποιονδήποτε σκοπό (ελευθερία 0).
  • Την ελευθερία κάποιου να μελετά τον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος και να το προσαρμόζει στις ανάγκες του (ελευθερία 1). Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι προϋπόθεση για να ισχύει κάτι τέτοιο.
  • Την ελευθερία κάποιου να αναδιανέμει αντίγραφα του προγράμματος ώστε να βοηθάει το συνάνθρωπο του (ελευθερία 2).
  • Την ελευθερία κάποιου να βελτιώνει το πρόγραμμα και να δημοσιεύει στο ευρύ κοινό τις βελτιώσεις που έχει κάνει, ώστε να επωφεληθεί ολόκληρη η κοινότητα (ελευθερία 3). Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι προϋπόθεση για να ισχύει κάτι τέτοιο.

Ένα πρόγραμμα θεωρείται ελεύθερο λογισμικό όταν οι χρήστες του έχουν όλες τις παραπάνω ελευθερίες. Επομένως, θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να αναδιανέμουν αντίγραφα, με ή χωρίς τροποποιήσεις, δωρεάν ή χρεώνοντας για τη διανομή, στον οποιονδήποτε και οπουδήποτε. Το ότι είναι ελεύθεροι να κάνουν όλα τα παραπάνω σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως δε χρειάζεται να ζητήσουν εξουσιοδότηση ή να πληρώσουν κάποιον ώστε να λάβουν την ανάλογη άδεια.

Οι ελευθερίες αυτές εκφράζονται, κατ’εξοχήν, με δύο από τις πλέον κλασικές άδειες ανοιχτού/ελεύθερου λογισμικού, την BSD και την GPL (Gomulkiewicz, 1999). Η μεν πρώτη άδεια επιτρέπει την περαιτέρω διάθεση και βελτίωση του λογισμικού με μόνη προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή του, ενώ η δεύτερη έχει την επιπλέον προϋπόθεση της διάθεσης των βελτιώσεων με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις όπως η αρχική άδεια.

Η διαφοροποίηση ανάμεσα σε ελεύθερο και ανοιχτό λογισμικό (Raymond, 2001) δεν έχει τόσο να κάνει με τις άδειες με τις οποίες διατίθεται το λογισμικό, όσο τη φιλοσοφία πάνω στην οποία γίνεται η διάθεσή του με τους ίδιους όρους: Το μεν ελεύθερο λογισμικό δίνει έμφαση στην αξία χρήσης και στο κοινωνικό αγαθό που παράγεται μέσα από τη διάθεση του πηγαίου κώδικα του λογισμικού, το δε ανοικτό λογισμικό δίνει έμφαση στην οικονομική αξία του ανοιχτού λογισμικού και τη δυνατότητα που δίνει να παράγεται καλύτερο ποιοτικά λογισμικό, μέσα από την ανεμπόδιστη είσοδο στην αγορά νέων παικτών, γεγονός που ενισχύει τον ανταγωνισμό και παράγει καινοτομία. Επειδή, ολοένα και περισσότερο, η προσέγγιση του λογισμικού, για το οποίο παρέχεται πρόσβαση στον πηγαίο του κώδικα, συμφωνεί τόσο με τις αρχές του ελεύθερου όσο και με τις αρχές του ανοιχτού, το σχετικό λογισμικό είναι γνωστό ως Ελεύθερο Λογισμικό / Λογισμικό Ανοιχτού Κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ).

Η εισαγωγή των αδειών ΕΛ/ΛΑΚ και η σταδιακή υιοθέτησή τους από τους μεγαλύτερους εμπορικούς οργανισμούς είναι το αποτέλεσμα της τεχνολογικής αλλαγής που αρχίζει να δημιουργεί ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο και η οποία απαιτεί μια νέα μορφή ρύθμισης, αντίστοιχα με αυτήν που σημειώθηκε τη δεκαετία του 1980, όταν η πνευματική ιδιοκτησία καθιερώθηκε ως το βασικό νομικό σύστημα για την προστασία του λογισμικού.

Οι βασικές τεχνολογικές αλλαγές που είχαμε έκτοτε είχαν να κάνουν (α) τόσο με την αύξηση του αριθμού και του επιπέδου των προγραμματιστών, όσο και (β) με την εισαγωγή των τεχνολογιών του διαδικτύου, που επέτρεψαν τη συλλογική δημιουργία σε επίπεδα αδιανόητα για οποιαδήποτε άλλη εποχή. Η αύξηση του αριθμού και του επιπέδου των προγραμματιστών οδήγησε στην ανάγκη για μεγαλύτερη πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα του λογισμικού που μας περιβάλλει. Ενώ δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει η ίδια αναλογία προγραμματιστών/χρηστών που υπήρχε στη δεκαετία του ΄50 ή του ΄60, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι οι προγραμματιστές ή οι άνθρωποι με προγραμματιστικές δεξιότητες είναι σήμερα πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι στη δεκαετία του 1980. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη για πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι πολύ μεγαλύτερη σήμερα, απ’ ότι ήταν 30 ή και 10 χρόνια πριν, ενώ η ωριμότητα των προγραμματιστικών εργαλείων είναι πολύ υψηλότερη και η εισαγωγή προγραμμάτων εκπαίδευσης στις νέες τεχνολογίες πολύ πιο εκτεταμένη, με αποτέλεσμα και οι δυνατότητες κάποιου να αρχίσει να προγραμματίζει με κάποιον τρόπο πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν.

Επιπλέον, η συλλογική γνώση που είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο και η δυνατότητα απομακρυσμένης συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών ομάδων ανθρώπων είναι τέτοια, που καθιστά τη συλλογική εργασία, ειδικά σε σχέση με την επίλυση τεχνικών θεμάτων, εξαιρετικά πιο εύκολη απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Κατά συνέπεια, η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα αποτελεί προαπαιτούμενο αλλά και τελικό αποτέλεσμα μιας πλειάδας, τόσο εκπαιδευτικών όσο και επιχειρηματικών προσπαθειών. Και αυτό, γιατί στο εκπαιδευτικό/ερευνητικό επίπεδο η ανοιχτότητα βοηθά την έρευνα και την εκπαίδευση, αφού οδηγεί στη συλλογική βελτίωση του λογισμικού και στην έρευνα των μηχανισμών λειτουργίας του και των προβλημάτων που αυτό εμφανίζει. Στο επιχειρηματικό επίπεδο, η ανοιχτότητα επιτρέπει τη μόχλευση της προγραμματιστικής προσπάθειας, μειώνει το κόστος ανάπτυξης και οδηγεί σε οικονομίες κλίμακας, γρήγορη καινοτομία και πιο αξιόπιστο λογισμικό.

Ο ρόλος του διαδικτύου υπήρξε καταλυτικός σε αυτό το πλαίσιο για τους λόγους που μόλις προαναφέραμε. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ίδια τα πρωτόκολλα του διαδικτύου χτίστηκαν πάνω στις αρχές του ανοιχτού και ελεύθερου λογισμικού Τα χαρακτηριστικά αυτά διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξή του, και, στη συνέχεια, στην ανάπτυξη του συνόλου του περιεχομένου, του λογισμικού και των δεδομένων που χτίστηκαν πάνω σε αυτό (Moglen, 1997).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από το περιεχόμενο των αδειών ΕΛ/ΛΑΚ, και η ίδια η φόρμα τους, δηλαδή η επιλογή αδειών αντί νομοθετικής ρύθμισης, ήταν πιο κοντά στην πρακτική που επιζητούσαν να προστατεύσουν, δηλαδή αυτή της αποκεντρωμένης και συλλογικής ανάπτυξης λογισμικού. Ο λόγος που η άδεια είναι πιο πρόσφορο εργαλείο απ’ ότι ο νόμος, είναι ότι η άδεια - και μάλιστα η τυποποιημένη και δημόσια ανοιχτή άδεια - βασίζεται στην εθελοντική επιλογή, έχει μαζική κλίμακα αλλά μίκρο-εφαρμογή, και είναι πολύ πιο ευέλικτη από τις διεθνείς συνθήκες πάνω στις οποίες βασίστηκε η τροποποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι οι υποστηρικτές του ανοιχτού λογισμικού δεν είχαν τη θεσμική υποστήριξη που είχαν οι υποστηρικτές του κλειστού λογισμικού, ήταν απαραίτητο να κινηθούν στο επίπεδο της ιδιωτικής ρύθμισης (μέσα από συμβάσεις) αντί της δημόσιας ρύθμισης (ρύθμιση μέσα από νομοθετικά κείμενα). Σε μεταγενέστερα στάδια της ανάπτυξης του ανοιχτού, ιδίως σε σχέση με τα δεδομένα και το περιεχόμενο, πραγματοποιήθηκαν και νομοθετικές παρεμβάσεις (Tsiavos, 2007)., συμφωνεί τόσο με τις αρχές του ελεύθερου όσο και με τις αρχές του ανοιχτού, το σχετικό λογισμικό είναι γνωστό ως Ελεύθερο Λογισμικό / Λογισμικό Ανοιχτού Κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ).

Η εισαγωγή των αδειών ΕΛ/ΛΑΚ και η σταδιακή υιοθέτησή τους από τους μεγαλύτερους εμπορικούς οργανισμούς είναι το αποτέλεσμα της τεχνολογικής αλλαγής που αρχίζει να δημιουργεί ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο και η οποία απαιτεί μια νέα μορφή ρύθμισης, αντίστοιχα με αυτήν που σημειώθηκε τη δεκαετία του 1980, όταν η πνευματική ιδιοκτησία καθιερώθηκε ως το βασικό νομικό σύστημα για την προστασία του λογισμικού.

Οι βασικές τεχνολογικές αλλαγές που είχαμε έκτοτε είχαν να κάνουν (α) τόσο με την αύξηση του αριθμού και του επιπέδου των προγραμματιστών, όσο και (β) με την εισαγωγή των τεχνολογιών του διαδικτύου, που επέτρεψαν τη συλλογική δημιουργία σε επίπεδα αδιανόητα για οποιαδήποτε άλλη εποχή. Η αύξηση του αριθμού και του επιπέδου των προγραμματιστών οδήγησε στην ανάγκη για μεγαλύτερη πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα του λογισμικού που μας περιβάλλει. Ενώ δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει η ίδια αναλογία προγραμματιστών/χρηστών που υπήρχε στη δεκαετία του ΄50 ή του ΄60, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι οι προγραμματιστές ή οι άνθρωποι με προγραμματιστικές δεξιότητες είναι σήμερα πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι στη δεκαετία του 1980. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη για πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι πολύ μεγαλύτερη σήμερα, απ’ ότι ήταν 30 ή και 10 χρόνια πριν, ενώ η ωριμότητα των προγραμματιστικών εργαλείων είναι πολύ υψηλότερη και η εισαγωγή προγραμμάτων εκπαίδευσης στις νέες τεχνολογίες πολύ πιο εκτεταμένη, με αποτέλεσμα και οι δυνατότητες κάποιου να αρχίσει να προγραμματίζει με κάποιον τρόπο πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν.

Επιπλέον, η συλλογική γνώση που είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο και η δυνατότητα απομακρυσμένης συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών ομάδων ανθρώπων είναι τέτοια, που καθιστά τη συλλογική εργασία, ειδικά σε σχέση με την επίλυση τεχνικών θεμάτων, εξαιρετικά πιο εύκολη απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Κατά συνέπεια, η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα αποτελεί προαπαιτούμενο αλλά και τελικό αποτέλεσμα μιας πλειάδας, τόσο εκπαιδευτικών όσο και επιχειρηματικών προσπαθειών. Και αυτό, γιατί στο εκπαιδευτικό/ερευνητικό επίπεδο η ανοιχτότητα βοηθά την έρευνα και την εκπαίδευση, αφού οδηγεί στη συλλογική βελτίωση του λογισμικού και στην έρευνα των μηχανισμών λειτουργίας του και των προβλημάτων που αυτό εμφανίζει. Στο επιχειρηματικό επίπεδο, η ανοιχτότητα επιτρέπει τη μόχλευση της προγραμματιστικής προσπάθειας, μειώνει το κόστος ανάπτυξης και οδηγεί σε οικονομίες κλίμακας, γρήγορη καινοτομία και πιο αξιόπιστο λογισμικό.

Ο ρόλος του διαδικτύου υπήρξε καταλυτικός σε αυτό το πλαίσιο για τους λόγους που μόλις προαναφέραμε. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ίδια τα πρωτόκολλα του διαδικτύου χτίστηκαν πάνω στις αρχές του ανοιχτού και ελεύθερου λογισμικού Τα χαρακτηριστικά αυτά διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξή του, και, στη συνέχεια, στην ανάπτυξη του συνόλου του περιεχομένου, του λογισμικού και των δεδομένων που χτίστηκαν πάνω σε αυτό (Moglen, 1997).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από το περιεχόμενο των αδειών ΕΛ/ΛΑΚ, και η ίδια η φόρμα τους, δηλαδή η επιλογή αδειών αντί νομοθετικής ρύθμισης, ήταν πιο κοντά στην πρακτική που επιζητούσαν να προστατεύσουν, δηλαδή αυτή της αποκεντρωμένης και συλλογικής ανάπτυξης λογισμικού. Ο λόγος που η άδεια είναι πιο πρόσφορο εργαλείο απ’ ότι ο νόμος, είναι ότι η άδεια - και μάλιστα η τυποποιημένη και δημόσια ανοιχτή άδεια - βασίζεται στην εθελοντική επιλογή, έχει μαζική κλίμακα αλλά μίκρο-εφαρμογή, και είναι πολύ πιο ευέλικτη από τις διεθνείς συνθήκες πάνω στις οποίες βασίστηκε η τροποποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι οι υποστηρικτές του ανοιχτού λογισμικού δεν είχαν τη θεσμική υποστήριξη που είχαν οι υποστηρικτές του κλειστού λογισμικού, ήταν απαραίτητο να κινηθούν στο επίπεδο της ιδιωτικής ρύθμισης (μέσα από συμβάσεις) αντί της δημόσιας ρύθμισης (ρύθμιση μέσα από νομοθετικά κείμενα). Σε μεταγενέστερα στάδια της ανάπτυξης του ανοιχτού, ιδίως σε σχέση με τα δεδομένα και το περιεχόμενο, πραγματοποιήθηκαν και νομοθετικές παρεμβάσεις (Tsiavos, 2007).

Οι άδειες BSD και GPL[επεξεργασία]

Οι σημαντικότερες άδειες ΕΛ/ΛΑΚ είναι οι άδειες BSD και GPL (Γενική Δημόσια Άδεια). Μολονότι και οι δύο άδειες αποτελούν άδειες ΕΛ/ΛΑΚ και υπακούουν στις αρχές που έχουμε παρουσιάσει ανωτέρω, εμφανίζουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους και έχει στο σημείο αυτό σημασία να τις διαφοροποιήσουμε μεταξύ τους:

Άδεια BSD[επεξεργασία]

Πρόκειται για την άδεια Berkley Software Distribution. Πρόκειται για την πλέον απλή και με το ελάχιστο διαχειριστικό κόστος άδεια καθώς επιβάλλει ελάχιστες υποχρεώσεις στον χρήστη του λογισμικού που την αποδέχεται και κυρίως έχουν να κάνουν με την αναφορά στους δημιουργούς του λογισμικού καθώς και στην περίληψη κάποιων βασικών όρων αποποίησης ευθύνης.

Ειδικότερα, η BSD επιτρέπει την χρήση του λογισμικού και του πηγαίου του κώδικα με οποιονδήποτε τρόπο αρκεί να ακολουθούνται οι περιορισμοί που προβλέπονται σε καθεμία από τις κατηγορίες της BSD οι οποίες είναι οι ακόλουθες (α) Η BSD των τεσσάρων διατάξεων (4-clauses): πρόκειται για την άδεια με BSD με τους περισσότερους περιορισμούς. Αυτοί είναι:

  • Αναφορά στους αρχικούς δημιουργούς του λογισμικού («Ιδιοκτήτης» : Έφοροι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, «Οργανισμός / Φορέας» : Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Berkeley, «Έτος» : 1998)
  • Θα πρέπει να αναφέρεται ο ιδιοκτήτης του αρχικού λογισμικού, ο φορέας/ οργανισμός και η χρονολογία τροποποίησης
  • Θα πρέπει να υπάρχει η δήλωση αποποίησης ευθύνης/ εγγυήσεις
  • Θα πρέπει να διατηρούνται όλα τα σημειώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και το κείμενο της άδειας
  • Θα πρέπει η αναφορά της αρχικής πηγής να γίνεται σε κάθε διαφημιστικό υλικό (διαφημιστική διάταξη (advertising clause)

(β) η BSD των τριών διατάξεων (3-clauses). Πρόκειται για την άδεια με BSD χωρίς τη διαφημιστική διάταξη, δηλαδή περιλαμβάνει τους ακόλουθους περιορισμούς:

  • Αναφορά στους αρχικούς δημιουργούς του λογισμικού («Ιδιοκτήτης» : Έφοροι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, «Οργανισμός / Φορέας» : Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Berkeley, «Έτος» : 1998)
  • Θα πρέπει να αναφέρεται ο ιδιοκτήτης του αρχικού λογισμικού, ο φορέας/ οργανισμός και η χρονολογία τροποποίησης
  • Θα πρέπει να υπάρχει η δήλωση αποποίησης ευθύνης/ εγγυήσεις
  • Θα πρέπει να διατηρούνται όλα τα σημειώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και το κείμενο της άδειας
  • εφόσον κάποιος δημιουργός/ συνεισφέρων θέλει να αναφέρεται θα πρέπει να εγκρίνει την αναφορά του στο παράγωγο έργο (εγκριτική διάταξη)

(γ) η BSD των δύο διατάξεων (2-clauses). Πρόκειται για την άδεια με BSD χωρίς τη διαφημιστική διάταξη και την εγκριτική διάταξη, δηλαδή περιλαμβάνει τους ακόλουθους περιορισμούς:

  • Αναφορά στους αρχικούς δημιουργούς του λογισμικού («Ιδιοκτήτης» : Έφοροι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, «Οργανισμός / Φορέας» : Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Berkeley, «Έτος» : 1998)
  • Θα πρέπει να αναφέρεται ο ιδιοκτήτης του αρχικού λογισμικού, ο φορέας/ οργανισμός και η χρονολογία τροποποίησης
  • Θα πρέπει να υπάρχει η δήλωση αποποίησης ευθύνης/ εγγυήσεις
  • Θα πρέπει να διατηρούνται όλα τα σημειώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και το κείμενο της άδειας
Άδεια GPL[επεξεργασία]

Η Γενική Άδεια Χρήσης (ή General Public Licence (GPL)) αποτελεί την αρχετυπική άδεια ΕΛ/ΛΑΚ και πρόκειται για μια άδεια Copyleft ή άδεια Παρόμοιας Διανομής, δηλαδή μια άδεια που επιτρέπει τις τροποποιήσεις του αρχικού έργου εφόσον όμως και οι τροποποιήσεις/ βελτιώσεις αυτές δοθούν περαιτέρω υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. Η GPL ενσωματώνει τις βασικές αρχές του ΕΛ/ΛΑΚ, δηλαδή:

  1. να μπορούν να εκτελούν ένα πρόγραμμα για οποιοδήποτε λόγο.
  2. να μπορούν να μελετούν τη λειτουργία ενός προγράμματος και να το τροποποιήσουν κατά την κρίση τους.
  3. να μπορούν να διανείμουν αντίγραφα του προγράμματος
  4. να μπορούν βελτιώσουν το πρόγραμμα και να προσφέρουν τις προσθήκες τους στην κοινότητα, έτσι ώστε να ωφεληθεί ολόκληρη η κοινότητα.

Στην έκδοση 2, η GPL περιλαμβάνει τον όρο “Liberty or Death”, που προβλέπει ότι εάν έχουν επιβληθεί σε κάποιον περιορισμοί οι οποίοι τον αποτρέπουν από την διανομή ενός λογισμικού, το οποίο είναι κατοχυρωμένο με άδεια GPL, με τρόπο τέτοιο ο οποίος σέβεται την ελευθερία κάποιου άλλου χρήστη, τότε αυτός δεν μπορεί να το διανέμει καθόλου. 

Παράλληλα σχεδιάστηκε μία νέα άδεια-παράγωγος της GPL v2, η Library GNU General Public License - "LGPL v2", η οποία βρήκε εφαρμογή σε ένα μέρος των βιβλιοθηκών του GNU και κατ’ επέκταση σε οποιαδήποτε βιβλιοθήκη επιθυμεί ο συγγραφέας της. Θεωρήθηκε στρατηγικής σημασίας η χρησιμοποίηση μιας λιγότερο περιοριστικής άδειας για την βιβλιοθήκη της C και για τις βιβλιοθήκες λογισμικών τα οποία παρεμφερείς λειτουργίες με αυτές κλειστού ιδιόκτητου λογισμικού. Η αρίθμηση της νέας άδειας ξεκινάει από την έκδοση v2, για αποτυπώσει την αλληλένδετη σχέση της με την δεύτερη έκδοση της GPL και να τονίσει την συμπληρωματικότητα τους. To 1999 η Library General Public License - LGPL μετονομάστηκε σε Lesser General Public License - LGPL και μεταπήδησε στην έκδοση "LGPL v2.1".

Στην έκδοση 3, η GPL περιέχει μια σειρά από αλλαγές που αφορούν κυρίως τις ευρεσιτεχνίες λογισμικού, την συμβατότητα αδειών ανοιχτού λογισμικού, τον ορισμό του «πηγαίου κώδικα» και τους περιορισμούς στο υλικού για την παραμετροποίηση λογισμικού - το λεγόμενο "tivoization". Οι υπόλοιπες αλλαγές αφορούν την διεθνοποίηση, τον χειρισμό των παραβιάσεων των αδειών και το πως μπορούν να χορηγηθούν πρόσθετα δικαιώματα από τον κάτοχο των πνευματικών δικαιωμάτων. Άλλες αξιοσημείωτες αλλαγές, έχουν πραγματοποιηθεί με γνώμονα την δυνατότητα των συγγραφέων να προσθέτουν συγκεκριμένους όρους ή προϋποθέσεις στις συνεισφορές τους. Μία από αυτές τις νέες προαιρετικές απαιτήσεις, η οποία ορισμένες φορές αναφέρεται ως ο όρος Affero, έχει ως στόχο την εκπλήρωση ενός αιτήματος που αφορά το λογισμικό ως υπηρεσία. Με την προσθήκη αυτού του όρου προκύπτει ένας νέος τύπος άδειας, η άδεια Affero General Public License - "AGPL v3".

Οι άδειες Ανοικτού Περιεχομένου και Δεδομένων[επεξεργασία]
Ιστορική αναδρομή[επεξεργασία]

Το θέμα του ανοιχτού περιεχομένου έχει δύο διαστάσεις που ενώ έχουν διαφορετική ιστορική αφετηρία, κατά την εξέλιξη του φαινομένου του ανοιχτού περιεχομένου έρχονται να συναντηθούν.

Η πρώτη διάσταση είναι η κυρίως ακαδημαϊκή και σχετίζεται με την ανοιχτή πρόσβαση στην επιστημονική γνώση. Η διάσταση αυτή έχει τις ρίζες της ήδη στους πρωτοπόρους της ανοιχτής πρόσβασης Leó Szilárd (Bess, 1993) και Brower Murphy, ενώ σε επίπεδο κοινωνικοπολιτικού αλλά και καλλιτεχνικού κινήματος, η ανοιχτή πρόσβαση (καθώς και η αμφισβήτηση της πνευματικής ιδιοκτησίας στα έργα λόγου) εμφανίζεται με τα κινήματα των Λεξιστών (ή Γραμματιστών) και των Καταστασιακών (MacKenzie Wark, 2014).

Η τάση αυτή εμφανίζεται με πολύ μεγαλύτερη ένταση, τόσο κοινωνικά όσο και θεσμικά, στα μέσα της δεκαετίας του 1990 από την National Academies Press (NAP - www.nap.edu/) των ΗΠΑ, που εκδίδει από το 1994 τα βιβλία της με όρους που επιτρέπουν την ανοιχτή πρόσβαση σε αυτά. Μεγάλος σταθμός για την ανοιχτή πρόσβαση υπήρξαν οι ΒΒΒ declarations, δηλαδή οι διακηρύξεις της Βουδαπέστης (Budapest Open Access Initiative, 2002), της Βηθεσδά (Suber, 2006) και του Βερολίνου (Gruss, 2006), οι οποίες έθεσαν τις βάσεις και τις αρχές της ανοιχτής πρόσβασης. Η ανοιχτή πρόσβαση περιλαμβάνει τόσο τη δωρεάν όσο και την ελεύθερη πρόσβαση στην επιστημονική γνώση, η οποία δίνεται μέσα από τη χρήση ανοιχτών αδειών για το περιεχόμενο, κυρίως – πλέον - αδειών Creative Commons (Lessig, 2007). Μετά τις διακηρύξεις BBB, υπήρξαν σωρεία από άλλες διακηρύξεις, πολιτικές και προγράμματα σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, που είχαν ως στόχο την επέκταση της ανοιχτής πρόσβασης τόσο σε επιστημονικά άρθρα, όσο και σε δεδομένα, περιεχόμενο και ερευνητικά αποτελέσματα. Η ανοιχτή πρόσβαση αποτελεί πλέον επίσημη πολιτική στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, και βασική προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση των περισσότερων μορφών έρευνας.

Η δεύτερη διάσταση του ανοιχτού περιεχομένου ξεπερνά το ερευνητικό, εκπαιδευτικό και ακαδημαϊκό περιεχόμενο/δεδομένα, και έχει να κάνει με την ανοιχτή πρόσβαση στο γενικότερο ψηφιακό περιεχόμενο και πολιτισμό. Η διάσταση αυτή καλλιεργείται στις αρχές της δεκαετίας του 2000 με την ίδρυση των Creative Commons ως βασικού εργαλείου για την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των τωρινών και μελλοντικών δημιουργών, και ως συμβατικό αντίβαρο στη διαρκή επέκταση στο χρόνο των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και το διαρκή περιορισμό των εξαιρέσεων και περιορισμών του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (Lessig, 2005).

Με τον όρο “Creative Commons” εννοούμε τόσο τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό που έχει ως στόχο την επέκταση της πρόσβασης στο ανοιχτό περιεχόμενο/δεδομένα και στον ψηφιακό πολιτισμό εν γένει, όσο και το σύνολο των αδειών και εργαλείων που έχει κατά καιρούς εκδώσει για να επιτύχει το σκοπό αυτό (Tsiavos, 2007). Το πλέον διαδεδομένο εργαλείο για την προώθηση του ανοιχτού περιεχομένου είναι οι έξι άδειες Creative Commons, οι οποίες προκύπτουν από το συνδυασμό τεσσάρων αδειοδοτικών στοιχείων, δηλαδή βασικών όρων που περιγράφουν τους τρόπους με τους οποίους μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει ένα έργο που διατίθεται με αυτές τις άδειες. Τα στοιχεία αυτά έχουν ως εξής:

  • Αναφορά: Mε τον όρο αυτό που είναι υποχρεωτικός για όλες τις άδειες Creative Commons, επιβάλλεται να γίνεται αναφορά στην πηγή του έργου, είτε πρόκειται για το δημιουργό, είτε και για το διαθέτη-παραγωγό του.
  • Εμπορική Χρήση: Mε τον όρο αυτό ο αδειoδότης, δηλαδή το πρόσωπο το οποίο παρέχει το περιεχόμενο, καλείται να απαντήσει εάν θέλει να διατίθεται το έργο του για εμπορική χρήση ή όχι.
  • Παράγωγα έργα: Mε τον όρο αυτό ο αδειοδότης καλείται να απαντήσει εάν επιθυμεί να γίνονται αλλαγές στο έργο του, και στη συνέχεια αυτές να διατίθενται περαιτέρω.
  • Παρόμοια Διανομή: Mε τον όρο αυτό ο αδειοδότης που έχει επιτρέψει τη δημιουργία παραγώγων έργων, καλείται να απαντήσει στο ερώτημα του εάν θέλει τα παράγωγα αυτά έργα να διατίθενται περαιτέρω με τους ίδιους ακριβώς όρους και προϋποθέσεις όπως το αρχικό έργο ή όχι.

Οι έξι (6) άδειες Creative Commons (CC) αποτελούν επίσημες και αναγνωρισμένες άδειες χρήσης, τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιήσει η/ο δημιουργός προκειμένου να δηλώνει τους επιτρεπτούς τρόπους χρήσης του έργου του από άλλους.

Κριτήρια επιλογής άδειας CC[επεξεργασία]

Ακολουθούν τα κριτήρια που ο δημιουργός χρησιμοποιεί για να επιλέξει τους τρόπους χρήσης του έργου του. Θεωρείται ως δεδομένο ότι: Η/Ο δημιουργός επιθυμεί να επιτρέψει τη χρήση του υλικού του, Ο αποδέκτης της άδειας να κάνει πάντα αναφορά στον δημιουργό (κριτήριο αναφοράς).

Κριτήρια:

  • Η/Ο δημιουργός επιτρέπει ή δεν επιτρέπει να βασιστεί κάποιος στο έργο του προκειμένου να το εξελίξει πραγματοποιώντας αλλαγές, δημιουργώντας ένα νέο παράγωγο έργο (κριτήριο δημιουργίας παραγώγων).
  • Εφόσον η/ο δημιουργός επιτρέπει παράγωγα έργα, καθορίζει ότι κάθε παράγωγο έργο είτε θα διανέμεται με παρόμοιους όρους με αυτούς του αρχικού έργου (π.χ. του υλικού του) (κριτήριο παρόμοιας διανομής), είτε ότι αυτό του είναι αδιάφορο.
  • Η/Ο δημιουργός επιτρέπει ή δεν επιτρέπει την εμπορική χρήση του έργου του από τρίτους (κριτήριο εμπορικής χρήσης).
Οι 6 άδειες CC[επεξεργασία]

Οι 6 άδειες Creative Commons περιγράφονται συνοπτικά παρακάτω:

  • Αναφορά δημιουργού (Attribution): O αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να διατηρήσει τις διατυπώσεις που προβλέπονται στην άδεια σχετικά με την αναφορά στον αρχικό δημιουργό.
  • Aναφορά δημιουργού + Παρόμοια διανομή (Attribution + Share-Alike): Επιπλέον της αναφοράς, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να αδειοδοτήσει οποιοδήποτε παράγωγο έργο με την ίδια άδεια. Επιτρέπεται η εμπορική χρήση και η παραγωγή νέου έργου βασισμένου σε αυτό.
  • Αναφορά δημιουργού + Όχι παράγωγα έργα (Attribution + No-Derivatives): Επιπλέον της αναφοράς, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να μη δημιουργήσει παράγωγα έργα. Επιτρέπεται η εμπορική χρήση. Αφού δεν επιτρέπεται νέο παράγωγο έργο, δεν έχει νόημα ο καθορισμός του τρόπου διανομής του.
  • Αναφορά δημιουργού + Μη εμπορική χρήση (Attribution + Non-Commercial): Επιπλέον της αναφοράς, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να μην υπάρχει σκοπός εμπορικής χρήσης. Επιτρέπεται παράγωγο έργο και είναι αδιάφορος ο τρόπος διανομής του.
  • Αναφορά δημιουργού + Μη εμπορική χρήση + Παρόμοια Διανομή (Attribution + Non-Commercial + Share-Alike): Επιπλέον της αναφοράς και της μη εμπορικής χρήσης, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει αρκεί να αδειοδοτήσει οποιοδήποτε παράγωγο έργο με την ίδια άδεια.
  • Αναφορά δημιουργού + Μη εμπορική χρήση + Όχι παράγωγα έργα (Attribution + Non-Commercial + No-Derivatives): Επιπλέον της αναφοράς και της μη εμπορικής χρήσης, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει αρκεί να μη δημιουργήσει παράγωγα έργα.

Συνολικά, οι δύο διαστάσεις του ανοιχτού περιεχομένου (ανοιχτή πρόσβαση και ανοιχτές άδειες), ενώ έχουν διαφορετική εξέλιξη έρχονται να συναντηθούν με τη χρησιμοποίηση των αδειών Creative Commons από τις διάφορες πρωτοβουλίες ανοιχτής πρόσβασης, καθώς και με την αναγνώριση από τα Creative Commons του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζει η ανοιχτή πρόσβαση στην προώθηση των στόχων και των εργαλείων που αυτά προωθούν.

Συμπεράσματα[επεξεργασία]

Στο κεφάλαιο αυτό είδαμε μια σειρά από θέματα που σχετίζονται με την αδειοδότηση περιεχομένου και λογισμικού και την παροχή διαδικτυακών υπηρεσιών υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις.

Πρέπει να τονισθεί ότι το περιεχόμενο σχεδόν ποτέ δεν παρέχεται «γυμνό» από κάποια υπηρεσία, είτε με τη μορφή διαδικτυακού τόπου, είτε άλλης διαδικτυακής υπηρεσίας και υπό την έννοια αυτή οι έννοιες των Όρων παροχής μιας διαδικτυακής υπηρεσίας και του περιεχομένου ή λογισμικού που διατίθεται μέσω αυτής είναι αλληλένδετα.

Οι άδειες, είτε είναι ανοικτές είτε όχι εμφανίζουν κάποια κοινά δομικά χαρακτηριστικά τα οποία θα πρέπει να μπορούν να εντοπίσουν και να κατανοήσουν οι βιβλιοθηκονόμοι είτε βρίσκονται από την πλευρά των δικαιούχων, είτε από την πλευρά των χρηστών. Έχουμε εξάλλου διατυπώσει και σε άλλα κεφάλαια του παρόντος την πεποίθηση ότι η βιβλιοθήκη λειτουργεί τόσο ως πάροχος και μεσάζοντας όσο και ως καταναλωτής περιεχομένου και για το λόγο αυτό οι βιβλιοθηκονόμοι θα πρέπει να εντοπίζουν την βέλτιστη για τον οργανισμό τους στρατηγική μέσα από την κατανόηση του ρόλου τους σε μια συγκεκριμένη συναλλαγή είτε ως δημιουργών, είτε ως μεσαζόντων, είτε ως χρηστών περιεχομένου. Δεν πρόκειται πάντοτε για εύκολη άσκηση, αλλά πιστεύουμε ότι ο παρόν οδηγός θα βοηθήσει ουσιαστικά στο έργο τους και θα ενισχύσει την διάθεση και διάχυση της γνώσης που είναι και πρέπει πάντα να είναι ο πρωταρχικός ρόλος μια βιβλιοθήκης.