Θεσσαλονίκη και λογοτεχνία/Κέντρου-Αγαθοπούλου

Από Βικιβιβλία
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η πόλη της Θεσσαλονίκης[επεξεργασία]

«Ανθρώπινη Πολιτεία»[επεξεργασία]

Αυτή η πόλη μού αρέσει πολύ

Με τη διάφανη ομίχλη στα μαλλιά σου

Τη γυαλιστερή υγρασία στα μάτια σου

[...]

Εγώ δε γνώρισα σ' άλλες πολιτείες το θαύμα

Εδώ μέσα είναι το δικό μου φως

Μου ταιριάζει σαν ένα δικό μου πορτρέτο

Δε μας χρειάζονται πολλά παράθυρα

Από ένα άνοιγμα κοιταζόμαστε

Βυθίζουμε τα χείλη στην πιο βαθιά αναμέτρηση

[...]

Επιλογές και σύνολα, Σκόπελος: Νησίδες 2001, σ. 20.

«Η πόλη πάντα»[επεξεργασία]

Κάθε τόπος έχει μια ομορφιά

Που από τον εαυτό της ωριμάζει

Τόσο πολύ που δεν αντέχει στην κρυφή πράξη

Της αιωνιότητας

Συνθλίβεται από τα ίδια της τα χέρια

[...]

Η πόλη μέσα σε μια δυσοσμία υπομένει το θάνατό της

Που από τη θάλασσα ορμάει

Νερά δέντρα άνεμος βαρδάρης κλαδιά φύλλα

[...]

Οι εραστές νίπτουν τας χείρας και πηγαίνουν

Στις δικές τους πράξεις να επιδοθούν

Μα η πόλη πάντα τους ακολουθεί και τους σπαράζει

Σαλκίμ, Αθήνα: Νεφέλη 2001, σ.45.

Η Άνω Πόλη[επεξεργασία]

«Η απάνω πόλη»[επεξεργασία]

Έπαψα πια να συχνάζω 

Στην κάτω πόλη 

Με τις πολλές αναθυμιάσεις 

Τις καφενόβιες συζητήσεις 

Μάταιες συναθροίσεις 

Τώρα επισκέπτομαι τακτικά 

Πύργους και κάστρα 

Και σπίτια μυθικά 

[...] 

Όταν περνώ τη μεγάλη πύλη 

Κάποτε στέκομαι  

Και του διαβάζω ποιήματα 

Μου φαίνεται λυπημένος 

Γιατί βλέπω να βγαίνουν 

Απ' τα μαλλιά του άσπρα πουλιά 

Σαν στρατιώτες κουρασμένοι 

Που πάνε ήσυχα να κοιμηθούν 

Να ονειρευτούν το δικό τους σπίτι   

Επιλογές και σύνολα, Σκόπελος: Νησίδες 2001, σ. 105. 

Η Αρχαία Αγορά[επεξεργασία]

«Αρχαία Αγορά»[επεξεργασία]

Δεν ήταν το δικό μου μάτι

Αυτό που κοίταζε σαν πεθαμένο

Της αγοράς το κέρδος να βουίζει

Στις γειτονιές

Σαν ν'άνοιγε ένα υπόγειο θεοσκότεινο

Κι έριχνε μέσα τάληρα η βροχή

Οξειδωμένη από τη λάσπη η αντοχή σου

Το είδα το σημάδι: πάνω στο στήθος σου

Ένα μαύρο τατουάζ από αίμα βαθύ

[...]

Τα φρούτα του αθώου τρυγητή

Έχουν μια τρύπα κόκκινη

Να δέχεται του νέου πελάτη

Τη στρογγυλή μελαγχολία

Όταν ο μέγας κερδοσκόπος

Περί πολλά τυρβάζει

Στην αγορά ο αμνός

Μειλίχια θρηνεί

Σαλκίμ, Αθήνα: Νεφέλη 2001, σ. 35.

Πλατεία Δέλλιου[επεξεργασία]

«Σπίτια»[επεξεργασία]

Πόσο παράξενα είναι τα σπίτια

Με τα διάπλατα μελαγχολικά μάτια

Αταξίδευτα καράβια φαγωμένα απ'την αρμύρα

Τα βουητά των θαλασσινών δρόμων

[...]

Σπίτια καράβια με τις χρωματιστές σημαίες

Κάτω απ'τις πέτρες κάτω απ'το χώμα

Η φουρτουνιασμένη θάλασσα ησυχάζει

Επιλογές και σύνολα, Σκόπελος: Νησίδες 2001, σ. 22.

«Νυχτερινή συγκέντρωση»[επεξεργασία]

Το σπίτι της μητέρας μου

Έχει βαθιές ρωγμές στους τοίχους

Πίσω απ'τα εικονίσματα

Και τα παλιά κάδρα

Τα μεσάνυχτα

Βγαίνει ο παππούς μου ο καρβουνιάρης

Και μοιράζει κάρβουνα στους αγίους

Έπειτα κατεβαίνουν μαζί στο σαλόνι

Κι ανάβουν μια μεγάλη φωτιά

Να ζεστάνουν λίγο τα κοκαλάκια τους

Το πρωί που σηκώνεται η μητέρα μου

Το σπίτι της είναι ακόμα ζεστό

Επιλογές και σύνολα, Σκόπελος: Νησίδες 2001, σ. 128.

Επιβατικός Σταθμός[επεξεργασία]

«Επιβατικός σταθμός»[επεξεργασία]

Στη μνήμη της Κορνηλίας

Κοντά στα τρένα υπάρχει μια κρυφή ροή νερού

Αργά ράθυμα δροσίζει τ'ανάμεσα βαγόνια

Η Κορνηλία σκύβει απ'το παράθυρο επικίνδυνα

Σ'ένα κουπέ με κόκκινα βελούδα

Ανοίγει μια πετσέτα στα γόνατά της

Ψωμί τυρί αυγό και αλατοπίπερο

“Θα 'ρθεις μαζί μου ως το θάνατο;” λέει

Ποιος ντυμένος στα μαύρα κόβει εισιτήρια σήμερα

Ποιος ελεγκτής μας κοιτάζει με μια νέα υποψία

[...]

Στην πλατεία κοιμάται η αγία τεμπελιά

Ένας καφές φουσκώνει ως τον ουρανό

Σκάζει στα χείλη του σταθμάρχη που ρουφάει τη μέρα

Σα να'ναι η πρώτη του κι η τελευταία

Σαλκίμ, Αθήνα: Νεφέλη 2001, σ. 38.

[...]

Ο συνοικισμός Σιδηροδρομικών άρχισε να δημιουργείται στην πόλη της Θεσσαλονίκης λίγο πριν το 1930. Ο χώρος του οικοπέδου , ιδιοκτησία της Αγροτικής Τράπεζας, παραχωρήθηκε από το Δημόσιο σε πρόσφυγες Μικρασιάτες , με δάνεια της Κοινωνικής Πρόνοιας, επί Υπουργού Προνοίας, Λεωνίδα Ιασονίδη.

Σαράντα σπίτια όλα κι όλα, χωρισμένα σε τετράγωνα Α' και Β' , με μια ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους , μονώροφα και “διώροφα” - όσοι δηλαδή είχαν λεφτά έκαναν και το ημιυπόγειο κατοικίσιμο, για νοίκιασμα- απαρτίζονταν αποκλειστικά από οικογένειες σιδηροδρομικών Σ.Ε.Κ. (Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους).

Ο συνοικισμός άρχιζε από την οδό Μοναστηρίου – με το λεωφορείο της συγκοινωνίας δύο στάσεις μετά το Νέο Σταθμό - , και συνεχιζόταν απέναντι απ' την Επτάλοφο κι απ'τις γραμμές των τρένων , πίσω απ' τη Μοναστηρίου. Χωρίς καμιά ιδιαίτερη αρχιτεκτονική , αλλά και χωρίς πληκτική ομοιομορφία, όλα τα σπίτια είχανε κάτι το διαφορετικό, κάποιες λεπτομέριες εμφανείς, οι οποίες προσέδιδαν μια προσωπικότητα στο καθένα.

Συνοικισμός σιδηροδρομικών, Αθήνα: Κέδρος 1998, σ.8-9

[...]

Ο συνοικισμός Σιδηροδρομικών δεν είχε εύκολη πρόσβαση στο κέντρο της πόλης , καθώς η συγκοινωνία ήταν υποτυπώδης : ένα λεωφορείο της γραμμής που ξεκινούσε απ' τα <<Ελευθέρια>> κάθε μισή ώρα, κι αν ήσουν πολύ άτυχος περνούσε φουλαριστό χωρίς να σταματήσει στη στάση σου, οπότε αναγκαζόσουν να πας στο Νέο Σταθμό να το πάρεις· προπολεμικά, έπρεπε να περπατήσουμε ένα τέταρτο της ώρας ως τον Παλιό Σταθμό , για το τραμ, κι από κει πάλι να επιστρέψουμε στο σπίτι μας, μες στα σκοτάδια και μες σα χώματα ή τις λάσπες χειμώνα καλοκαίρι. Την ίδια εποχή υπήρχε ένα μικρό τρένο , το λεγόμενο μπανλιέ που ξεκινούσε απ' το Χαρμάνκιοϊ ( το σημερινό Κορδελιό ή Ελευθέρια ) , περνούσε απ' το σταθμό Κωνσταντινουπόλεως , μετά , απ' την αρχή της Επταλόφου, έπιανε την Αναγεννήσεως και τερμάτιζε στη σημερινή 26η Οκτωβρίου – ακόμα υπάρχει το χαμόσπιτο <<σταθμός>> όπου μπαίναμε το χειμώνα περιμένοντας το μπανλιέ για να γυρίσοουμε στα σπίτια μας.

Συνοικισμός σιδηροδρομικών, Αθήνα: Κέδρος 1998, σ. 20