Θεσσαλονίκη και λογοτεχνία/Καζαντζής

Από Βικιβιβλία
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Θεσσαλονίκη αποτελεί οργανικό στοιχείο και σταθερό σκηνικό με πρωταγωνιστικό ρόλο στο πεζογραφικό έργο του συγγραφέα Τόλη Καζαντζή. Στο παρόν λήμμα συγκεντρώνονται από το σύνολο των πεζογραφημάτων του Καζαντζή 540 περίπου αναφορές σε περισσότερα από 150 σημεία της πόλης (370 αν υπολογίστουν οι αναφορές που συγκεντρώνονται στην Παρέλαση και την Ενηλικίωση στις πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις τους χωρίς τις επαναλήψεις τους στη διπλή επανέκδοσή τους Παρέλαση-Ενηλικίωση).


Οι αναφορές αυτές οργανώνονται σε υποενότητες ανα τόπο οι οποίες υπάγονται στις εξής ευρύτερες θεματικές ενότητες: Περιοχές / Σημεία της πόλης, Μνημεία, Εκκλησίες, Πλατείες / Πάρκα, Μέγαρα, Προτομές / Αγάλματα, Θάλασσα, Ερωτική Θεσσαλονίκη, Θέατρα, Κινηματογράφοι, Καφενεία / Τεκέδες, Ταβέρνες / Κέντρα, Λέσχες / Συλλογοι, Ιδρύματα, Νοσοκομεία / Ιατρικά Κέντρα / Ψυχιατρεία, Νεκροταφεία, Διοικητικές Αρχές / Υπηρεσίες, Αγορές, Εργοστάσια, Καταστήματα / Ιδιωτικές Επιχειρήσεις, Ξενοδοχεία και Οδοί. Ενώ στην παρούσα εισαγωγική παράγραφο συγκεντρώνονται ορισμένες μόνο αναφορές συνολικά στην πόλη της Θεσσαλονίκης, παρότι στις περισσότερες δεν ονομάζεται ρητά:

  • «Αποξεχάστηκε ο Απόστολος μπροστά στους χάρτες κι έβλεπε από μέσα τους να ξεπηδάνε πρόσωπα, τόποι κι ιστορίες, κι έβλεπε πως κι αυτουνού οι ρίζες απλώνονταν παντού και βαθιά και του έδιναν την αίσθηση και την ευθύνη μιας παμπάλαιας ζωής που τον άφηνε άπραγο κι ανήμπορο. Γιατί, για τον Απόστολο, τα καθημερινά, ήταν αφορμές περιηγήσεων σε μια ζωή φανταστική, με συνέχεια και συνέπεια, που χώνονταν στο παρελθόν και που ο Απόστολος την προτιμούσε. Μόνο τις νύχτες, λίγο πριν κοιμηθεί, αυτή η συνέχεια άρχιζε να δέχεται απρόβλεπτες προσθήκες και ανεξήγητες αφαιρέσεις. Τότε καταλάβαινε πως είχε έρθει η ώρα που θα έμπαινε, τελείως ελεύθερος, στους ανεξέλεγκτους χώρους του ονείρου, μ'όλες τις θαυμάσιες ή τις φοβερές κατασκευές του.

    Δεν έκανε χωρίς αυτή την πόλη. Κι όταν καμιά φορά την εγκατέλειπε, σπρωγμένος κι αυτός από κάποιο συρμό για "αλλαγή" ή, όπως τις είπαν, "διακοπές" αυτές τις έντρομες φυγές, βιαζόταν να επιστρέψει, να ξαναβρεί τη χαμένη του συνέχεια μέσα στο χρόνο, μέσα στις εδαφικές, ιστορικές ενσωματώσεις της πόλης, που τις ένιωθε ζώσες και θερμές κάτω απ' τα πόδια του να κατευθύνουν και να σταθεροποιούν τα βήματά του. Στο τέλος, το κατάλαβε· αυτές οι ανόητες λιποταξίες αξίζανε μονάχα γιατί τελειώνανε με μια επιστροφή. Κι αντίθετα μ' εκείνο το μεγαλοφυή, τον αγαπημένο του συγγραφέα, που προτιμούσε επιστρέφοντας στην πόλη να τη συναντάει από τη θάλασσα εισχωρώντας σιγά σιγά στον κόλπο της, ο Απόστολος προτιμούσε να τη συναντάει απ' την ξηρά. Κι όταν προσέγγιζε στις δυτικές συνοικίες, που αργοπεθαίνουνε μέσα στους καπνούς των εργοστασίων, πασπαλισμένες και καθισμένες μέσα στα θανατηφόρα απόβλητα, σαβανωμένες με τις αιθάλες, έπαιρνε να θερμαίνεται το μέσα του από μιαν ακατανίκητη συμπάθεια κι από 'ναν οίκτο ερωτικό, όπου ζωή και θάνατος συμπορεύονται αξεχώριστα.» (Πρωταγωνιστές, 69-70)


  • «Ήταν διάφορες κατόψεις της πόλης, με λεπτομερή, καλλιγραφημένα υπομνήματα για το επιτρεπόμενο ύψος των οικοδομών, για το ποσοστό καλύψεως των οικοπέδων, για τα τούρκικα-παρατημένα οικόπεδα, αυτά που με τις "συνθήκες ανταλλαγών των νέων χωρών" περιήλθαν πρώτα στο Δημόσιο κι απ' αυτό, με κάτι παλιολλαδίτικα σαλτανάτια, τα πήρανε κάτι κοπρίτες καφενόβιοι· για τα οικόπεδα της "πυρικαύστου ζώνης" που πιάνανε όλη την καρδιά της πόλης, που είχε, ανεξήγηταμ καεί το "δεκαεφτά" και που, ποιοί άλλοι θα τα παίρνανε; πάλι οι ίδιοι, οι λεχρίτες.

    Όλα, όμως, αυτά, κι όσα συμπλήρωναν τις μνήμες του Απόστολου, που ξέφραγες και καβαλικευτές χυνόταν πια μέσα του, ερχόταν δεύτερα. Γι' αυτόν το κυριότερο και το πιο επείγον ήταν η απεικόνιση του δικτύου υπονόμων. Κι έβλεπε μιαν ανισοπαχή, βαθυκύανη γραμμή να παριστάνει έρποντας υπόγεια, τις διαδρομές και τις διακλαδώσεις, τα φρεάτια και τις συνδέσεις, τους κεντρικούς, ημικεντρικούς και δευτερεύοντες αγωγούς, αλλού παχύτερους κι αλλού πιο περιεκτικούς, αλλού κανονικούς κι αλλού τριχοειδείς. Κι όλο το πλέγμα, το φανταζότανε να υποβαστάζει την πόλη σε δαιφορετικές κλίσεις και επίπεδα, από περιοχή σε περιοχή, από συνοικία σε συνοικία, από τετράγωνο σε τετράγωνο. Κι αυτές οι γραμμές, αυτός ο αξεδιάλυτος λαβύρινθος κατέληγε, είτε απευθείας, είτε μέσω άλλων γραμμών, σε χάσκοντα στόματα, που ξέρναγαν το βρωμερό τους περιεχόμενο στη θάλασσα· μια καταγάλανη, θαλάσσια αγκαλιά, όπου ξαπλώνονταν νωχελικά η παρηκμασμένη και παραμελημένη μεγαλούπολη.

    Θυμήθηκε κάτι αποπνικτικά , καλοκαιριάτικα βράδια, στην κεντρική, κολονάτη πλατεία. Κάτι μυρωδάτες, μεσήλικες κυρίες, με τα τσιγάρα τον ανήφορο, με λασπωμένες απ'τον ιδρώτα τους μασχάλες και τα μπούτια τους, ίδιες κοιλιές χελιδονιών, να κρέμονται κάτω απ'τον πάτο του πλαστικού καθίσματος, κάτι παιδάκια, να τρέχουνε σαν τ'αζντισμένα πουλάρια απ'την κλεισούρα, πίσω από μπάλες που γράφουνε ΑΡΗΣ - ΠΑΟΚ - ΗΡΑΚΛΗΣ. Εκεί, λοιπόν, ανάμεσα απ' τη μπόχα του καμένου, πρόστυχου λαδιού απ'τους κακοχυμένους λουκουμάδες, ανάμεσα από τις απόπνοιες των ιδρωμένων κορμιών, που, τέτοια βράδια, ζέχνουνε ό,τι μπορείς να βάλεις με το νου σου, έρχεται αδέσποτη μια νυσταλαία πνοή από τη θάλασσα, ξεκολλημένη από χίλια μύρια σκατολογήματα και "α, α, αχ", αναστενάζουν οι κυρίες και "σα να φύσηξε λιγάκι", λένε.» (Πρωταγωνιστές, 67-68)


  • «Και πιο πολύ απ' όλους, ίσως, ο Απόστολος, που ήξερε πολύ καλά την πόλη και τους ανθρώπους της. Μια πόλη, που ειχε την ατυχία να είναι πάντα δεύτερη. Ανάμεσα στην παραμελημένη και παρατημένη επαρχία και στο δειγματολόγιο του επαρχιωτισμού της χώρας, την πρωτεύουσα. Έτσι κι οι άνθρωποί της τύχαιναν πάντα μιας δεύτερης μεταχείρισης.» (Πρωταγωνιστές, 73)


  • «Έτσι, εντελώς αβίαστα, νιώθω πόσο γηραλέος, μα ταυτόχρονα και πόσο νέος είμαι ακόμη, αφού, το βλέπω, το αισθάνομαι· κάτω απ'τα πόδια μου βυθίζεται το απέραντό μου παρελθόν. Άνθρωποι, που βίωσαν ανά τους αιώνες κι αναλώθηκαν μέσα στην τύρβη της καθημερινότητας αυτής της πόλης, καθώς και μέσα στις αέναες ανακυκλώσεις της ιστορίας της. Ιστορία των ανθρώπων και της πόλης· δοχεία συγκοινωνούντα τέλεια. Και ιδού και η τέλεια επαλήθευση της προαιώνιας δικιάς μου μοίρας, μέσα στον προγονικό και τον δικό μου τόπο, καθώς και το ανεξίτηλο συναίσθημα της μοναδικότητάς μου, που συνεχώς με διακατέχει.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 86)

Περιεχόμενα

Περιοχές / Σημεία της πόλης[επεξεργασία]

Αγία Τριάδα[επεξεργασία]

  • «Κι η Μαριάνθη, φτωχιά κι υποταγμένη κόρη ενός γρινιάρη δασκαλοπαπά στην "Αγιατριάδα", έδειχνε όλη της την καλή προαίρεση, να γίνει χώμα για να την πατήσει όλη εκείνη η απέραντη η φάρα του Παναγιώτη [...]» (Πρωταγωνιστές, 83)
  • «Εκείνες τις μέρες, αρχές Μαρτίου ήτανε του 1913, μέσα στην πόλη γινότανε μεγάλη ανακατωσούρα. Είχαν βλέπεις σκοτώσει (ένας "τρελός" είπανε) το βασιλιά, τον Γεώργιο τον πρώτο, την ώρα που έκανε με τον υπασπιστή του τον απογευματινό του περίπατο στην Αγία Τριάδα, κοντά στου θείου σου του Μερκούρη, όπου σήμερα έχουνε και την προτομή του. Πέρασαν όμως μέρες και μέρες, κι ενώ όλοι ξέραμε πως πάνω στο Διοικητήριο γίνονταν ανακρίσεις και λοιπά, ωστόσο τίποτε το θετικό δεν είχαν πει ακόμη.» (Ματαιότης ματαιοτήτων, 107)
  • «Ξεκινήσαμε με τα πόδια για το σπίτι του θείου Μερκούρη και πήγαμε απ' τη θάλασσα, απ' τον Πύργο. Παρόλο που δεν έβρεχε, είχε, θυμάμαι, μια τρομερή υγρασία που σου περονιαζε τα κόκαλα. Κάτω, στο άνοιγμα της Αγίας Τριάδας, προς τη μεριά της θάλασσας, εκεί ακριβώς που είναι σήμερα η προτομή του βασιλιά, είχανε βάλει κάτι γαλάζιες κι άσπρες κορδέλες και σημαιούλες ελληνικές, κι ο κόσμος πήγαινε, μέρες τώρα, κι έριχνε λουλούδια.
    -Εδώ, μου είπ' ο θείος μου, εδώ τον σκότωσαν το βασιλιά.» (Ματαιότης ματαιοτήτων 109)

Άνω Τούμπα[επεξεργασία]

  • «Πίσω απ' την πλάτη μου [...] αναθρώσκει "τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο", απ' αυτά τα κατά κόσμον ρεμπέτικα και κατά Κύριον Κυριακάτικα, ίδιο κι απαράλλαχτο με "μάστορα της Κυριακής" που κατεβαίνει από την "Άνω Τούμπα" για την παραλία, για να λάβει αντίδωρο του κόπου του, σαν ψυχούλα που 'ναι, κι αυτός, που τη γέννησε μανούλα [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 53)

Αξά Μετζίτ / Αχτσά Μετζίτ[επεξεργασία]

  • «Μ' αυτό κόρωσε ακόμα πιο πολύ η κυρά-Λισάβετ, που εκείνο τον καιρό τον είχε αποκληρώσει, γιατί εκτός που 'θελε να παντρευτεί και ν' αφήσει τρεις αδελφές ανύπαντρες, ήθελε να πάρει τη "Μαύρη", τη "δημόσια", και μάλιστα τη σπίτωσε στο Αξά Μετζίτ.» (Η κυρα-Λισάβετ, 10)
  • «Είπανε να ρωτήσουνε και τον Κοσμά, τον αδερφό τους, κι αυτός ν' αποφασίσει, σαν άντρας που ήτανε. Μ' αυτό κόρωσε ακόμα πιο πολύ η κυρά-Λισάβετ, που εκείνο τον καιρό τον είχε αποκληρώσει, γιατί εκτός που 'θελε να παντρευτεί και ν' αφήσει τρεις αδερφές ανύπαντρες, ήθελε να πάρει τη "Μαύρη", τη "δημόσια" και μάλιστα τη σπίτωσε στο Αχτσά Μετζίτ.» (Η παρέλαση, 29)
  • «[...] ήθελε να πάρει τη "Μαύρη", τη "δημόσια" και μάλιστα τη σπίτωσε στο Αχτσά Μετζίτ.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 11)
  • «Ύστερα, και τ' άλλα τα παιδιά μας απέφευγαν και μεις, τί να κάνουμε; πήγαμε σ' άλλες γειτονιές, στον πλάτανο και στο "Αχτσά Μετζίτ" κι όλο η λύσσα μας μεγάλωνε για τον άτιμο τον Κορίνο, τον προδότη...» (Η παρέλαση, 62)
  • «[...] πήγαμε σ' άλλες γειτονιές, στον πλάτανο και στο "Αχτσά Μετζίτ" κι όλο η λύσσα μας μεγάλωνε για τον άτιμο τον Κορίνο, τον προδότη...» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 99)
  • «Πριν μερικά χρόνια άρχισαν οι ανασκαφές στο "Αχτσά Μετζίτ". Έτσι λεγόταν ο λόφος πίσω από το μετόχι και μένα, κάτι θαρρείς πως με τραβούσε εκεί και πού μ' έχανες πού μ' έβρισκες; Εκεί στο λόφο να παρακολουθώ τις ανασκαφές. Και ήξερα, ήξερα καλύτερα απ' τον καθένα τί έκρυβε στα σπλάχνα της εκείνη η γη. Πάταγα στέρεα στ' ανάχωμα κι ήξερα τί θα χτύπαγε η σκαπάνη.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 93)

Απάνω Πόλη[επεξεργασία]

  • «Απ' την Τσιμισκή ακούστηκε το μουγκρητό μιας μοτοσυκλέτας κι ένας Γερμανός μοτοσυκλετιστής, με τ' αυτόματο στο στήθος, πέρασε σα σαΐτα.
    −Γυρνάνε πίσω, ακούστηκαν φωνές κι ο κόσμος σκόρπισε απ' το δρόμο μαζί με τους αντάρτες κι οι καβαλαραίοι κρατάγανε με το ζόρι τ' άλογά τους. Ύστερα τα χουνιά ξαναφώναξαν: "Ένας ήταν, ένας ήταν", και το πανηγύρι σιγά σιγά ξανάρχισε. Μονάχα που μερικοί αρχίσανε να φεύγουνε κατά την απάνω πόλη.» (Η Παρέλαση, 16-17)
  • «Μονάχα που μερικοί αρχίσανε να φεύγουνε κατά την απάνω πόλη.» (Η Παρέλαση-Ενηλικίωση, 68)
  • «Η Αγια-Σοφιά βρίσκεται εσταυρωμένη μέσα στο κιβούρι του αυλόγυρού της· τα κάτω άκρα της εισχωρούν απ' τ' άνοιγμα της οδού Ερμού μέσα στα έγκατα του "Φραγκομαχαλά". Το δεξί της χέρι ανηφορίζει προς την επάνω πόλη και διαγκωνίζοντας την παμπάλαιη "βασιλική Αχειροποίητο", χώνει τα δάχτυλα της στις σαθρές επάλξεις του "Επταπύργιου". Το αριστερό της, πάλι, χέρι κατηφορίζει και καταδύεται μες στο Θερμαϊκό [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 86-87)

Αρμένικα / Αρμενική κοινότητα[επεξεργασία]

Η αρμενική κοινότητα στη Θεσσαλονική αρχίζει να συγκροτείται από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ωστόσο, ραγδαία αύξηση του πληθυσμού της σημειώνεται κατά την περίοδο 1919-1923, οπότε εγκαθίστανται χιλιάδες Αρμένιοι πρόσφυγες από την ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία. Το μεγαλύτερο μέρος του αρμενικού πληθυσμού μένει αρχικά σε παραπήγματα, ενώ βαθμιαία σχηματίζονται οι "προσφυγογειτονιές". Κέντρο της κοινότητας αποτέλεσε η αρμενική εκκλησία που οικοδομήθηκε το 1903. Η πλειονότητα των Αρμενίων της Θεσσαλονίκης θα φύγει για τη Σοβιετική Αρμενία τη διετία 1946-1947.

  • «Μένανε εκεί, στ’ Αρμένικα, πλάι στη γειτονιά μας […]» (Ενηλικίωση, 26)
  • «Μένανε εκεί, στ’ Αρμένικα, πλάι στη γειτονιά μας […]» (H Παρέλαση - Ενηλικίωση, 151)
  • «Τότε ήταν που ήρθε χαρτί απ' τη Ρωσία στην αρμένικια κοινότητα, που έλεγε πως όσοι Αρμεναίοι θέλανε μπορούσαν να τους στείλουνε εκεί, να τους δώσουνε δικό τους σπίτι και δουλειά και να ξαναφτιάξουνε το κράτος τους σαν πρώτα,» (Ενηλικίωση, 27)
  • «Τότε ήταν που ήρθε χαρτί απ' τη Ρωσία στην αρμένικια κοινότητα, που έλεγε πως όσοι Αρμεναίοι θέλανε μπορούσαν να τους στείλουνε εκεί, να τους δώσουνε δικό τους σπίτι και δουλειά και να ξαναφτιάξουνε το κράτος τους σαν πρώτα,» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 153)

Ασβεστοχώρι[επεξεργασία]

  • «Κάτι είπανε πως νοίκιασαν δωμάτιο στ’ Ασβεστοχώρι, απέναντι απ’ το Σανατόριο […]» (Η παρέλαση, 66)
  • «Ο Στέργιος να πούμε της κυρα-Ελπινίκης· ήταν το πιο αφρόπλαστο απ' όλα τα παιδιά, μα σάπιο πάχος. Έλειπε συχνά πυκνά απ' το σχολείο, ώσπου μια μέρα εξαφανίστηκε. Κάτι είπανε πως νοίκιασαν δωμάτιο στ’ Ασβεστοχώρι, απέναντι απ’ το Σανατόριο, πως ο πατέρας του ο κυρ-Νίκος ξετινάχτηκε, ακόμη κι ένα χωράφι πατρικό στο Χαρμανκιόι το πούλησε. Όμως το Στέργιο δεν τον ξανάδαμε.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 104-105)

Βαγγελίστρα / Ευαγγελίστρια[επεξεργασία]

  • «Θα πάω στης θειάς μου στη Βαγγελίστρα, είπε στο τέλος.» (Η Κυρά-Λισάβετ, 19)
  • «Θα πάω στης θειάς μου στη Βαγγελίστρα, είπε στο τέλος.» (Η Παρέλαση, 39)
  • «Θα πάω στης θειάς μου στη Βαγγελίστρα, είπε στο τέλος.» (Η Παρέλαση-Ενηλικίωση, 30)
  • «-Απόψε στη Βαγγελίστρα, του ψιθύρισε περνώντας χωρίς να γυρίσει να τον δει.» (Η παρέλαση, 39)
  • «-Απόψε στη Βαγγελίστρα, του ψιθύρισε περνώντας χωρίς να γυρίσει να τον δει.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 31)
  • «Φίλησε την Κυβέλη κι έριξε τη βαλίτσα στο ταξί.
    –Στη Βαγγελίστρα, είπε στον ταξιτζή.
    Δεν πέρασε μια ώρα και τον φέραν σκοτωμένο.» (Η παρέλαση, 40)
  • «–Στη Βαγγελίστρα, είπε στον ταξιτζή.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 31)
  • «Πού να ψάξεις στου "Παύλου Μελά"; όμως το "Σέιχ Σου", ήταν δικό μας. Μπορούσαμε να ψάξουμε ελεύθερα. Να χωριστούμε σε ομάδες και να ψάχνουμε συνέχεια. Άλλοι απ'τα "Εβραίικα μνήματα" και τις "Σαράντα εκκλησιές". Άλλοι απ' τις "καρυδιές" και τους "Χορτατζήδες". Άλλοι απ' τη "Δόξα" κι άλλοι, εγώ, ο Κάβουρας, ο Μάριος κι η Ελπίδα, απ' τη "Βαγγελίστρα". Θα ψάχναμε το δάσος πιθαμή προς πιθαμή και θα βρισκόμασταν μόλις σουρούπωνε μπροστά στο Πανεπιστήμιο.
    Την άλλη μέρα μεσημεριάτικα, ξεκινήσαμε. Χωριστήκαμε στο "Συντριβάνι". Εμείς τραβήξαμε για το πανεπιστήμιο και τη "Βαγγελίστρα". Ένας δρόμος κατηφορικός σ' οδηγούσε στο συνοικισμό. Απ' τη μεριά του δρόμου η μάντρα του νεκροταφείου και του Δημοτικού νοσοκομείου κι απ' την άλλη το ύψωμα για το συνοικισμό "Σαράντα εκκλησιές". Ο δρόμος βγάζει σ' ένα άνοιγμα όπου είναι χτισμένος ο συνοικισμός "Ευαγγελιστρίας". Μικρά προσφυγικά σπιτάκια, μπερδεμένα τόνα στ' άλλο κι ανάμεσά τους δρομάκια, αδιέξοδα τα πιο πολλά.
    Στην πίσω μεριά απ'το άνοιγμα, κόβεται απότομα το "Σέιχ-Σου" τόσο που τα τελευταία σπίτια έχουν θαρρείς για πίσω τοίχο το νταμάρι κι απάνω απ'τις σκεπές τους κρέμονται τα πρώτα δέντρα από το δάσος. Έτσι όπως είναι σφιγμένος από παντού ο συνοικισμός, άμα δεν ξέρεις, νομίζεις πως δεν μπορείς να βγεις απάνω. Εμείς όμως ξέραμε τα μονοπάτια κι ανεβήκαμε. Κάτω στα πόδια μας ο συνοικισμός: Παιδιά καχεκτικά που παίζανε μέσα στα λασπόνερα, γυναίκες που πετούσανε τα νερά της μπουγάδας μέσα στο δρόμο, ένα φτωχομπακάλικο και καφενείο μαζί, όπου καθόταν λίγοι, ακίνητοι γέροι, τα μνήματα, σταυροί και κάγκελα θαρρείς χυμένα πάνω στα σπίτια και το νοσοκομείο
    Πίσω μας ανοιγότανε το δάσος [...]» (Η παρέλαση, 78-79)
  • «Άλλοι απ' τη "Δόξα" κι άλλοι, εγώ, ο Κάβουρας, ο Μάριος κι η Ελπίδα, απ' τη "Βαγγελίστρα". [...] Ο δρόμος βγάζει σ' ένα άνοιγμα όπου είναι χτισμένος ο συνοικισμός "Ευαγγελίστρίας".» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 126)
  • «-Σταύρε μου, καλέ μου Σταύρε, και τα είκοσι άτομα ανέβηκαν ιδρωμένα στο Ιπποδρόμιο, στρίψανε Πολωνίας για τη Βαγγελίστρα, κι η πλερέζα της Κυβέλης ούτε μια φορά δε σηκώθηκε.» (Ενηλικίωση, 45)
  • «-Σταύρε μου, καλέ μου Σταύρε, και τα είκοσι άτομα ανέβηκαν ιδρωμένα στο Ιπποδρόμιο, στρίψανε Πολωνίας για τη Βαγγελίστρα [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 177)
  • «-Πες μου, τι θέλεις;
    Ο Ζαφείρης άρχισε να τα λέει μπερδεμένα, όμως ο Δήμαρχος, σαν παλιός Θεσσαλονικιός, κατάλαβε, φώναξε τον προσωπάρχη και,
    -Σας παρακαλώ, τον κύριο, είπε κι έδειξε το Ζαφείρη, και μετά,
    -Τον κύριο, να τον αφήσετε στη Βαγγελίστρα κι εκεί να τον ξεχάσετε.» (Πρωταγωνιστές, 51)

Βαρδάρης / Βαρδάρι[επεξεργασία]

  • «Απ' το Ιπποδρόμιο κατέβαιναν χαρούμενες παρέες με σημαίες, άλλες ελληνικές κι άλλες ρώσικες με σφυροδρέπανα, και σε λιγάκι ο δρόμος προς τον Πύργο και τα πεζοδρόμια πήξανε στον κόσμο που ανυπομονούσε. Βγήκανε δυο με το χουνί και φώναξαν πως ο "απελευθερωτικός στρατός, ο τιμημένος ΕΛΑΣ βρίσκεται στο Βαρδάρι". Ο κόσμος ζητωκραύγαζε και μεις καταφέραμε να σκαρφαλώσουμε στη μαρκίζα του σινεμά "Ηλύσια" κι απο κει τα βλέπαμε όλα. Από παντού αντηχούσαν τραγούδια, στα μπαλκόνια απλώσανε ο κόσμος τις σημαίες.» (Η παρέλαση, 15)
  • «Βγήκανε δυο με το χουνί και φώναξαν πως ο "απελευθερωτικός στρατός, ο τιμημένος ΕΛΑΣ βρίσκεται στο Βαρδάρι.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 66)

(για περισσότερες αναφορές στο Βαρδάρη βλ. Ερωτική Θεσσαλονίκη)

Γέφυρα των αναστεναγμών[επεξεργασία]

Γήπεδο Άρεως[επεξεργασία]

Γήπεδο ποδοσφαίρου, έδρα της ομάδας του Άρη. Το 2004 μετωνομάστηκε σε γήπεδο "Κλεάνθης Βικελίδης"[1].

  • «Είχε πιάσει, λέει, δωμάτιο στη Χαριλάου, πίσω απ' το γήπεδο του Άρεως.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 46)

Δάσος Σέιχ-σου[επεξεργασία]

  • «Κι ένα πρωί, λίγο καιρό πριν φύγουνε οι Γερμανοί έγινε κάτι που κανείς δεν το περίμενε:
    Μπροστά στου κυρ-Ανέστη, σταμάτησε ένα γερμανικό αυτοκίνητο κι όσο να δούμε πώς και τι, είδαμε δυο πεταλάδες να σπρώχνουνε μέσα το Σωτήρη κι ύστερα καπνός απ'τη γωνία. Στην πόρτα αγάλματα ο κυρ-Ανέστης κι η οικογένεια. Αγάλματα κι εμείς.
    Γιατί δηλαδή το Σωτήρη; τι τους έφταιξε;
    Το άδικο μ' έπνιγε. Κάτι έπρεπε να κάνουμε για το Σωτήρη, αλλά τί; [...] Εντομεταξύ αρχίσανε ν' ακούγονται διάφορα: Λέγανε δηλαδή πως ο Σωτήρης πετούσε τα βράδια προκηρύξεις, πως έγραφε στους τοίχους κι άλλοι πως κάποια αντιζηλία με κάποιον ήταν στη μέση για τη Βούλα του Πατερίτσα, που όλοι ξέραμε πως ήθελε το Σωτήρη και πως κι αυτός την ήθελε. Κανένας όμως δεν ήξερε στα σίγουρα. Εκείνο που ήταν σίγουρο ήταν το τί μπορούσαν να τον έχουν κάνει. Αφού δηλαδή δε φάνηκε ως το βράδυ, ή θα τον είχανε κλεισμένο στο στρατόπεδο του "Παύλου Μελά" ή για εκτέλεση στο "κόκκινο σπιτάκι", πίσω απ' τη "Δόξα". Και μετά πέταμα δίπλα, στο "Σέιχ Σου". Αποφασίσαμε την άλλη να πάμε στου "Παύλου Μελά". Να δούμε, να ρωτήσουμε, τέλος πάντων.» (Η παρέλαση, 77-78)
  • «Και μετά πέταμα δίπλα, στο "Σέιχ Σου".» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 124-125)
  • «Ο δρόμος μας φάνηκε ατέλειωτος μέχρι τη γειτονιά. Καθήσαμε αμίλητοι στο πεζούλι της "Νέας Παναγιάς". Μονάχα η Ρίτσα έμενε σκεφτικιά κι εμείς κρεμόμασταν απ' αυτήν. Στο τέλος, "αφού δε γίνεται να ψάξουμε στου "Παύλου Μελά", να ψάξουμε στο "Σέιχ Σου", είπε ήρεμα. Αυτό ήτανε. Πού να ψάξεις στου [[#Στρατόπεδο Παύλου Μελά|"Παύλου Μελά"; όμως το "Σέιχ Σου" ήταν δικό μας. Μπορούσαμε να ψάξουμε ελεύθερα. Να χωριστούμε σε ομάδες και να ψάχνουμε συνέχεια. Άλλοι απ'τα "Εβραίικα μνήματα" και τις "Σαράντα εκκλησιές". Άλλοι απ' τις "καρυδιές" και τους "Χορτατζήδες". Άλλοι απ' τη "Δόξα" κι άλλοι, εγώ, ο Κάβουρας, ο Μάριος κι η Ελπίδα, απ' τη "Βαγγελίστρα". Θα ψάχναμε το δάσος πιθαμή προς πιθαμή και θα βρισκόμασταν μόλις σουρούπωνε μπροστά στο Πανεπιστήμιο.
    Την άλλη μέρα μεσημεριάτικα, ξεκινήσαμε. Χωριστήκαμε στο "Συντριβάνι". Εμείς τραβήξαμε για το πανεπιστήμιο και τη "Βαγγελίστρα". Ένας δρόμος κατηφορικός σ' οδηγούσε στο συνοικισμό. Απ' τη μεριά του δρόμου η μάντρα του νεκροταφείου και του Δημοτικού νοσοκομείου κι απ' την άλλη το ύψωμα για το συνοικισμό "Σαράντα εκκλησιές". Ο δρόμος βγάζει σ' ένα άνοιγμα όπου είναι χτισμένος ο συνοικισμός "Ευαγγελιστρίας". Ο δρόμος βγάζει σ' ένα άνοιγμα όπου είναι χτισμένος ο συνοικισμός "Ευαγγελιστρίας". Μικρά προσφυγικά σπιτάκια, μπερδεμένα τόνα στ' άλλο κι ανάμεσά τους δρομάκια, αδιέξοδα τα πιο πολλά.
    Στην πίσω μέριά απ' το άνοιγμα, κόβεται απότομα το "Σέιχ Σου" τόσο που τα τελευταία σπίτια έχουν θαρρείς για πίσω τοίχο το νταμάρι κι απάνω απ' τις σκεπές τους κρέμονται τα πρώτα δέντρα απ' το δάσος. Έτσι όπως είναι σφιγμένος από παντού ο συνοικισμός, άμα δεν ξέρεις, νομίζεις πως δεν μπορείς να βγεις απάνω. Εμείς όμως ξέραμε τα μονοπάτια κι ανεβήκαμε. [...]
    Πίσω μας ανοιγότανε το δάσος: Πεύκα που φυτρώνανε όπου τύχει, τσουκνίδες κι αγριόχορτα, σκουπιδαριό και μονοπάτια, νεροφαγώματα κι ανοίγματα -σπηλιές στα βράχια, κρυμμένες πίσω απ'τους θάμνους. Νομίζαμε πως θάμαστε μονάχοι μας. Όμως ο τόπος ήτανε γεμάτος κόσμο. Άνθρωποι μονάχοι τους κι οικογένειες ολόκληρες σκαλίζανε, ψάχνανε παντού.
    Κάναμε κι εμείς το ίδιο μέχρι που πήρε να βραδιάζει. Πουθενά ο Σωτήρης. Ούτε κανένας άλλος. Μονάχα μια λασπωμένη φανέλλα βρήκα εγώ, μια σκευρωμένη ζωστήρα ο Κάβουρας, ένα μαντήλι η Ελπίδα κι ο Μάριος μια χτένα με τα μισά δόντια. Όλα πράματα άχρηστα, που ωστόσο μπορεί να 'τανε του Σωτήρη.
    Συναντήθηκα με τους άλλους στο Πανεπιστήμιο μπροστά και δείξαμε αυτά που βρήκαμε στη Ρίτσα κι εκείνη είπε, "όχι δεν είναι του Σωτήρη" κι εμείς "τότε να τα πετάξουμε" είπαμε, όμως η Ρίτσα "να πάμε να τα δείξουμε στη μάνα μου", μας είπε.
    Βρήκαμε στο σπίτι τον κυρ-Ανέστη, την κυρα-Ειρήνη και τη Φιλιώ, να κάθονται μαραζωμένοι στην κουζίνα. Η Ρίτσα άπλωσε στο τραπέζι μια παληοεφημερίδα κι αφήσαμε ο καθένας ό,τι είχε. Σκύψαν κι οι τρεις από πάνω κι εμείς περιμέναμε κρατώντας την αναπνοή μας. Στο τέλος ο κυρ-Ανέστης γύρισε κατά μας "όχι δεν είναι τίποτα του Σωτήρη", είπε, κι ήτανε άλλος άνθρωπος, σα να 'χε ζωντανέψει [...]. Φύγαμε και κάτσαμε στο πεζούλι της "Νέας Παναγίας".
    Την άλλη μέρα, ξανά στο "Σειχ Σου". Ξανά η Ρίτσα κοίταγμα μπρος στο Πανεπιστήμιο κι ύστερα στο σπίτι ο κυρ-Ανέστης σκυμμένος απάνω στο τραπέζι, "όχι δεν είναι του Σωτήρη", να μας λέει και να φεγγοβολάει.
    Εκείνη τη μέρα η Ρίτσα δεν ήρθε μαζί μας στο "Σέιχ Σου". Εμείς πήγαμε μονάχοι μας. Όταν γυρίσαμε, είδαμε κόσμο μαζεμένο μπροστά στου κυρ-Ανέστη. Είχανε φέρει το Σωτήρη. Πεθαμένος εδώ κι ένα μήνα. Δεν τον ξανάδαμε.» (Η παρέλαση, 78-80)
  • «Στο τέλος, "αφού δε γίνεται να ψάξουμε στου 'Παύλου Μελά', να ψάξουμε στο 'Σέιχ Σου', είπε ήρεμα. Αυτό ήτανε. Πού να ψάξεις στου [[#Στρατόπεδο Παύλου Μελά|"Παύλου Μελά"]; όμως το 'Σέιχ Σου' ήταν δικό μας.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 125)
  • «Στην πίσω μέριά απ' το άνοιγμα, κόβεται απότομα το "Σέιχ Σου" τόσο που τα τελευταία σπίτια έχουν θαρρείς για πίσω τοίχο το νταμάρι [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 126)
  • «Την άλλη μέρα, ξανά στο "Σειχ Σου".» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 128-129)
  • «Εκείνη τη μέρα η Ρίτσα δεν ήρθε μαζί μας στο "Σέιχ Σου".» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 129)
  • «Κι εκεί μέσα, ύστερα από ευφάνταστες περιγραφές με ήρωα τον Απόστολο, τον καταγγέλνανε με πολλή πειστικότητα για δολοφόνο του Αριγκώνι, του Πολκ, του Βιλιέτ, του Σταύρου, του γαμπρού της κυρα-Λισάβετ, για δράκο του Σέιχ-Σου, για ηθικό αυτουργό στη δολοφονία του Λαμπράκη και γενικά για τον ψυχρό εκτελεστή κάθε σκοτεινού εγκλήματος.» (Πρωταγωνιστές, 72)

Δόξα[επεξεργασία]

  • «Το άδικο μ' έπνιγε. Κάτι έπρεπε να κάνουμε για το Σωτήρη, αλλά τί; [...] Εντομεταξύ αρχίσανε ν' ακούγονται διάφορα [...] Κανένας όμως δεν ήξερε στα σίγουρα. Εκείνο που ήταν σίγουρο ήταν το τί μπορούσαν να τον έχουν κάνει. Αφού δηλαδή δε φάνηκε ως το βράδυ, ή θα τον είχανε κλεισμένο στο στρατόπεδο του "Παύλου Μελά" ή για εκτέλεση στο "κόκκινο σπιτάκι", πίσω απ' τη "Δόξα". Και μετά πέταμα δίπλα, στο "Σέιχ Σου". Αποφασίσαμε την άλλη να πάμε στου "Παύλου Μελά". Να δούμε, να ρωτήσουμε, τέλος πάντων.» (Η παρέλαση, 77-78)
  • « Αφού δηλαδή δε φάνηκε ως το βράδυ, ή θα τον είχανε κλεισμένο στο στρατόπεδο του "Παύλου Μελά" ή για εκτέλεση στο "κόκκινο σπιτάκι", πίσω απ' τη "Δόξα".» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 124-125)
  • «Άλλοι απ' τη "Δόξα" κι άλλοι, εγώ, ο Κάβουρας, ο Μάριος κι η Ελπίδα, απ' τη "Βαγγελίστρα".» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 126)

Δυτικές Συνοικίες[επεξεργασία]

  • «Κι αντίθετα μ' εκείνο το μεγαλοφυή, τον αγαπημένο του συγγραφέα, που προτιμούσε επιστρέφοντας στην πόλη να τη συναντάει από τη θάλασσα εισχωρώντας σιγά σιγά στον κόλπο της, ο Απόστολος προτιμούσε να τη συναντάει απ' την ξηρά. Κι όταν προσέγγιζε στις δυτικές συνοικίες, που αργοπεθαίνουνε μέσα στους καπνούς των εργοστασίων, πασπαλισμένες και καθισμένες μέσα στα θανατηφόρα απόβλητα, σαβανωμένες με τις αιθάλες, έπαιρνε να θερμαίνεται το μέσα του από μιαν ακατανίκητη συμπάθεια κι από 'ναν οίκτο ερωτικό, όπου ζωή και θάνατος συμπορεύονται αξεχώριστα.» (Οι Πρωταγωνιστές, 70)

Έκθεση (Δ.Ε.Θ.)[επεξεργασία]

  • «[...] μια Κυριακή, τέλη Μαΐου ήτανε, θυμάμαι, μεσημεριάτικα μου είπε: "Αντε να πάμε για ποδήλατο", κι εγώ τινάχτηκα, ελατήριο σωστό, κι ο Κωστάκης "Θα πάμε στην Έκθεση" μου είπε. Έκθεση, Έκθεση σκέφτηκα. Ήτανε, βέβαια, μακριά η Έκθεση απ' τη γειτονιά. Εκεί που τώρα είναι οι πολυκατοικίες των αξιωματικών. Ήτανε μια άδεια και ξερή αλάνα, κατηφορική προς τη μεριά της θάλασσας, που 'χε μονάχο κτίσμα την παράγκα του ραδιοφωνικού σταθμού του Τσιγγερίδη. Ήτανε μακριά, μα εγώ για να μάθω ποδήλατο θα πήγαινα στα πέρατα του κόσμου.» (Η παρέλαση", 56)
  • «"Αντε να πάμε για ποδήλατο", κι εγώ τινάχτηκα, ελατήριο σωστό, κι ο Κωστάκης "Θα πάμε στην Έκθεση" μου είπε. Έκθεση, Έκθεση σκέφτηκα. Ήτανε, βέβαια, μακριά η Έκθεση απ' τη γειτονιά.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 91)
  • «[…] όρισε την πρεμιέρα του Οιδίποδα για τις δεκαπέντε Σεπτεμβρίου. Όταν, όμως, ήρθε η ώρα να διδάξει της σκηνή της αυτοτύφλωσης του Οιδίποδα, όλοι κατάλαβαν ότι ο λόγος δεν ήταν που η τοπική "Διεθνής Έκθεση" βρίσκεται στη "φουλ σεζόν" της, αλλά γιατί τα σταφύλια βρίσκονται, αυτό τον καιρό στην πλήρη τους ωριμότητα.» (Οι πρωταγωνιστές 10)
  • «Στις δεκαπέντε, λοιπόν, Σεπτεμβρίου, Κυριακή, έβρεχε κι έβρεχε από μέρες κι όπως συμβαίνει σ' αυτές τις περιπτώσεις, η κίνηση των επισκεπτών της "Διεθνούς Εκθέσεως" ήταν μειωμένη. Τότε, μπορείς να δεις τον εκνευρισμό διάχυτο στην πόλη: στις ουρές, στις καθημερινές συναλλαγές, παντού.» (Οι Πρωταγωνιστές, 62)

Ιπποδρόμιο[επεξεργασία]

Από τη ρωμαϊκή εποχή,ο Ιππόδρομος είχε τοποθετηθεί απο το ύψος της Εγνατίας έως τη Μητροπόλεως, στη σημερινή πλατεία Ιπποδρομίου

  • «Μια Κυριακή απόγευμα κατέβαιναν ο Κώστας κι η Δαφνούλα βόλτα για την παραλία. Από κάτω ερχόταν ο Αλέκος με τη μηχανή. Όταν έφτασε μπροστά τους φρενάρησε, τί είπε τί δεν είπε της Δαφνούλας, κι ο Κώστας τ' ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι άστραψε δυο χαστούκια, μα τί χαστούκια, του Αλέκου, που για μια στιγμή έμεινε σύξυλος. Ύστερα ψαχούλεψε το πιστόλι του μα τ' άφησε κι έπιασε να γελάει, ένα γέλιο αφύσικο, μαρσάρησε και χάθηκε κατά το Ιπποδρόμιο. Τρεις μέρες μετά βρήκανε τον Κώστα σκοτωμένο μες στο λάκκο, τρεις σφαίρες, οι δυο στο στήθος, η άλλη στην κοιλιά κι όλοι το φόρτωσαν στον Αλέκο.» (Η Παρέλαση, 9)
  • «Ύστερα ψαχούλεψε το πιστόλι του μα τ' άφησε κι έπιασε να γελάει, ένα γέλιο αφύσικο, μαρσάρησε και χάθηκε κατά το Ιπποδρόμιο.» (Παρέλαση-Ενηλικίωση, 57)
  • «Την άλλη μέρα, εκεί που κουβεντιάζουνε στις πόρτες, για τί άλλο, για το φούσκο του παπά-Γιώργη, νά 'σου κι ο Δημήτρός απ' το Ιπποδρόμιο με τη μακριά του χλαίνη.
    –Είπαν πως δεν είμαι τρελός, μόνο επιληπτικός, έλεγε χαρούμενα στους γειτόνους.» (Η παρέλαση, 14)
  • «Την άλλη μέρα, εκεί που κουβεντιάζουνε στις πόρτες, για τί άλλο, για το φούσκο του παπά-Γιώργη, νά 'σου κι ο Δημήτρός απ' το Ιπποδρόμιο με τη μακριά του χλαίνη.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 65)
  • «Απ' το Ιπποδρόμιο κατέβαιναν χαρούμενες παρέες με σημαίες, άλλες ελληνικές κι άλλες ρώσικες με σφυροδρέπανα, και σε λιγάκι ο δρόμος προς τον Πύργο και τα πεζοδρόμια πήξανε στον κόσμο που ανυπομονούσε. Βγήκανε δυο με το χουνί και φώναξαν πως ο "απελευθερωτικός στρατός, ο τιμημένος ΕΛΑΣ βρίσκεται στο Βαρδάρι". Ο κόσμος ζητωκραύγαζε και μεις καταφέραμε να σκαρφαλώσουμε στη μαρκίζα του σινεμά "Ηλύσια" κι απο κει τα βλέπαμε όλα. Από παντού αντηχούσαν τραγούδια, στα μπαλκόνια απλώσανε ο κόσμος τις σημαίες.» (Η παρέλαση, 15)
  • «Απ' το Ιπποδρόμιο κατέβαιναν χαρούμενες παρέες με σημαίες, άλλες ελληνικές κι άλλες ρώσικες με σφυροδρέπανα, και σε λιγάκι ο δρόμος προς τον Πύργο και τα πεζοδρόμια πήξανε στον κόσμο που ανυπομονούσε.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 66)
  • «[...] η θεία Φερενίκη δεν ερχόταν πια σπίτι μας. Ο καταρράχτης την είχε σχεδόν τυφλώσει. Πήγαινε όμως η γιαγιά μου τώρα κάθε Κυριακή και την έβλεπε. Έμενε στης θείας Φραγκίσκης, ξαδέρφης πρώτης του παπού μου, απέναντι στα βαφεία, ψηλά στο Ιπποδρόμιο, εκεί που άρχιζε ο ανηφορικός λιθόστρωτος που έβγαζε στην οδό Πολωνίας.» (Η παρέλαση, 20-21)
  • «Έμενε στης θείας Φραγκίσκης, ξαδέρφης πρώτης του παπού μου, απέναντι στα βαφεία, ψηλά στο Ιπποδρόμιο, εκεί που άρχιζε ο ανηφορικός λιθόστρωτος που έβγαζε στην Πολωνίας.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 74)
  • «Ήρθαν στη γειτονιά μετά την κατοχή, λίγο πριν απ' το δημοψήφισμα για το βασιλιά, και πιάσανε το σπίτι πλάι στο καλογερίστικο μετόχι, λίγο πιο εδώ απ' το Ιπποδρόμιο.» (Η παρέλαση, 61)
  • «[...] πιάσανε το σπίτι πλάι στο καλογερίστικο μετόχι, λίγο πιο εδώ απ' το Ιπποδρόμιο.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 97)
  • «Κατεβαίνοντας στο Ιπποδρόμιο, η μάνα μου με φώναξε για φαΐ.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση 103)
  • «Όμως η μάνα μου τον ήξερε και παρ' όλ' αυτά, την ώρα που έπλενε τα μεσημεριανά πιάτα, τον είδε που ανηφόριζε το Ιπποδρόμιο για το γήπεδο.» (Ενηλικίωση, 12)
  • «Όμως η μάνα μου τον ήξερε και παρ' όλ' αυτά, την ώρα που έπλενε τα μεσημεριανά πιάτα, τον είδε που ανηφόριζε το Ιπποδρόμιο για το γήπεδο.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση 134)
  • «-Γουρσούζα Γουναρού, τη φωνάζαμε, πού το 'βρισκε το κουράγιο, γρια γυναίκα, και μας κυνηγούσε με τον μπλάστη μέχρι το Ιπποδρόμιο και της Πολωνίας;» (Ενηλικίωση, 25)
  • «-Γουρσούζα Γουναρού, τη φωνάζαμε, πού το 'βρισκε το κουράγιο, γρια γυναίκα, και μας κυνηγούσε με τον μπλάστη μέχρι το Ιπποδρόμιο και της Πολωνίας;» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 149)
  • «Στην αρχή απ' το Ιπποδρόμιο ήτανε το καλογερίστικο μετόχι.» (Ενηλικίωση, 32)
  • «Στην αρχή απ' το Ιπποδρόμιο ήτανε το καλογερίστικο μετόχι.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 158)
  • «Και ποιός; Ο Σταύρος! Που "έτσι" να 'κανε και θα μαζεύονταν δέκα κορίτσια απ' το "Ιπποδρόμιο" και τη "Νέα Παναγιά".» (Ενηλικίωση, 44)
  • «Που "έτσι" να 'κανε και θα μαζεύονταν δέκα κορίτσια απ' το "Ιπποδρόμιο" και τη "Νέα Παναγιά".» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 175)
  • «-Σταύρε μου, καλέ μου Σταύρε, και τα είκοσι άτομα ανέβηκαν ιδρωμένα στο Ιπποδρόμιο, στρίψανε Πολωνίας για τη Βαγγελίστρα, κι η πλερέζα της Κυβέλης ούτε μια φορά δε σηκώθηκε.» (Ενηλικίωση, 45)
  • «-Σταύρε μου, καλέ μου Σταύρε, και τα είκοσι άτομα ανέβηκαν ιδρωμένα στο Ιπποδρόμιο [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 177)
  • «"Αύριο την ίδια ώρα", είπε ο Αντώνης και κατηφόρισαν μαζί την "Αποστόλου Παύλου", μέχρι που φτάσανε στο "Ιπποδρόμιο" κι ο Αντώνης έφυγε για το καφενείο, το "Πτι-παλαί", όπου τον περιμένανε οι άλλοι να μάθουν τα καθέκαστα.» (Ενηλικίωση, 86)
  • «"Αύριο την ίδια ώρα", είπε ο Αντώνης και κατηφόρισαν μαζί την "Αποστόλου Παύλου", μέχρι που φτάσανε στο "Ιπποδρόμιο" [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 225)
  • «Και την Κυριακή τ' απομεσήμερο, ανηφορίζουν το Ιπποδρόμιο, να παν να δούνε την ομάδα τους, τον Ηρακλή.» (Οι πρωταγωνιστές, 50)
  • «Τότε κοίταξαν όλοι έξω και τι να δουν; Το φαρμακοποιό, με το μπλε μπερε και το σακάκι ν' ανεμίζει στο Βαρδάρη, να κατηφορίζει το Ιπποδρόμιο, κρατώντας παραμάσκαλα μια ξύλινη σκάλα και στ' άλλο χέρι, προσεχτικά, ένα μεγαλούτσικο πακέτο.» (Οι Πρωταγωνιστές, 59)
  • «[…]ονειρευότανε, αν γεννηθεί το πρώτο του εγγόνι αγόρι, να το πουν Λευτέρη κι αν κορίτσι, Φωτεινή, στο όνομα της γυναίκας του, μιας γλωσσοκοπάνας, που την έτρεμε όλη η "Νέα Παναγιά" και το "Ιπποδρόμιο".» (Οι πρωταγωνιστές, 84)
  • «Αν πεις για τη μεγάλη πυρκαγιά του "δεκαεφτά", μια άλλη φορά, πάλι μου λέει:
    –Είχε Βαρδάρη εκείνη την ημέρα και τη φωτιά, θαρρείς, την έτρεχε από σπίτι σε σπίτι. Κι είπαμε όλοι: "Πάει, την κάναν στάχτη την πόλη μας, οι θεοσκοτωμένοι". Μα, σε λιγάκι ούτε που ξέρω από ποιονα κι από πού βγήκε ο λόγος, πως τάχατες, η φωτιά θα σταμάταγε εκεί, στην Αγια-Σοφιά. [...] Και τότε όλοι οι δικοί μας μαχαλάδες, Καμάρα, Παναγία Δέξα, Ιπποδρόμιο, Παναγούδα, Νέα Παναγία, κόσμος απελπισμένος και ντουνιάς, ξεσηκωθήκαμε και σταθήκαμε μπροστά στην εκκλησία μας, λες και θέλαμε να κάνουμε φράχτη στη φωτιά με τα κορμιά μας. [...] όσο μας πλησίαζε η φωτιά, θαρρείς και οι φλόγες σκύβανε και χαμηλώνανε υποταγμένες σε μιαν αόρατη δύναμη. Κι όταν, καμιά φορά, φτάσανε κει μπροστά στην εκκλησία, ξεψυχήσανε.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 89-90)
  • «Στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων κι ακριβώς στην αρχή απ' το Ιπποδρόμιο, ήτανε το καλογερικό μετόχι [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 91)
  • «[...] την ηρεμία εκείνη, λες και την ξέσχισε ο αιχμηρός ήχος από τρεις-τέσσερις πιστολιές κι ένας νέος, μ' άσπρο πουκάμισο, θυμάμαι, πετάχτηκε από μια πόρτα, ψηλά στο Ιπποδρόμιο, κι άρχισε να κατηφορίζει τρέχοντας σαν τρελός.
    –Από δω, από δω, του φωνάξαμε και τον μπάσαμε στην πίσω αυλή κι από κει, απ' το γνωστό μας δρόμο, ίσια στο Ιερό της Αγια-Σοφιάς.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 92)

Λαδάδικα[επεξεργασία]

  • «–Τρέξτε, κρυφτείτε, βομβαρδίζουν τα "Λαδάδικα" και το λιμάνι, φώναξε κάποιος κι αμέσως άλλος κι άλλος κι οι μπόμπες οι φιλικές αρχίσανε να πέφτουν αρμαθιές ολόκληρες [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 63)
  • «Πύρινες γλώσσες πετούσανε ανάκατα απάνω απ' τα "Λαδάδικα" κι απ' το λιμάνι φωταγωγώντας μακάβρια ολόκληρο το πρόσωπο της πόλης [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 64)

(για περισσότερες αναφορές στα Λαδάδικα βλ. Ερωτική Θεσσαλονίκη)

Λάκκος[επεξεργασία]

  • «Απέναντι στο σπίτι μας ήταν ο λάκκος. Ήταν για τα θεμέλια του σπιτιού που δεν το χτίσανε γιατί ήρθε η κατοχή. Έτσι απόμεινε μονάχα ο λάκκος, σκαμμένος κανονικά από τις δυο μεριές, κατηφορικός απ' τις άλλες, προς το σταυροδρόμι, για να κατεβαίνουνε. ως φαίνεται τα φορτηγά που κουβαλούσανε τα μπάζα. Στο λάκκο κάναμε τα πιο πολλά παιχνίδια μας. Παίρναμε λαμαρίνες και τις γυρνούσαμε κατά πάνω σαν έλκυθρο, ανεβαίναμε απάνω και γλυστρούσαμε στην κατηφόρα μέχρι τον πάτο του λάκκου, όπου φυτρώνανε τσουκνίδες ανάμεσα σε σκουριασμένα τενεκέδια, παλιοσιδερικά και λογιώ λογιώ βρωμιές. [...]
    Ο λάκκος ήτανε παγίδα πλάι στο σκοτεινό δρόμο. Ήτανε βλέπεις κι η συσκότιση, κι αυτοί οι "πεταλάδες" που μόλις βράδιαζε κάνανε περιπολία κι άμα βλέπανε καμιά φωτεινή χαραμάδα στο παράθυρο στήνονταν από κάτω και φώναζαν "φως, φως" με τις αγριοφωνάρες τους, όσο να ταιριάσεις την κουβέρτα και να μη φέγγει καθόλου. Έτσι τη νύχτα η γειτονιά ήταν θεοσκότεινη, κι άμα δεν ήξερες τους δρόμους και προπάντων άμα ήσουνα μεθυσμένος μπορούσες να βρεθείς σούμπιτος οχτώ μέτρα μες στο λάκκο.[...]
    Έτσι επικίνδυνος ήταν ο λάκκος κι εμείς τον κάναμε ακόμα πιο επικίνδυνο με τ' ακροβατικά μας στην άκρα του και το ψαχτήρι μας μες στο σκουπιδαριό που πέταγαν οι Γερμανοί απ' το Φρουραρχείο. Εκεί μες στο βουνό απ' τα σκουπίδια βρίσκαμε καμιά φορά πράγματα χρήσιμα για το σπίτι, κι ακόμα σφαίρες και βλήματα αχρηστεμένα. [...]
    Λίγο καιρό μετά, ο πόλεμος τέλειωσε· κι άρχισαν τα δικά μας τα χειρότερα. Όταν όλα ησύχασαν, εκεί που ήταν ο λάκκος χτίστηκε μια πολυκατοικία, που ήταν γεμάτη καλοντυμένους κυρίους, αφράτες γυναίκες και πεντακάθαρα μίζερα παιδάκια.» (Η Παρέλαση, 7-10)

(για περισσότερες αναφορές στο Λάκκο βλ. Ερωτική Θεσσαλονίκη / λάκκος)

Καράμπουρνο / καραμπουρνάκι[επεξεργασία]

  • « [...] έχω περάσει καταχείμωνο και με Βαρδάρη τη μύτη του Καράμπουρνου και τ' Άγιον Όρος [...]» (Μια μέρα με το Σκαρίμπα, 21)
  • «Διότι πρέπει να βλέπει δια της Εγνατίας οδού ίσια στην Πόλη, ενώ τώρα που κοιτάει; Στη μύτη του Καραμπουρνού.» ( Καταστροφές 72 )
  • «Ορίστε, βλέπει κατά τη Φράγκων, να εδώ, Καραμπουρνάκι, Νέα Κρήνη, κι από κει... » (Καταστροφές 77 )

Καρυδιές[επεξεργασία]

  • «Πού να ψάξεις στου "Παύλου Μελά"; όμως το "Σέιχ Σου", ήταν δικό μας. Μπορούσαμε να ψάξουμε ελεύθερα. Να χωριστούμε σε ομάδες και να ψάχνουμε συνέχεια. Άλλοι απ'τα "Εβραίικα μνήματα" και τις "Σαράντα εκκλησιές". Άλλοι απ' τις "καρυδιές" και τους "Χορτατζήδες". Άλλοι απ' τη "Δόξα" κι άλλοι, εγώ, ο Κάβουρας, ο Μάριος κι η Ελπίδα, απ' τη "Βαγγελίστρα". Θα ψάχναμε το δάσος πιθαμή προς πιθαμή και θα βρισκόμασταν μόλις σουρούπωνε μπροστά στο Πανεπιστήμιο.» (Η παρέλαση, 78-79)
  • «Άλλοι απ΄τις "καρυδιές" και τους "Χορτατζήδες".» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 126)

Κάτω Τούμπα[επεξεργασία]

  • «Χρυσούν μετάλλιον σε υπέργηρη ποιήτρια, αργυρό σε δημοδιδάσκαλο, που με την προσωπική εργασία των μαθητών του έχτισε, στην Κάτω Τούμπα, στο σχολείο, αποχωρητήρια, και χάλκινο σε νεαρό δικηγόρο, που βρήκε πορτοφόλι στην αίθουσα του τριμελούς πλημελιοδικείου και το παρέδωσε.» (Πρωταγωνιστές, 39)

Καφαντάρι[επεξεργασία]

  • «Κι ο "Βαρδάρης" ξεκολλημένος, ποιός ξέρει από ποιά χιόνια, ορμούσε μέσα στην πόλη από ένα σωρό ανοιχτά στόματα: Από τη "Λαγκαδά" και τη "Ραμόνα", απ' τη "Μοναστηρίου" και τη "Γενιτσών" και τα "Σφαγεία" κι από το "Καφαντάρι" και το "Τσινάρι" και μαζευότανε εκεί στην πλατεία του κι έφερνε φούρλες τρελές, στρόβιλους ατέλειωτους, γεμάτους με σκουπιδαριό, κάρα κι ανθρώπους κι ύστερα χωνόταν μέσα στους δρόμους και τα δρομάκια μ'αναστεναγμούς, βροντούσε στους τσεσμέδες, τρύπωνε μέσα από τις πόρτες και τις φιράδες των παλιών σπιτιών, αυτών που όποιος δεν τα ξέρει, όποιος δεν τα 'ζησε σε μέρες που ο άγριος άνεμος μας παραλοΐζει, τα λέει "γραφικά".» (Ενηλικίωση, 58-59)

Κουλέ Καφέ[επεξεργασία]

  • «Με το που σταματάει ο νοτιάς, βγαίνει απ' τη θάλασσα μια μπόχα να σε πνίξει. Η μισή πόλη και βάλε, από τη θάλασσα μέχρι το ["Κουλέ-Καφέ" και το "Τσινάρι", βρωμοκοπάει σαν ανοιχτός βόθρος.» (Ενηλικίωση, 54)
  • «Η μισή πόλη και βάλε, από τη θάλασσα μέχρι το "Κουλέ-Καφέ" και το "Τσινάρι", βρωμοκοπάει σαν ανοιχτός βόθρος.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 186)
  • «Μάλιστα, για τέτοια μεγαλεία ήταν ο Τσιτσάνης. Δεν ήταν δεύτερη πάστα, όπως [...] ο φουκαράς ο Αριστειδάκιας, που μας τον άφησε εδώ "αμανάτι" να σέρνει οληνυχτίς την κουτσάβλα του στα κουτούκια του "Κουλέ Καφέ" και της "Καμάρας" και να παίζει για κάτι φραγκοδίφραγκα, που του 'ριχνε μες στο μπουζούκι όλος εκείνος ο στεγνός κοσμάκης με τα χίλια μύρια σεκλέτια και ντουζένια του.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 38)

Μπαξέ Τσιφλίκι[επεξεργασία]

  • «Ίσιος κι ειλικρινής άνθρωπος. Όπως εκείνη τη φορά που φέρανε στο σπίτι το Σωτήρη το ζωέμπορα κι ανοίξανε κουβέντα, καλοκαίρι ήτανε, για τα μπάνια κι ο άνθρωπος είπε πως "καμιά φορά, όταν το επιτρέπει η εργασία μου πάω στο Μπαξέ Τσιφλίκι".» (Ενηλικίωση, 20)
  • «[...] ο άνθρωπος είπε πως "καμιά φορά, όταν το επιτρέπει η εργασία μου πάω στο Μπαξέ Τσιφλίκι".» (Παρέλαση - Ενηλικίωση, 144)

Μπεχ-Τσινάρι[επεξεργασία]

Δεντρόφυτη περιοχή. Αρχικά σύχναζαν οι μπέηδες, και έπειτα μετατράπηκε από τον Αριστείδη Μάου σε οργανωμένο πάρκο πολλαπλών ανέσεων, με είσοδο ένα γρόσι.

  • «Τότε η προξενήτρα ρώτησε και την Κατίνα, να έτσι, να γίνει κουβέντα, κι αυτή,
    -Τώρα τελευταία δεν πάμε [για μπάνια], είπε, μα πριν πηγαίναμε στο Μπεχ-Τσινάρι. Πάγωσαν όλοι. Στο Μπεχ-Τσινάρι πηγαίνανε ο κόσμος πριν από είκοσι χρόνια. Και το πράμα, φυσικά, χάλασε.» (Ενηλικίωση, 20-21)
  • «-Τώρα τελευταία δεν πάμε [για μπάνια], είπε, μα πριν πηγαίναμε στο Μπεχ-Τσινάρι. Πάγωσαν όλοι. Στο Μπεχ-Τσινάρι πηγαίνανε ο κόσμος πριν από είκοσι χρόνια.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 144)
  • «[...] σιγομουρμούρισαν ταυτόχρονα το "στρέηντζερ ιν δη νάιτ". Δεν έχει σημασία το ότι ξέρανε μόνο την πρώτη φράση. Τα υπόλοιπα τα βολεύανε με κάτι "λα, λα, λα" κι ύστερα "μμ, μμ, μμ"», μέχρι που φτάσανε έξω απ' "τα κάστρα", κι είδανε από ψηλά τον ήλιο να δύει πίσω απ' το "Μπεχ-Τσινάρι".» (Ενηλικίωση, 83)
  • «[...] μέχρι που φτάσανε έξω απ' "τα κάστρα", κι είδανε από ψηλά τον ήλιο να δύει πίσω απ' το "Μπεχ-Τσινάρι".» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 221)
  • «Όπως, ας πούμε, εκείνο το βράδυ, που σου τον πήρε ο Μανολάκης[2] της κυρα-Βαγγέλας απ' το "Μπεχ Τσινάρι" σπίτι του, παραμονή του γάμου του, μαζί μ' όλη του την παρέα, τον Τούρκο, τον Τίτο της Φιλιώς, το Μάνο το φωτορεπόρτερ και το Μαλακαντρέα και παίξε, παίξε, πιες να πιω, του φλομώσανε το μπουζούκι στο τάληρο, μέχρι που οι χορδές του πια δεν ακουγόταν σαν κανονικές χορδές, αλλά σαν τέλια τεζαρισμένα πάνω σε καδρόνι.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 38)

Νέα Κρήνη[επεξεργασία]

Παναγία Φανερωμένη[επεξεργασία]

Πλατανάκια[επεξεργασία]

  • «Έτσι καλός και βασανισμένος που ήτανε, γίνηκε με το πρώτο φίλος καρδιακός με τους μικροέμπορους στο "Καπάνι", στη "Μοδιάνο" και στα "Πλατανάκια".» (Οι πρωταγωνιστές, 22)
  • «Και δένω αυτό το αλητήριο βλέμμα μου πάνω στην ασβεστωμένη μάντρα απ' όπου ξεχειλίζουν και ξεχύνονται στη "Μπάρα", στη "Ραμόνα", στα "Πλατανάκια" και στο "Βαρδάρη", τα κοσμαγάπητα και χιλιοτραγουδισμένα άνθη και φυτά [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 52)

Πλάτανος[επεξεργασία]

  • «Ύστερα, και τ' άλλα τα παιδιά μας απέφευγαν και μεις, τί να κάνουμε; πήγαμε σ' άλλες γειτονιές, στον πλάτανο και στο "Αχτσά Μετζίτ" κι όλο η λύσσα μας μεγάλωνε για τον άτιμο τον Κορίνο, τον προδότη...» (Η παρέλαση, 62)
  • «[...] πήγαμε σ' άλλες γειτονιές, στον πλάτανο και στο "Αχτσά Μετζίτ" κι όλο η λύσσα μας μεγάλωνε για τον άτιμο τον Κορίνο, τον προδότη...» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 99)

Σαράντα εκκλησιές[επεξεργασία]

  • «Πού να ψάξεις στου "Παύλου Μελά"; όμως το "Σέιχ Σου", ήταν δικό μας. Μπορούσαμε να ψάξουμε ελεύθερα. Να χωριστούμε σε ομάδες και να ψάχνουμε συνέχεια. Άλλοι απ'τα "Εβραίικα μνήματα" και τις "Σαράντα εκκλησιές". Άλλοι απ' τις "καρυδιές" και τους "Χορτατζήδες". Άλλοι απ' τη "Δόξα" κι άλλοι, εγώ, ο Κάβουρας, ο Μάριος κι η Ελπίδα, απ' τη "Βαγγελίστρα". Θα ψάχναμε το δάσος πιθαμή προς πιθαμή και θα βρισκόμασταν μόλις σουρούπωνε μπροστά στο Πανεπιστήμιο.
    Την άλλη μέρα μεσημεριάτικα, ξεκινήσαμε. Χωριστήκαμε στο "Συντριβάνι". Εμείς τραβήξαμε για το πανεπιστήμιο και τη "Βαγγελίστρα". Ένας δρόμος κατηφορικός σ' οδηγούσε στο συνοικισμό. Απ' τη μεριά του δρόμου η μάντρα του νεκροταφείου και του Δημοτικού νοσοκομείου κι απ' την άλλη το ύψωμα για το συνοικισμό "Σαράντα εκκλησιές". Ο δρόμος βγάζει σ' ένα άνοιγμα όπου είναι χτισμένος ο συνοικισμός "Ευαγγελιστρίας". Μικρά προσφυγικά σπιτάκια, μπερδεμένα τόνα στ' άλλο κι ανάμεσά τους δρομάκια, αδιέξοδα τα πιο πολλά.» (Η Παρέλαση, 78-79)

Σιντριβάνι[επεξεργασία]

  • «Την άλλη μέρα μεσημεριάτικα, ξεκινήσαμε. Χωριστήκαμε στο "Συντριβάνι". Εμείς τραβήξαμε για το πανεπιστήμιο και τη "Βαγγελίστρα". (Η παρέλαση, 79)
  • «Χωριστήκαμε στο "Συντριβάνι".» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 126)
  • «Η Ανδρομάχη ερχότανε αριά και πού να μας δει. Ερχόταν, σα στο σπίτι της, πρωί πρωί, μ' ένα μάτσο τριαντάφυλλα απ' την αυλή της κι έφευγε αργά το βράδυ κι η μάνα μου τη συνόδευε ως τη στάση, στο Συντριβάνι, για ν' αποτελειώσουνε όλα εκείνα, που δεν είχανε χωρέσει μέσα σε μια ολόκληρη μέρα.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 46-47)

Σταυρούπολη[επεξεργασία]

  • «Εκεί, λοιπόν, στη Σταυρούπολη, λιγάκι παρακάτω απ' το τρελοκομείο, το "Λεμπέτ", πέρασε τα στερνά του ο Δαλαμάγκας. Μα κάθε λίγο και λιγάκι έσκαγε, που λένε, από την πλάτη και τότε πού να του βάλεις του Δαλαμάγκα καπίστρι; Έπαιρνε άδεια, που λένε, απ' τη σημαία και πήγαινε και την έστηνε στην ταβέρνα, στον "Λουτρό", στην αγορά κι όποιος τον αναγνώριζε (και ποιος, θα πεις, δεν τον θυμότανε τον Δαλαμάγκα) έδινε παραγγελία στον ταβερνιάρη
    −Κρασί και μεζέ στο Δαλαμάγκα, κι αυτός, πιες πιες, μέχρι το βράδυ, γινότανε ασήκωτος, μανάλι και γύρναγε αρκουδίζοντας, που λέει ο λόγος στη Σταυρούπολη.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 40)
  • «[...] το βλέμμα μου αρχίνησε να σεργιανάει υπεριπτάμενο, κυματιστό και διαγώνιο περνώντας πάνω απ' τα μίζερα σπιτάκια του συνοικισμού της Σταυρουπόλεως, του ενταφιασμένου υπό τη στάθμη της πολυπαθούς και χιλιομπαλωμένης οδού Λαγκαδά […]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 51)

Στρατόπεδο Παύλου Μελά[επεξεργασία]

Το στρατόπεδο ιδρύθηκε το 1881. Οι στρατιωτικές μονάδες απομακρύνθηκαν και σήμερα είναι εγκαταλειμμένο

  • «Το άδικο μ' έπνιγε. Κάτι έπρεπε να κάνουμε για το Σωτήρη, αλλά τί; [...] Εντομεταξύ αρχίσανε ν' ακούγονται διάφορα [...] Κανένας όμως δεν ήξερε στα σίγουρα. Εκείνο που ήταν σίγουρο ήταν το τί μπορούσαν να τον έχουν κάνει. Αφού δηλαδή δε φάνηκε ως το βράδυ, ή θα τον είχανε κλεισμένο στο στρατόπεδο του "Παύλου Μελά" ή για εκτέλεση στο "κόκκινο σπιτάκι", πίσω απ' τη "Δόξα". Και μετά πέταμα δίπλα, στο "Σέιχ Σου". Αποφασίσαμε την άλλη να πάμε στου "Παύλου Μελά". Να δούμε, να ρωτήσουμε, τέλος πάντων. Τ' απομεσήμερο ανεβήκαμε στην "Αγίου Δημητρίου", "λαχαναγορά", απάνω "Παναγία Φανερωμένη", "γέφυρα των αναστεναγμών" κι απ' την "οδό Λαγκαδά", ίσια στο στρατόπεδο. Φτάσαμε προχωρημένο απόγεμα. Στις πύλες διπλοσκοπιές και τ' αυτοκίνητα πηγαινοέρχονταν συνέχεια. Κόσμος πολύς με μπογαλάκια στο απέναντι πεζοδρόμιο. Άλλοι ανεβασμένοι σε κάτι σκονισμένες ακακίες προσπαθούσαν να διακρίνουνε κανέναν πάνω απ'το φράχτη, ανάμεσα απ'τα συρματοπλέγματα. Σταθήκαμε κι εμείς, δεκαπενταριά παιδιά. Ανεβήκαμε κι εμείς, μερικοί, απάνω στις ακακίες. Όμως ψυχή δεν είδαμε δικό μας μες στο στρατόπεδο. Μονάχα στα παράθυρα στα κτίρια, στο βάθος, σειρά παράθυρα γεμάτα από πάνω ως κάτω με κεφάλια από κρατούμενους, που προσπαθούσανε κι αυτοί να δούνε. Ποιόνα να καταλάβεις εκεί μέσα; ποιόν να δεις; Στο προαύλιο, μονάχα Γερμανοί: Χάχανα, παραγγέλματα, μοτοσυκλέτες, αυτοκίνητα, σκόνη. Πού να κοιτάξουμε για το Σωτήρη; Ο δρόμος μας φάνηκε ατέλειωτος για τη γειτονιά» (Η παρέλαση, 77-78)
  • « Αφού δηλαδή δε φάνηκε ως το βράδυ, ή θα τον είχανε κλεισμένο στο στρατόπεδο του "Παύλου Μελά" ή για εκτέλεση στο "κόκκινο σπιτάκι", πίσω απ' τη "Δόξα". [...] Αποφασίσαμε την άλλη να πάμε στου "Παύλου Μελά".» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 124-125)
  • «Καθήσαμε αμίλητοι στο πεζούλι της "Νέας Παναγιάς". Μονάχα η Ρίτσα έμενε σκεφτικιά κι εμείς κρεμόμασταν απ' αυτήν. Στο τέλος, "αφού δε γίνεται να ψάξουμε στου "Παύλου Μελά", να ψάξουμε στο "Σέιχ Σου", είπε ήρεμα. Αυτό ήτανε. Πού να ψάξεις στου "Παύλου Μελά"; όμως το "Σέιχ Σου" ήταν δικό μας. Μπορούσαμε να ψάξουμε ελεύθερα.» (Η παρέλαση, 78)
  • «Στο τέλος, "αφού δε γίνεται να ψάξουμε στου "Παύλου Μελά", να ψάξουμε στο "Σέιχ Σου", είπε ήρεμα. Αυτό ήτανε. Πού να ψάξεις στου "Παύλου Μελά";» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 126)
  • «Κάθομαι πάνω στη μάντρα του στρατοπέδου "Παύλου Μελά" και τα ξυπόλυτα πόδια μου αιωρούνται στο κενό και κόβουνε το σούρουπο με αργές και σίγουρες ψαλιδιές. Μέσα στο δειλινό της προχωρημένης Άνοιξης, στο χρώμα και στη γεύση του μελιού (αυτής εδώ της πόλης που, ήθελα δεν ήθελα, αγάπησα με τόσο πάθος) το βλέμμα μου συναντιέται μ' εκείνη την όμοια κι απαράλλαχτη ματιά του κοριτσιού, όμοια, επίσης, κι απαράλλαχτη με τους τελευταίους ερωτικούς σπασμούς του αυτόχειρος αγαπημένου μου ποιητή, όπως ακριβώς τους ονειρεύτηκε, υποθέτω, να τους ζητήσει, απαγχονισμένος, πλην, εις μάτην, διότι για την ιστορία, ο ποιητής μου φύτεψε μέσα του μια σφαίρα σ' ένα ψωραλέο αλσύλιο της επαρχιακής, άνευ υπονοίας εισαγωγικών, μικράς πόλεως της Πρεβέζης.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 50)

Συνοικισμός «Βότση»[επεξεργασία]

Προσφυγικός συνοικισμός στην Καλαμαριά

  • «Κι ήταν πια νύχτα, έντεκα η ώρα και κάτι κι η κιτρινίλα έμενε κολλημένη απάνω στο σκοτάδι κι οι φιγούρες των τανκς μείνανε χαλκομανίες παντού παρ'όλα που σουφρώσανε την άσφαλτο κάνοντας μεταβολή επί τόπου και πήγαν και λημέριασαν στου "Βότση".» (Ενηλικίωση, 64)
  • «[...] οι φιγούρες των τανκς μείνανε χαλκομανίες παντού παρ'όλα που σουφρώσανε την άσφαλτο κάνοντας μεταβολή επί τόπου και πήγαν και λημέριασαν στου "Βότση".» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 198)
  • «[...] όλο το συμμαχικό υλικό, που φεύγοντας είχανε παρατήσει οι Εγγλέζοι. Μπερεκέτια, τότε, βλέπεις. Κι ήταν ολόκληρα βουνά· τι κονσέρβες, τι ζάχαρες, τι ρύζια κι όσπρια, μέσα στις αποθήκες και απ'έξω, στρέμματα ολόκληρα τα καταστρεμμένα αυτοκίνητα και τ' άλλα υλικά. Τα είχαν σε μια μάντρα απέραντη, εκεί που είναι τώρα ο συνοικισμός "Βότση", και μάλιστα, είχανε βάλει κάτι δικούς μας χωροφύλακες. Κρητικούς, να τα φυλάνε.» (Πρωταγωνιστές, 79)

Σφαγεία[επεξεργασία]

  • «Κι ο "Βαρδάρης" ξεκολλημένος, ποιός ξέρει από ποιά χιόνια, ορμούσε μέσα στην πόλη από ένα σωρό ανοιχτά στόματα: Από τη "Λαγκαδά" και τη "Ραμόνα", απ' τη "Μοναστηρίου" και τη "Γενιτσών" και τα "Σφαγεία" κι από το "Καφαντάρι" και το "Τσινάρι" και μαζευότανε εκεί στην πλατεία του κι έφερνε φούρλες τρελές, στρόβιλους ατέλειωτους, γεμάτους με σκουπιδαριό, κάρα κι ανθρώπους κι ύστερα χωνόταν μέσα στους δρόμους και τα δρομάκια μ'αναστεναγμούς, βροντούσε στους τσεσμέδες, τρύπωνε μέσα από τις πόρτες και τις φιράδες των παλιών σπιτιών, αυτών που όποιος δεν τα ξέρει, όποιος δεν τα 'ζησε σε μέρες που ο άγριος άνεμος μας παραλοΐζει, τα λέει "γραφικά".» (Ενηλικίωση, 58-59)

Τσινάρι[επεξεργασία]

  • «Με το που σταματάει ο νοτιάς, βγαίνει απ' τη θάλασσα μια μπόχα να σε πνίξει. Η μισή πόλη και βάλε, από τη θάλασσα μέχρι το "Κουλέ-Καφέ" και το "Τσινάρι", βρωμοκοπάει σαν ανοιχτός βόθρος.» (Ενηλικίωση, 54)
  • «Η μισή πόλη και βάλε, από τη θάλασσα μέχρι το "Κουλέ-Καφέ" και το "Τσινάρι", βρωμοκοπάει σαν ανοιχτός βόθρος.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 186)
  • «Κι ο "Βαρδάρης" ξεκολλημένος, ποιός ξέρει από ποιά χιόνια, ορμούσε μέσα στην πόλη από ένα σωρό ανοιχτά στόματα: Από τη "Λαγκαδά" και τη "Ραμόνα", απ' τη "Μοναστηρίου" και τη "Γενιτσών" και τα "Σφαγεία" κι από το "Καφαντάρι" και το "Τσινάρι" και μαζευότανε εκεί στην πλατεία του κι έφερνε φούρλες τρελές, στρόβιλους ατέλειωτους, γεμάτους με σκουπιδαριό, κάρα κι ανθρώπους κι ύστερα χωνόταν μέσα στους δρόμους και τα δρομάκια μ'αναστεναγμούς, βροντούσε στους τσεσμέδες, τρύπωνε μέσα από τις πόρτες και τις φιράδες των παλιών σπιτιών, αυτών που όποιος δεν τα ξέρει, όποιος δεν τα 'ζησε σε μέρες που ο άγριος άνεμος μας παραλοΐζει, τα λέει "γραφικά".» (Ενηλικίωση, 58-59)

Φραγκομαχαλάς[επεξεργασία]

  • «Η Αγια-Σοφιά βρίσκεται εσταυρωμένη μέσα στο κιβούρι του αυλόγυρού της· τα κάτω άκρα της εισχωρούν απ' τ' άνοιγμα της οδού Ερμού μέσα στα έγκατα του "Φραγκομαχαλά". Το δεξί της χέρι ανηφορίζει προς την επάνω πόλη και διαγκωνίζοντας την παμπάλαιη "βασιλική Αχειροποίητο", χώνει τα δάχτυλα της στις σαθρές επάλξεις του "Επταπύργιου". Το αριστερό της, πάλι, χέρι κατηφορίζει και καταδύεται μες στο Θερμαϊκό [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 86-87)

Χαριλάου[επεξεργασία]

  • «Είχε πιάσει, λέει, δωμάτιο στη Χαριλάου, πίσω απ' το γήπεδο του Άρεως.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 46)

Χαρμανκιόι / χαρμαν-κιόι[επεξεργασία]

  • «Ο Στέργιος να πούμε της κυρα-Ελπινίκης· ήταν το πιο αφρόπλαστο απ' όλα τα παιδιά, μα σάπιο πάχος. Έλειπε συχνά πυκνά απ' το σχολείο, ώσπου μια μέρα εξαφανίστηκε. Κάτι είπανε πως νοίκιασαν δωμάτιο στ’ Ασβεστοχώρι, απέναντι απ’ το Σανατόριο, πως ο πατέρας του ο κυρ-Νίκος ξετινάχτηκε, ακόμη κι ένα χωράφι πατρικό στο Χαρμανκιόι το πούλησε. Όμως το Στέργιο δεν τον ξανάδαμε.» (Η παρέλαση, 66)
  • «[...] ο πατέρας του ο κυρ-Νίκος ξετινάχτηκε, ακόμη κι ένα χωράφι πατρικό στο Χαρμανκιόι το πούλησε» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 105)
  • «Τον γνώρισε ο πατέρας μου στην υποχώρηση του '41. Φτάνοντας στο Χαρμάν-κιόι, έξω απ'τη Θεσσαλονίκη, φιλοξένησε τον πατέρα μου δυό μέρες στο σπίτι του.» (Ενηλικίωση, 38)
  • «Φτάνοντας στο Χαρμάν-κιόι, έξω απ'τη Θεσσαλονίκη, φιλοξένησε τον πατέρα μου δυό μέρες στο σπίτι του.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 168)

Χορτατζήδες[επεξεργασία]

  • «Άλλοι απ' τις "καρυδιές" και τους "Χορτατζήδες".» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 126)
  • «Είχε η κάθε μια τη γωνιά της και περίμενε, κι έρχονταν παρέες-παρέες οι φαντάροι και οι άλλοι και λέγαν δυο κουβέντες κι ύστερα αυτές μπροστά κι οι άλλοι πίσω, πηγαίνανε στους Χορτατζήδες ή στα εβραίικα μνήματα ή, για κοντά, σε κάνα βομβαρδισμένο σπίτι ή σε κάνα παρατημένο οικόπεδο.» (Ενηλικίωση, 34-35)
  • «Είχε η κάθε μια τη γωνιά της και περίμενε, κι έρχονταν παρέες-παρέες οι φαντάροι και οι άλλοι και λέγαν δυο κουβέντες κι ύστερα αυτές μπροστά κι οι άλλοι πίσω, πηγαίνανε στους Χορτατζήδες ή στα εβραίικα μνήματα ή, για κοντά, σε κάνα βομβαρδισμένο σπίτι ή σε κάνα παρατημένο οικόπεδο.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 162-163)

Μνημεία[επεξεργασία]

Καμάρα[επεξεργασία]

  • «Ο Σταύρος συγκινήθηκε, ζεστάθηκε και της διηγήθηκε πως πριν από λίγο είχε πάει να βρει κάτι δικούς του στην Καμάρα. Κοντά στην Εγνατία είδε δυο που τον είχαν από πίσω. Χώθηκε βιαστικά στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου . Οι δυο το κατόπι του. Πριν προλάβει να μπει στην Αρριανού σφυρίξανε δυο σφαίρες πλάι του.» (Η κυρα-Λισάβετ, 18)
  • «Ο Σταύρος συγκινήθηκε, ζεστάθηκε και της διηγήθηκε πως πριν από λίγο είχε πάει να βρει κάτι δικούς του στην Καμάρα.» (Η παρέλαση, 39)
  • «Ο Σταύρος συγκινήθηκε, ζεστάθηκε και της διηγήθηκε πως πριν από λίγο είχε πάει να βρει κάτι δικούς του στην Καμάρα.» (Η παρέλαση- Ενηλικίωση, 29)
  • «Με λίγα λόγια, βάδιζα έκπληκτος μα νομοταγής, αγανακτισμένος μα ήσυχος. Εξάλλου είχε πέσει στη μέση η λέξη "πατρίς" κι όταν ακούγεται αυτή η λέξη, τότε όλα μπορείς να τα περιμένεις· ακόμη και τα τανκς μέσα στους δρόμους. Παρ' όλο, δηλαδή, που ήμουνα έτοιμος να αραδιάσω ένα σωρό αποδείξεις πως δεν της ταίριαζαν καθόλου της "Καμάρας", εκείνο το "πατρίς", σκοτεινό και παντοδύναμο, μ' έκανε να το παραδεχτώ μια κι έξω, πως σήμερα της ερχόταν κουτί.» (Ενηλικίωση, 62)
  • «Παρ' όλο, δηλαδή, που ήμουνα έτοιμος να αραδιάσω ένα σωρό αποδείξεις πως δεν της ταίριαζαν καθόλου της "Καμάρας" [...]» (Η παρέλαση- Ενηλικίωση, 196)
  • «Την ήξερε τι σκατομπάσταρδο ήταν. Έτσι και της άφηνε λιγάκι λάσκα το καπίστρι, θα του φόραγε το κέρατο για τα καλά κι άντε να περάσει ύστερα κάτω από την "Καμάρα".» (Οι πρωταγωνιστές, 34)
  • «[…] όπως ο Φουκαράς ο Αριστειδάκιας, που μας τον άφησε εδώ αμανάτι να σέρνει οληνυχτίς την κουτσάβλα του στα κουτούκια του "Κουλέ Καφέ" και της "Καμάρας"[...]»(Το τελευταίο καταφύγιο, 38)
  • «Αναβατόρι, λοιπόν, όλη την εβδομάδα και το Σάββατο βράδυ σε κάνα από 'κείνα τα μαγαζάκια στην Καμάρα και την Παναγία Δέξα [...]»(Το τελευταίο καταφύγιο, 43)
  • «Αν πεις για τη μεγάλη πυρκαγιά του "δεκαεφτά", μια άλλη φορά, πάλι μου λέει:
    –Είχε Βαρδάρη εκείνη την ημέρα και τη φωτιά, θαρρείς, την έτρεχε από σπίτι σε σπίτι. Κι είπαμε όλοι: "Πάει, την κάναν στάχτη την πόλη μας, οι θεοσκοτωμένοι". Μα, σε λιγάκι ούτε που ξέρω από ποιονα κι από πού βγήκε ο λόγος, πως τάχατες, η φωτιά θα σταμάταγε εκεί, στην Αγια-Σοφιά. [...] Και τότε όλοι οι δικοί μας μαχαλάδες, Καμάρα, Παναγία Δέξα, Ιπποδρόμιο, Παναγούδα, Νέα Παναγία, κόσμος απελπισμένος και ντουνιάς, ξεσηκωθήκαμε και σταθήκαμε μπροστά στην εκκλησία μας, λες και θέλαμε να κάνουμε φράχτη στη φωτιά με τα κορμιά μας. [...] όσο μας πλησίαζε η φωτιά, θαρρείς και οι φλόγες σκύβανε και χαμηλώνανε υποταγμένες σε μιαν αόρατη δύναμη. Κι όταν, καμιά φορά, φτάσανε κει μπροστά στην εκκλησία, ξεψυχήσανε.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 89-90)

Κάστρα[επεξεργασία]

  • «[...] σιγομουρμούρισαν ταυτόχρονα το "στρέηντζερ ιν δη νάιτ". Δεν έχει σημασία το ότι ξέρανε μόνο την πρώτη φράση. Τα υπόλοιπα τα βολεύανε με κάτι "λα, λα, λα" κι ύστερα "μμ, μμ, μμ"», μέχρι που φτάσανε έξω απ' "τα κάστρα", κι είδανε από ψηλά τον ήλιο να δύει πίσω απ' το "Μπεχ-Τσινάρι".» (Ενηλικίωση, 83)
  • « [...] μέχρι που φτάσανε έξω απ' "τα κάστρα", κι είδανε από ψηλά τον ήλιο να δύει πίσω απ' το "Μπεχ-Τσινάρι".» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 221)
  • «Ψηλά, στα κάστρα, στην ονομαζόμενη "Πορτάρα", το σαρκοβόρο στόμα τόσων και τόσων οσιομαρτύρων και νεομαρτύρων, συνάζονταν τ' ασκέρι του [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 67)

(για περισσότερες αναφορές στα Κάστρα βλ. το λήμμα για τις φυλακές στο Ιδρύματα, Γεντί Κουλέ / Επταπύργιο)

Λευκός Πύργος / Πύργος[επεξεργασία]

  • «Απ' το Ιπποδρόμιο κατέβαιναν χαρούμενες παρέες με σημαίες, άλλες ελληνικές κι άλλες ρώσικες με σφυροδρέπανα, και σε λιγάκι ο δρόμος προς τον Πύργο και τα πεζοδρόμια πήξανε στον κόσμο που ανυπομονούσε. Βγήκανε δυο με το χουνί και φώναξαν πως ο "απελευθερωτικός στρατός, ο τιμημένος ΕΛΑΣ βρίσκεται στο Βαρδάρι". Ο κόσμος ζητωκραύγαζε και μεις καταφέραμε να σκαρφαλώσουμε στη μαρκίζα του σινεμά "Ηλύσια" κι απο κει τα βλέπαμε όλα. Από παντού αντηχούσαν τραγούδια, στα μπαλκόνια απλώσανε ο κόσμος τις σημαίες.» (Η παρέλαση, 15 )
  • «Απ' το Ιπποδρόμιο κατέβαιναν χαρούμενες παρέες με σημαίες, άλλες ελληνικές κι άλλες ρώσικες με σφυροδρέπανα, και σε λιγάκι ο δρόμος προς τον Πύργο και τα πεζοδρόμια πήξανε στον κόσμο που ανυπομονούσε.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 66)
  • «Απ' την Τσιμισκή ακούστηκε το μουγκρητό μιας μοτοσυκλέτας κι ένας Γερμανός μοτοσυκλετιστής, με τ' αυτόματο στο στήθος, πέρασε σα σαΐτα. [...] μερικοί αρχίσανε να φεύγουνε κατά την απάνω πόλη. Ωστόσο η παρέλαση ανασυντάχτηκε και, μόλο που το πράμα είχε κρυώσει κάπως, δεν πάψανε τ' αγκαλιάσματα και τα τραγούδια. Κι ύστερα ακούστηκε ξανά το μουγκρητό της μοτοσυκλέτας να 'ρχεται απ' τη μεριά του Πύργου αυτή τη φορά, και σε λιγάκι φάνηκε σίφουνας ο ίδιος Γερμανός, να 'χει απάνω στο ντεπόζιτο της μηχανής του μια βαλίτσα.
    –Ρίχτε του, ρίχτε του, ακούστηκαν φωνές, μα κανένας δεν του έριξε.» (Η παρέλαση, 16-17)
  • «Κι ύστερα ακούστηκε ξανά το μουγκρητό της μοτοσυκλέτας να 'ρχεται απ' τη μεριά του Πύργου αυτή τη φορά, και σε λιγάκι φάνηκε σίφουνας ο ίδιος Γερμανός, να 'χει απάνω στο ντεπόζιτο της μηχανής του μια βαλίτσα.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση 68-69)
  • «Κι ήτανε πλακατζής άνθρωπος ο Τζωνιός. Ακόμη και στη δουλειά του, λούστρος στο Λευκό Πύργο, τους έλεγε όλους χωρατά που δε λέγονται.» (Η παρέλαση, 22)
  • «Κι ήτανε πλακατζής άνθρωπος ο Τζωνιός. Ακόμη και στη δουλειά του, λούστρος στο Λευκό Πύργο, τους έλεγε όλους χωρατά που δε λέγονται.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 77)
  • « [...] κονόμησε δέμα απ' την Αμερική. Τ' άνοιξε μπροστά μας, κουστούμι παπούτσια, απ' όλα. Φόρεσε το σακάκι που του 'ρχονταν σαν παλτό. Έβαλε ύστερα το παντελόνι και τα μισά μπατζάκια μέναν άδεια. Ψοφήσαμε στα γέλια έτσι όπως ήτανε. Μα αυτός, σοβαρός, σήκωσε πέντε κάτια τα μπατζάκια και τα μανίκια κι "ελάτε μαζί μου", μας είπε. Πήγαμε κι εμείς. "Σταθείτε εδώ", μας είπε σα φτάσαμε στον πλάτανο, κοντά στον Πύργο. Ύστερα πήρε άχυρα απόνα μαγαζί και πήγε στις γραμμές του τραμ. Παραγέμισε μ' άχυρα τα άδεια μπατζάκια και τα 'βαλε ν' ακουμπάνε στις γραμμές. Στο τέλος ξάπλωσε στο ενδιάμεσο κι άναψε τσιγάρο.
    Το τραμ φάνηκε από πέρα κι ο τραμβαγέρης άρχισε να βαράει το καμπανάκι σαν τρελός. Προσπάθησε ο άνθρωπος να φρενάρει μα δεν πρόλαβε. Το πρώτο βαγόνι πέρασε πάνω απ' τα μπατζάκια με τ' άχυρα και τα 'κοψε. Κατέβηκε ο τραμβαγέρης αλαφιασμένος και τί να δει. Το Τζωνιό να 'ρχεται κατά μας. Πού να πιστέψει ο άνθρωπος στα μάτια του!» (Η παρέλαση, 23)
  • «"Σταθείτε εδώ", μας είπε σα φτάσαμε στον πλάτανο, κοντά στον Πύργο.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 78)
  • «Τότε ήταν που ήρθε χαρτί απ'τη Ρωσία στην αρμένικια κοινότητα, που έλεγε πως όσοι Αρμεναίοι θέλανε, μπορούσαν να τους στείλουνε εκεί στην Αρμενία [...]. Κι η μέρα που θα φεύγανε δεν άργησε. Ήρθ' ένα ρώσικο καράβι και στάθηκε "μόστρα" στο Λευκό Πύργο και το πρωί αρχίνησαν να κατεβαίνουν, καραβάνι οι άνθρωποι της "Εθνικής Αμύνης" και στέκονταν μπροστά στα δικαστήρια ο κόσμος να τους βλέπει, φορτωμένους με βαλίτσες και μπόγους και μωρά παιδιά, κι άλλοι που βλέπανε ανάμεσα σ'αυτούς που φεύγανε γνωστούς, τρέχανε να τους αποχαιρετίσουνε κι άλλοι φωνάζαν κλαίγοντας φίλους και συγγενείς, μπας και τους κάνουνε ν' αλλάξουνε την τελευταία στιγμή. Ανάμεσα η κυρά-Μαρία με την Αννούσκα κι η Κίτσα με το Κατινάκι αγκαλιά κι ο Αντωνάκης με το καρότσι του μαγαζιού με τα πράματα.
    Μαζεύτηκαν όλοι στην εξέδρα του Λευκού Πύργου κι έρχονταν οι ατμάκατοι και παίρνανε τον κόσμο και τους πηγαίνανε στο πλοίο.[3]» (Ενηλικίωση, 27, 28-29)
  • «΄Ηρθ' ένα ρώσικο καράβι και στάθηκε μόστρα στο Λευκό Πύργο [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση 154)
  • «Μαζεύτηκαν όλοι στην εξέδρα του Λευκού Πύργου κι έρχονταν οι ατμάκατοι και παίρνανε τον κόσμο και τους πηγαίνανε στο πλοίο.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση 155)
  • «Βγηκαμε φωτογραφία μπροστά στ' αποχωρητήρια του Λευκού Πύργου.» (Ενηλικίωση, 31)
  • «Βγηκαμε φωτογραφία μπροστά στ' αποχωρητήρια του Λευκού Πύργου.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση 157-158)
  • «Εντόπισε το σπίτι του στο χάρτη. Ήταν ανέκαθεν μια παραφωνία. Πέρα από τον Πύργο, εκεί που άλλοτε, από τις δυό πλευρές του δρόμου, αραδιαζότανε τα σπίτια τα κιμπάρικα, με τις υπέροχες σιδεριές τους, τις μεγαλοπρεπείς εξώθυρες, τις κοντυλογραμμένες σκάλες, τα ανάγλυφα αετώματα, τους ευωδιαστούς ζωγραφισμένους ανθόκηπους.» (Πρωταγωνιστές, 68)
  • «Εκείνος ο γρουσούζης ο Αρμένης, που χάριν συντομίας τον φωνάζουν "Σούζη", ζει ευτυχώς ακόμη κι έχει εκείνο το λαδομπογιατισμένο του χάρβαλο, τη μηχανή του, στημένη πλάι στο Λευκό Πύργο.» (Καταστροφές, 13)
  • «Ο Γιωργάκης κοίταξε το ρολόι του·
    -Δεν πας καλά, ξάδερφε, πας δέκα λεφτά μπροστά· να σου δώσω ένα τάλιρο, να πας να το πετάξεις το καβουρντιστήρι σου στον "Πύργο", στη θάλασσα;» (Ματαιότης Ματαιοτήτων, 95)
  • «Ξεκινήσαμε με τα πόδια για το σπίτι του θείου Μερκούρη και πήγαμε απ' τη θάλασσα, απ' τον Πύργο. Παρόλο που δεν έβρεχε, είχε, θυμάμαι, μια τρομερή υγρασία που σου περονιαζε τα κόκαλα. Κάτω, στο άνοιγμα της Αγίας Τριάδας, προς τη μεριά της θάλασσας, εκεί ακριβώς που είναι σήμερα η προτομή του βασιλιά, είχανε βάλει κάτι γαλάζιες κι άσπρες κορδέλες και σημαιούλες ελληνικές, κι ο κόσμος πήγαινε, μέρες τώρα, κι έριχνε λουλούδια.
    -Εδώ, μου είπ' ο θείος μου, εδώ τον σκότωσαν το βασιλιά.» (Ματαιότης ματαιοτήτων 109)

Ροτόντα[επεξεργασία]

  • «Παίζαν από μικροί ποδόσφαιρο στην ανεπίσημη ομάδα "Εθνικός Ροτόντας" [...]» (Οιδίπους Τύραννος, 43)

Εκκλησίες[επεξεργασία]

Αγία Σοφία[επεξεργασία]

O Ναός της Αγίας Σοφίας υπέστη εκτεταμένες ζημιές κατά την πυρκαγιά του 1890. Η αποκατάσταση του ναού πραγματοποιήθηκε από τον Κάρολο Ντηλ κατά τα έτη 1907 ως το 1909, ενώ κατά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917 ο ναός παρέμεινε σχεδόν ανέπαφος.

  • «Αγία Σοφία η Δεύτερη» (Το τελευταίο καταφύγιο, 86)
  • «Όσες φορές περνώ απ’την Αγια-Σοφιά, δε γίνεται να μη σταθώ στο πεζοδρόμιο για να σκύψω να ιδώ πόσο βαθιά κείται ο αυλόγυρος της εκκλησίας, πόσα εδαφικά στρώματα τον χωρίζουν απ' τη σημερινή στάθμη της πόλης.»(Το τελευταίο καταφύγιο, 86)
  • «Η Αγια-Σοφιά βρίσκεται εσταυρωμένη μέσα στο κιβούρι του αυλόγυρού της· τα κάτω άκρα της εισχωρούν απ' τ' άνοιγμα της οδού Ερμού μέσα στα έγκατα του "Φραγκομαχαλά". Το δεξί της χέρι ανηφορίζει προς την επάνω πόλη και διαγκωνίζοντας την παμπάλαιη "βασιλική Αχειροποίητο", χώνει τα δάχτυλα της στις σαθρές επάλξεις του "Επταπύργιου". Το αριστερό της, πάλι, χέρι κατηφορίζει και καταδύεται μες στο Θερμαϊκό [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 86-87)
  • «Η Αγια-Σοφιά, μικρό, επιτυχές ομοίωμα εκείνου του μυθικού, του αξεπέραστου τεμένους της Ορθοδοξίας, βρίσκεται εν Θεσσαλονίκη [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 87)
  • «Η Αγια-Σοφιά, μαρτυρεί απερίφραστα την παλαιά μοίρα του αιώνιου δεύτερου, της αξεπέραστης αυτής –δικής μου– πόλης , καθώς και τη σημερινή της μοίρα που, πια, δεν είναι εικών ενός εν εξελίξει λαμπρού παρελθόντος της, αλλά η πενιχρή εικών της παμπάλαιης "αρρήτου δόξης της".» (Το τελευταίο καταφύγιο, 87)
  • «Προτιμούσαμε, ανέκαθεν, να ακολουθούμε την περιφορά του Επιταφίου της Αγια-Σοφιάς.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 88)
  • «Αν πεις για τη μεγάλη πυρκαγιά του "δεκαεφτά", μια άλλη φορά, πάλι μου λέει:
    –Είχε Βαρδάρη εκείνη την ημέρα και τη φωτιά, θαρρείς, την έτρεχε από σπίτι σε σπίτι. Κι είπαμε όλοι: "Πάει, την κάναν στάχτη την πόλη μας, οι θεοσκοτωμένοι". Μα, σε λιγάκι ούτε που ξέρω από ποιονα κι από πού βγήκε ο λόγος, πως τάχατες, η φωτιά θα σταμάταγε εκεί, στην Αγια-Σοφιά. [...] Και τότε όλοι οι δικοί μας μαχαλάδες, Καμάρα, Παναγία Δέξα, Ιπποδρόμιο, Παναγούδα, Νέα Παναγία, κόσμος απελπισμένος και ντουνιάς, ξεσηκωθήκαμε και σταθήκαμε μπροστά στην εκκλησία μας, λες και θέλαμε να κάνουμε φράχτη στη φωτιά με τα κορμιά μας. [...] όσο μας πλησίαζε η φωτιά, θαρρείς και οι φλόγες σκύβανε και χαμηλώνανε υποταγμένες σε μιαν αόρατη δύναμη. Κι όταν, καμιά φορά, φτάσανε κει μπροστά στην εκκλησία, ξεψυχήσανε.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 89-90)
  • «Δεν ξέρω αν είναι όλα κι όλα αυτά, που φέρνουνε συχνά τα βήματά μου στην Αγια-Σοφιά.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 90)
  • «Πίσω ακριβώς απ' την αυλή, υψώνονταν απότομα κι εκτείνονταν ομαλά, ένας λόφος σπαρμένος με κάτι άθλιες προσφυγικές παράγκες, όλο λαμαρίνα και πισσόχαρτο. Απο κει, σε διακοσαριά-τριακόσια ίσως και περισσότερα, μέτρα απόσταση, βρισκόταν το ιερό της Αγια-Σοφιάς.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 91)
  • «Τρέξαμε κατά κει γεμάτοι ελπίδα και μείναμε σύξυλοι, καθώς, ακριβώς εμπρός μας, ορθώνονταν η κόγχη του Ιερού της Αγιά-Σοφιάς.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 91-92)
  • «Εκείνο το απόγευμα παίζαμε μπροστά στο μετόχι. Ήταν ένα ήρεμο απόγευμα, βραδάκι πες, κοντά στο Πάσχα κι οι γείτονες βγάλανε τις καρέκλες τους ν' αποσπερίσουν και να πούνε τα δικά τους. Όμως, την ηρεμία εκείνη, λες και την ξέσχισε ο αιχμηρός ήχος από τρεις-τέσσερις πιστολιές κι ένας νέος, μ' άσπρο πουκάμισο, θυμάμαι, πετάχτηκε από μια πόρτα, ψηλά στο Ιπποδρόμιο, κι άρχισε να κατηφορίζει τρέχοντας σαν τρελός.
    –Από δω, από δω, του φωνάξαμε και τον μπάσαμε στην πίσω αυλή κι από κει, απ' το γνωστό μας δρόμο, ίσια στο Ιερό της Αγια-Σοφιάς.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 92)

Αχειροποίητος[επεξεργασία]

  • «Η Αγια-Σοφιά βρίσκεται εσταυρωμένη μέσα στο κιβούρι του αυλόγυρού της· τα κάτω άκρα της εισχωρούν απ' τ' άνοιγμα της οδού Ερμού μέσα στα έγκατα του "Φραγκομαχαλά". Το δεξί της χέρι ανηφορίζει προς την επάνω πόλη και διαγκωνίζοντας την παμπάλαιη "βασιλική Αχειροποίητο", χώνει τα δάχτυλα της στις σαθρές επάλξεις του "Επταπύργιου". Το αριστερό της, πάλι, χέρι κατηφορίζει και καταδύεται μες στο Θερμαϊκό [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 86-87)

Νέα Παναγία[επεξεργασία]

  • «Κι έφτασε η Κυριακή του γάμου. Στις έντεκα, όπως ορίστηκε, ο Σταύρος περίμενε στην είσοδο της Νέας Παναγίας τη νύφη.» (Η Κυρα-Λισάβετ, 17)
  • «Στις έντεκα, όπως ορίστηκε, ο Σταύρος περίμενε στην είσοδο της Νέας Παναγίας τη νύφη.» (Η παρέλαση, 38)
  • «Στις έντεκα, όπως ορίστηκε, ο Σταύρος περίμενε στην είσοδο της Νέας Παναγίας τη νύφη.» (Η παρέλαση- Ενηλικίωση, 28)
  • «Έτσι ήταν ο παπα-Γιώργης, κι η εκκλησία μας, η Νέα Παναγία, τα πήγαινε μια χαρά. Ώσπου μας ήρθε και δεύτερος παπάς.» (Η παρέλαση, 10)
  • «Έτσι ήταν ο παπα-Γιώργης, κι η εκκλησία μας, η Νέα Παναγία, τα πήγαινε μια χαρά. Ώσπου μας ήρθε και δεύτερος παπάς.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 60)
  • «Ήτανε λέει χειμώνας του σαρανταδύο, τότε που ο κόσμος πέθαινε στο δρόμο απ' την πείνα. Όταν δε βρίσκαν τίποτα για φαΐ, πηγαίνανε στον Ερυθρό Σταυρό, εκεί απέναντι απ' τη Νέα Παναγία, γιατί κάπου κάπου μοιράζανε κανά φαγώσιμο.» (Η παρέλαση, 23)
  • «Όταν δε βρίσκαν τίποτα για φαΐ, πηγαίνανε στον Ερυθρό Σταυρό, εκεί απέναντι απ' τη Νέα Παναγία, γιατί κάπου κάπου μοιράζανε κανά φαγώσιμο.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 79)
  • «Μπροστά στη Νέα Παναγία ήταν μια κλούβα γερμανικιά κι απόξω κουβεντιάζανε δυο Γερμανοί μπόγιες. Ο ένας πέταξε σ' ένα σκυλί μια φόλα. Ήταν ένα κομμάτι έντερο παραγεμισμένο με φαρμάκι. Το σκυλί όρμηξε να τη χάψει, μα πιο γρήγορα σαλτάρησε ο Τζωνιός και πρόλαβε και την έκανε μια μπουκιά. "Μη!", του φώναξε ο κυρ-Κώστας, μα όσο να πει το "μη", ο Τζωνιός την είχε κιόλας καταπιεί. Οι Γερμανοί γελούσανε σα ζώα. Ο Τζωνιός δεν κατάλαβε και γέλαγε κι αυτός, μα ο κυρ-Κώστας τον άρπαξε απ' το χέρι και τον τράβηξε κατά τον Ερυθρό Σταυρό. Ο Τζωνιός στην αρχή παραξενεύτηκε, μα σε λιγάκι, όταν αρχίσανε να πριονίζονται τα έντερά του, έτρεχε κι αυτός με τα μικρά του ποδαράκια βαστώντας την κοιλιά του. Στον Ερυθρό Σταυρό μόλις τον προλάβανε κι ύστερα τον στείλανε για περισσότερα στο Δημοτικό Νοσοκομείο.» (Η Παρέλαση, 24)
  • «Μπροστά στη Νέα Παναγία ήταν μια κλούβα γερμανικιά κι απόξω κουβεντιάζανε δυο Γερμανοί μπόγιες.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 79)
  • «Τον Ιούδα τον κρεμάγαμε απόνα σύρμα που τεντώναμε απ' το καμπαναριό της Νέας Παναγίας, μέχρι την ταράτσα του Προκοπίου. Μυστήριος άνθρωπος αυτός ο Προκοπίου. Μ' αυτό το σύρμα μας έβγαζε το λάδι, και κάθε χρόνο ούτε να τ' ακούσει. Εμείς πάλι, επειδή ξέραμε πως ήθελε παρακάλια, αρχίζαμε από βδομάδες πριν το ψήσιμο.» (Η παρέλαση, 52)
  • «Τον Ιούδα τον κρεμάγαμε απόνα σύρμα που τεντώναμε απ' το καμπαναριό της Νέας Παναγίας, μέχρι την ταράτσα του Προκοπίου. Μυστήριος άνθρωπος αυτός ο Προκοπίου. Μ' αυτό το σύρμα μας έβγαζε το λάδι, και κάθε χρόνο ούτε να τ' ακούσει. Εμείς πάλι, επειδή ξέραμε πως ήθελε παρακάλια, αρχίζαμε από βδομάδες πριν το ψήσιμο.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 84-85)
  • «Την άλλη μέρα, Κυριακή του Πάσχα, παίζαμε στον αυλόγυρο της Παναγίας κι εκεί που παίζαμε, ο "Κάβουρας" μας λέει: "Κοιτάξτε ρε" και τί να δούμε; Ο Γιορδάνης, ο πατέρας του, με τα ρούχα του Ιούδα, φαρδιά, να χωράνε μέσα δυο Γιορδάνηδες, πουκάμισο καρώ φανέλα, γραβάτα και τραγιάσκα του Κοσμά, καθαρός έτσι που ποτέ δεν τον είδαμε, πέρασε καμαρωτός μπροστά μας και με καμαρωτό χαμόγελο. Με μιας μας φούσκωσαν τα γέλια.» (Η Παρέλαση, 54)
  • «Την άλλη μέρα, Κυριακή του Πάσχα, παίζαμε στον αυλόγυρο της Παναγίας κι εκεί που παίζαμε, ο "Κάβουρας" μας λέει: "Κοιτάξτε ρε" και τί να δούμε; Ο Γιορδάνης, ο πατέρας του, με τα ρούχα του Ιούδα, φαρδιά, να χωράνε μέσα δυο Γιορδάνηδες, πουκάμισο καρώ φανέλα, γραβάτα και τραγιάσκα του Κοσμά, καθαρός έτσι που ποτέ δεν τον είδαμε, πέρασε καμαρωτός μπροστά μας και με καμαρωτό χαμόγελο. Με μιας μας φούσκωσαν τα γέλια.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 88)
  • «Ο δρόμος μας φάνηκε ατέλειωτος μέχρι τη γειτονιά. Καθήσαμε αμίλητοι στο πεζούλι της "Νέας Παναγιάς". Μονάχα η Ρίτσα έμενε σκεφτικιά κι εμείς κρεμόμασταν απ' αυτήν. Στο τέλος, "αφού δε γίνεται να ψάξουμε στου "Παύλου Μελά", να ψάξουμε στο "Σέιχ Σου", είπε ήρεμα. Αυτό ήτανε. Πού να ψάξεις στου "Παύλου Μελά"; όμως το "Σέιχ Σου" ήταν δικό μας.» (Η παρέλαση, 78)
  • «Ο δρόμος μας φάνηκε ατέλειωτος μέχρι τη γειτονιά. Καθήσαμε αμίλητοι στο πεζούλι της "Νέας Παναγιάς".» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 126)
  • «Φύγαμε και κάτσαμε στο πεζούλι της "Νέας Παναγίας.
    –Σου δίνω το μαντήλι, μου δίνεις τη χτένα; ρώτησε η Ελπίδα το Μάριο κι αυτό ήταν. Αρχίσαμε τις αλλαγές μεταξύ μας και το βράδυ γυρνώντας στο σπίτι μου, βρέθηκα, από φανέλλα, νάχω ένα ζευγάρι γυαλιά του ήλιου σπασμένα.» (Η παρέλαση 80)
  • «Φύγαμε και κάτσαμε στο πεζούλι της "Νέας Παναγίας.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση 128)
  • «Και ποιός; Ο Σταύρος! Που "έτσι" να 'κανε και θα μαζεύονταν δέκα κορίτσια απ' το "Ιπποδρόμιο" και τη "Νέα Παναγιά.» (Ενηλικίωση, 44)
  • «Που "έτσι" να 'κανε και θα μαζεύονταν δέκα κορίτσια απ' το "Ιπποδρόμιο" και τη "Νέα Παναγιά.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση 175)
  • «Λες και θα βούλιαζε απ' τον κόσμο κι η Νέα Παναγία κι ο αυλόγυρός της [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 44)
  • «Αν πεις για τη μεγάλη πυρκαγιά του "δεκαεφτά", μια άλλη φορά, πάλι μου λέει:
    –Είχε Βαρδάρη εκείνη την ημέρα και τη φωτιά, θαρρείς, την έτρεχε από σπίτι σε σπίτι. Κι είπαμε όλοι: "Πάει, την κάναν στάχτη την πόλη μας, οι θεοσκοτωμένοι". Μα, σε λιγάκι ούτε που ξέρω από ποιονα κι από πού βγήκε ο λόγος, πως τάχατες, η φωτιά θα σταμάταγε εκεί, στην Αγια-Σοφιά. [...] Και τότε όλοι οι δικοί μας μαχαλάδες, Καμάρα, Παναγία Δέξα, Ιπποδρόμιο, Παναγούδα, Νέα Παναγία, κόσμος απελπισμένος και ντουνιάς, ξεσηκωθήκαμε και σταθήκαμε μπροστά στην εκκλησία μας, λες και θέλαμε να κάνουμε φράχτη στη φωτιά με τα κορμιά μας. [...] όσο μας πλησίαζε η φωτιά, θαρρείς και οι φλόγες σκύβανε και χαμηλώνανε υποταγμένες σε μιαν αόρατη δύναμη. Κι όταν, καμιά φορά, φτάσανε κει μπροστά στην εκκλησία, ξεψυχήσανε.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 89-90)
  • «Κατέστρωσα στα γρήγορα το σχέδιο· απ' την αυλή μας θα βρισκόταν μ' ένα σάλτο στο φωταγωγό του πλαϊνού κι από κει, ίσια στον αυλόγυρο της "Νέας Παναγίας"...» (Το τελευταίο καταφύγιο, 101)

Παναγία Δέξα[επεξεργασία]

  • ««Αναβατόρι, λοιπόν, όλη την εβδομάδα και το Σάββατο βράδυ σε κάνα από 'κείνα τα μαγαζάκια στην Καμάρα και την Παναγία Δέξα [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 43)
  • «Αν πεις για τη μεγάλη πυρκαγιά του "δεκαεφτά", μια άλλη φορά, πάλι μου λέει:
    –Είχε Βαρδάρη εκείνη την ημέρα και τη φωτιά, θαρρείς, την έτρεχε από σπίτι σε σπίτι. Κι είπαμε όλοι: "Πάει, την κάναν στάχτη την πόλη μας, οι θεοσκοτωμένοι". Μα, σε λιγάκι ούτε που ξέρω από ποιονα κι από πού βγήκε ο λόγος, πως τάχατες, η φωτιά θα σταμάταγε εκεί, στην Αγια-Σοφιά. [...] Και τότε όλοι οι δικοί μας μαχαλάδες, Καμάρα, Παναγία Δέξα, Ιπποδρόμιο, Παναγούδα, Νέα Παναγία, κόσμος απελπισμένος και ντουνιάς, ξεσηκωθήκαμε και σταθήκαμε μπροστά στην εκκλησία μας, λες και θέλαμε να κάνουμε φράχτη στη φωτιά με τα κορμιά μας. [...] όσο μας πλησίαζε η φωτιά, θαρρείς και οι φλόγες σκύβανε και χαμηλώνανε υποταγμένες σε μιαν αόρατη δύναμη. Κι όταν, καμιά φορά, φτάσανε κει μπροστά στην εκκλησία, ξεψυχήσανε.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 89-90)

Παναγούδα[επεξεργασία]

  • «Αν πεις για τη μεγάλη πυρκαγιά του "δεκαεφτά", μια άλλη φορά, πάλι μου λέει:
    –Είχε Βαρδάρη εκείνη την ημέρα και τη φωτιά, θαρρείς, την έτρεχε από σπίτι σε σπίτι. Κι είπαμε όλοι: "Πάει, την κάναν στάχτη την πόλη μας, οι θεοσκοτωμένοι". Μα, σε λιγάκι ούτε που ξέρω από ποιονα κι από πού βγήκε ο λόγος, πως τάχατες, η φωτιά θα σταμάταγε εκεί, στην Αγια-Σοφιά. [...] Και τότε όλοι οι δικοί μας μαχαλάδες, Καμάρα, Παναγία Δέξα, Ιπποδρόμιο, Παναγούδα, Νέα Παναγία, κόσμος απελπισμένος και ντουνιάς, ξεσηκωθήκαμε και σταθήκαμε μπροστά στην εκκλησία μας, λες και θέλαμε να κάνουμε φράχτη στη φωτιά με τα κορμιά μας. [...] όσο μας πλησίαζε η φωτιά, θαρρείς και οι φλόγες σκύβανε και χαμηλώνανε υποταγμένες σε μιαν αόρατη δύναμη. Κι όταν, καμιά φορά, φτάσανε κει μπροστά στην εκκλησία, ξεψυχήσανε.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 89-90)

Παρεκκλήσι Αγίου Δημητρίου[επεξεργασία]

  • «Κάτω απ' την κεντρική, εσωτερική κλίμακα της εισόδου του νοσοκομείου, στο παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου […]»(Το τελευταίο καταφύγιο, 66)
  • «Έτσι, σ' εκείνες τις ανεπανάληπτες συνεντεύξεις μας κατ' όναρ, σας ξανασυναντώ κάποια μέρα τρομερής καταστροφής, στο παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου, κάτω απ' την εσωτερική κλίμακα της κυρίας εισόδου του Δημοτικού Νοσοκομείου, μονοετές, λιπόσαρκον κι ολοφυρόμενο νήπιον [...] (Το τελευταίο καταφύγιο, 71)

Πλατείες / Πάρκα[επεξεργασία]

Πάρκο Χ.Α.Ν.Θ.[επεξεργασία]

Πλατεία Αγίας Σοφίας[επεξεργασία]

  • «Θυμάμαι, αργότερα, πόσο μου είχε αρέσει ένας σκοπός όταν μια μέρα μαζεύτηκε κόσμος και ντουνιάς στην πλατεία Αγίας Σοφίας και τον τραγουδούσε γονατιστός. Πήγαμε κι εμείς και γονατίσαμε.
    Αιωνία η μνήμη σε σας, αδελφοί,
    στον τίμιο που πέσατε αγώνα.» (Η παρέλαση, 15-16)
  • «Θυμάμαι, αργότερα, πόσο μου είχε αρέσει ένας σκοπός όταν μια μέρα μαζεύτηκε κόσμος και ντουνιάς στην πλατεία Αγίας Σοφίας και τον τραγουδούσε γονατιστός.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 66)

Πλατεία Αριστοτέλους[επεξεργασία]

  • «Χαμένος καιρός, σκέφτηκε, καθώς ανέβαινε τις σκάλες απ' τα ουρητήρια της Αριστοτέλους.» (Οιδίπους Τύραννος, 41)
  • «Άσε πια το γέλιο του χοντρού εκείνου, μπουκωμένο από περίσσιο λίπος και σάπια δόντια, που ωρυόταν, "ανάσταση, ανάσταση", μέσα στην πλατεία Αριστοτέλους.» (Ενηλικίωση, 62)
  • «Άσε πια το γέλιο του χοντρού εκείνου, μπουκωμένο από περίσσιο λίπος και σάπια δόντια, που ωρυόταν, "ανάσταση, ανάσταση", μέσα στην πλατεία Αριστοτέλους.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 196)
  • «Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο Ζαφείρη. Εγκαταλείποντας εκείνο το βράδυ το γραφέιο του Ανθία κι ανεβαίνοντας τις σκάλες των ουρητηρίων της πλατείας Αριστοτέλους με βαριά καρδιά, το πήρε απόφαση για τα καλά να μη γίνει δικηγόρος.» (Πρωταγωνιστές, 44)

Πλατεία Ιωάννου Μεταξα / Βαρδαρίου[επεξεργασία]

Μία από τις πιο ιστορικές πλατείες της Θεσσαλονίκης με χαρακτηριστικό γνώρισμα τη συνεχή μετάλλαξή της. Εκεί τοποθετήθηκε το άγαλμα του βασιλιά Κωνσταντίνου στα τέλη της δεκαετίας του '50

Μέγαρα[επεξεργασία]

Αυγερινός[επεξεργασία]

  • «Όταν έφυγε κι ο τελευταίος Γερμανός από τα τρία μέγαρα, βγήκαμε όλοι στις πόρτες και περιμέναμε. Φοβόμασταν να πλησιάσουμε, ώσπου ο Αντώνιος μπήκε με προφύλαξη στο πρώτο, στον "Αυγερινό" κι ύστερα βγήκε στο μπαλκόνι, στο τρίτο πάτωμα και φώναξε, "ελάτε". Αυτό θαρρείς πως περίμεναν όλοι και σε λιγάκι γίνηκε το "ντου", κι όπως τα μέγαρα ήταν επιπλωμένα πατόκορφα (κοιτώνες αξιωματικών), πέσανε στο ψαχνό και ένας-ένας ή δυό-δυό, κουβαλούσανε σαν τα μυρμήγκια, ό,τι μπορείς να βάλεις με το νου σου.» (Ενηλικίωση, 30)
  • «Φοβόμασταν να πλησιάσουμε, ώσπου ο Αντώνιος μπήκε με προφύλαξη στο πρώτο, στον "Αυγερινό" κι ύστερα βγήκε στο μπαλκόνι, στο τρίτο πάτωμα και φώναξε, "ελάτε".» (Παρέλαση - Ενηλικίωση, 156)
  • «Η συγκινητική αυτή χειρονομία του θείου Γιαννάκη έδωσε το θάρρος στο Ζαφείρη να του ζητήσει, με το δέοντα σεβασμό, να τον βολέψει σε καμιά θεσούλα, να μην ξεφορτώνει απ'τα μαύρα χαράματα κάρα στη λαχαναγορά, κι η θεία Ιουλία να πάψει να σφουγγαρίζει τις σκάλες στο μέγαρο του Κοζανίτη, τον "Αυγερινό".» (Πρωταγωνιστές, 20-21)

Καραβάν-Σαράι[επεξεργασία]

Ιστορικό κτίριο από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Από το 1958 και για 51 χρόνια λειτουργούσε εκεί το Δημαρχείο της πόλης. Έχει κριθεί διατηρητέο.

  • «Ήρθε "ανταρτόπληχτος" από 'να χωριό της Δράμας κι έμεινε με τους δικούς του στο "Καραβάν-Σαράι": ένα μισοτελειωμένο μέγαρο στην Εγνατία, που γέμισε κόσμο, ολόκληρα χωριά, να χάνει, δηλαδή, η μάνα το παιδί.» (Ενηλικίωση, 17)
  • «Ήρθε "ανταρτόπληχτος" από 'να χωριό της Δράμας κι έμεινε με τους δικούς του στο "Καραβάν-Σαράι": ένα μισοτελειωμένο μέγαρο στην Εγνατία, που γέμισε κόσμο, ολόκληρα χωριά, να χάνει, δηλαδή, η μάνα το παιδί.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 140)

Λόγγου[επεξεργασία]

  • «Συναντιόμασταν το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής όλοι [...] εκεί απέναντι, στο παλιακό κόκκινο μέγαρο, που το ισόγειό του καφενείο "Ερμής", πληρούται καθημερινά με την ανία και την πλήξη συνταξιούχων εκπαιδευτικών και λοιπών παροπλισμένων δημοσίων λειτουργών.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 88)

Παπανίκανδρου[επεξεργασία]

  • «Εκεί, δηλαδή, που παίζανε κρυφτό, πήγε και κρύφτηκε στο υπόγειο, στο μέγαρο του Παπανίκανδρου, εκεί που το 'χανε στην κατοχή για καταφύγιο. Και κει τι να δει; Ένα φάντασμα ψηλό, κοντά στα δύο μέτρα, σκεπασμένο μ' ένα σεντόνι.» (Πρωταγωνιστές, 36)

Προτομές / Αγάλματα[επεξεργασία]

Άγαλμα βασιλιά Κωνσταντίνου[επεξεργασία]

Αρχικά βρισκόταν στο πάρκο της ΧΑΝΘ, στη θέση που βρίσκεται σήμερα το σιντριβάνι. Στα τέλη της δεκαετίας του '50 μεταφέρθηκε στο κέντρο της τότε πλατείας Βαρδαρίου, για να μετακινηθεί για τρίτη φορά, στα τέλη της δεκαετίας του '60, στη νησίδα όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, στην πλατεία Δημοκρατίας.

  • «-Λοιπόν πρέπει να μεταφέρουμε μέσα σε μια νύχτα το άγαλμα του Βασιλέως Κωνσταντίνου από το πάρκο στην πλατεία Ιωάννου Μεταξά, στο Βαρδάρη.
    -Και γιατί να το πάμε, στα καλά του καθουμένου, στο Βαρδάρη; Καλά δεν είναι εκεί που είναι; λέει ο Τάκης
    -Διότι πρέπει να βλέπει δια της Εγνατίας οδού ίσια στην Πόλη, ενώ τώρα που κοιτάει; Στη μύτη του Καραμπουρνού.» (Καταστροφές, 72)

Προτομή βασιλιά Γεωργίου Α'[επεξεργασία]

  • «Εκείνες τις μέρες, αρχές Μαρτίου ήτανε του 1913, μέσα στην πόλη γινότανε μεγάλη ανακατωσούρα. Είχαν βλέπεις σκοτώσει (ένας "τρελός" είπανε) το βασιλιά, τον Γεώργιο τον πρώτο, την ώρα που έκανε με τον υπασπιστή του τον απογευματινό του περίπατο στην Αγία Τριάδα, κοντά στου θείου σου του Μερκούρη, όπου σήμερα έχουνε και την προτομή του. Πέρασαν όμως μέρες και μέρες, κι ενώ όλοι ξέραμε πως πάνω στο Διοικητήριο γίνονταν ανακρίσεις και λοιπά, ωστόσο τίποτε το θετικό δεν είχαν πει ακόμη.» (Ματαιότης ματαιοτήτων, 107)

Θάλασσα[επεξεργασία]

Θερμαϊκός Κόλπος[επεξεργασία]

  • «[...] νοτίως της Θεσσαλονίκης βρίσκεται ο θερμαϊκός κόλπος.» (Οι πρωταγωνιστές, 40)
  • «Κι όταν ανάψανε τα φώτα, τα πολύχρωμα λαμπιόνια του θεάτρου αντιφεγγίζονταν κι εξοστρακίζονταν σαν πολύχρωμες αιχμές πάνω στα πεντακάθαρα, ακόμη τότε, νερά του Θερμαϊκού.»(Οι Πρωταγωνιστές, 62)
  • «Η Αγια-Σοφιά βρίσκεται εσταυρωμένη μέσα στο κιβούρι του αυλόγυρού της· τα κάτω άκρα της εισχωρούν απ' τ' άνοιγμα της οδού Ερμού μέσα στα έγκατα του "Φραγκομαχαλά". Το δεξί της χέρι ανηφορίζει προς την επάνω πόλη και διαγκωνίζοντας την παμπάλαιη "βασιλική Αχειροποίητο", χώνει τα δάχτυλα της στις σαθρές επάλξεις του "Επταπύργιου". Το αριστερό της, πάλι, χέρι κατηφορίζει και καταδύεται μες στο Θερμαϊκό [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 86-87)

Λιμάνι[επεξεργασία]

  • «Οι γείτονες, αφού κάνανε το ντου στα τρία μέγαρα και ξάφρισαν όλα όσα είχανε εγκαταλείψει οι Γερμανοί, συμμαζεύτηκαν όλοι στα σπίτια τους, γιατί οι Γερμανοί ανατίναζαν στο λιμάνι τα καράβια και καίγανε στο Φρουραρχείο όπλα και πυρομαχικά. Κι εμείς, που η γειτονιά μας ήταν κοντά στη θάλασσα και πλάι στο Φρουραρχείο, όσο να πεις είχαμε κίνδυνο.» (Η παρέλαση, 35)
  • «Κι εμείς, που η γειτονιά μας ήταν κοντά στη θάλασσα και πλάι στο φρουραρχείο, όσο να πεις είχαμε κίνδυνο.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 22)
  • «[...] ο κόσμος παρασύρονταν σαν τα ξερόφυλλα απ' αυτήνα την καταρροή κατά την παραλία, όπως και γω, πεντάχρονο τσακνάκι, μ' ένα πανέρι μεγαλύτερό μου, έτρεχα για κει, όπου κι οι άλλοι, στον ανατολικό βραχίονα του λιμανιού, απέναντι στο ύποπτο ξενοδοχείο "Ποσειδών" [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 58)
  • «–Τρέξτε, κρυφτείτε, βομβαρδίζουν τα "Λαδάδικα" και το λιμάνι, φώναξε κάποιος κι αμέσως άλλος κι άλλος κι οι μπόμπες οι φιλικές αρχίσανε να πέφτουν αρμαθιές ολόκληρες [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 63)
  • «Πύρινες γλώσσες πετούσανε ανάκατα απάνω απ' τα "Λαδάδικα" κι απ' το λιμάνι φωταγωγώντας μακάβρια ολόκληρο το πρόσωπο της πόλης [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 64)

Παραλία[επεξεργασία]

  • «Μια Κυριακή απόγευμα κατέβαιναν ο Κώστας κι η Δαφνούλα βόλτα για την παραλία. Από κάτω ερχόταν ο Αλέκος με τη μηχανή. Όταν έφτασε μπροστά τους φρενάρησε, τί είπε τί δεν είπε της Δαφνούλας, κι ο Κώστας τ' ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι άστραψε δυο χαστούκια, μα τί χαστούκια, του Αλέκου, που για μια στιγμή έμεινε σύξυλος. Ύστερα ψαχούλεψε το πιστόλι του μα τ' άφησε κι έπιασε να γελάει, ένα γέλιο αφύσικο, μαρσάρησε και χάθηκε κατά το Ιπποδρόμιο. Τρεις μέρες μετά βρήκανε τον Κώστα σκοτωμένο μες στο λάκκο, τρεις σφαίρες, οι δυο στο στήθος, η άλλη στην κοιλιά κι όλοι το φόρτωσαν στον Αλέκο.» (Η Παρέλαση, 9)
  • «Μια Κυριακή απόγευμα κατέβαιναν ο Κώστας κι η Δαφνούλα βόλτα για την παραλία.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 57)
  • «Μετά το σχολείο, δούλευε λουστράκι. Έφτιαξε μονάχος του το κασελάκι του και το ζωγράφισε μερακλήδικα με κλαράκια και πουλάκια. Μ' αυτό το κασελάκι γύρναγε παντού. Δεν είχε στέκι, γιατί τον κυνηγούσανε όπου τον πετυχαίνανε οι άλλοι, οι παληοί οι λούστροι. Γύρναγε κι αυτός παντού, στο πάρκο και στα καφενεία της παραλίας και της Αγίου Δημητρίου και το βραδάκι ερχότανε στο σπίτι μας.» (Η Παρέλαση, 68-69)
  • «Γύρναγε κι αυτός παντού, στο πάρκο και στα καφενεία της παραλίας και της Αγίου Δημητρίου και το βραδάκι ερχότανε στο σπίτι μας.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 109)
  • «Του 'παιρνε τα τσιγαράκια του, καραμέλες-ευκαλύπτους για το λαιμό και για να του γλυκάνουνε το στόμα και τ' απογευματάκι τον πήγαινε αγκαζέ στην παραλία να πάρει τον αέρα του.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 32)
  • «Πίσω απ' την πλάτη μου [...] αναθρώσκει "τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο", απ' αυτά τα κατά κόσμον ρεμπέτικα και κατά Κύριον Κυριακάτικα, ίδιο κι απαράλλαχτο με "μάστορα της Κυριακής" που κατεβαίνει από την "Άνω Τούμπα" για την παραλία, για να λάβει αντίδωρο του κόπου του, σαν ψυχούλα που 'ναι, κι αυτός, που τη γέννησε μανούλα [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 53)
  • «–Ψάρια, φώναξε, τρέξτε κάτω στην παραλία, κι αμέσως ύστερα άλλος κι άλλος, "ψάρια" και "ψάρια" [...] Κι ο κόσμος παρασύρονταν σαν τα ξερόφυλλα απ' αυτήνα την καταστροφή κατά την παραλία, όπως κι εγώ πεντάχρονο τσακνάκι, μ' ένα πανέρι μεγαλύτερό μου [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 57-58)

Ερωτική Θεσσαλονίκη[επεξεργασία]

Αγγελάκια[επεξεργασία]

Τα σπίτια 19Α και 19Β που λειτουργούσαν ως πορνεία στην οδό Αγγελάκη.

  • «Απέναντι από το σχολείο μας ήτανε το "Υγειονομικό κέντρο". Δίπλα είχε ένα σπιτάκι όπου, κάθε Πέμπτη, πέρναγαν όλες οι "δημόσιες" της Θεσσαλονίκης για εξέταση. [...] έρχονταν στολισμένες όλες για την επιθεώρηση, μονάχες τους ή, αν είχαν, με τους νταβατζήδες τους, που κάθονταν παραπέρα, σ' ένα καφενείο και τά λεγαν αναμεταξύ τους. Ήταν και μερικές απ' τ' ακριβά σπίτια, που έρχονταν με ταξί. Απ' τ' "Αγγελάκια" και την "ηλεκτρική εταιρία".» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 163)
  • «Ήταν και μερικές [δημόσιες] απ' τ' ακριβά σπίτια, που έρχονταν με ταξί. Απ' τ' "Αγγελάκια" και την "ηλεκτρική εταιρία".» (Ενηλικίωση, 35)
  • «–Ρε συ, Βασίλη, μου λέει, το Νικάκη το βαρκάρη τον κωλομπαρά, τον έβαλες στα τραγούδια σου, τη Μαριγούλα, τη μαντάμα στ' Αγγελάκια, την έβαλες και τον φίλο σου το Μήτσο δε βρήκες να τον χωρέσεις πουθενά, να τον γράψει κι αυτόνα η ιστορία;» (Το τελευταίο καταφύγιο, 30)

Βαρδάρης / Βαρδάρι[επεξεργασία]

  • «Φαίνεται όμως πως είχε κάνει εντύπωση στη γειτονιά η κοιλιά του παπα-Γαβριήλ κι η ομιλία και τα σκέρτσα του. Πολλοί ήταν εκείνοι που αμφιβάλλανε αν ήταν άντρας ή γυναίκα, και μάλιστα γκαστρωμένη. Λέγανε ακόμα πως τα γένια τα 'χε κολλημένα με ψαρόκολλα και πως βρωμοκόπαγε κολώνιες —και μύριζε, αλήθεια—, κι άλλοι πως τον είδαν βράδυ στο Βαρδάρι και στη Ραμόνα να παίρνει τους φαντάρους στο κατόπι.» (Η παρέλαση, 12-13)
  • «[...] κι άλλοι πως τον είδαν βράδυ στο Βαρδάρι και στη Ραμόνα να παίρνει τους φαντάρους στο κατόπι.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 62)
  • «Και δένω αυτό το αλητήριο βλέμμα μου πάνω στην ασβεστωμένη μάντρα απ' όπου ξεχειλίζουν και ξεχύνονται στη "Μπάρα", στη "Ραμόνα", στα "Πλατανάκια" και στο "Βαρδάρη", τα κοσμαγάπητα και χιλιοτραγουδισμένα άνθη και φυτά [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 52)

Λαδάδικα[επεξεργασία]

  • «Πώς μ' είχανε ξεφύγει τόσα χρόνια εκείνα τα μποτίνια; Πώς δε μου θύμισαν, από την πρώτη κιόλας μέρα, τα πασούμια της χοντρής, της πόρνης στα "Λαδάδικα", που σκάλωσα απάνω της σαν κάμπια, δεκάξι χρονώ παιδί κι αυτή φυσιώτανε με μια διπλωμένη εφημερίδα και άλλαζε συνέχεια σταθμούς στο ραδιόφωνο;» (Ενηλικίωση, 64)
  • «Πώς δε μου θύμισαν, από την πρώτη κιόλας μέρα, τα πασούμια της χοντρής, της πόρνης στα "Λαδάδικα" [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 198)
  • « Βρήκανε μέρος να τα κουβαλήσουνε τα παιδιά στα "Λαδάδικα", εκεί που έβραζε ο τόπος στις πεζοδρομίτισσες και στα μπουρδέλα.» ( Καταστροφές 70 )

(για περισσότερες αναφορές στα Λαδάδικα βλ. Περιοχές / Λαδάδικα)

λάκκος[επεξεργασία]

  • « [...] στο λάκκο έφερνε την πελατεία της τα βράδια κι η "Μοναξιά", έτσι τη φωνάζαμε μια και δεν ξέραμε τίποτα γι' αυτήν. Ούτε τ' όνομά της. Μονάχα ξέραμε πως είχε νταβατζή τον Αλέκο τον ταγματαλήτη με τη μοτοσυκλέτα. Αυτός, ο Αλέκος, έφερνε τους πελάτες, όλοι των ταγμάτων ασφαλείας, κι η Μοναξιά έστρωνε μια κουρελού στην πιο σκοτεινή γωνιά του λάκκου και περνιόταν νουμεράδα από δέκα-δώδεκα νοματαίους. (Η Παρέλαση, 8-9)»

(για περισσότερες αναφορές στο Λάκκο βλ. Περιοχές και σημεία της πόλης / Λάκκος)

Μπάρα[επεξεργασία]

  • «Και δένω αυτό το αλητήριο βλέμμα μου πάνω στην ασβεστωμένη μάντρα απ' όπου ξεχειλίζουν και ξεχύνονται στη "Μπάρα", στη "Ραμόνα", στα "Πλατανάκια" και στο "Βαρδάρη", τα κοσμαγάπητα και χιλιοτραγουδισμένα άνθη και φυτά [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 52)

Ραμόνα[επεξεργασία]

  • «Φαίνεται όμως πως είχε κάνει εντύπωση στη γειτονιά η κοιλιά του παπα-Γαβριήλ κι η ομιλία και τα σκέρτσα του. Πολλοί ήταν εκείνοι που αμφιβάλλανε αν ήταν άντρας ή γυναίκα, και μάλιστα γκαστρωμένη. Λέγανε ακόμα πως τα γένια τα 'χε κολλημένα με ψαρόκολλα και πως βρωμοκόπαγε κολώνιες —και μύριζε, αλήθεια—, κι άλλοι πως τον είδαν βράδυ στο Βαρδάρι και στη Ραμόνα να παίρνει τους φαντάρους στο κατόπι.» (Η παρέλαση, 11-12)
  • «Λέγανε ακόμα πως τα γένια τα 'χε κολλημένα με ψαρόκολλα και πως βρωμοκόπαγε κολώνιες —και μύριζε, αλήθεια—, κι άλλοι πως τον είδαν βράδυ στο Βαρδάρι και στη Ραμόνα να παίρνει τους φαντάρους στο κατόπι.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 62)
  • «Κι ο "Βαρδάρης" ξεκολλημένος, ποιός ξέρει από ποιά χιόνια, ορμούσε μέσα στην πόλη από ένα σωρό ανοιχτά στόματα: Από τη "Λαγκαδά" και τη "Ραμόνα", απ' τη "Μοναστηρίου" και τη "Γενιτσών" και τα "Σφαγεία" κι από το "Καφαντάρι" και το "Τσινάρι" και μαζευότανε εκεί στην πλατεία του κι έφερνε φούρλες τρελές, στρόβιλους ατέλειωτους, γεμάτους με σκουπιδαριό, κάρα κι ανθρώπους κι ύστερα χωνόταν μέσα στους δρόμους και τα δρομάκια μ'αναστεναγμούς, βροντούσε στους τσεσμέδες, τρύπωνε μέσα από τις πόρτες και τις φιράδες των παλιών σπιτιών, αυτών που όποιος δεν τα ξέρει, όποιος δεν τα 'ζησε σε μέρες που ο άγριος άνεμος μας παραλοΐζει, τα λέει "γραφικά".» (Ενηλικίωση, 58-59)
  • «Κι ο "Βαρδάρης" ξεκολλημένος, ποιός ξέρει από ποιά χιόνια, ορμούσε μέσα στην πόλη από ένα σωρό ανοιχτά στόματα: Από τη "Λαγκαδά" και τη "Ραμόνα" [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 191)
  • «Και δένω αυτό το αλητήριο βλέμμα μου πάνω στην ασβεστωμένη μάντρα απ' όπου ξεχειλίζουν και ξεχύνονται στη "Μπάρα", στη "Ραμόνα", στα "Πλατανάκια" και στο "Βαρδάρη", τα κοσμαγάπητα και χιλιοτραγουδισμένα άνθη και φυτά [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 52)

Θέατρα[επεξεργασία]

Αύρα[επεξεργασία]

  • «Ξεκίνησαν για το θέατρο "Αύρα".» (Οιδίπους Τύραννος, 57)

Λευκού Πύργου[επεξεργασία]

Xτίστηκε το 1906 στον κήπο του Λευκού Πύργου και λειτουργούσε και ως κινηματογράφος. Κατεδαφίστηκε το 1958. Στο θέατρο Λευκού Πύργου εγκαθίσταται τον Οκτώβριο του 1941 ο θίασος της Τούλας Δράκου.

  • «Η Κυβέλη ήθελε να γίνει ηθοποιός και δεν άφηνε παράσταση στο υπαίθριο θέατρο της Τούλας Δράκου κι όλη μέρα τραγουδούσε τη "Μιχάκα".» (Ενηλικίωση, 42)
  • «Η Κυβέλη ήθελε να γίνει ηθοποιός και δεν άφηνε παράσταση στο υπαίθριο θέατρο της Τούλας Δράκου κι όλη μέρα τραγουδούσε τη "Μιχάκα".» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 173)
  • «Ήταν ο πρωταγωνιστής του ερασιτεχνικού θίασου "ΡΑΜΟΝΑ", του κυρίου Θεόκλητου Ραμόνα, που θ'ανέβαζε την τραγωδία στο θέατρο "Λευκού Πύργου", στις δεκαπέντε Σεπτεμβρίου.» (Πρωταγωνιστές, 8)
  • «Απλώς , για την ιστορία, είναι ο δικηγόρος που συνέταξε το συμφωνητικό μεταξυ του Μόρδου, του Εβραίου εκμεταλλευτή του θεάτρου "Λευκού Πύργου", και του Ραμόνα.» (Πρωταγωνιστές, 34)
  • «Κι όταν ανάψανε τα φώτα, τα πολύχρωμα λαμπιόνια του θεάτρου [του Λευκού Πύργου ] αντιφεγγίζονταν κι εξοστρακίζονταν σαν πολύχρωμες αιχμές πάνω στα πεντακάθαρα, ακόμη τότε, νερά του Θερμαϊκού.»(Οι Πρωταγωνιστές, 62)

Μακεδονικόν[επεξεργασία]

  • «Όσο ξεφόρτωναν απ' τα κάρα τα πράγματά τους, ο μικρός καθόταν ήσυχα απάνω σ' ένα μπόγο με ρούχα κι εμείς πήγαμε κοντά και βλέπαμε τα πράματά τους, όλα πλούσια, από καρυδιά, τέτοια που κανένας δεν είχε στη γειτονιά κι ούτε σε κανενός το σπίτι είχαμε δει, παρά μονάχα τότε που αδειάζανε τα σπίτια των Εβραίων, ή τα ζωγραφιστά στο υπαίθριο θέατρο "Μακεδονικόν".» (Η παρέλαση, 58)
  • «[...] τότε που αδειάζανε τα σπίτια των Εβραίων, ή τα ζωγραφιστά στο υπαίθριο θέατρο "Μακεδονικόν".» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 94)

Κινηματογράφοι[επεξεργασία]

Ηλύσια[επεξεργασία]

Ο κινηματογράφος Ηλύσια χτίστηκε και εγκαινιάστηκε στις 18 Οκτωβρίου του 1930, από τον επιχειρηματία Χατζηνάκο. Εκεί διεξήχθησαν διάφορες εκδηλώσεις. Η λειτουργία του συνεχίζεται στο ίδιο κτήριο, στη διασταύρωση Παύλου Μελά και Μητροπόλεως, εως και το 1994.

  • «Απ' το Ιπποδρόμιο κατέβαιναν χαρούμενες παρέες με σημαίες, άλλες ελληνικές κι άλλες ρώσικες με σφυροδρέπανα, και σε λιγάκι ο δρόμος προς τον Πύργο και τα πεζοδρόμια πήξανε στον κόσμο που ανυπομονούσε. Βγήκανε δυο με το χουνί και φώναξαν πως ο "απελευθερωτικός στρατός, ο τιμημένος ΕΛΑΣ βρίσκεται στο Βαρδάρι". Ο κόσμος ζητωκραύγαζε και μεις καταφέραμε να σκαρφαλώσουμε στη μαρκίζα του σινεμά "Ηλύσια" κι απο κει τα βλέπαμε όλα. Από παντού αντηχούσαν τραγούδια, στα μπαλκόνια απλώσανε ο κόσμος τις σημαίες.»(Η παρέλαση, 15)
  • «Ο κόσμος ζητωκραύγαζε και μεις καταφέραμε να σκαρφαλώσουμε στη μαρκίζα του σινεμά "Ηλύσια" κι απο κει τα βλέπαμε όλα.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 66)
  • «Ο κόσμος διαλύθηκε με μιας. Οι πιο πολλοί πήρανε τους δρόμους κατά πάνω. Ούτε τραγούδια ούτε αγκαλιάσματα. Μονάχα τις σημαίες κρατάγανε διπλωμένες στους ώμους τους και τα σιγολέγανε παρέες παρέες.
    Εμείς σαλτάραμε απ' τη μαρκίζα των "Ηλυσίων" και ξαναγυρίσαμε στη γειτονιά.» (Η παρέλαση, 17)
  • «Εμείς σαλτάραμε απ' τη μαρκίζα των "Ηλυσίων" και ξαναγυρίσαμε στη γειτονιά.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 69)
  • «Βέβαια, η δικιά σου η ζωή δεν έχει τον Κώστα τον Ακτίνη, που τον φέρανε μισό κορμί μέσα σε μια κουβέρτα, για κάτι προκηρύξεις που πέταξε μέσα στα "Ηλύσια" το σινεμά.» (Ενηλικίωση, 10)
  • «Βέβαια, η δικιά σου η ζωή δεν έχει τον Κώστα τον Ακτίνη, που τον φέρανε μισό κορμί μέσα σε μια κουβέρτα, για κάτι προκηρύξεις που πέταξε μέσα στα "Ηλύσια" το σινεμά.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 133)
  • «Έκανα ξανά το γύρο της γειτονιάς. Στο σινεμά "Ηλύσια" καθυστέρησα κοιτάζοντας τις φωτογραφίες. Στρίβοντας τη γωνιά για το σπίτι μας, είδα στην πόρτα το καπάκι απ' την κάσα.» (Ενηλικίωση, 14)
  • «Στο σινεμά "Ηλύσια" καθυστέρησα κοιτάζοντας τις φωτογραφίες.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 138)

Ορφέας[επεξεργασία]

Κινηματογράφος στην οδό Αγίου Δημητρίου. Λειτούργησε το 1938 για πρώτη φορά.

  • «Βγαίνοντας από το σινεμά "Ορφέας", ο Αντώνης κι η Ματθίλδη, συμφώνησαν πως η χρυσή φωνή του Χόλυγουντ δεν ήταν πια ο Μπιγκ Γκρόσμπυ, αλλά ο Φρανκ Σινάτρα και, περίεργο, θαρρείς πως ο ένας ήταν γεννημένος για τον άλλο, σιγομουρμούρισαν ταυτόχρονα το "στρέηντζερ ιν δη νάιτ".» (Ενηλικίωση, 83)
  • «Βγαίνοντας από το σινεμά "Ορφέας", ο Αντώνης κι η Ματθίλδη, συμφώνησαν πως η χρυσή φωνή του Χόλυγουντ δεν ήταν πια ο Μπιγκ Γκρόσμπυ, αλλά ο Φρανκ Σινάτρα [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 221)

Πατέ[επεξεργασία]

Πολυτελής κινηματογράφος. Μετά τη φωτιά του ’17 μετεγκαταστάθηκε στη Βασιλέως Γεωργίου, προβάλλοντας κυρίως ξενόγλωσσες ταινίες, απευθυνόμενες σε μεγαλοαστούς. Επιτάχθηκε από τους Γερμανούς προβάλλοντας προπαγανδιστικά έργα.

  • «Όπως τότε, ας πούμε, που κάτι γειτονόπουλα είχαν φτιάξει το πρώτο συγκρότημα "τζαζ" στη χώρα, που το ονόμασαν "Τυρταίοι". Δώσανε μάλιστα και συναυλία στο σινεμά ΠΑΤΕ.» (Οι πρωταγωνιστές, 54)
  • «Πάντως, το ότι πήγε στο ΠΑΤΕ και όχι στο ωδείο δημιούργησε τελικά το δυσεπίλυτο πρόβλημα περί του αν η τζαζ αξίζει περισσότερο από την κλασική μουσική.» (Οι πρωταγωνιστές, 54)


Καφενεία / Τεκέδες[επεξεργασία]

Αστόρια[επεξεργασία]

Καφενείο στη διασταύρωση Τσιμισκή - Αγίας Σοφίας. Στέκι διανοούμενων και λογοτεχνών της πόλης.

  • «"Κάτι γίνεται στη συμπρωτεύουσα", έγραφε σε μια αθηναϊκή εφημερίδα ένας γυναικωτός θεατράνθρωπος, και στη συνέχεια συνέδεε την περίπτωση "Ανθίας" με τη λεγόμενη "σχολή Θεσσαλονίκης", που την εποχή εκείνη είχε δυό έδρες: την πρωινή στο "Φαρμακείο Ορφανού" και τη βραδινή στο γωνιακό τραπεζάκι του καφενείου "Αστόρια".» (Πρωταγωνιστές, 29)

Ερμής[επεξεργασία]

Καφενείο που λειτούργησε στο ισόγειο του περίφημου "κόκκινου σπιτιού". Αποτέλεσε στέκι καθηγητών της Μέσης Εκπαίδευσης.

  • «Συναντιόμασταν το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής όλοι [...] εκεί απέναντι, στο παλιακό κόκκινο μέγαρο, που το ισόγειό του καφενείο "Ερμής", πληρούται καθημερινά με την ανία και την πλήξη συνταξιούχων εκπαιδευτικών και λοιπών παροπλισμένων δημοσίων λειτουργών.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 88)

καφενείο του Γιαννακού[επεξεργασία]

Το καφενείο του Γιαννακού: το 1936 στη λεωφόρο στρατού χτίστηκε ένα διώροφο σπίτι. Στο ισόγειό του λειτούργησε το καφενείο του ο Γιαννακός, συγκεντρώνοντας κυρίως τους λεγόμενους παλιούς Θεσσαλονικείς

  • «[...] ξέρω κι ένα ονομαστό καφενείο - "του Γιαννακού".» (Μια μέρα με τον Σκαρίμπα, 113)

καφενείο του Χύμα[επεξεργασία]

  • «Τα φώτα και η ψιχάλα του 'φεραν στο νου νοσταλγίες παλιές. Τότε που πιανότανε ο πισινός τους στην ξερή στο καφενείο του Χύμα. Ανάμεσα σε δυό χαρτωσιές ρίχνανε και καμιά πολιτική συζήτηση. Στον τοίχο είχε μια επιγραφή "Απαγορεύονται τα πολτικά". Πιο κάτω η φωτογραφία του γέρου Βενιζέλου με δίκοχο.» (Οιδίπους Τύραννος, 41)

Πτι-παλαί[επεξεργασία]

Αρχικά λειτούργησε ως κέντρο διασκέδασης, ενώ μεταπολεμικά μετατράπηκε σε καφενείο.Βρίσκεται στη στην απόληξη της παραλιακής, στη Στρατηγού Καλλάρη.

  • «"Αύριο την ίδια ώρα", είπε ο Αντώνης και κατηφόρισαν μαζί την "Αποστόλου Παύλου", μέχρι που φτάσανε στο "Ιπποδρόμιο" κι ο Αντώνης έφυγε για το καφενείο, το "Πτι-παλαί", όπου τον περιμένανε οι άλλοι να μάθουν τα καθέκαστα.» (Ενηλικίωση, 86)
  • «[...] κι ο Αντώνης έφυγε για το καφενείο, το "Πτι-παλαί", όπου τον περιμένανε οι άλλοι να μάθουν τα καθέκαστα.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 225)

Τεκές του Σιδέρη[επεξεργασία]

Τεκές που λειτούργησε στο σπίτι του ιδιοκτήτη, Μήτσου Σιδέρη. Βρισκόταν δίπλα στα "Κούτσουρα", την ταβέρνα του Δαλαμάγκα. Σήμερα θα εντοπιζόταν στη γωνία της Οδού Τσιμισκή με τη Νικηφόρου Φωκά.

  • «Πάρε, να πούμε, το Μήτσο το Σιδέρη. Ξέρεις, εκείνον που λέει το τραγούδι μου, η Δροσούλα· "Άνω κάτω χτες τα κάναμε στου Σιδέρη τον παλιό ντεκέ";» (Το τελευταίο καταφύγιο, 29)
  • «Εκεί το σπίτι, εκεί κι ο ντεκές. Γιατί, ασ' τον τον Τσιτσάνη να λέει· ο Μήτσος, επί κατοχής, είχε τον πιο ονομαστό ντεκέ στη Σαλονίκη και κάθε λίγο και λιγάκι, παρ' όλα 'κείνα τα λαδώματα σ' αστυνομίες και δε συμμαζεύεται, για να κάνουνε τα στραβά μάτια αυτοί, μπέσα γυρεύεις; Κάνανε τα ντου τους στου Μήτσου και νά σου τον ύστερα τον καλό σου στο "Γεντί Κουλέ".» (Το τελευταίο καταφύγιο, 31)
  • «Όσο ν' αρχίσουν, όμως, να 'ρχονται όλοι αυτοί για να φτιαχτούνε, οι γείτονες γυρνώντας ή απ' τη δουλειά ή απ' το καφενείο, τη "Λέσχη των κυνηγών", σταμάταγαν μια δόση εκεί, στου Μήτσου, ρίχνανε ένα-δυο ούζα μαζί του, στο πόδι, αλλάζανε και κάτι κουβέντες κι ύστερα, "καληνύχτα, καληνύχτα κι αύριο με υγεία".» (Το τελευταίο καταφύγιο, 32)
  • «Ρολόι πήγαιναν όλα στο σπιτικό του Μήτσου κι όσο για τις γυναίκες –και τί γυναίκες, σωστές τσαούσες όλες τους– δεν είχανε ποτέ άλλαξει μια πικρή κουβέντα.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 32)
  • «Εκεί, λοιπόν, που παίζαμε, ακούμε μες στου Μήτσου φασαρία. Βγαίνει έξω κι ο Δαλαμάγκας να δει, ν' ακούσει τέλος πάντων, τί συμβαίνει; και 'κει επάνω, πέφτουνε από πίσω απ' του Μήτσου μες στα "Κούτσουρα", βροχή οι λουλάδες και το κατόπι, ένας ένας, η παρέα, με πρώτο και καλύτερο τον Τσιτσάνη.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 33)

Ταβέρνες / Κέντρα[επεξεργασία]

Αηδόνια[επεξεργασία]

  • «Μετά την παράσταση ο κύριος Θεόκλητος έδινε γεύμα για το θίασο στ' "Αηδόνια". [...] "Μετά την παράσταση συγκέντρωση στ' Αηδόνια ομαδικώς".» (Οιδίπους Τύραννος, 41)

Βάκχος[επεξεργασία]

  • «Κι ήτανε πλακατζής άνθρωπος ο Τζωνιός. Ακόμη και στη δουλειά του, λούστρος στο Λευκό Πύργο, τους έλεγε όλους χωρατά που δε λέγονται. Το βράδυ, πάλι, γυρνούσε με το πανεράκι του με τα φυστίκια και τη ρουλετίτσα τις ταβέρνες "Βάκχος", "Κούτσουρα" και "Πράσινα άλογα" κι έκανε του κόσμου τα καραγκιοζιλίκια στους πελάτες.» (Η παρέλαση, 22)
  • «Το βράδυ, πάλι, γυρνούσε με το πανεράκι του με τα φυστίκια και τη ρουλετίτσα τις ταβέρνες "Βάκχος", "Κούτσουρα" και "Πράσινα άλογα" κι έκανε του κόσμου τα καραγκιοζιλίκια στους πελάτες.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 77)
  • «Τη μέρα του αρραβώνα, ανήμερα τ' Αγίου Κωνσταντίνου, στρώθηκε ένα τραπέζι πέρα πέρα στην αυλή της οικογενειακής ταβέρνας "Βάκχος", που ήτανε πλάι στο σπίτι της κυρά-Λισάβετ.» (Η Παρέλαση, 33)
  • «Τη μέρα του αρραβώνα, ανήμερα τ' Αγίου Κωνσταντίνου, στρώθηκε ένα τραπέζι πέρα πέρα στην αυλή της οικογενειακής ταβέρνας "Βάκχος", που ήτανε πλάι στο σπίτι της κυρά-Λισάβετ.» (Η Παρέλαση-Ενηλικίωση, 17-18)
  • «Στις οχτώμιση ακριβώς, όπως το 'χανε συμφωνημένο, σταμάτησαν δυο κούρσες έξω απ' το "Βάκχο", κατέβηκε ο Ούγκος πρώτος με λουλούδια και το κατόπι του οχτώ Γερμανοί αξιωματικοί.» (Η Παρέλαση, 33)
  • «Στις οχτώμιση ακριβώς, όπως το 'χανε συμφωνημένο, σταμάτησαν δυο κούρσες έξω απ' το "Βάκχο" [...]» (Η Παρέλαση-Ενηλικίωση, 18)
  • «Όταν όλοι συνήλθαν, για πότε στρώθηκε εκείνο το γλέντι; Ο Κοσμάς έφερε μια ολόκληρη συκωταριά και καμιά δεκαριά μπριζόλες, ρετσίνα μια νταμιτζάνα απ' το "Βάκχο" και στρώθηκαν όλοι τους χαρούμενοι στο φαγοπότι.» (Η Παρέλαση-Ενηλικίωση, 47)
  • «Ο Κοσμάς έφερε μια ολόκληρη συκωταριά και καμιά δεκαριά μπριζόλες, ρετσίνα μια νταμιτζάνα απ' το "Βάκχο" και στρώθηκαν όλοι τους χαρούμενοι στο φαγοπότι.» (Η Παρέλαση-Ενηλικίωση, 45-46)
  • «[...]κι ο Σταύρος έξι μήνες μόνο παντρεμένος, και με ποιά; να παίρνει σβάρνα τις ταβέρνες "Βάκχος-Κούτσουρα" και δος του ούζα·» (Ενηλικίωση, 43)
  • «[...]κι ο Σταύρος έξι μήνες μόνο παντρεμένος, και με ποιά; να παίρνει σβάρνα τις ταβέρνες "Βάκχος-Κούτσουρα" και δος του ούζα·» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 174)
  • «Εκείνο το βράδυ ο Σταύρος ήρθε στο "Βάκχο" χωρίς "καλησπέρα" κι όλοι κρυφογελούσανε στην πλάτη του κι όλοι "καλώς το Σταύρο" λέγανε από μπροστά καλοσυνάτα και 'τοίμαζαν καρέκλα.» (Ενηλικίωση, 44)
  • «Εκείνο το βράδυ ο Σταύρος ήρθε στο "Βάκχο" χωρίς "καλησπέρα" [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 175)

Κιβωτός[επεξεργασία]

  • «Ποιός να τον βρει όμως το δάσκαλο μετά την παράσταση; Ούτε στο γεύμα αυτοκριτικής που θα γινότανε στο κέντρο "Η Κιβωτός" δεν τόλμησε να εμφανιστεί.» (Πρωταγωνιστές, 16)

Κούτσουρα[επεξεργασία]

Ταβέρνα του Γεώργιου Δαλαμάγκα στην οδό Νικηφόρου Φωκά. Λειτούργησε από τον Ιανουάριο του 1941 και έκλεισε μετά την Κατοχή. Εκεί έγινε γνωστός ο Βασίλης Τσιτσάνης.

  • «Έφταιγε, δηλαδή, ο Ούγκο Κλας, ο Γερμανός υπολιμενάρχης, που σαν είδε τη Μαρία, τη δεύτερη κόρη της κυρά-Λισάβετ, παρέα με παιδιά της γειτονιάς, στην οικογενειακή ταβέρνα "Κούτσουρα", φλογίστηκε ο άνθρωπος κι από τότε πού τον έχανες πού τον έβρισκες, στη γειτονιά.» (Η κυρα-Λισάβετ, 9)
  • «[...] σαν είδε τη Μαρία, τη δεύτερη κόρη της κυρά-Λισάβετ, παρέα με τα παιδιά της γειτονιάς στην οικογενειακή ταβέρνα "Κούτσουρα", φλογίστηκε ο άνθρωπος [...]» (Η παρέλαση, 28)
  • «[...] σαν είδε τη Μαρία, τη δεύτερη κόρη της κυρά-Λισάβετ, παρέα με τα παιδιά της γειτονιάς στην οικογενειακή ταβέρνα "Κούτσουρα", φλογίστηκε ο άνθρωπος [...]» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 9)
  • «Το βράδυ μεθοκόπησε στα "Κούτσουρα", κι όλοι στη γειτονιά παραξενεύτηκαν μαζί του [...]» (Η κυρα-Λισάβετ, 18)
  • «Το βράδυ μεθοκόπησε στα "Κούτσουρα", κι όλοι στη γειτονιά παραξενεύτηκαν μαζί του, που 'κανε έτσι, πρώτη μέρα παντρεμένος!» (Η Παρέλαση, 30)
  • «Το βράδυ μεθοκόπησε στα "Κούτσουρα", κι όλοι στη γειτονιά παραξενεύτηκαν μαζί του, που 'κανε έτσι, πρώτη μέρα παντρεμένος!» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 29)
  • «Κι ήτανε πλακατζής άνθρωπος ο Τζωνιός. Ακόμη και στη δουλειά του, λούστρος στο Λευκό Πύργο, τους έλεγε όλους χωρατά που δε λέγονται. Το βράδυ, πάλι, γυρνούσε με το πανεράκι του με τα φυστίκια και τη ρουλετίτσα τις ταβέρνες "Βάκχος", "Κούτσουρα" και "Πράσινα άλογα" κι έκανε του κόσμου τα καραγκιοζιλίκια στους πελάτες.
    –Με την τρελάρα του γεμίζει την κοιλάρα του, έλεγε ο Δαλαμάγκας, βλέποντας τους πελάτες να παίζουνε ρουλέτα με τον Τζωνιό. Εκείνος πάλι, όταν ο Τσιτσάνης έπαιζε τις "Αραπίνες" —και τις έπαιζε μονάχα όταν ο Τζωνιός ήταν στα "Κούτσουρα"— παρατούσε το πανέρι με τα φυστίκια, σαλτάριζε στο πάλκο κι έπιανε να κουνάει τις μαράκες.» (Η παρέλαση, 22-23)
  • «Το βράδυ, πάλι, γυρνούσε με το πανεράκι του με τα φυστίκια και τη ρουλετίτσα τις ταβέρνες "Βάκχος", "Κούτσουρα" και "Πράσινα άλογα" κι έκανε του κόσμου τα καραγκιοζιλίκια στους πελάτες. [...] Εκείνος πάλι, όταν ο Τσιτσάνης έπαιζε τις "Αραπίνες" —και τις έπαιζε μονάχα όταν ο Τζωνιός ήταν στα "Κούτσουρα"— παρατούσε το πανέρι με τα φυστίκια, σαλτάριζε στο πάλκο κι έπιανε να κουνάει τις μαράκες.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 77)
  • «Όξω σκοτάδι, πίσσα. Ένα ψευτοφέγγαρο τί να φωτίσει; και τα "Κούτσουρα" πέφταν, όσο να πεις, μακριά από κει που 'μασταν.» (Η Παρέλαση, 26)
  • «[...] και τα "Κούτσουρα" πέφταν, όσο να πεις, μακριά από κει που 'μασταν.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 81)
  • «Η Σοφούλα, πάλι, συμμαθήτρια μας στο σχολείο, όχι πως ήταν η πιο όμορφη, μα ήταν η πιο καλή μαθήτρια κι η πιο καλοντυμένη. Καθότανε πλάι στα "Κούτσουρα", την ταβέρνα, κι από κει μπροστά κάναμε τις τσάρκες με το ποδήλατο και δος του ορθοπεταλιά και δίχως χέρια κι ακόμα πιο επικίνδυνα ακροβατικά.» (Η Παρέλαση, 55)
  • Καθότανε πλάι στα "Κούτσουρα", την ταβέρνα, κι από κει μπροστά κάναμε τις τσάρκες με το ποδήλατο [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 89)
  • «Μετά που ήρθαν οι Εγγλέζοι και οι άλλοι, Ινδοί κι "αμίκοι" κι Αυστραλέζοι, στα "Κούτσουρα του Δαλαμάγκα", τα πράματα άρχισαν να μπερεδεύονται. Γιατί, εκεί που ήταν όλα εντάξει κι η ορχήστρα έπαιζε τα δικά μας, έμπαιναν μια παρέα από Εγγλέζους, ας πούμε, κι έβαζε τον Αγάπιο που έπαιζε Κλαρίνο και Σαξόφωνο, να παίξει, σώνει και καλά, σουίνγκ. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μέσα στο κέντρο γίνονταν καβγάδες, γιατί εκτός από τα γλέντια, ήτανε στη μέση και τα πολιτικά.» (Ενηλικίωση, 33)
  • «*«Μετά που ήρθαν οι Εγγλέζοι και οι άλλοι, Ινδοί κι "αμίκοι" κι Αυστραλέζοι, στα "Κούτσουρα του Δαλαμάγκα", τα πράματα άρχισαν να μπερεδεύονται.» (Παρέλαση - Ενηλικίωση, 160)
  • «[...]κι ο Σταύρος έξι μήνες μόνο παντρεμένος, και με ποιά; να παίρνει σβάρνα τις ταβέρνες «Βάκχος-Κούτσουρα» και δος του ούζα·» (Ενηλικίωση, 43)
  • «[...]κι ο Σταύρος έξι μήνες μόνο παντρεμένος, και με ποιά; να παίρνει σβάρνα τις ταβέρνες «Βάκχος-Κούτσουρα» και δος του ούζα·» (Παρέλαση - Ενηλικίωση, 174)
  • «Μια μέρα, καθόμασταν, καληώρα, εκεί που δούλευα επί κατοχής, στα "Κούτσουρα" του Δαλαμάγκα. Το ξέρεις το τραγουδάκι μου, "πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη στη Βάρνα κι από 'κει στα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα".» (Το τελευταίο καταφύγιο, 30)
  • «Ο Μήτσος ο Σιδέρης ήτανε, παλιά, γείτονάς μας και πράγματι, μάλαμα παιδί. Πονόψυχος και ταπεινός μέχρι αηδίας, που λένε. Το σπίτι του ήταν κολλητό στα "Κούτσουρα" του Δαλαμάγκα.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 30)
  • «Ένα πρωί, καλοκαιράκι ήτανε, παίζαμε στο υπαίθριο, στα "Κούτσουρα" του Δαλαμάγκα. Βγαίνει ο καλός σου να μας φοβερίσει, μα πού εμείς;
    –Ξεφτίλα Δαλαμάγκα, κουμαρτζή, κωλομπαρά, του σέρναμε και κείνος πού να τα βάλει μαζί μας; Τα μάζεψε και πήγε μες στο μαγαζί και μοναχά,
    –Δε θα μου πέσει, ρε τσογλάνια, κανένας στα χέρια; θα τον σκίσω σα σαρδέλα, θα τον χτυπήσω από καταγής σαν το χταπόδι, μας λέει και στέλνει το γκαρσόνι του, το Γιώργη το Μαχαλόμαγκα και 'κείνος μας κυνήγησε μ' ένα κοντόξυλο. Κάναμε, τάχατες, πως φύγαμε, μα σε λιγάκι, νά σου μας πάλι στα "Κούτσουρα", να κάνουμε χειρότερα και πιο άγαρμπα παιχνίδια, λες κι είχε μέλι εκεί μέσα και μεις, σαν τις μύγες, δε λέγαμε να ξεκολλήσουμε.
    Εκεί, λοιπόν, που παίζαμε, ακούμε μες στου Μήτσου φασαρία. Βγαίνει έξω κι ο Δαλαμάγκας να δει, ν' ακούσει τέλος πάντων, τί συμβαίνει; και 'κει επάνω, πέφτουνε από πίσω απ' του Μήτσου μες στα "Κούτσουρα", βροχή οι λουλάδες και το κατόπι, ένας ένας, η παρέα, με πρώτο και καλύτερο τον Τσιτσάνη.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 33)
  • «Ούτε 'κείνο το βράδυ ούτε το επόμενο έσκασε μύτη στα "Κούτσουρα" ο Τσιτσάνης.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 35)
  • «Τα "Κούτσουρα", πάλι, πήγαν να το γυρίσουνε σ' ένα πράμα που διόλου δεν του πήγαινε ούτε του Δαλαμάγκα ούτε της Σαλονίκης• γκαρσόνια ψαλιδόκωλοι με μπακαλιαράκια-σκουράντζο, άσπρα-μπουζάτα τραπεζομάντηλα και "καλέ άντες". Στο τέλος, πέρασαν λουκέτο κι ο Δαλαμάγκας τ' άναψε, που λεν, το σπαρματσέτο, μέρα μεσημέρι κι απόμεινε ρέστος.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 39)
  • «Έτσι, πήγε και κούρνιασε στο φτωχοκομείο, στη Σταυρούπολη κι αυτό πάλι με μέσον, γιατί τότε ακριβώς έγινε Δήμαρχος ένας κρασάς, μια τετράφυλλη ντουλάπα από μαόνι με καθρέφτη, που δε γίνεται, όλο και κάποιο κόκαλο θα 'χε γλύψει κι αυτός επί κατοχής στου Δαλαμάγκα.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 40)

Λουτρός[επεξεργασία]

  • «Εκεί, λοιπόν, στη Σταυρούπολη, λιγάκι παρακάτω απ' το τρελοκομείο, το "Λεμπέτ", πέρασε τα στερνά του ο Δαλαμάγκας. Μα κάθε λίγο και λιγάκι έσκαγε, που λένε, από την πλάτη και τότε πού να του βάλεις του Δαλαμάγκα καπίστρι; Έπαιρνε άδεια, που λένε, απ' τη σημαία και πήγαινε και την έστηνε στην ταβέρνα, στον "Λουτρό", στην αγορά κι όποιος τον αναγνώριζε (και ποιος, θα πεις, δεν τον θυμότανε τον Δαλαμάγκα) έδινε παραγγελία στον ταβερνιάρη
    −Κρασί και μεζέ στο Δαλαμάγκα, κι αυτός, πιες πιες, μέχρι το βράδυ, γινότανε ασήκωτος, μανάλι και γύρναγε αρκουδίζοντας, που λέει ο λόγος στη Σταυρούπολη.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 40)

Μπό Ριβάζ[επεξεργασία]

Κέντρο που λειτουργούσε στο άνοιγμα της οδού Αγίας Τριάδας εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η προτομή του βασιλιά Γεωργίου Α'

  • «Μέχρι τότε είχαμε ένα μονάχα παπά στην ενορία μας, τον παπά-Γιώργη. Ήτανε χοντρός σαν όλους τους παπάδες, με γένια άσπρα και μακριά και μια φωνάρα που να γκρεμάει ντουβάρια. Ο παππούς μου τον ήξερε πριν να γίνει παπάς. Ήταν, λέει, μεγαλέμπορας, ζάχαρες και τέτοια, και πρώτος γλετζές. Ήταν κι αυτό ένας απ' τους λόγους που τον φάγανε. Έμπαινε στο "Μπο ριβάζ" και στο "Χάι Λάιφ" κι άμα ερχότανε στα κέφια, τα 'κανε όλα λίμπα και το πρωί έστελνε απ'το μαγαζί το τσιράκι και πλήρωνε τη ζημιά μέχρι πεντάρα. Ύστερα, το εικοσιδύο πήγε στη Μικρά Ασία κι όταν γύρισε δε βρήκε τίποτα. Τότε τ' αποφάσισε και γίνηκε παπάς.» (Παρέλαση, 11)
  • «Έμπαινε στο "Μπο ριβάζ" και στο "Χάι Λάιφ" κι άμα ερχότανε στα κέφια, τα 'κανε όλα λίμπα και το πρωί έστελνε απ'το μαγαζί το τσιράκι και πλήρωνε τη ζημιά μέχρι πεντάρα.» (Παρέλαση - Ενηλικίωση, 59)

Πράσινα άλογα[επεξεργασία]

Ταβέρνα που φιλοξένησε στο υπόγειο του σπιτιού του, ο γιατρός Σπετσιώτης, στη διασταύρωση των οδών Νικηφόρου Φωκά και Παύλου Μελά. Στο ίδιο κτήριο στεγαζόταν και η Λέσχη των Κυνηγών.

  • «Το βράδυ ο Κοσμάς κι ο Σταύρος πήγαν παρέα στα "Πράσινα Άλογα", σα συνεταίροι κι αδέρφια που θα γίνονταν.» (Η Κυρα-Λισάβετ, 16)
  • «Το βράδυ ο Κοσμάς κι ο Σταύρος πήγαν παρέα στα "Πράσινα Άλογα", σα συνεταίροι κι αδέρφια που θα γίνονταν.» (Η Παρέλαση, 36)
  • «Το βράδυ ο Κοσμάς κι ο Σταύρος πήγαν παρέα στα "Πράσινα Άλογα", σα συνεταίροι κι αδέρφια που θα γίνονταν.» (Η Παρέλαση-Ενηλικίωση, 25)
  • «Κι ήτανε πλακατζής άνθρωπος ο Τζωνιός. Ακόμη και στη δουλειά του, λούστρος στο Λευκό Πύργο, τους έλεγε όλους χωρατά που δε λέγονται. Το βράδυ, πάλι, γυρνούσε με το πανεράκι του με τα φυστίκια και τη ρουλετίτσα τις ταβέρνες "Βάκχος", "Κούτσουρα" και "Πράσινα άλογα" κι έκανε του κόσμου τα καραγκιοζιλίκια στους πελάτες.» (Η παρέλαση, 22)
  • «Το βράδυ, πάλι, γυρνούσε με το πανεράκι του με τα φυστίκια και τη ρουλετίτσα τις ταβέρνες "Βάκχος", "Κούτσουρα" και "Πράσινα άλογα" κι έκανε του κόσμου τα καραγκιοζιλίκια στους πελάτες.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 77)

τα Όρνεα[επεξεργασία]

  • «[...] γιατί ο Παντελής ο Κουρέας απάνω στο κρασί στα "Όρνεα" είπε: "ε ρε, και να το πετύχω το χασαπόσκυλο" και κάτι τέτοια.» (Η Κυρα-Λισάβετ, 17)
  • «Στην αρχή τα χρειάστηκε. Βρήκε κάτι δικούς του που κρυβόντανε, κι αυτοί του είπαν να κρυφτεί κι αυτός, γιατί ο Παντελής ο κουρέας απάνω στο κρασί στα "Όρνεα" είπε: "ε ρε, και να το πετύχω το χασαπόσκυλο" και κάτι τέτοια. Μα ο Σταύρος πού ν' ακούσει για κρυψίματα.» (Η Παρέλαση, 37)
  • «[...] γιατί ο Παντελής ο κουρέας απάνω στο κρασί στα "Όρνεα" είπε: "ε ρε, και να το πετύχω το χασαπόσκυλο" και κάτι τέτοια.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 27)

ταβέρνα του Κρητικού[επεξεργασία]

  • «Απάνω που έλεγε να κόψει αυτά κι εκείνα, να βρει μια γυναίκα κι αυτός, σαν άνθρωπος, και να νοικοκυρέψει τα γεράματά του, απάνω εκει, μόλις έπαιρνε να βραδιάζει, δεν τ' άντεχε και γινότανε δυό κάτια και χωνότανε στην υπόγα, στην ταβέρνα του Κρητικού.» (Ενηλικίωση, 46)
  • «Απάνω που έλεγε να κόψει αυτά κι εκείνα, να βρει μια γυναίκα κι αυτός, σαν άνθρωπος, και να νοικοκυρέψει τα γεράματά του, απάνω εκει, μόλις έπαιρνε να βραδιάζει, δεν τ' άντεχε και γινότανε δυό κάτια και χωνότανε στην υπόγα, στην ταβέρνα του Κρητικού.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 177)

Χάι Λάιφ[επεξεργασία]

  • «Μέχρι τότε είχαμε ένα μονάχα παπά στην ενορία μας, τον παπά-Γιώργη. Ήτανε χοντρός σαν όλους τους παπάδες, με γένια άσπρα και μακριά και μια φωνάρα που να γκρεμάει ντουβάρια. Ο παππούς μου τον ήξερε πριν να γίνει παπάς. Ήταν, λέει, μεγαλέμπορας, ζάχαρες και τέτοια, και πρώτος γλετζές. Ήταν κι αυτό ένας απ' τους λόγους που τον φάγανε. Έμπαινε στο "Μπο ριβάζ" και στο "Χάι Λάιφ" κι άμα ερχότανε στα κέφια, τα 'κανε όλα λίμπα και το πρωί έστελνε απ'το μαγαζί το τσιράκι και πλήρωνε τη ζημιά μέχρι πεντάρα. Ύστερα, το εικοσιδύο πήγε στη Μικρά Ασία κι όταν γύρισε δε βρήκε τίποτα. Τότε τ' αποφάσισε και γίνηκε παπάς.» (Παρέλαση, 11)
  • «Έμπαινε στο "Μπο ριβάζ" και στο "Χάι Λάιφ" κι άμα ερχότανε στα κέφια, τα 'κανε όλα λίμπα και το πρωί έστελνε απ'το μαγαζί το τσιράκι και πλήρωνε τη ζημιά μέχρι πεντάρα.» (Παρέλαση - Ενηλικίωση, 59)

Λέσχες / Συλλογοι[επεξεργασία]

Λέσχη των κυνηγών[επεξεργασία]

Λειτουργούσε μέχρι μετά την κατοχή στο ισόγειο του οικήματος που βρισκόταν στη διασταύρωση των ιδών Νικηφόρου Φωκά και Παύλου Μελά. Στο ίδιο κτήριο βρισκόταν και η ταβέρνα Πράσινα Άλογα.

  • «Βγήκαμε έξω σαν τις άδικες κατάρες κι ο Νώντας έλεγε πως ο πατέρας του Κορίνου ήρθε και μας πρόδωσε στο διευθυντή γιατί είχε μαλώσει με το δικό του την Κυριακή στη "Λέσχη των Κυνηγών" για το δημοψήφισμα, γιατί, λέει, ο πατέρας του Νώντα δεν ήθελε το βασιλιά. Δε βαριέσαι.» (Η Παρέλαση, 62)
  • «[...] ο πατέρας του Κορίνου ήρθε και μας πρόδωσε στο διευθυντή γιατί είχε μαλώσει με το δικό του την Κυριακή στη "Λέσχη των Κυνηγών" για το δημοψήφισμα [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 99)
  • «Καλοκαίρι ήτανε κι ο Σπύρος καθότανε με κάτι δικούς τους έξω απ' τη "λέσχη των κυνηγών" και τα λέγανε.» (Ενηλικίωση, 48)
  • «Καλοκαίρι ήτανε κι ο Σπύρος καθότανε με κάτι δικούς τους έξω απ' τη "λέσχη των κυνηγών" και τα λέγανε.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 181)
  • «Όσο ν' αρχίσουν, όμως, να 'ρχονται όλοι αυτοί για να φτιαχτούνε, οι γείτονες γυρνώντας ή απ' τη δουλειά ή απ' το καφενείο, τη "Λέσχη των κυνηγών", σταμάταγαν μια δόση εκεί, στου Μήτσου, ρίχνανε ένα-δυο ούζα μαζί του, στο πόδι, αλλάζανε και κάτι κουβέντες κι ύστερα, "καληνύχτα, καληνύχτα κι αύριο με υγεία".» (Το τελευταίο καταφύγιο, 32)

Ροταριανός Σύλλογος Θεσσαλονίκης[επεξεργασία]

  • «Εκείνο, δηλαδή, το υπέροχο βράδυ, ήτανε ν' απονεμηθούν τα βραβεία του "Ροταριανού ομίλου". Χρυσούν μετάλλιον σε υπέργηρη ποιήτρια, αργυρό σε δημοδιδάσκαλο, που με την προσωπική εργασία των μαθητών του έχτισε, στην Κάτω Τούμπα, στο σχολείο, αποχωρητήρια, και χάλκινο σε νεαρό δικηγόρο, που βρήκε πορτοφόλι στην αίθουσα του τριμελούς πλημελιοδικείου και το παρέδωσε.
    Εν τω μεταξύ, η δεξίωση προοιωνίζονταν ονειρώδης. Είχανε, φυσικά, κληθεί όλες οι αρχές του τόπου, τα προεδρία των ευαγών, αγαθοεργών, πολιτιστικών, επαγγελματικών και ποδοσφαιρικών σωματείων, η αφρόκρεμα, ο κοινωνικός αθέρας, η χρυσή νεολαία και σύσσωμοι, μετά των κυριών και δεσποινίδων, οι Ροταριανοί της Ανατολικής, Βορείου, Δυτικής και Κεντρικής Θεσσαλονίκης. Νοτίου, βέβαια, δεν υπάρχει γιατί ως γνωστόν, νοτίως της Θεσσαλονίκης βρίσκεται ο Θερμαϊκός κόλπος.» (Πρωταγωνιστές, 39-40)

Χ.Α.Ν.Θ.[επεξεργασία]

  • «Έτσι περισσότερο από ντροπή παρά από φόβο απέφυγα το ποδήλατο κι όταν ξαναποφάσισα να μάθω, οι άλλοι όχι μονάχα ξέρανε αλλ' ανεβάζανε και τα κορίτσια και τα κάνανε βόλτες.
    Αυτό δε μπορούσα να το χωνέψω. Νοίκιασα λοιπόν και γω στα κρυφά τη γαϊδουρίτσα και πήγα πίσω απ' τη ΧΑΝΘ —μα πάλι τίποτα. Το μόνο που κατάφερα ήταν να γδάρω τα ποδάρια μου και, δεν έφτανε το τσούξιμο απ' το οινόπνευμα, είχα κι από πάνω τη μάνα μου που με βαρούσε όπου έφτανε.» (Η παρέλαση, 56)
  • «Νοίκιασα λοιπόν και γω στα κρυφά τη γαϊδουρίτσα και πήγα πίσω απ' τη ΧΑΝΘ —μα πάλι τίποτα.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 90)


Ιδρύματα[επεξεργασία]

Γεντί Κουλέ / Επταπύργιο[επεξεργασία]

  • «Για πού με το καλό, Ανδρομάχη μου; ρώτησε εκείνη η φαρμακομύτα η Γιασεμώ, που άνθρωπο για άνθρωπο δεν άφηνε σε χλωρό κλαρί, π' ανάθεμά την κι η φουκαριάρα η Ανδρομάχη, τι να πει;
    −Για το Δημοτικό Νοσοκομείο, της απάντησε, πάλι ο Μήτσος γαστρορραγία και του πάω φαγητό.
    Τώρα, γαστρορραγία και "ιμάμ μπαϊντί" γίνεται, που δε γίνεται; Άρα −ηλίου φαεινότερον· πάλι τον μπουζουριάσανε το Μήτσο και τον είχανε εκεί παραπάνω, στο Γεντί κουλέ.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 29)
  • «Κάνανε τα ντου τους στου Μήτσου και νά σου τον ύστερα τον καλό σου στο "Γεντί Κουλέ". Τότε ήτανε που η Ανδρομάχη ανηφόριζε κάθε λίγο και λιγάκι στο "Γεντί Κουλέ" κι η Γιασεμιώ, το φίδι, την παραμόνευε να τη φιδιάσει με τα λόγια της:
    –Πάλι γαστρορραγία ο Μήτσος, Ανδρομάχη μου; Κόσκινο πια γίνηκε το στομάχι τ' ανθρώπου [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 31)
  • «Η Αγια-Σοφιά βρίσκεται εσταυρωμένη μέσα στο κιβούρι του αυλόγυρού της· τα κάτω άκρα της εισχωρούν απ' τ' άνοιγμα της οδού Ερμού μέσα στα έγκατα του "Φραγκομαχαλά". Το δεξί της χέρι ανηφορίζει προς την επάνω πόλη και διαγκωνίζοντας την παμπάλαιη "βασιλική Αχειροποίητο", χώνει τα δάχτυλα της στις σαθρές επάλξεις του "Επταπύργιου". Το αριστερό της, πάλι, χέρι κατηφορίζει και καταδύεται μες στο Θερμαϊκό [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 86-87)

Διδασκαλείο[επεξεργασία]

«Κι εκτός απ' τα διάφορα που διέδωσε για τη θεία Ασπασία, πήρε μια μέρα το αεροπλάνο και πετώντας χαμηλά πάνω απ' την πόλη, πάνω απ' το διδασκαλείο, πέταξε, "εν ώρα" μάλιστα "διαλείμματος", ένα πακέτο.» (Ματαιότης Ματαιοτήτων, 17)

Ι.Κ.Α.[επεξεργασία]

  • «Καλοκαιράκι, το λοιπόν, ήτανε και ντάλα μεσημέρι και τα μάτια του Μήτσου γλαρώναν απ' την κούραση και τη ζέστη. Όμως, εκτός αυτού, ήτανε, ως φαίνεται, και το ζάκχαρο, που του 'χαν τελευταίως βρει στο Ι.Κ.Α. Κι έτσι όπως στέκονταν κάτω απ' τη σκαλωσιά, δεν πρόσεξε; δεν είδε; ποιος ξέρει; και του 'ρθε ο κουβάς απ' τ' αναβατόρι κατακέφαλα φορτωμένος και τον άφησε στον τόπο, τον καημένο.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 43-44)
  • «[...] η Ανδρομάχη ήρθε σπίτι μας να ρωτήσει κάτι τί στον πατέρα μου, ιδιαιτέρως, γιατί, όπως είπε, "δουλεύει στο Ι.Κ.Α. και ξέρει από συντάξεις".» (Το τελευταίο καταφύγιο, 45)

Ιωαννίδειος Σχολή[επεξεργασία]

Το πρώτο ελληνικό δημοτικό σχολείο που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1885, επί Τουρκοκρατίας, από τον Δημήτρη Ιωαννίδη.

  • «Έμενε εκεί απ' ανέκαθεν, απ' το 1912, όταν γύρισε απ' το Δυρράχιο και μπήκε δασκάλα στην Ιωαννίδιο Σχολή εδώ.» (Η παρέλαση, 21)
  • «Έμενε εκεί απ' ανέκαθεν, απ' το 1912, όταν γύρισε απ' το Δυρράχιο και μπήκε δασκάλα στην Ιωαννίδιο Σχολή εδώ.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 74)
  • «Εκείνο τον καιρό, κοντά στου Ιωαννίδη, στο σχολείο μας, ήρθαν και κάτσανε ανταρτόπληχτοι. Διωγμένοι απ' τα χωριά τους, πιάσανε με τα χίλια ζόρια ένα παληό παπαδίστικο χτήριο, σαράβαλο σωστό, που είχε ακόμα απέξω τους σουβάδες, σημάδια από σφαίρες.» (Η παρέλαση, 67)
  • «Εκείνο τον καιρό, κοντά στου Ιωαννίδη, στο σχολείο μας, ήρθαν και κάτσανε ανταρτόπληχτοι.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 106-107)

Μέριμνα του Παιδιού[επεξεργασία]

  • «Σκαρφάλωσα στη μάντρα της "Μέριμνας του Παιδιού", στηρίχτηκα στο "φάρο" που είχαν εκεί, και κάνοντας όσο πιο σιγά μπορούσα πήδησα μέσα στο προαύλιο.» (Ματαιότης ματαιοτήτων, 97)
  • «Απόμεινα ακόμη εκεί, καρφωμένος μέσα στο προαύλιο της "Μέριμνας" κι ένιωθα, πιο πολύ απ' το κρύο, να με διαπερνάει η ερημιά.» (Ματαιότης Ματαιοτήτων, 100)

Πανεπιστήμιο[επεξεργασία]

  • «Άλλοι απ' τη "Δόξα" κι άλλοι, εγώ, ο Κάβουρας, ο Μάριος κι η Ελπίδα, απ' τη "Βαγγελίστρα". [...] Εμείς τραβήξαμε για το Πανεπιστήμιο και τη "Βαγγελίστρα".» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 126)
  • «Συναντηθήκαμε με τους άλλους στο Πανεπιστήμιο μπροστά και δείξαμε αυτά που βρήκαμε στη Ρίτσα κι εκείνη είπε, "όχι δεν είναι του Σωτήρη" κι εμείς "τότε να τα πετάξουμε" είπαμε, όμως η Ρίτσα "να πάμε να τα δείξουμε στη μάνα μου", μας είπε.» (Η παρέλαση, 79-80)
  • «Συναντηθήκαμε με τους άλλους στο Πανεπιστήμιο μπροστά και δείξαμε αυτά που βρήκαμε στη Ρίτσα [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 128)
  • «Την άλλη μέρα, ξανά στο "Σειχ Σου". Ξανά η Ρίτσα κοίταγμα μπρος στο Πανεπιστήμιο κι ύστερα στο σπίτι ο κυρ-Ανέστης σκυμμένος απάνω στο τραπέζι, "όχι δεν είναι του Σωτήρη", να μας λέει και να φεγγοβολάει.» (Η παρέλαση, 80)
  • «Ξανά η Ρίτσα κοίταγμα μπρος στο Πανεπιστήμιο [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 128-129)
  • «[...] πριν από είκοσι χρόνια ακριβώς, τότε που τίποτε δε γινότανε στα φανερά, μιλούσαμε στο κυλικείο, στο κεντρικό του Πανεπιστημίου, για κείνον τον έρμο το Φ.Ο.Σ., το φοιτητικό όμιλο συζητήσεων.» (Ενηλικίωση, 55)
  • «[...] μιλούσαμε στο κυλικείο, στο κεντρικό του Πανεπιστημίου [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 187)
  • «[...] βγήκε αναμνηστική φωτογραφία μετά του κύριου κοσμήτορος, στις σκάλες της κεντρικής εισόδου του Πανεπιστημίου κάτω από το "ΜΟΥΣΕΣΧΑΡΙΣΙΘΥΕ" [...]» (Ενηλικίωση, 56-57)
  • «[...] στις σκάλες της κεντρικής εισόδου του Πανεπιστημίου κάτω από το "ΜΟΥΣΕΣΧΑΡΙΣΙΘΥΕ" [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 190)

Φτωχοκομείο[επεξεργασία]

  • «Έτσι, πήγε και κούρνιασε στο φτωχοκομείο, στη Σταυρούπολη κι αυτό πάλι με μέσον, γιατί τότε ακριβώς έγινε Δήμαρχος ένας κρασάς, μια τετράφυλλη ντουλάπα από μαόνι με καθρέφτη, που δε γίνεται, όλο και κάποιο κόκαλο θα 'χε γλύψει κι αυτός επί κατοχής στου Δαλαμάγκα.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 40)

Νοσοκομεία / Ιατρικά Κέντρα / Ψυχιατρεία[επεξεργασία]

Γαλλικό Νοσοκομείο[επεξεργασία]

Ιδρύθηκε από την καθολική εκκλησία και λειτούργησε σαν παράρτημα του νοσοκομείου "Αγίος Παύλος" αλλά αργότερα εγκαταλήφθηκε.

  • «Πάντως ό,τι και να είναι, είναι πια ξεθυμασμένος, όχι τόσο λόγω ηλικίας, όσο λόγω της εγχείρισης "προστάτη" που υποβλήθηκε προ διετίας στο "Γαλλικό Νοσοκομείο"» (Οι πρωταγωνιστές, 10)

Δημοτικό Νοσοκομείο[επεξεργασία]

Το νοσοκομείο χτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Το 1971 μετονομάστηκε σε Γ.Ν.Θ "Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ"

  • «Μπροστά στη Νέα Παναγία ήταν μια κλούβα γερμανικιά κι απόξω κουβεντιάζανε δυο Γερμανοί μπόγιες. Ο ένας πέταξε σ' ένα σκυλί μια φόλα. Ήταν ένα κομμάτι έντερο παραγεμισμένο με φαρμάκι. Το σκυλί όρμηξε να τη χάψει, μα πιο γρήγορα σαλτάρησε ο Τζωνιός και πρόλαβε και την έκανε μια μπουκιά. "Μη!", του φώναξε ο κυρ-Κώστας, μα όσο να πει το "μη", ο Τζωνιός την είχε κιόλας καταπιεί. Οι Γερμανοί γελούσανε σα ζώα. Ο Τζωνιός δεν κατάλαβε και γέλαγε κι αυτός, μα ο κυρ-Κώστας τον άρπαξε απ' το χέρι και τον τράβηξε κατά τον Ερυθρό Σταυρό. Ο Τζωνιός στην αρχή παραξενεύτηκε, μα σε λιγάκι, όταν αρχίσανε να πριονίζονται τα έντερά του, έτρεχε κι αυτός με τα μικρά του ποδαράκια βαστώντας την κοιλιά του. Στον Ερυθρό Σταυρό μόλις τον προλάβανε κι ύστερα τον στείλανε για περισσότερα στο Δημοτικό Νοσοκομείο.
    –Φαίνεται πως στον Ερυθρό Σταυρό μου κράτησαν τα στοιχεία. Πού να θυμάμαι τώρα; Από κει θα με βρήκε ο Τζωνιός όταν βγήκε απ' το Νοσοκομείο, είπε ο κυρ-Κώστας.» (Η Παρέλαση, 23-24)
  • «Στον Ερυθρό Σταυρό μόλις τον προλάβανε κι ύστερα τον στείλανε για περισσότερα στο Δημοτικό Νοσοκομείο. [...] Από κει θα με βρήκε ο Τζωνιός όταν βγήκε απ' το Νοσοκομείο, είπε ο κυρ-Κώστας.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 80)
  • «Απ' τη μεριά του δρόμου η μάντρα του νεκροταφείου και του Δημοτικού νοσοκομείου κι απ' την άλλη το ύψωμα για το συνοικισμό "Σαράντα εκκλησιές".» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 126)
  • «Πρώτα, λοιπόν, τοποθετήθηκε στο "δημοτικό νοσοκομείο". Στα τρία χρόνια επάνω, είχε εκπονήσει μια μελέτη με τον αθώο τίτλο "Στατιστικά τινα στοιχεία του δημοτικού νοσοκομείου". Η μελετη ήταν αφιερωμένη "εις τον Ιπποκράτην" και χωριζότανε σε τόσα κεφάλαια, όσες και οι εσωτερικές κλινικές και τα παρακλινικά εργαστήρια του νοσοκομείου.» (Πρωταγωνιστές, 87)
  • «Για πού με το καλό, Ανδρομάχη μου; ρώτησε εκείνη η φαρμακομύτα η Γιασεμώ, που άνθρωπο για άνθρωπο δεν άφηνε σε χλωρό κλαρί, π' ανάθεμά την κι η φουκαριάρα η Ανδρομάχη, τι να πει;
    −Για το Δημοτικό Νοσοκομείο, της απάντησε, πάλι ο Μήτσος γαστρορραγία και του πάω φαγητό.
    Τώρα, γαστρορραγία και "ιμάμ μπαϊντί" γίνεται, που δε γίνεται; Άρα −ηλίου φαεινότερον· πάλι τον μπουζουριάσανε το Μήτσο και τον είχανε εκεί παραπάνω, στο Γεντί κουλέ.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 29)
  • «–Ιλεός, επείγον, στο Δημοτικό νοσοκομείο, όπου της χώσανε ένα στουπί στο στόμα βρεμένο μ' αναισθητικό , τάχα να κοιμηθεί και να μη νιώθει τους πόνους, μα πιο πολύ θαρρώ, μην τύχει και δαγκώσει καμιά γλώσσα.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 61)
  • «Έτσι, σ' εκείνες τις ανεπανάληπτες συνεντεύξεις μας κατ' όναρ, σας ξανασυναντώ κάποια μέρα τρομερής καταστροφής, στο παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου, κάτω απ' την εσωτερική κλίμακα της κυρίας εισόδου του Δημοτικού Νοσοκομείου, μονοετές, λιπόσαρκον κι ολοφυρόμενο νήπιον [...] (Το τελευταίο καταφύγιο, 71)

Ερυθρός Σταυρός[επεξεργασία]

  • «Έτσι μεθυσμένος βρέθηκε ο Ζάκας, ο δικηγόρος, στη γειτονιά εκείνο το βράδυ, έπεσε μες στο λάκκο και τσάκισε το πόδι του. Βγήκαμε να τον σηκώσουμε μ' όλο που ήταν απαγορευμένη η κυκλοφορία κι αυτός αντίς για "ευχαριστώ" μας σκυλόβριζε "κομμούνες" κι άλλα· κι αυτό γιατί; γιατί, λέει, ήθελε καλά και σώνει να κοιμηθεί απόψε στο σπίτι μας κι αύριο έβλεπε. Μα ο πατέρας είδε το χάλι που 'χε το ποδάρι του κι έτρεξε και τηλεφώνησε στον Ερυθρό Σταυρό κι ήρθανε και τον πήρανε.» (Η Παρέλαση, 8)
  • «[...] ο πατέρας είδε το χάλι που 'χε το ποδάρι του κι έτρεξε και τηλεφώνησε στον Ερυθρό Σταυρό κι ήρθανε και τον πήρανε.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 55)
  • «Ήτανε, λέει, χειμώνας του σαρανταδύο, τότε που ο κόσμος πέθαινε στο δρόμο απ' την πείνα. Όταν δε βρίσκαν τίποτε για φαΐ, πηγαίνανε στον Ερυθρό Σταυρό, εκεί απέναντι απ' τη Νέα Παναγία, γιατί κάπου κάπου μοιράζανε κανά φαγώσιμο. Πού να προλάβουνε κι αυτοί τόσο κοσμάκη.» (Η Παρέλαση, 23)
  • «Όταν δε βρίσκαν τίποτε για φαΐ, πηγαίνανε στον Ερυθρό Σταυρό, εκεί απέναντι απ' τη Νέα Παναγία, γιατί κάπου κάπου μοιράζανε κανά φαγώσιμο.(Η Παρέλαση-Ενηλικίωση, 79)
  • «Μπροστά στη Νέα Παναγία ήταν μια κλούβα γερμανικιά κι απόξω κουβεντιάζανε δυο Γερμανοί μπόγιες. Ο ένας πέταξε σ' ένα σκυλί μια φόλα. Ήταν ένα κομμάτι έντερο παραγεμισμένο με φαρμάκι. Το σκυλί όρμηξε να τη χάψει, μα πιο γρήγορα σαλτάρησε ο Τζωνιός και πρόλαβε και την έκανε μια μπουκιά. "Μη!", του φώναξε ο κυρ-Κώστας, μα όσο να πει το "μη", ο Τζωνιός την είχε κιόλας καταπιεί. Οι Γερμανοί γελούσανε σα ζώα. Ο Τζωνιός δεν κατάλαβε και γέλαγε κι αυτός, μα ο κυρ-Κώστας τον άρπαξε απ' το χέρι και τον τράβηξε κατά τον Ερυθρό Σταυρό. Ο Τζωνιός στην αρχή παραξενεύτηκε, μα σε λιγάκι, όταν αρχίσανε να πριονίζονται τα έντερά του, έτρεχε κι αυτός με τα μικρά του ποδαράκια βαστώντας την κοιλιά του. Στον Ερυθρό Σταυρό μόλις τον προλάβανε κι ύστερα τον στείλανε για περισσότερα στο Δημοτικό Νοσοκομείο.
    –Φαίνεται πως στον Ερυθρό Σταυρό μου κράτησαν τα στοιχεία. Πού να θυμάμαι τώρα; Από κει θα με βρήκε ο Τζωνιός όταν βγήκε απ' το Νοσοκομείο, είπε ο κυρ-Κώστας.» (Η Παρέλαση, 23-24)
  • «Ο Τζωνιός δεν κατάλαβε και γέλαγε κι αυτός, μα ο κυρ-Κώστας τον άρπαξε απ' το χέρι και τον τράβηξε κατά τον Ερυθρό Σταυρό. [...] Στον Ερυθρό Σταυρό μόλις τον προλάβανε κι ύστερα τον στείλανε για περισσότερα στο Δημοτικό Νοσοκομείο.
    –Φαίνεται πως στον Ερυθρό Σταυρό μου κράτησαν τα στοιχεία.» (Η Παρέλαση-Ενηλικίωση, 80)

Λεμπέτ[επεξεργασία]

Λεμπέτι ή Λεμπέτ, το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης στο δήμο Σταυρούπολης. Ονομασία που προκύπτει από την ονομασία της ευρύτερης περιοχής στις αρχές του 20ου αιώνα (βλ. σήμερα "η Τούμπα του Λεμπέτ").

  • «Κανέναν δεν πείραζε ο Δημητρός. Μονάχα αν τον φώναζες, και μεις, παιδιά, το κάναμε συνέχεια,
    –Κλεφτοκουραμάνα!
    –H μάνα σου η πουτάνα! απαντούσε.
    Αυτά ήταν τα μόνα λόγια που ακούγαμε απ' το στόμα του και κάτι άλλα ακαταλαβίστικα, όταν τον έπιανε ο σεληνιασμός κι έπεφτε κάτω σα σανίδα κι άφριζε, και μεις του πιάναμε τα χέρια, πόδια και κεφάλι για να μη βροντηχθεί πουθενά, βάζοντάς του κι ένα πανί στο στόμα για να μη δαγκάσει τη γλώσσα του. Ύστερα σιγά σιγά ησύχαζε κι έφευγε αμίλητος. [...] O Παπα-Γαβριήλ όμως το πήρε στα ζεστά. Πήγε στο μητροπολίτη, τί είπε - τί δεν είπε, και σε λίγες μέρες ήρθε ένα ασθενοφόρο να τον πάρει. [...] Τί τους έφταιξε ο κακομοίρης ο Δημητρός και τον πηγαίνανε στο Λεμπέτ;» (Η Παρέλαση-Ενηλικίωση, 13-14)
  • «Τί τους έφταιξε ο κακομοίρης ο Δημητρός και τον πηγαίνανε στο Λεμπέτ;» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 64)
  • «Εκεί, λοιπόν, στη Σταυρούπολη, λιγάκι παρακάτω απ' το τρελοκομείο, το "Λεμπέτ", πέρασε τα στερνά του ο Δαλαμάγκας. Μα κάθε λίγο και λιγάκι έσκαγε, που λένε, από την πλάτη και τότε πού να του βάλεις του Δαλαμάγκα καπίστρι; Έπαιρνε άδεια, που λένε, απ' τη σημαία και πήγαινε και την έστηνε στην ταβέρνα, στον "Λουτρό", στην αγορά κι όποιος τον αναγνώριζε (και ποιος, θα πεις, δεν τον θυμότανε τον Δαλαμάγκα) έδινε παραγγελία στον ταβερνιάρη
    −Κρασί και μεζέ στο Δαλαμάγκα, κι αυτός, πιες πιες, μέχρι το βράδυ, γινότανε ασήκωτος, μανάλι και γύρναγε αρκουδίζοντας, που λέει ο λόγος στη Σταυρούπολη.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 40)

Σανατόριο Ασβεστοχωρίου[επεξεργασία]

Ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1920 ως "Νοσοκομείο Φυματιώντων" και το 1938 μετονομάστηκε σε "Σανατόριο Ασβεστοχωρίου". Στη θέση του σήμερα βρίσκεται το Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου".

  • «Ο Στέργιος να πούμε της κυρα-Ελπινίκης· ήταν το πιο αφρόπλαστο απ' όλα τα παιδιά, μα σάπιο πάχος. Έλειπε συχνά πυκνά απ' το σχολείο, ώσπου μια μέρα εξαφανίστηκε. Κάτι είπανε πως νοίκιασαν δωμάτιο στ’ Ασβεστοχώρι, απέναντι απ’ το Σανατόριο, πως ο πατέρας του ο κυρ-Νίκος ξετινάχτηκε, ακόμη κι ένα χωράφι πατρικό στο Χαρμανκιόι το πούλησε. Όμως το Στέργιο δεν τον ξανάδαμε.» (Η παρέλαση, 66)
  • «Κάτι είπανε πως νοίκιασαν δωμάτιο στ’ Ασβεστοχώρι, απέναντι απ’ το Σανατόριο [...]»(Η παρέλαση - Ενηλικίωση 104-105)

Υγειονομικό Κέντρο[επεξεργασία]

  • «Απέναντι από το σχολείο μας ήτανε το "Υγειονομικό κέντρο". Δίπλα είχε ένα σπιτάκι όπου, κάθε Πέμπτη, πέρναγαν όλες οι "δημόσιες" της Θεσσαλονίκης για εξέταση. Κι ήτανε τότε με τις "επιχειρήσεις", γεμάτη η πόλη από στρατό κι από τέτοια σπίτια και μάλιστα για κάθε τσέπη.» (Ενηλικίωση, 34)
  • «Απέναντι από το σχολείο μας ήτανε το "Υγειονομικό κέντρο".» (Παρέλαση - Ενηλικίωση, 162)


Νεκροταφεία[επεξεργασία]

Αγίας Παρασκευής[επεξεργασία]

  • «[…] το βλέμμα μου αρχίνησε να σεργιανάει υπεριπτάμενο, κυματιστό και διαγώνιο περνώντας πάνω απ' τα μίζερα καναγκαιρίσια σπιτάκια του συνοικισμού Σταυρουπόλεως [...] και τελικά να προσορμιστεί εκεί, στην είσοδο του λαϊκού νεκροταφείου της Αγια-Παρασκευής, δεξιά όπως εισέρχεσαι στην πόλη μας, όπου, εκτός των λοιπών, επαρκώς περιγεγραμμένων υπό της ιστορίας, δυο τρεις κοπρίτες-καφενόβιοι, των οποίων ο ηλίθιος κώλος είχε ονειρευτεί υπουργικούς θώκους, έσπευσαν διαγκωνίζοντας το αδιάφορο, πλην φιλοπερίεργο, γενικά πλήθος, να στεφανώσουνε εκείνο τον κρετίνο, τον σαπιοκοιλιά κινηματία, που εισέρχονταν θριαμβευτικά στην πόλη, επικεφαλής ημιαγρίων, ημεδαπών ημιατάκτων βασιβουζούκηδων και τσέτηδων και καβαλικωτό πάνω σ' ένα ψωριάρικο "Ροσινάντη" εκ Σοχού, με τη ράχη του περισπασμένη κάτω από το βάρος των τεράστιων και συγκαμμένων κωλομεριών του ηγέτη.
    Εκεί ακριβώς, στην είσοδο αυτού του νεκροταφείου απόμειν' η ματιά μου, έμπλεη άδικων, μα και δικαίων θανάτων.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 52)
  • «Κι ένιωθα όλ' αυτά τα υπέροχα αποκούμπια, που βγαίνανε από ένα ζάπλουτο κι αθησαύριστο υβρεολόγιο και βλαστημολόγιο, τόσο ποικίλο και πολύχρωμο, όσο και κείνα τ' άνθη και τα φυτά, που αθώα μου γνέφανε και με καλούσαν πάνω απ' τη μάντρα της Αγια-Παρασκευής [...] (Το τελευταίο καταφύγιο, 68)

Ευαγγελίστριας[επεξεργασία]

  • «Ο Ζαφείρης τοποθετήθηκε μιας εξαρχής στο "τμήμα στατιστικής του δημοτικού νεκροταφείου Ευαγγελιστρίας".» (Πρωταγωνιστές, 48)
  • «Η μελέτη αυτή είχε εξαιρετική επιτυχία. Του χάρισε μάλιστα και μια νέα εύφημο μνεία, αλλά και μια νέα μετάθεση στο "Δημοτικό νεκροταφείο Ευαγγελίστριας".» (Πρωταγωνιστές, 89)

Εβραίικα μνήματα[επεξεργασία]

  • «Ο Ζαφείρης ήταν θυμωμένος. Πόσες θυσίες είχε κάνει γι'αυτή. Έφτασε να πουλήσει τη "Μαγεμένη Ψυχή" μισοτιμής και μισοδιαβασμένη για να την πάει σε ξενοδοχείο μιά και φοβόταν τους μπανιστιρτζήδες στα εβραίικα.» (Οιδίπους Τύραννος, 31)
  • «Είχε η κάθε μία τη γωνιά της και περίμενε, κι έρχονταν παρέες-παρέες οι φαντάροι και οι άλλοι και λέγαν δυο κουβέντες κι ύστερα αυτές μπροστά κι οι άλλοι πίσω, πηγαίνανε στους Χορτατζήδες ή στα εβραίικα μνήματα ή, για κοντά, σε κάνα βομβαρδισμένο σπίτι ή σε κάνα παρατημένο οικόπεδο.» (Ενηλικίωση, 35)
  • «[...] αυτές μπροστά κι οι άλλοι πίσω, πηγαίνανε στους Χορτάτζηδες ή στα εβραίικα μνήματα [...]» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 162-163)

Ζέιτελιγκ[επεξεργασία]

  • «Δεν ήξερε κανένα, πια, που να τον λένε Φερδινάνδο. Άλλωστε, ποιόνα μπορούσε να τον λένε έτσι σ'αυτή την πόλη; Ίσως κανένα παπά στη Φραγκοκκλησιά ή στο καθολικό νεκροταφείο του Ζέιτελιγκ, ή κάποιον από κείνους τους μπατιρημένους Αγγλο-γάλλους, που είχανε ξεμείνει αμανάτι, ύστερα από τον πρώτο πόλεμο.» (Πρωταγωνιστές, 79)
  • «το βλέμμα μου αρχίνησε να σεργιανάει υπεριπτάμενο, κυματιστό περνώντας πάνω απ' τα μίζερα καναγκαιρίσια σπιτάκια του συνοικισμού Σταυρουπόλεως[…] να εισέρχεται μες στο συμμαχικό νεκροταφείο Ζέιτελινγκ, με τους πανομοιότυπους σταυρούς στοιχημένους επακριβώς πάνω στο τεταμένο νήμα και τα πρόσωπα των νεαρών κατά το, κατά το πλείστον, νεκρών του ¨πρώτου μεγάλου πολέμου", κοκαλωμένα προς Ανατολάς, εξ ων και το ανέσπερο φως, που λένε.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 51-52)

Διοικητικές Αρχές / Υπηρεσίες[επεξεργασία]

Δικαστήρια[επεξεργασία]

  • «Τα μεσημέρια πάλι, πήγαινε στο "Φρουραρχείο", εκεί στα Δικαστήρια και περίμενε να πάρουν οι φαντάροι το φαΐ τους κι ύστερα ο μάγειρας να μοιράσει στ' ανταρτόπληχτα το περίσσευμα. Και μαζί με τ' άλλα τα παιδιά περίμενε κι ο Κώτσος μ' ένα ντενεκεδένιο κουτί από αλίπαστα, που τούχε κάνει και χερούλι από σύρμα για να μη ζεματιέται. Κι ύστερα πήγαινε και μοιραζόταν το φαΐ με τη θεία του, το μόνο δικό του άνθρωπο, που μένανε μαζί.» (Η παρέλαση, 68)
  • «Τα μεσημέρια πάλι, πήγαινε στο "Φρουραρχείο", εκεί στα Δικαστήρια και περίμενε να πάρουν οι φαντάροι το φαΐ τους [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 109)
  • «Πόντιος κι "αντίθετος" ο πατέρας του, ο κυρ-Λεόντιος, δάσκαλος κάποτε στο σχολείο μας, απ' την Τραπεζούντα· γερά γράμματα, όχι παίξε-γέλασε. Τον διώξανε ύστερα από το δημόσιο κι είχε ένα τραπεζάκι έξω απ' τα δικαστήρια κι έγραφε αιτήσεις.» (Ενηλικίωση, 59)
  • «Πόντιος κι "αντίθετος" ο πατέρας του, ο κυρ-Λεόντιος, δάσκαλος κάποτε στο σχολείο μας, απ' την Τραπεζούντα· γερά γράμματα, όχι παίξε-γέλασε.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 192)

Διοικητήριο[επεξεργασία]

  • «[...]σουλατσάριζε επίσημα και τάχατες αδιάφορα μέσα στη σάλα κι έδειχνε με τρόπο στο Σωτήρη, τον έμπιστό του, Θεός σχωρέσ' τον, τον καθαρίσανε αργότερα κάπου στο "Διοικητήριο", κι αυτός αμέσως φερμάριζε τον πίνακα ή το χαλί και το ΄παιρνε παραμάσκαλα κι αυτό ήταν όλο κι όλο. Κι ύστερα ποιός να προσέξει πως λείπει κάτι από το σπίτι;» (Ενηλικίωση, 73)
  • «[...] έδειχνε με τρόπο στο Σωτήρη, τον έμπιστό του, Θεός σχωρέσ' τον, τον καθαρίσανε αργότερα κάπου στο "Διοικητήριο" [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 209)
  • «Εκείνες τις μέρες, αρχές Μαρτίου ήτανε του 1913, μέσα στην πόλη γινότανε μεγάλη ανακατωσούρα. Είχαν βλέπεις σκοτώσει (ένας "τρελός" είπανε) το βασιλιά, τον Γεώργιο τον πρώτο, την ώρα που έκανε με τον υπασπιστή του τον απογευματινό του περίπατο στην Αγία Τριάδα, κοντά στου θείου σου του Μερκούρη, όπου σήμερα έχουνε και την προτομή του. Πέρασαν όμως μέρες και μέρες, κι ενώ όλοι ξέραμε πως πάνω στο Διοικητήριο γίνονταν ανακρίσεις και λοιπά, ωστόσο τίποτε το θετικό δεν είχαν πει ακόμη.» (Ματαιότης ματαιοτήτων, 107 )
  • «-Πάει, τον φάγανε τον Σχοινά, είπε και πρόσθεσε·
    -Ποιός ξέρει τι βρομιές τους ήξερε και... τον ξωπετάξανε απ' το παράθυρο, απ' τον τρίτο όροφο του Διοικητηρίου. [...]
    -Την ώρα που εγένετο η ανάκρισις, ο δολοφόνος διέλαθεν της προσοχής των ανακριτικών οργάνων και ηυτοκτόνησεν ριφθείς εκ του τρίτου ορόφου του Διοικητηρίου. [Ο συνταγματάρχης] το είπε σαν να διάβαζε κάποια επίσημη ανακοίνωση, κι εγώ, αν και δεν πολυκατάλαβα, ένιωσα μια πρόσθετη ταραχή.» (Ματαιότης ματαιοτήτων, 111-112 )

Νομαρχία[επεξεργασία]

Από το 1979 και εξής στεγάζεται στη Βίλλα Αλλατίνι επί της Βασιλίσσης Όλγας στην περιοχή Ντεπώ.

  • «–Δε ρωτάς καλύτερα στη Νομαρχία;
    –Γαλήνη, Γαλήνη, Γαλήνη, αναρωτιότανε βαριεστημένα κι ο υπάλληλος της Νομαρχίας ψάχνοντας, πιθανόν, στα δενξερωποιά αρχαία του κιτάπια.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 105)

Τηλεγραφείο[επεξεργασία]

  • «Δεν μπόρεσα να καταλάβω ποτέ, ποια τύχη οδήγησε τα βήματά μου μπροστά στο κτίριο του τηλεγραφείου.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 129)

Τουρκικό Προξενείο[επεξεργασία]

Στεγάζεται σε χώρο παραδίπλα από το "Μουσείο του Κεμάλ", στην οδό Αποστόλου Παύλου.

  • «Ένα τέτοιο απόγευμα μπορεί να σου τύχει να κάθεσαι σ'ένα ξεχασμένο καφενείο, γωνία Αποστόλου Παύλου κι Αγίου Δημητρίου, φάτσα στο Τουρκικό προξενείο και στο σπίτι του Κεμάλ, και το γκαρσόνι: "Ο πατσάς, κύριε, κι ο καφές, θέλουν τη βρωμίτσα τους για να νοστιμέψουν", θα σου πει για να γλιτώσει από κάποια παρατήρησή σου για το μισολερωμένο φλιτζάνι.» (Ενηλικίωση, 54-55)

Υπουργείο[επεξεργασία]

  • «Πήγε με την ψυχή στο δόντια στο Υπουργείο κι ήτανε ν' ανοίξει η γης και να τον καταπιεί όταν τον μπάσανε σ' εκείνη την απέραντη γραφειάρα.» (Πρωταγωνιστές, 23)

Φρουραρχείο[επεξεργασία]

  • «Οι γείτονες, αφού κάνανε το ντου στα τρία μέγαρα και ξάφρισαν όλα όσα είχανε εγκαταλείψει οι Γερμανοί, συμμαζεύτηκαν όλοι στα σπίτια τους, γιατί οι Γερμανοί ανατίναζαν στο λιμάνι τα καράβια και καίγανε στο Φρουραρχείο όπλα και πυρομαχικά. Κι εμείς, που η γειτονιά μας ήταν κοντά στη θάλασσα και πλάι στο φρουραρχείο, όσο να πεις είχαμε κίνδυνο.» (Η Κυρα-Λισάβετ, 15)
  • «[...] οι Γερμανοί ανατίναζαν στο λιμάνι τα καράβια και καίγανε στο Φρουραρχείο όπλα και πυρομαχικά. Κι εμείς, που η γειτονιά μας ήταν κοντά στη θάλασσα και πλάι στο φρουραρχείο, όσο να πεις είχαμε κίνδυνο.» (Η παρέλαση, 35)
  • «[...] οι Γερμανοί ανατίναζαν στο λιμάνι τα καράβια και καίγανε στο Φρουραρχείο όπλα και πυρομαχικά. Κι εμείς, που η γειτονιά μας ήταν κοντά στη θάλασσα και πλάι στο φρουραρχείο, όσο να πεις είχαμε κίνδυνο.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 22)
  • «Έτσι επικίνδυνος ήταν ο λάκκος κι εμείς τον κάναμε ακόμη πιο επικίνδυνο με τ' ακροβατικά μας στην άκρα του και το ψαχτήρι μας μες στο σκουπιδαριό που πέταγαν οι Γερμανοί απ’το Φρουραρχείο.» (Η παρέλαση, 8)
  • «Έτσι επικίνδυνος ήταν ο λάκκος κι εμείς τον κάναμε ακόμη πιο επικίνδυνο με τ' ακροβατικά μας στην άκρα του και το ψαχτήρι μας μες στο σκουπιδαριό που πέταγαν οι Γερμανοί απ’το Φρουραρχείο.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 55)
  • «Για το πώς βρέθηκε στη γειτονιά ο Δημητρός δεν ήξερε κανένας. Ήταν ένας μαυριδερός ανθρωπάκος που φόραγε μια στρατιωτική χλαίνη ίσαμε τον αστράγαλο και δε μίλαγε σχεδόν καθόλου. Ούτε στην κυρα-Λισάβετ, που τον κοίμιζε κάτω απ' τη σκάλα της. Τα βόλευε όπως όπως απ' τη γειτονιά κι απ' το Φρουραρχείο, όπου τον είχανε μόνιμο στο συσσίτιο.» (Η παρέλαση, 13)
  • «Τα βόλευε όπως όπως απ' τη γειτονιά μας κι απ' το Φρουραρχείο, όπου τον είχανε μόνιμο στο συσσίτιο.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 63)
  • «Τα μεσημέρια πάλι, πήγαινε στο "Φρουραρχείο", εκεί στα Δικαστήρια και περίμενε να πάρουν οι φαντάροι το φαΐ τους κι ύστερα ο μάγειρας να μοιράσει στ' ανταρτόπληχτα το περίσσευμα. Και μαζί με τ' άλλα τα παιδιά περίμενε κι ο Κώτσος μ' ένα ντενεκεδένιο κουτί από αλίπαστα, που τούχε κάνει και χερούλι από σύρμα για να μη ζεματιέται. Κι ύστερα πήγαινε και μοιραζόταν το φαΐ με τη θεία του, το μόνο δικό του άνθρωπο, που μένανε μαζί.» (Η παρέλαση, 68)
  • «Τα μεσημέρια πάλι, πήγαινε στο "Φρουραρχείο", εκεί στα Δικαστήρια και περίμενε να πάρουν οι φαντάροι το φαΐ τους [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 109)

Αγορές[επεξεργασία]

Καπάνι[επεξεργασία]

  • «Έτσι καλός και βασανισμένος που ήτανε, γίνηκε με το πρώτο φίλος καρδιακός με τους μικροέμπορους στο "Καπάνι", στη "Μοδιάνο" και στα "Πλατανάκια".» (Οι πρωταγωνιστές, 22)

Λαχαναγορά[επεξεργασία]

Μοδιάνο[επεξεργασία]

  • «Έτσι καλός και βασανισμένος που ήτανε, γίνηκε με το πρώτο φίλος καρδιακός με τους μικροέμπορους στο "Καπάνι", στη "Μοδιάνο" και στα "Πλατανάκια".» (Οι πρωταγωνιστές, 22)

Εργοστάσια[επεξεργασία]

Ηλεκτρική Εταιρία[επεξεργασία]

  • «Απέναντι από το σχολείο μας ήτανε το "Υγειονομικό κέντρο". Δίπλα είχε ένα σπιτάκι όπου, κάθε Πέμπτη, πέρναγαν όλες οι "δημόσιες" της Θεσσαλονίκης για εξέταση. [...] έρχονταν στολισμένες όλες για την επιθεώρηση, μονάχες τους ή, αν είχαν, με τους νταβατζήδες τους, που κάθονταν παραπέρα, σ' ένα καφενείο και τά λεγαν αναμεταξύ τους. Ήταν και μερικές απ' τ' ακριβά σπίτια, που έρχονταν με ταξί. Απ' τ' "Αγγελάκια" και την "ηλεκτρική εταιρία".» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 163)
  • «Ήταν και μερικές [ δημόσιες ] απ' τ' ακριβά σπίτια, που έρχονταν με ταξί. Απ' τ' "Αγγελάκια" και την "ηλεκτρική εταιρία".» (Ενηλικίωση, 35)

Υφανέτ[επεξεργασία]

Υφαντουργείο που λειτούργησε από το 1905 έως το 1964. Το Υπουργείο Πολιτισμού το χαρακτήρισε ως «ιστορικό διατηρητέο μνημείο». Τα τελευταἰα χρόνια τελεί υπό κατάληψη.

  • «Η Ανδρομάχη κι η κουνιάδα της η Σοφία ξενοπλένανε και τα κορίτσια μπήκανε ανειδίκευτες εργάτριες στο εργαστάσιο της ΥΦΑΝΕΤ.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 44)
  • «Η Ανδρομάχη εξακολουθούσε να ξενοπλένει και τα κορίτσια εργάτριες, ειδικευμένες πια, στην ΥΦΑΝΕΤ.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 45)
  • «Το εργοστάσιο έκλεισε οριστικά κι απόμειναν οι άνθρωποι χωρίς μεροκάματο και με τα ψίχουλα από το ταμείο ανεργίας [...]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 46)

Φιξ[επεξεργασία]

  • «Ο Κώστας δούλευε εργάτης στου ΦΙΞ μαζί με τον πατέρα του, τον κυρ-Αναστάση.»(Η παρέλαση, 9)
  • «Ο Κώστας δούλευε εργάτης στου ΦΙΞ μαζί με τον πατέρα του, τον κυρ-Αναστάση.»(Η παρέλαση'-Ενηλικίωση, 57)


Καταστήματα / Ιδιωτικές Επιχειρήσεις[επεξεργασία]

Βαφεία Αφοί Αποστολίδη[επεξεργασία]

  • «Το βέβαιο πάντως είναι πως ο θείος Φωτάκης, που ήταν αρχιτεχνίτης στα μεγαλύτερα βαφεία, στους "Αφούς Αποστολίδη" ήταν ανέκαθεν ερωτευμένος-"φουλ" με τη θεία Ασπασία [...] » ( Ματαιότης ματαιοτήτων )

Παλαιοβιβλιοπωλείο Ξενοφώντα[επεξεργασία]

  • «Να σκεφτείς ότι αναγκάστηκε να πουλήσει στου "Ξενοφώντα" και τα λιγοστά βιβλία που βρέθηκαν, τις οίδες πώς, στο σπίτι τους· τη "Μαγεμένη Ψυχή" του Ρομαίν Ρολάν, μισοτιμής και μισοδιαβασμένη και το "Ήμουνα ένα άσχημο κορίτσι" της Άννας Μαρίας Σελίνκος.» (Πρωταγωνιστές, 25)

Ραδιοφωνικός Σταθμός Τσιγκερίδη[επεξεργασία]

  • «[...] μια Κυριακή, τέλη Μαΐου ήτανε, θυμάμαι, μεσημεριάτικα μου είπε: "Αντε να πάμε για ποδήλατο", κι εγώ τινάχτηκα, ελατήριο σωστό, κι ο Κωστάκης "Θα πάμε στην Έκθεση" μου είπε. Έκθεση, Έκθεση σκέφτηκα. Ήτανε, βέβαια, μακριά η Έκθεση απ' τη γειτονιά. Εκεί που τώρα είναι οι πολυκατοικίες των αξιωματικών. Ήτανε μια άδεια και ξερή αλάνα, κατηφορική προς τη μεριά της θάλασσας, που 'χε μονάχο κτίσμα την παράγκα του ραδιοφωνικού σταθμού του Τσιγγερίδη. Ήτανε μακριά, μα εγώ για να μάθω ποδήλατο θα πήγαινα στα πέρατα του κόσμου.» (Η παρέλαση, 56)
  • « Ήτανε μια άδεια και ξερή αλάνα, κατηφορική προς τη μεριά της θάλασσας, που 'χε μονάχο κτίσμα την παράγκα του ραδιοφωνικού σταθμού του Τσιγγερίδη.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 91)

Τράπεζα "Αμάρ"[επεξεργασία]

Τρία τραπεζικά γραφεία που λειτούργησαν τον 20ο αιώνα υπό τη διεύθυνση τριών μελών της οικογένειας Αμάρ

  • «[...] και πριν πάρει το λόγο ο κύριος ομιλητής της βραδιάς, πρόεδρος του Κεντρικού τομέα, τέως διευθυντής της Τράπεζας "Αμάρ" και ερασιτέχνης ποιητής, κύριος Αθανάσιος Κατιρτζόγλου με θέμα, "Η αλληλοβοήθεια ως παράγων κοινωνικής προαγωγής", ανέβηκε στο βήμα ο κύριος Υπουργός [...]» (Πρωταγωνιστές, 41)

Φαρμακείο Ορφανού (Ν.Γ.Πεντζίκη)[επεξεργασία]

  • «"Κάτι γίνεται στη συμπρωτεύουσα", έγραφε σε μια αθηναϊκή εφημερίδα ένας γυναικωτός θεατράνθρωπος, και στη συνέχεια συνέδεε την περίπτωση "Ανθίας" με τη λεγόμενη "σχολή Θεσσαλονίκης", που την εποχή εκείνη είχε δυό έδρες: την πρωινή στο "Φαρμακείο Ορφανού" και τη βραδινή στο γωνιακό τραπεζάκι του καφενείου "Αστόρια".» (Οι Πρωταγωνιστές, 29)[4]
  • «Πάντως η αρχική πεποίθηση πως ο Ορφανός ήταν άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, δημιουργήθηκε εξαιτίας των γλωσσικών του ανησυχιών. Γιατί, από την αρχή της καριέρας του ως φαρμακοποιού, έδειξε μια σαφέστατη και έμπρακτη προτίμηση για τη δημοτική γλώσσα, γράφοντας στην ταμπέλα του φαρμακείου του, "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ", αντί για "ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΝ". Έτσι το Φαρμακείο Ορφανού ήταν το μόνο στην πόλη που δεν ήταν Φαρμακείον.» (Οι Πρωταγωνιστές, 53-54)
  • «Όταν πήγαινε στο φαρμακείο [Ορφανού] ο Ραμόνας δεν παρέλειπε να πιάνει συζήτηση μαζί του για θέματα καλλιτεχνικά. Εκεί μαζεύονταν κι άλλοι πνευματικοί άνθρωποι, ολόκληρη η "σχολή Θεσσαλονίκης" και συζητούσαν.» (Οι Πρωταγωνιστές, 60)

Φροντιστήριο Δημόκριτος[επεξεργασία]

  • «-Ωραία λοιπόν, του είπα• ερώτηση: τι ήταν ο Δημόκριτος;
    -Φσσσ, ξεφύσηξε ο Γιωργάκης περιφρονητικά, κι αμέσως: ο Δημόκριτος; Φροντιστήριο, είπε.
    Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι με τη γυναίκα μου. Πρώτη συνήλθε εκείνη•
    -Τι φροντιστήριο, βρε, του είπε συγκρατώντας την αγανάκτησή της με το ζόρι.
    -Φροντιστήριο, ξαδέρφη, της είπε, φροντιστήριο• γωνία Τσιμισκή και Καρόλου Ντηλ• και πρόσθεσε ειρωνικά•
    -Μη μου πεις πως δεν ξες τα φροντιστήρια "Δημόκριτος";» ( Ματαιότης ματαιοτήτων, 84 )

Ξενοδοχεία[επεξεργασία]

Λισαβών[επεξεργασία]

  • «Η Σμαρώ μίλησε στο Ζαφειρη για κάτι φτηνές βέρες κι αυτός την είπε "γυναικάκι" δείχνοντας τις τρυπίτσες πού 'χε στ' αυτιά της. "Δε σου παν αυτά τα λόγια" του απάντησε και του 'δειξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη του ξενοδοχείου "η Λισαβών".» (Οιδίπους Τύραννος, 31)
  • «Εκείνη ομως τίποτε· απαιτούσε για τις ιδιαίτερες, τις τρυφερές στιγμές τους, ξενοδοχείο. Το πολυτελές και ύποπτο ξενοδοχείο "η Λισαβών", ιδιοκτησίας της αγιορείτικης μονής του "Εσφιγμένου" κι εκμεταλλεύσεως ενός Ελληνοαμερικάνου αρχιτσιγκούνη.» (Πρωταγωνιστές, 25)

Μεντιτερανέ[επεξεργασία]

Το Μεντιτερανέ εγκαινιάστηκε στις 28 Ιουλίου του 1926. Σημαντικές προσωπικότητες της εποχής φιλοξενήθηκαν εκεί. Μετά το σεισμό της 20ης Ιουνίου του 1978 κρίθηκε κατεδαφιστέο.

  • «Πηγαίνοντας νωρίς νωρίς στο Μεντιτερανέ, ο Σπύρος αντίκρισε με πραγματικό δέος ένα μελίσσι από γκαρσόνια, ένα απέραντο τετράγωνο από τραπέζια, με πολυάριθμα σερβίτσια που λαμποκοπούσανε στο φως των κρυστάλλινων πολυελαίων, και λουλούδια, πλήθος από λουλούδια σε γιρλάντες και σ' αμέτρητα ανθοδοχεία επιτραπέζια.» (Πρωταγωνιστές, 40)

Νάρκισσος[επεξεργασία]

  • «[...] αυτοί εξακολουθούσαν να 'χουν προσηλωμένη τη ματιά τους πάνω στα φριχτά, δε λέω, παπούτσια μου, γεγονός που τελικά μ' ανάγκασε, τι λέω; με πέταξε έξω απ' το ξενοδοχείο, όπου μπροστά ακριβώς στην είσοδο βρισκότανε το τεράστιο παχύ ποδόμακτρο, που ακριβώς στο κέντρο είχε υφασμένα σε μια πιο σκούρα απόχρωση, σ'ένα χορευτικό, θα 'λεγα, σύμπλεγμα, τα δύο αρχικά που συνέθεταν το όνομα του ξενοδοχείου· το απαραίτητο H, Hotel δηλαδή, και το Ν, Narkissos.» (Ματαιότης ματαιοτήτων, 134)
  • «Ο μύθος λοιπόν εκείνου του βιβλίου, ή έστω η υπόθεση της ταινίας, εκτυλίσσεται, κατά το μεγαλύτερό της μέρος, σ' ένα πολυτελέστατο-εξοχικό ξενοδοχείο, όπως καληώρα το Hotel Narkissos. »(Ματαιότης ματαιοτήτων, 135)

Παλλάδιον[επεξεργασία]

Ιδρύθηκε το 1916, στο κτίριο που στεγάζονταν το πρώην Βουλγαρικό Προξενείο, από Σερραίους αδερφούς. Αποτέλεσε συχνά τόπο διαμονής ηθοποιών.

  • «Να πιάνει, ας πούμε, το βράδυ καμιά καλοκαιριάτικη βροχή και να τον λοξοκοιτάει εκείνος ο χλεμπονιάρης, ο ιδιοκτήτης του κωλοξενοδοχείου "Παλλάδιον", μη τυχόν και του σφυρίξει στο έτσι και τα μαζέψει στη ζούλα, νύχτα Θεού, κι άντε ύστερα σύρε και γύρευέ τον και κούρεψ' τ' αυγό να πάρεις το μαλλί;» (Το τελευταίο καταφύγιο, 37)

Ποσειδών[επεξεργασία]

  • «[...] και γω, πεντάχρονο τσακνάκι, μ' ένα πανέρι μεγαλύτερό μου, έτρεχα για κει, όπου κι οι άλλοι, στον ανατολικό βραχίονα του λιμανιού, απέναντι στο ύποπτο ξενοδοχείο "Ποσειδών", που σαν καράβι φωτισμένο έπλεε μες στη νύχτα καταυγάζοντας, ένα γύρω, την κατάμαυρη λαδιά της θάλασσας.» (Το τελευταίο καταφύγιο, 58)

Οδοί[επεξεργασία]

Αγγελάκη[επεξεργασία]

  • «Εκείνο το βράδυ αποφάσισαν να πάνε μαζί στην παλιά οδό Αγγελάκη με τα τρία σπίτια.» (Οιδίπους Τύραννος, 25)

Αγίου Δημητρίου[επεξεργασία]

  • «Μετά το σχολείο, δούλευε λουστράκι. Έφτιαξε μονάχος του το κασελάκι του και το ζωγράφισε μερακλήδικα με κλαράκια και πουλάκια. Μ' αυτό το κασελάκι γύρναγε παντού. Δεν είχε στέκι, γιατί τον κυνηγούσανε όπου τον πετυχαίνανε οι άλλοι, οι παληοί οι λούστροι. Γύρναγε κι αυτός παντού, στο πάρκο και στα καφενεία της παραλίας και της Αγίου Δημητρίου και το βραδάκι ερχότανε στο σπίτι μας.» (Η Παρέλαση, 68-69)
  • «Γύρναγε κι αυτός παντού, στο πάρκο και στα καφενεία της παραλίας και της Αγίου Δημητρίου και το βραδάκι ερχότανε στο σπίτι μας.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 109)
  • «Τ' απομεσήμερο ανεβήκαμε στην "Αγίου Δημητρίου" [...]» (Παρέλαση - Ενηλικίωση, 125)
  • «[...]μπορεί να σου τύχει να κάθεσαι σ' ένα ξεχασμένο καφενείο, γωνία Αποστόλου Παύλου κι Αγίου Δημητρίου [...]» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 187)

Αποστόλου Παύλου[επεξεργασία]

  • «[...] μπορεί να σου τύχει να κάθεσαι σ' ένα ξεχασμένο καφενείο, γωνία Αποστόλου Παύλου κι Αγίου Δημητρίου [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 187)
  • «"Αύριο την ίδια ώρα", είπε ο Αντώνης και κατηφόρισαν μαζί την "Αποστόλου Παύλου", μέχρι που φτάσανε στο "Ιπποδρόμιο" κι ο Αντώνης έφυγε για το καφενείο, το "Πτι-παλαί", όπου τον περιμένανε οι άλλοι να μάθουν τα καθέκαστα.» (Ενηλικίωση, 86)
  • «"Αύριο την ίδια ώρα", είπε ο Αντώνης και κατηφόρισαν μαζί την "Αποστόλου Παύλου" [...]» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 225)

Αρριανού[επεξεργασία]

  • «[...] πριν από λίγο είχε πάει να βρει κάτι δικούς του στην Καμάρα. Κοντά στην Εγνατία είδε δυό που τον είχαν από πίσω. Χώθηκε βιαστικά στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Οι δυό το κατόπι του. Πριν προλάβει να βγει στην Αρριανού, σφυρίξανε δυο σφαίρες πλάι του. Κρύφτηκε όσο μπορούσε σε μια πόρτα κι οι άλλοι εξαφανίστηκαν σα ν'άνοιξε η γης και τους κατάπιε.» (Η κυρά-Λισάβετ, 18-19)
  • «Πριν προλάβει να βγει στην Αρριανού, σφυρίξανε δυο σφαίρες πλάι του.» (Η παρέλαση, 39)
  • «Πριν προλάβει να βγει στην Αρριανού, σφυρίξανε δυο σφαίρες πλάι του.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 30)

Βασιλίσσης Όλγας[επεξεργασία]

Στη σημερινή Λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας και τη Λεωφόρο Βασιλέως Γεωργίου κυρίως δέσποζαν τα αρχοντόσπιτα, οι φημισμένες βίλες, του τμήματος "Εξοχών" που ξεκινούσε από το Λευκό Πύργο, εκτός των τειχών, και τέλειωνε στην περιοχή της σημερινής Θεμιστοκλή Σοφούλη.

  • «Έτσι και οι Γερμανοί. Μπαίνανε στα παλάτια της οδού "Βασιλίσσης Όλγας" και μένανε ξεροί με την αρχοντιά κι άντε να προσέξουνε ύστερα ένα λεκέ στον τοίχο απ' τον πίνακα που ξεκρεμάστηκε.» (Ενηλικίωση, 73)
  • «Μπαίνανε στα παλάτια της οδού "Βασιλίσσης Όλγας" και μένανε ξεροί με την αρχοντιά [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 209)

Γιαννιτσών[επεξεργασία]

  • «Κι ο "Βαρδάρης" ξεκολλημένος, ποιός ξέρει από ποιά χιόνια, ορμούσε μέσα στην πόλη από ένα σωρό ανοιχτά στόματα: Από τη "Λαγκαδά" και τη "Ραμόνα", απ' τη "Μοναστηρίου" και τη "Γενιτσών" και τα "Σφαγεία" κι από το "Καφαντάρι" και το "Τσινάρι" και μαζευότανε εκεί στην πλατεία του κι έφερνε φούρλες τρελές, στρόβιλους ατέλειωτους, γεμάτους με σκουπιδαριό, κάρα κι ανθρώπους κι ύστερα χωνόταν μέσα στους δρόμους και τα δρομάκια μ'αναστεναγμούς, βροντούσε στους τσεσμέδες, τρύπωνε μέσα από τις πόρτες και τις φιράδες των παλιών σπιτιών, αυτών που όποιος δεν τα ξέρει, όποιος δεν τα 'ζησε σε μέρες που ο άγριος άνεμος μας παραλοΐζει, τα λέει "γραφικά".» (Ενηλικίωση, 58-59)

Εγνατία[επεξεργασία]

  • «[...] πριν από λίγο είχε πάει να βρει κάτι δικούς του στην Καμάρα. Κοντά στην Εγνατία είδε δυό που τον είχαν από πίσω. Χώθηκε βιαστικά στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Οι δυό το κατόπι του. Πριν προλάβει να βγει στην Αρριανού, σφυρίξανε δυο σφαίρες πλάι του. Κρύφτηκε όσο μπορούσε σε μια πόρτα κι οι άλλοι εξαφανίστηκαν σα ν'άνοιξε η γης και τους κατάπιε.» (Η κυρά-Λισάβετ, 18-19)
  • «Κοντά στην Εγνατία είδε δύο που τον είχαν από πίσω.» (Η παρέλαση, 39)
  • «Κοντά στην Εγνατία είδε δύο που τον είχαν από πίσω.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 29)
  • «[...] περιμένανε μαζί νάρθει ο κυρ-Νίκος. Εκείνος πάντα περνούσε απ' τ' αδερφού του, του μεγαλύτερου, το μαγαζί, "Οίνοι-Ποτά" στην Εγνατία. Ήταν ένα βροχερό βράδυ κι εκεί στο μπάγκο του αδερφού του ήπιανε κάνα ούζο παραπάνω.» (Η παρέλαση, 69)
  • «[...] περιμένανε μαζί νάρθει ο κυρ-Νίκος. Εκείνος πάντα περνούσε απ' τ' αδερφού του, του μεγαλύτερου, το μαγαζί, "Οίνοι-Ποτά" στην Εγνατία. Ήταν ένα βροχερό βράδυ κι εκεί στο μπάγκο του αδερφού του ήπιανε κάνα ούζο παραπάνω.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 110)
  • «Ήρθε "ανταρτόπληχτος" από 'να χωριό της Δράμας κι έμεινε με τους δικούς του στο "Καραβάν-Σαράι": ένα μισοτελειωμένο μέγαρο στην Εγνατία, που γέμισε κόσμο, ολόκληρα χωριά, να χάνει, δηλαδή, η μάνα το παιδί.» (Ενηλικίωση, 17)
  • «[...] έμεινε με τους δικούς του στο "Καραβάν-Σαράι": ένα μισοτελειωμένο μέγαρο στην Εγνατία, που γέμισε κόσμο, ολόκληρα χωριά, να χάνει, δηλαδή, η μάνα το παιδί.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 140)
  • «Σε θυμήθηκα πάλι Ιωσήφ, να στέκεσαι στο κούφωμα της πόρτας του Εβραίικου, γωνία Εγνατία και Ίωνος Δραγούμη.» (Ενηλικίωση, 58)
  • «Σε θυμήθηκα πάλι Ιωσήφ, να στέκεσαι στο κούφωμα της πόρτας του Εβραίικου, γωνία Εγνατία και Ίωνος Δραγούμη.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 190)
  • «Στεκότανε λοιπόν ο Ιωσήφ στην μπούκα του "Βαρδάρη" και χτύπαγε τα πόδια του απάνω στο πλακόστρωτο για να ζεσταθούνε, που είχανε ξυλιάσει, και τα στήθια του γεμίζαν παγωνιά και σκόνη και αποφορές που ξέρναγαν τα ξενοδοχεία, τα σινεμά και τα πατσατζήδικα της Εγνατία.» (Ενηλικίωση, 59)
  • «[...] τα στήθια του γεμίζαν παγωνιά και σκόνη και αποφορές που ξέρναγαν τα ξενοδοχεία, τα σινεμά και τα πατσατζήδικα της Εγνατία.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 192)
  • «Διότι πρέπει να βλέπει δια της Εγνατίας οδού ίσια στην Πόλη, ενώ τώρα που κοιτάει; Στη μύτη του Καραμπουρνού.» (Καταστροφές, 72 )
  • «Ο ταγματάρχης στάθηκε με πρόσωπο στην Εγνατία.» (Καταστροφές, 75)
  • «Άπλωσε ύστερα τα χέρια να 'ναι στο στόμιο της Εγνατίας προς την πλατεία. » (Καταστροφές, 75)
  • «Να η βάση, να η Εγνατία, όλα εντάξει... » (Καταστροφές, 76)

Ερμού[επεξεργασία]

  • «Η Αγια-Σοφιά βρίσκεται εσταυρωμένη μέσα στο κιβούρι του αυλόγυρού της· τα κάτω άκρα της εισχωρούν απ' το άνοιγμα της οδού Ερμού μέσα στα έγκατα του "Φραγκομαχαλά".» (Το τελευταίο καταφύγιο, 86-87)

Ίωνος Δραγούμη[επεξεργασία]

  • «Σε θυμήθηκα πάλι Ιωσήφ, να στέκεσαι στο κούφωμα της πόρτας του Εβραίικου, γωνία Εγνατία και Ίωνος Δραγούμη.» (Ενηλικίωση, 58)
  • «Σε θυμήθηκα πάλι Ιωσήφ, να στέκεσαι στο κούφωμα της πόρτας του Εβραίικου, γωνία Εγνατία και Ίωνος Δραγούμη.» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 190)

Καρόλου Ντηλ[επεξεργασία]

  • «-Ωραία λοιπόν, του είπα• ερώτηση: τι ήταν ο Δημόκριτος;
    -Φσσσ, ξεφύσηξε ο Γιωργάκης περιφρονητικά, κι αμέσως: ο Δημόκριτος; Φροντιστήριο, είπε.
    Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι με τη γυναίκα μου. Πρώτη συνήλθε εκείνη•
    -Τι φροντιστήριο, βρε, του είπε συγκρατώντας την αγανάκτησή της με το ζόρι.
    -Φροντιστήριο, ξαδέρφη, της είπε, φροντιστήριο• γωνία Τσιμισκή και Καρόλου Ντηλ• και πρόσθεσε ειρωνικά•
    -Μη μου πεις πως δεν ξες τα φροντιστήρια "Δημόκριτος";» (Ματαιότης ματαιοτήτων, 84 )

Κωνσταντίνου Παλαιολόγου[επεξεργασία]

  • «[...]πριν από λίγο είχε πάει να βρει κάτι δικούς του στην Καμάρα. Κοντά στην Εγνατία είδε δυό που τον είχαν από πίσω. Χώθηκε βιαστικά στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Οι δυό το κατόπι του. Πριν προλάβει να βγει στην Αρριανού, σφυρίξανε δυο σφαίρες πλάι του. Κρύφτηκε όσο μπορούσε σε μια πόρτα κι οι άλλοι εξαφανίστηκαν σα ν'άνοιξε η γης και τους κατάπιε.» (Η κυρά-Λισάβετ, 18-19)
  • «Χώθηκε βιαστικά στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.»(Η παρέλαση, 39)
  • «Χώθηκε βιαστικά στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.»(Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 29-30)

Λαγκαδά[επεξεργασία]

  • «Κι ο "Βαρδάρης" ξεκολλημένος, ποιός ξέρει από ποιά χιόνια, ορμούσε μέσα στην πόλη από ένα σωρό ανοιχτά στόματα: Από τη Λαγκαδά και τη "Ραμόνα", απ' τη "Μοναστηρίου" και τη "Γενιτσών" και τα "Σφαγεία" κι από το "Καφαντάρι" και το "Τσινάρι" και μαζευότανε εκεί στην πλατεία του κι έφερνε φούρλες τρελές, στρόβιλους ατέλειωτους, γεμάτους με σκουπιδαριό, κάρα κι ανθρώπους κι ύστερα χωνόταν μέσα στους δρόμους και τα δρομάκια μ'αναστεναγμούς, βροντούσε στους τσεσμέδες, τρύπωνε μέσα από τις πόρτες και τις φιράδες των παλιών σπιτιών, αυτών που όποιος δεν τα ξέρει, όποιος δεν τα 'ζησε σε μέρες που ο άγριος άνεμος μας παραλοΐζει, τα λέει "γραφικά".» (Ενηλικίωση, 58-59)
  • «Κι ο "Βαρδάρης" ξεκολλημένος, ποιός ξέρει από ποιά χιόνια, ορμούσε μέσα στην πόλη από ένα σωρό ανοιχτά στόματα: Από τη "Λαγκαδά" και τη "Ραμόνα" [...]» (Η Παρέλαση - Ενηλικίωση, 191)
  • «-Τι προτιμάτε από σαλατώδη;
    -Τι κατέχετε;
    -Χωρικήν εις σαλατοειδή κατάστασιν, πέος αγρού εκ Λαγκαδά, πατλατζανοειδές, μετά σκόρδου στα μάτια σας...
    -Αρκεί, τον έκοψε ο πρόεδρος. Ο λόγος σου μας χόρτασε και το σκατό σου φάτο.» (Καταστροφές, 61)
  • «[...] το βλέμμα μου αρχίνησε να σεργιανάει υπεριπτάμενο, κυματιστό και διαγώνιο περνώντας πάνω απ' τα μίζερα σπιτάκια του συνοικισμού της Σταυρουπόλεως, του ενταφιασμένου υπό τη στάθμη της πολυπαθούς και χιλιομπαλωμένης οδού Λαγκαδά […]» (Το τελευταίο καταφύγιο, 51)

Μοναστηρίου[επεξεργασία]

  • «Κι ο "Βαρδάρης" ξεκολλημένος, ποιός ξέρει από ποιά χιόνια, ορμούσε μέσα στην πόλη από ένα σωρό ανοιχτά στόματα: Από τη "Λαγκαδά" και τη "Ραμόνα", απ' τη Μοναστηρίου και τη "Γενιτσών" και τα "Σφαγεία" κι από το "Καφαντάρι" και το "Τσινάρι" και μαζευότανε εκεί στην πλατεία του κι έφερνε φούρλες τρελές, στρόβιλους ατέλειωτους, γεμάτους με σκουπιδαριό, κάρα κι ανθρώπους κι ύστερα χωνόταν μέσα στους δρόμους και τα δρομάκια μ'αναστεναγμούς, βροντούσε στους τσεσμέδες, τρύπωνε μέσα από τις πόρτες και τις φιράδες των παλιών σπιτιών, αυτών που όποιος δεν τα ξέρει, όποιος δεν τα 'ζησε σε μέρες που ο άγριος άνεμος μας παραλοΐζει, τα λέει "γραφικά".» (Ενηλικίωση, 58-59)

Νικηφόρου Φωκά[επεξεργασία]

  • «Ολόιδια τα σπίτια στην όδο Νικηφόρου Φωκά. Οι σιδεριές των μπαλκονιών, οι πόρτες με τα ομόκεντρα οβάλ κι η μπολντούρα που διέκρινε τα δυό πατώματα. Ήρθε η μπουλντόζα κι έριξε το ένα κι έχυσε στο δρόμο τριανταφυλλί και ώχρα και σκόρπισε χλομά, καχεκτικά παιδιά και το Λευτέρη, που σαν πάτηξε τα δεκάξι, βαστούσε ακόμη από μικρό παιδί εκείνη τη μελαχρινή του τη χλομάδα.» (Ενηλικίωση, 10)
  • «Ολόιδια τα σπίτια στην όδο Νικηφόρου Φωκά.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 132)
  • «Όλα αυτά τα ξανάφερε στο νου του ο Ζαφείρης καθώς ανηφόριζε την οδό Νικηφόρου Φωκά και στην ψυχή του εδραιώνονταν η απόφαση να γίνει ηθοποιός.» (Οι πρωταγωνιστές, 48)

Πολωνίας[επεξεργασία]

  • «[...] η θεία Φερενίκη δεν ερχόταν πια σπίτι μας. Ο καταρράχτης την είχε σχεδόν τυφλώσει. Πήγαινε όμως η γιαγιά μου τώρα κάθε Κυριακή και την έβλεπε. Έμενε στης θείας Φραγκίσκης, ξαδέρφης πρώτης του παπού μου, απέναντι στα βαφεία, ψηλά στο Ιπποδρόμιο, εκεί που άρχιζε ο ανηφορικός λιθόστρωτος που έβγαζε στην οδό Πολωνίας.» (Η παρέλαση, 20-21)
  • «Έμενε στης θείας Φραγκίσκης, ξαδέρφης πρώτης του παπού μου, απέναντι στα βαφεία, ψηλά στο Ιπποδρόμιο, εκεί που άρχιζε ο ανηφορικός λιθόστρωτος που έβγαζε στην οδό Πολωνίας.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 74)
  • «-Γουρσούζα Γουναρού, τη φωνάζαμε, πού το 'βρισκε το κουράγιο, γρια γυναίκα, και μας κυνηγούσε με τον μπλάστη μέχρι το Ιπποδρόμιο και της Πολωνίας;» (Ενηλικίωση, 25)
  • «-Γουρσούζα Γουναρού, τη φωνάζαμε, πού το 'βρισκε το κουράγιο, γρια γυναίκα, και μας κυνηγούσε με τον μπλάστη μέχρι το Ιπποδρόμιο και της Πολωνίας;» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 149)
  • «-Σταύρε μου, καλέ μου Σταύρε, και τα είκοσι άτομα ανέβηκαν ιδρωμένα στο Ιπποδρόμιο, στρίψανε Πολωνίας για τη Βαγγελίστρα, κι η πλερέζα της Κυβέλης ούτε μια φορά δε σηκώθηκε.» (Ενηλικίωση, 45)
  • «[...] στρίψανε Πολωνίας για τη Βαγγελίστρα, κι η πλερέζα της Κυβέλης ούτε μια φορά δε σηκώθηκε.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 177)

Ρωμανού[επεξεργασία]

  • «Όταν συνήλθε έστειλε το Μάριο να φωνάξει τον Κοσμά απ' το χασάπικο και την Ευανθούλα που 'χε νοικιάσει εκεί κοντά στη Ρωμανού» (Η παρέλαση, 46)
  • «Όταν συνήλθε έστειλε το Μάριο να φωνάξει τον Κοσμά απ' το χασάπικο και την Ευανθούλα που 'χε νοικιάσει εκεί κοντά, στη Ρωμανού.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 44-45)
  • «Κατά το βραδάκι γυρίσαμε στη γειτονιά και τί να δούμε: Ο Κορίνος έβγαινε απ' το γιαουρτσήδικο κρατώντας ένα πιάτο με γιαούρτι. Κοιταχτήκαμε και χωρίς λέξη πήραμε την απόφαση. Τρέξαμε και κόβοντας απ' τη Ρωμανού, βρεθήκαμε μπροστά του λίγο πριν απ' το σπίτι του. "Προδότη", του είπε ο Χρίστος, και γω του 'φερα κλωτσιά στο καλάμι. Ο Κορίνος έκανε να σκύψει μα σκέφτηκε το γιαούρτι και κρατήθηκε κι εκεί απάνω ο Νώντας του 'φερε γροθιά στα μούτρα και γω του 'δωσα μια από κάτω απ' το πιάτο, που του 'ρθε το γιαούρτι στα μούτρα.» (Η παρέλαση, 62)
  • «Τρέξαμε και κόβοντας απ' τη Ρωμανού, βρεθήκαμε μπροστά του λίγο πριν απ' το σπίτι του.» (Η παρέλαση - Ενηλικίωση, 99)

Τσιμισκή[επεξεργασία]

  • «Ο ενθουσιασμός του κόσμου φούντωνε. Και τα χουνιά ανάγγειλαν πως "ο στρατός μας μπήκε στην Τσιμισκή". Ο κόσμος άρχισε τα "ζήτω" κι άλλοι αγκαλιάζονταν και χοροπηδούσαν και μεις απάνω στη μαρκίζα πιο πολύ απ' όλους.» (Η παρέλαση, 16)
  • «Ο ενθουσιασμός του κόσμου φούντωνε. Και τα χουνιά ανάγγειλαν πως "ο στρατός μας μπήκε στην Τσιμισκή".» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 67)
  • «Ξαφνικά έγινε κάτι που κανένας δεν το περίμενε. Απ' την Τσιμισκή ακούστηκε το μουγκρητό μιας μοτοσυκλέτας κι ένας Γερμανός μοτοσυκλετιστής, με τ' αυτόματο στο στήθος, πέρασε σα σαΐτα.» (Η παρέλαση, 16)
  • «Απ' την Τσιμισκή ακούστηκε το μουγκρητό μιας μοτοσυκλέτας κι ένας Γερμανός μοτοσυκλετιστής, με τ' αυτόματο στο στήθος, πέρασε σα σαΐτα.» (Η παρέλαση-Ενηλικίωση, 68)
  • «-Ωραία λοιπόν, του είπα• ερώτηση: τι ήταν ο Δημόκριτος;
    -Φσσσ, ξεφύσηξε ο Γιωργάκης περιφρονητικά, κι αμέσως: ο Δημόκριτος; Φροντιστήριο, είπε.
    Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι με τη γυναίκα μου. Πρώτη συνήλθε εκείνη•
    -Τι φροντιστήριο, βρε, του είπε συγκρατώντας την αγανάκτησή της με το ζόρι.
    -Φροντιστήριο, ξαδέρφη, της είπε, φροντιστήριο• γωνία Τσιμισκή και Καρόλου Ντηλ• και πρόσθεσε ειρωνικά•
    -Μη μου πεις πως δεν ξες τα φροντιστήρια "Δημόκριτος";» ( Ματαιότης ματαιοτήτων, 84 )
  • «Ο Ζαφείρης κατέβηκε στην οδό Τσιμισκή και περπατούσε κάτω απ' τα λουλούδια που 'ταν απλωμένα μπροστά στ' ανθοπωλεία.» (Οιδίπους Τύραννος, 39-41)

Φιλικής Εταιρείας[επεξεργασία]

  • «Πέρασα προσεκτικά το συρματόπλεγμα και βρέθηκα στον πλαϊνό δρόμο, Φιλικής Εταιρείας. Σκοτάδι-πίσσα. Το σχολείο μας, ένας σκοτεινός όγκος, και μπροστά εκείνο το τεράστιο πεύκο με το γυμνό κορμό, βολικό καταφύγιο για δεκαοχτούρες και κάργιες, απαράλλαχτο, θαρρείς μ' ανοιχτή παλάμη -έτοιμη να σ'αρπάξει.» ( Ματαιότης ματαιοτήτων 97 )

Φράγκων[επεξεργασία]

  • «Ορίστε, βλέπει κατά τη Φράγκων, να εδώ, Καραμπουρνάκι, Νέα Κρήνη, κι από κει...» (Καταστροφές, 77)

Χαλκέων[επεξεργασία]

  • «Όμως έμπλεξε με τη μεγάλη ζωή των Αθηνών. Κι όποιος μπλέκει, Μαριγώ, μ' αυτή τη ζωή, πρέπει να 'χει τα φόντα. Και τέτοια φόντα δεν τα 'χει ο γιος του κυρ-Χρυσάφη, του τσαγκάρη, ούτε ο γιος του Καζαντζή στη Χαλκέων. Αυτοί, αν τύχει να μπλέξουνε σε μία τέτοια αταίριαστη ζωή, μπλέκουν άσχημα.» (Ματαιότης ματαιοτήτων, 127)

Βιβλιογραφία[επεξεργασία]

Τα έργα του Τ. Καζαντζή[επεξεργασία]

  • Η παρέλαση, Ερμής, Αθήνα 1976
  • Ενηλικίωση, Ερμής, Αθήνα 1980
  • Το τελευταίο καταφύγιο, Νεφέλη, Αθήνα 1989
  • Η κυρα – Λισάβετ – Χειρόγραφα, Θεσσαλονίκη 1992
  • Καταστροφές, Νεφέλη, Αθήνα 1994
  • Ματαιότης ματαιοτήτων, Νεφέλη, Αθήνα 1994
  • Η παρέλαση-Ενηλικίωση, Νεφέλη, Αθήνα 1995
  • Οι πρωταγωνιστές, Νεφέλη, Αθήνα 1998
  • Οιδίπους Τύραννος, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2002
  • Μια μέρα με τον Σκαρίμπα, Σοκόλης, Αθήνα 2005

Για τη Θεσσαλονίκη[επεξεργασία]

  • Δημητριάδης, Βασίλης 2008. Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας 1430-1912, Θεσσαλονίκη:Αφοί Κυριακίδη / Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών
  • Κοκκαλίδου-Ναχμια, Νίνα 1998. Παλιά Θεσσαλονίκη και η ιστορική διαδρομή της Δ.Ε.Θ. 1926-1989, Θεσσαλονίκη:Παρατηρητής
  • Τομανάς, Κώστας 1997. Δρόμοι και γειτονιές της Θεσσαλονίκης, μέχρι το 1944. Σκόπελος:Νησίδες
  • Τομανάς, Κώστας 1993. Οι κινηματογράφοι της παλιάς Θεσσαλονίκης 1895-1944. Σκόπελος:Νησίδες
  • Τομανάς, Κώστας 1997. Οι πλατείες της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1944. Σκόπελος:Νησίδες
  • Τομανάς, Κώστας 1991. Οι ταβέρνες της παλιάς Θεσσαλονίκης. Αθήνα:Εξάντας
  • Τομανάς, Κώστας 1994. Το θέατρο στην παλιά Θεσσαλονίκη. Σκόπελος:Νησίδες
  • Χασιώτης, Ιωάννης 2005. Η αρμενική κοινότητα της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη:University Studio Press

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[επεξεργασία]

Παραπομπές[επεξεργασία]

  1. Οι ποδοσφαιριστές αδελφοί Βικελίδηδες ήταν θείοι του συγγραφέα Τόλη Καζαντζή από την πλευρά της μητέρας του Λουλούκας Βικελίδη.
  2. "Ο Μανολάκης της κυρα-Βαγγέλας" είναι λογοτεχνικός χαρακτήρας που αφορμάται από τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη.
  3. Η πλειονότητα των Αρμενίων της Θεσσαλονίκης θα φύγει για τη Σοβιετική Αρμενία τη διετία 1946-1947.
  4. [To 1930] o Ν.Γ.Π[εντζίκης] αναλαμβάνει το πατρικό φαρμακείο, το οποίο επί μια εικοσαετία θα αποτελέσει το κατ’ εξοχήν λογοτεχνικό στέκι και φυτώριο της πόλης. http://pentzikis.ekebi.gr/bio.htm