Σύγκρουση Αριστοτελικής και Μεσαιωνικής κοσμολογίας

Από Βικιβιβλία
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πρόλογος[επεξεργασία]

Η μέθοδος και η ενασχόλησή του Αριστοτέλη με σχεδόν όλα τα θέματα που αποτελούσαν την ανθρώπινη γνώση, είχαν καταστήσει τις θέσεις του ιδιαίτερα προσφιλείς και πολύ πειστικές κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα. Από την άλλη πλευρά ο Χριστιανισμός ήταν η κυρίαρχη θρησκεία, με θέσεις που απέρρεαν από την εξ' αποκαλύψεως περιγραφή του κόσμου. Σε μια εποχή όπου μια αναγέννηση του ανθρώπινου πνεύματος ήταν σε εξέλιξη, δημιουργήθηκαν θερμά σημεία στις περιοχές τριβής μεταξύ της αριστοτελικής και της χριστιανικής κοσμολογίας. Αυτά τα σημεία και τις εξελίξεις που προκάλεσαν θα περιγράψουμε παρακάτω.

Πρώιμη μεσαιωνική επιστήμη[επεξεργασία]

Στα χρόνια της ύστερης αρχαιότητας και του πρώιμου μεσαίωνα, η άνοδος του Χριστιανισμού διαφοροποίησε την θέση της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Το αυξανόμενο βάρος της θεολογίας στο σύνολο αντιλήψεων για την κατανόηση του κόσμου, υποβάθμισε κατά ένα τρόπο την μελέτη της φύσης με την χρήση του Λόγου για την αναζήτηση της αλήθειας.

Ο Αυγουστίνος Ιππώνος

Οι μεσαιωνικές αντιλήψεις για την σχέση πίστης και λόγου, θεμελιώθηκαν από τον Αυγουστίνο. Ο Αυγουστίνος έκανε δεκτή την επιστήμη ως «θεραπαινίδα της θεολογίας», μέχρι τον βαθμό που αυτή δεν συγκρούεται με την θεολογία την οποία αναγνώρισε ως περισσότερο αναγκαία για τον πιστό.[1] Γι’ αυτόν, η αλήθεια της επιστήμης βασίζεται στην θεία φώτιση καθώς όλα προέρχονται από τον Θεό.[2] Ο Βοήθιος, πρόγονος της σχολαστικής μεθόδου, εφάρμοσε αριστοτελικές μεθόδους σε θεολογικά προβλήματα.

Κατά την Καρολίγγεια Αναγέννηση ιδρύθηκαν σχολές σε μοναστήρια, και τον 12ο αιώνα είχαν ήδη αρχίσει να ακμάζουν σε αρκετές πόλεις της Ευρώπης πανεπιστήμια. Αυτά ήταν οργανωμένα ως συντεχνίες, είχαν πρόγραμμα σπουδών, και χρησιμοποιούσαν τις μεθόδους του σχολαστικισμού και της διαλεκτικής.

Το Ισλάμ αγκάλιασε την αστρονομία και όλες τις άλλες επιστήμες που είχαν ήδη αναπτυχθεί στον ελληνικό και ελληνιστικό κόσμο. Μέσα από τις προόδους που έκαναν σε αυτές, και με τις μεταφράσεις της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, γεννήθηκε η λόγια κίνηση του 12ου αιώνα. Οι μεταφράσεις από τα ελληνικά και τα αραβικά όλο και πλήθαιναν στον λατινόφωνο κόσμο και το περιεχόμενο όλων αυτών των κειμένων ήταν μια πρόκληση για τους λόγιους.[3] Μέσω αυτής της οδού τα έργα του Αριστοτέλη έγιναν προσβάσιμα στην Δύση. Ανάμεσα στο Ισλάμ, ο Αβερρόης συνέβαλλε καθοριστικά στην διάδοση του έργου του Αριστοτέλη και ήταν ο κυριότερος σχολιαστής του . Για τον Αβερρόη, ήταν δυνατό να συνυπάρχουν η θρησκεία και η φιλοσοφία ως δύο διαφορετικές μορφές προσέγγισης της αλήθειας, χωρίς να έχουν αντιφάσεις.

Ο Κόσμος του Αριστοτέλη[επεξεργασία]

Σώματα, μεταβολή και κίνηση[επεξεργασία]

Ο Αριστοτέλης απομακρύνθηκε από το Πλατωνικό μοντέλο του υλικού και του αισθητικού κόσμου και υποστήριξε ότι κάθε αντικείμενο έχει μια αυτόνομη ύπαρξη στον πραγματικό κόσμο. Όλες οι ιδιότητες ανήκουν πάντα σε ένα υποκείμενο και δεν μπορούν να υπάρχουν ανεξάρτητα.[4] Κάθε αντικείμενο συνίσταται από ύλη και μορφή. Όταν αλλάζει ένα αντικείμενο η μορφή του μεταβάλλεται ενώ η ύλη του παραμένει σταθερή. Η μεταβολή μορφής γίνεται μεταξύ ενός ζεύγους αντιθέτων ιδιοτήτων.[5] Ο Αριστοτέλης έκανε την υπόθεση ότι η μεταβολή σε ένα αντικείμενο πραγματοποιείται από αυτό που είναι δυνάμει προς αυτό που είναι ενεργεία και όχι από το μη-είναι στο είναι, δηλαδή δεν γίνεται κάτι άλλο αλλά απλώς αλλάζει μορφή.[6] Κάθε αντικείμενο έχει από την φύση του ένα χαρακτήρα που το κάνει να συμπεριφέρεται με συγκεκριμένο τρόπο εκτός και αν συναντήσει κάποιο εμπόδιο, συνεπώς κάθε μεταβολή και κίνηση οφείλεται στη φύση του εκάστοτε αντικειμένου.[7]

Στην αιτιοκρατία που ανέπτυξε ο Αριστοτέλης ως θεωρία για την μεταβολή, ο κόσμος είναι ένα οργανωμένο σύνολο όπου κάθε πράγμα έχει σκοπό και μεταβάλλεται προς αυτό που καθορίζει η φύση του.[8] Για να εξηγήσει την κίνηση διατύπωσε ένα αξίωμα σύμφωνα με το οποίο το κινούν είναι πάντα διακριτά ξεχωριστό από το κινούμενο αν και όχι απαραιτήτως φυσικά χωρισμένα. Επίσης διέκρινε την κίνηση σε φυσική και βίαιη ή εξαναγκασμένη.[9] Περιγράφοντας μαθηματικά την έννοια της ταχύτητας, κατέληξε ότι η κίνηση στο κενό είναι αδύνατη συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει κενό.[10]

Υπερσελήνιος και υποσελήνιος κόσμος[επεξεργασία]

Ο κόσμος των ομόκεντρων σφαιρών.

Κατά τον Αριστοτέλη δεν θα μπορούσε το σύμπαν να γεννηθεί εκ του μηδενός καθώς θα ερχόταν σε αντίθεση με την έννοια της μεταβολής, κατά συνέπεια είναι αιώνιο. Θεωρούσε το σύμπαν ως μια σφαίρα χωρισμένη σε δύο μέρη, την περιοχή πάνω από την Σελήνη, όπου βρίσκονται οι πλανήτες και οι αστέρες, και την περιοχή κάτω από την Σελήνη όπου βρίσκεται η Γη. Στον υποσελήνιο χώρο βρίσκονται τα τέσσερα στοιχεία – γη, νερό, αέρας, φωτιά – και εδώ παρατηρούνται κάθε είδους φαινόμενα μεταβολής. Σε αυτό τον χώρο και σύμφωνα με την τελεολογία που ανέπτυξε, το κάθε στοιχείο προσπαθεί να εκτελέσει την φυσική του κίνηση η οποία και εξαρτάται από τις ιδιότητες ή ποιότητές του. Καταυτό τον τρόπο η φωτιά και ο αέρας ως ελαφρά από την φύση τους ανεβαίνουν στην κορυφή της εσωτερικής σφαίρας, ενώ το νερό και η γη κατεβαίνουν προς το κέντρο του σύμπαντος. Ο υπερσελήνιος χώρος είναι πλήρης από ένα πέμπτο στοιχείο, τον αιθέρα ο οποίος καθώς δεν έχει αντίθετο στοιχείο δεν δέχεται μεταβολή. Εκεί οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες διαγράφουν αιώνια κυκλική κίνηση της οποίας αίτιο θα πρέπει να είναι ένα κινούν το οποίο είναι ακίνητο. Αυτό που ονόμασε Πρώτο Κινούν, ο Ακινάτης το αντιστοίχησε σε έμψυχο θεό που προκαλεί την κίνηση στον ουρανό ως τελικό αίτιο. Καθώς κάθε κίνηση προέρχεται από την επίδραση ενός κινούντος σε ένα κινούμενο, κάθε μεταβολή και κίνηση στο σύμπαν προκαλείται από το Πρώτο Κινούν.[11]

Σύγκρουση των κοσμολογικών μοντέλων[επεξεργασία]

Ενώ η περιγραφή του κόσμου από τον Αριστοτέλη ως ομόκεντρες σφαίρες είχε γίνει δεκτή από την πλειονότητα των λογίων, ερχόταν σε αρκετά σημεία σε απόλυτη αντίθεση με την Χριστιανική διδασκαλία. Η αιωνιότητα του κόσμου σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, ήταν αντίθετη με την διδαχή ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό. Η άρνηση της ύπαρξης του κενού ήταν άρνηση της παντοδυναμίας του Θεού να δημιουργήσει όσους κόσμους θέλει. Η θέση του ότι το Πρώτο Κινούν είναι ακίνητο και αμετάβλητο καθιστούσε τον Θεό ανίκανο να παρέμβει στην λειτουργία του Σύμπαντος. Τα πάντα στον αριστοτελικό κόσμο οφείλονται σε μια αλυσίδα αιτίων που κατέρχονται από την υπερσελήνια περιοχή επιδρώντας στην φύση και την ανθρώπινη βούληση, θέση που συγκρούονταν στην αντίληψη περί αμαρτίας. Καθώς όπως είδαμε ο Αριστοτέλης έγραψε ότι κάθε αντικείμενο συνίσταται από ύλη και μορφή που δεν μπορούν να υπάρχουν ανεξάρτητα, επεκτάθηκε διατυπώνοντας ότι η ψυχή είναι η μορφή του κάθε ανθρώπου, και συνεπώς μετά τον θάνατο η ψυχή σταματά να υπάρχει, κάτι αντίθετο με την χριστιανική αθανασία της ψυχής.[12]

Ήδη από την αρχή του 13ου αιώνα ο Γκροσσετέστ, καθηγητής στην Οξφόρδη προσπάθησε να διορθώσει το αριστοτελικό μοντέλο χρησιμοποιώντας πλατωνικά και νεοπλατωνικά στοιχεία.[13] Ο θαυμαστής του Γκροσσετέστ, Ρογήρος Βάκων, προσπάθησε να πείσει για την χρησιμότητα της επιστήμης και ειδικότερα της αριστοτελικής φιλοσοφίας ως υπηρέτες της θεολογίας. Για τις αντιφάσεις μεταξύ θρησκείας και φιλοσοφίας ο Βάκων υποστήριξε ότι ήταν απλά λάθη μετάφρασης ή ερμηνείας και ότι δεν υπάρχει σύγκρουση αφού η φιλοσοφία προέρχεται από τον Θεό. Κυριότερη μορφή αυτής της όψης του αριστοτελισμού, ο Μποναβεντούρα τόνισε περισσότερο από τους υπόλοιπους τους κινδύνους από την διάδοση της φιλοσοφίας, και ακολούθησε την θέση του Αυγουστίνου ότι η αλήθεια δεν μπορεί να προσεγγιστεί μόνο με τον Λόγο χωρίς την βοήθεια της Θείας Φώτισης.[14]

Ο Αλβέρτος ο Μέγας είχε προσπαθήσει να ερμηνεύσει την Αριστοτελική φιλοσοφία με βάση την χριστιανική θεολογία και συχνά επηρεασμένος από πλατωνικές και νεοπλατωνικές θέσεις. Ενώ ήταν βαθειά εντυπωσιασμένος από τον Αριστοτέλη, δεν δίστασε να τον διορθώσει σε ορισμένα σημεία. Επέμεινε στην χρησιμότητα της φιλοσοφίας ως όργανο της θεολογίας τονίζοντας ότι οι δύο δεν μπορούν να καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα.[15] Στο ζήτημα της αιωνιότητας ή δημιουργίας του κόσμου δέχτηκε την εξ αποκαλύψεως αλήθεια υποστηρίζοντας ότι η φιλοσοφία από μόνη της δεν μπορεί να λύσει το ζήτημα, αλλά στο ζήτημα της ψυχής κατευθύνθηκε στην πλατωνική άποψη ότι η ψυχή είναι πνευματική και χωριστή από το σώμα.

"Ο Άγ. Θωμάς Ακινάτης κατατροπώνει τον Αβερρόη", του Giovanni di Paolo.

Στα βήματα του Αλβέρτου, ο Θωμάς Ακινάτης προσπάθησε να εμπεδώσει την αριστοτελική φιλοσοφία και να κάνει μια σύνθεση του Λόγου και της Πίστης υποστηρίζοντας ότι η πίστη δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με την φύση. Προσαρμόζοντας τον αριστοτελισμό στο χριστιανικό δόγμα, έκανε διάκριση μεταξύ της ύπαρξης και της ουσίας για κάθε ον εκτός από τον Θεό. Με αυτή την θέση και την αρχή της αναλογίας τεκμηρίωνε την αιωνιότητα του Θεού, την γνώση του για τον άνθρωπο και τις ιδιότητές του. Την αιωνιότητα του κόσμου, την υπερασπίστηκε συμβιβάζοντάς την με τον χριστιανισμό, λέγοντας ότι ο Θεός μπορεί να δημιουργεί εκ του μηδενός όντα που δεν έχουν αρχή.[16]

Αρκετές από τις θέσεις του Ακινάτη προκαλούσαν την αντίδραση της εκκλησίας και άλλων λογίων με περισσότερο αυγουστινιανές θέσεις, αλλά όχι τόσο μεγάλη όσο αυτή που προκάλεσαν οι οπαδοί του ακραίου αριστοτελισμού, όπως ο Σίζερ της Μπραμπάντ και ο Βοήθιος της Δακίας. Ο Σίζερ, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Παρισιού επέμεινε να φιλοσοφεί χωρίς να λαμβάνει υπόψη και χωρίς να προσπαθεί να εναρμονιστεί με τις σχετικές θεολογικές θέσεις. Υποστηρικτής της αλήθειας της φιλοσοφίας έναντι ή παράλληλα με την αλήθεια της θρησκείας, επιχειρηματολόγησε υπέρ της αιωνιότητας του κόσμου και εναντίον της ανθρώπινης θέλησης και της δημιουργίας εκ του μηδενός. Οι καταδίκες του 1277 κατά ένα μεγάλο μέρος αφορούσαν το έργο του Σίζερ.[17]

Καταδίκη του ριζοσπαστικού αριστοτελισμού[επεξεργασία]

Από τις αρχές του 13ου αιώνα είχε ήδη προκληθεί ανησυχία μεταξύ των θεολόγων για την αυξανόμενη επιρροή και τις φιλοσοφικές θέσεις που απέρρεαν από τα έργα του Αριστοτέλη. Είχαν συμπεράνει ότι η φιλοσοφία δεν μπορούσε πλέον να είναι ωφέλιμη και θεραπαινίδα της θεολογίας. Προς αντιμετώπισή τους τέθηκαν απαγορεύσεις στην διδασκαλία τους, που όμως δεν εφαρμόστηκαν με επιμονή και σταδιακά ατόνησαν ώστε στο δεύτερο μισό του αιώνα η διδασκαλία του Αριστοτέλη ήταν ξανά μέρος του προγράμματος σπουδών των πανεπιστημίων. Το 1270 ο επίσκοπος του Παρισιού Etienne Tempier απαγόρευσε την διδασκαλία 13 προτάσεων που προέρχονταν από την διδασκαλία του Σίζερ, πιθανώς με την συμφωνία Ακινάτη και Μποναβεντούρα. Αυτή η καταδίκη δεν ανέκοψε το ρεύμα του κοσμικού αριστοτελισμού στην διδασκαλία, οπότε το 1277 ακολουθήθηκε από την καταδίκη, υπό την απειλή αφορισμού, 219 προτάσεων σε μεγαλύτερο εύρος που περιλάμβαναν εκτός από καθαρά αριστοτελικές θέσεις και θέσεις του Ακινάτη.[18]

Παρότι η καταδίκη των 219 προτάσεων είχε τοπικό χαρακτήρα και αναιρέθηκε το 1325, ουσιαστικά επηρέασε την φιλοσοφική σκέψη ωθώντας του λογίους να εξετάσουν νέες θέσεις και πιθανότητες πέρα από τις αριστοτελικές αρχές έχοντας όμως περιορισμένο πεδίο έρευνας σε σημεία όπου δεν θα συγκρούονταν με την θεολογία. Ένα αποτέλεσμα από την αλλαγή της φιλοσοφικής σκέψης ήταν ότι υπήρξε μεγαλύτερη ενασχόληση με το ζήτημα της παντοδυναμίας του Θεού. Εφόσον ο Θεός μπορούσε να δημιουργήσει και να επέμβει στον κόσμο με οποιονδήποτε τρόπο, τότε οι λόγιοι όφειλαν να εξετάσουν κάθε πιθανότητα.

Μόνο μετά το 1277 τέθηκαν με ουσιαστικό τρόπο ζητήματα όπως η ύπαρξη άλλων κόσμων.[19] Εφόσον προτάσεις όπως η αδυναμία ύπαρξης του κενού και η αδυναμία ευθύγραμμης κίνησης της ουράνιας σφαίρας ήταν μεταξύ των προτάσεων που είχαν καταδικαστεί, δόθηκε δυνατότητα για πολλούς συγγραφείς να υποστηρίξουν ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν άλλοι κόσμοι αν δεν υπήρχαν ήδη.[20] Περαιτέρω, η φύση και οι ιδιότητες των ουράνιων σφαιρών που αποτελούν τον κόσμο τέθηκε υπό διαπραγμάτευση, φτάνοντας στο σημείο να εκφραστεί η δυνατότητα ότι η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά. Ακόμη όμως και οι Μπουριντάν και Ορέμ που μελέτησαν διεξοδικά το ζήτημα, τελικά κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι παρά αυτή την δυνατότητα, η Γη είναι ακίνητη, ωστόσο το δόγμα της θεϊκής παντοδυναμίας τους είχε επιτρέψει να εξετάσουν την δυνατότητα με εύλογο τρόπο.[21]

Ο Μπουριντάν διέκρινε το τυπικό και υλικό στοιχείο του χώρου όπως τον εννοεί ο Αριστοτέλης και κατέληξε να τον ορίσει ως ένα σύστημα αναφοράς κινήσεων.[22] Από την μεριά του ο Ορέμ ανασκευάζοντας την αριστοτελική διδασκαλία για την κίνηση στο κενό, επισήμανε ότι εάν υπάρχει και άλλος κόσμος η Γη απλά δεν θα μπορεί να κινηθεί προς το κέντρο του μέσω του κενού.[23] Βαθμιαία αρκετές από τις αριστοτελικές θέσεις τέθηκαν σε αμφισβήτηση, συχνά με την χρήση της αριστοτελικής μεθόδου, αλλά κυρίως στην βάση της θεϊκής παντοδυναμίας. Σε αυτές τις γραμμές ο Μπρέιντγουαρντάιν μελέτησε το κενό και το άπειρο του σύμπαντος με βάση το άπειρο και αμετάβλητο του Θεού.[24]

Συμπεράσματα[επεξεργασία]

Η σύγκρουση του αριστοτελισμού με την χριστιανική θεολογία ήταν ένα κομβικό σημείο στην ιστορία των φυσικών επιστημών. Οι καταδίκες κατέστησαν την φιλοσοφία υποτελή στην θεολογία. Ωστόσο η καταδίκη συγκεκριμένων θέσεων έθεσε νέα ερωτήματα στα οποία χρειάστηκε να απαντήσουν οι λόγιοι. Γεγονός είναι ότι οι μελέτες που έκαναν δεν ήταν εντελώς ελεύθερες και απαλλαγμένες από το δόγμα της θεϊκής παντοδυναμίας, ωστόσο ήταν απαλλαγμένες από το δόγμα του ριζοσπαστικού αριστοτελισμού. Οπωσδήποτε όμως η σημασία της φυσικής φιλοσοφίας έναντι της θεολογίας υποβαθμίστηκε.


Παραπομπές[επεξεργασία]

  1. Ασημακόπουλος Μ, Τσιαντούλας Α., Η ιστορία και η Θεωρία των Επιστημών κατά τον Μεσαίωνα, α’ τόμος, β’ έκδοση, ΕΑΠ, Πάτρα 2008. σ. 42
  2. Ασημακόπουλος Μ, Τσιαντούλας Α., ο.π., σ. 56 και σσ. 38-39
  3. D.C. Lindberg, Οι Απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, Αθήνα 1997, σ.303
  4. Lindberg, ο.π., σσ.69-70
  5. Lindberg, ο.π., σ.73
  6. Lindberg, ο.π., σ.74 και Crombie, ο.π., σ.85
  7. Lindberg, ο.π., σσ. 74-75
  8. Lindberg, ο.π., σσ. 76-77
  9. Lindberg, ο.π., σ.83
  10. Ασημακόπουλος Μ, Τσιαντούλας Α., ο.π., σσ. 180-181
  11. Crombie A.C., Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, τόμοι Α’, Β’, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1989, σ.93
  12. Lindberg, ο.π., σ. 310
  13. Lindberg, ο.π., σ. 316
  14. Lindberg, ο.π., σ.319
  15. Lindberg, ο.π., σ.324
  16. Ασημακόπουλος Μ, Τσιαντούλας Α., ο.π., σσ. 96-97
  17. Ασημακόπουλος Μ, Τσιαντούλας Α., ο.π., σσ.100-101
  18. Ασημακόπουλος Μ, Τσιαντούλας Α., ο.π., σσ. 110-111
  19. Grant E., Οι Φυσικές επιστήμης τον Μεσαίωνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1994 [1971]. σ.115
  20. Lindberg, ο.π., σ.353
  21. Lindberg, ο.π., σσ. 365-369
  22. Ασημακόπουλος Μ, Τσιαντούλας Α., ο.π., σ.148
  23. Ασημακόπουλος Μ, Τσιαντούλας Α., ο.π., σ.204
  24. Ασημακόπουλος Μ, Τσιαντούλας Α., ο.π., σ.205

Βιβλιογραφία[επεξεργασία]

  • Ασημακόπουλος Μ, Τσιαντούλας Α., Η ιστορία και η Θεωρία των Επιστημών κατά τον Μεσαίωνα, α’ τόμος, β’ έκδοση, ΕΑΠ, Πάτρα 2008
  • Crombie A.C., Από τον Αυγουστίνο στον Γαλιλαίο, τόμοι Α’, Β’, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1989
  • Grant E., Οι Φυσικές επιστήμης τον Μεσαίωνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1994
  • Lindberg D.C., Οι Απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, Αθήνα 1997