Τεχνική Νομοθεσία Για Μηχανικούς Πληροφορικής/Διαλειτουργικότητα και Ανοιχτά Πρότυπα

Από Βικιβιβλία
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Προειδοποίηση: Όλες οι παραπομπές χρειάζονται επιμέλεια

Περιεχόμενα

Ορισμός της Διαλειτουργικότητας[επεξεργασία]

Ως διαλειτουργικότητα ορίζεται η ικανότητα μεταφοράς και αξιοποίησης της πληροφορίας με ένα ομοιογενή και αποτελεσματικό τρόπο μεταξύ διαφόρων οργανισμών σε επίπεδο πληροφοριακών συστημάτων. Στην πράξη, διαλειτουργικότητα είναι η ύπαρξη ανοιχτών, προτυποποιηµένων δομών δεδομένων και πρωτοκόλλων επικοινωνιών. Για την επίτευξη της διαλειτουργικότητας σε επίπεδο συστημάτων πληροφορικής, και οργανισμών, έχει δημιουργηθεί ευρωπαϊκό και ελληνικό πλαίσιο διαλειτουργικότητας για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Αυτό το πλαίσιο διαλειτουργικότητας περιέχει τεχνικές προδιαγραφές και περιγράφει αναλυτικά τρόπους αποθήκευσης, μεταφοράς και παρουσίασης δεδομένων. Κάθε νέα εφαρμογή και πληροφοριακό σύστημα του δημοσίου τομέα θα πρέπει να είναι συμβατή με το Ελληνικό πλαίσιο διαλειτουργικότητας. Διαλειτουργικά δίκτυα και βάσεις δεδομένων συντονίζονται σε περιφερειακό επίπεδο ώστε να είναι διαχειρίσιμα εύκολα και αποτελεσματικά με στόχο να αποφευχθεί η δαπανηρή αναπαραγωγή λογισμικού. Τέλος, παρέχεται ένα ομοιογενές περιβάλλον διασύνδεσης για ηλεκτρονικές υπηρεσίες στη βάση της περιφερειακής οργάνωσης.

Η Θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης[επεξεργασία]

Με την απόφαση No 1720/1999/EC του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12 Ιουλίου 1999), υιοθετείται μία σειρά από μέτρα έτσι ώστε να επιβεβαιωθεί η διαλειτουργικότητα και η πρόσβαση στα διευρωπαϊκά δίκτυα για την ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κυβερνήσεων (Interchange of Data between Administrations – IDA).

Το IDA είναι μία στρατηγική πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία εφαρμόζονται οι εξελίξεις στους τομείς των Τηλεπικοινωνιών και Πληροφορικής για την υποστήριξη της ανταλλαγής ηλεκτρονικών πληροφοριών μεταξύ των Κυβερνήσεων των Μελών Χωρών. Ο αντικειμενικός σκοπός είναι η βελτίωση στην διαδικασία αποφάσεων, στην καλύτερη λειτουργία των εσωτερικών αγορών και η επιτάχυνση της υλοποίησης των κατάλληλων πολιτικών.

Απώτερος σκοπός του IDA είναι ο συντονισμός και η υλοποίηση ενός διευρωπαϊκού δικτύου τηλεματικής μέσω των εξής ενεργειών – στόχων: Προώθηση υλοποίησης των δικτύων συγκεκριμένων τομέων σε περιοχές προτεραιότητας. Ανάπτυξη μέτρων δικτύων διαλειτουργικότητας. Διάθεση των πλεονεκτημάτων του δικτύου στους πολίτες και στις επιχειρήσεις της ΕΕ. Συνεργασία με τις αρχές Κράτη Μέλη και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Σύγκλιση προς μια κοινές διεπαφές τηλεματικής. Αρχικά, το IDA προώθησε τη δημιουργία υποδομών, κοινών μορφών και τη ολοκλήρωση νέων επιχειρησιακών διαδικασιών βασισμένων στις ΤΠΕ. Επί του παρόντος, το IDΑ εστιάζει στη βελτίωση δικτυακών υπηρεσιών, στην ανάπτυξη και αποδοχή κοινών εργαλείων, σε θέματα ασφάλειας και διαλειτουργικότητας με επέκταση σε περισσότερους τομείς περιοχών στις υποψήφιες χώρες προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. To IDA εκδίδει κατά καιρούς μελέτες και οδηγούς, όπως προτάσεις αρχιτεκτονικής, οδηγούς μετάβασης, προτάσεις στρατηγικής.

e-GIF[επεξεργασία]

Δημοσιεύθηκε το 2000 και υπήρξε πρωτοπόρος στον τομέα της διαλειτουργικότητας καθώς αποτέλεσε πρότυπο ανάπτυξης και άλλων πλαισίων διαλειτουργικότητας, όπως της Νέας Ζηλανδίας, της Αυστραλίας και της Ελλάδας. Το e-GIF [1],καθορίζει τις ελάχιστες δυνατές τεχνικές προδιαγραφές αναφορικά με την διαχείριση, επεξεργασία και διακίνηση της δημόσιας πληροφορίας περιλαμβάνοντας και καλύπτοντας θέματα όπως είναι η διασύνδεση και η ανάπτυξη δικτύων, η κωδικοποίηση και η παραγωγή μεταδεδομένων, καθώς επίσης και δικαιώματα πρόσβασης και ανάκτησης διοικητικής πληροφορίας.

Οι αρχές πολιτικής του είναι οι παρακάτω:

  • Υιοθέτηση κοινών προτύπων αναφορικά με το Διαδίκτυο και τον Παγκόσμιο Ιστό για όλα τα πληροφοριακά συστήματα του Δημόσιου Τομέα.
  • Υιοθέτηση της XML ως βασικό πρότυπο της διαχείρισης δεδομένων.
  • Υιοθέτηση κοινού προγράμματος πλοήγησης ως σημείο διεπαφής και εξασφάλισης πρόσβασης στα δεδομένα.
  • Παραγωγή και ανάπτυξη μεταδεδομένων για το σύνολο των πληροφοριών.
  • Υιοθέτηση του e-GMS.

Ανοιχτά Πρότυπα[επεξεργασία]

Τα συστήματα πληροφορικής επεξεργάζονται και αποθηκεύουν δεδομένα αλλά και επικοινωνούν μεταξύ τους. Ο τρόπος επεξεργασίας αποθήκευσης και μεταφοράς των δεδομένων δεν είναι ο ίδιος για όλα τα συστήματα, ωστόσο σε κάθε περίπτωση στηρίζεται σε ένα πρότυπο, δηλαδή ένα σύνολο προδιαγραφών που περιγράφει ακριβώς το πώς μεταφέρονται ή αποθηκεύονται τα δεδομένα. Τα πρότυπα αυτά μπορεί να είναι ανοιχτά και διαθέσιμα σε όσους ενδιαφέρονται, αλλά μπορεί να είναι διαθέσιμα μόνο υπό προϋποθέσεις και συγκεκριμένους περιορισμούς.

Στην περίπτωση δημόσιων οργανισμών, όπου τα δεδομένα τα οποία υπόκεινται επεξεργασία και αποθηκεύονται ανήκουν στους πολίτες, η χρήση ανοιχτών προτύπων είναι αναγκαία ώστε να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα αυτά θα είναι διαθέσιμα για πάντα χωρίς καμία δέσμευση και περιορισμό.

Τα ανοιχτά πρότυπα δημιουργούνται από τη συνεργασία ενδιαφερομένων φορέων που καταλήγουν σε ένα σύνολο προδιαγραφών, οι οποίες καλύπτουν συγκεκριμένες απαιτήσεις, ενώ παράλληλα προσφέρουν ελεύθερη και χωρίς περιορισμούς πρόσβαση και δικαίωμα χρήσης των προδιαγραφών. Η αξία των ανοιχτών προτύπων αποτυπώνεται από το γεγονός ότι οι περισσότεροι οργανισμοί διαθέτουν σημαντικό τμήμα των πόρων τους για την δημιουργία και την συντήρηση ανοιχτών προτύπων. Ο ορισμός που δίνει η Ευρωπαϊκή ένωση για τα ανοιχτά πρότυπα βασίζεται στα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

Το πρότυπο πρέπει να έχει υιοθετηθεί από ένα μη κερδοσκοπικό οργανισμό και η εξέλιξη του προκύπτει από μια ανοιχτή διαδικασία συζήτησης και αποφάσεων η οποία είναι ανοιχτή σε όλους τους ενδιαφερομένους φορείς. (Οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται με συμφωνία ή πλειοψηφικά κλπ.).

Το πρότυπο πρέπει να έχει δημοσιευθεί και το πλήρες τεύχος των προδιαγραφών να είναι διαθέσιμο ελεύθερα ή με κάποιο τυπικό κόστος. Θα πρέπει να επιτρέπεται σε όλους η αντιγραφή του, η διανομή και η χρήση, είτε χωρίς κόστος είτε με κάποιο συμβολικό κόστος. Η πνευματική ιδιοκτησία –για παράδειγμα οι ευρεσιτεχνίες– μέρους ή όλου του προτύπου θα πρέπει να είναι αμετάκλητα διαθέσιμες, χωρίς χρέωση πνευματικών δικαιωμάτων. Δεν πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί για την επαναχρησιμοποίηση του προτύπου.

Η εφαρμογή και χρήση ανοιχτών προτύπων από κάποιο οργανισμό ή φορέα προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα όπως με χαρακτηριστικότερα: Εξασφάλιση ευελιξίας στα πληροφοριακά συστήματα όπως επίσης και την απαιτούμενη διαλειτουργικότητα μεταξύ τους. Αποφυγή μονοπωλιακών συνθηκών μέσω δέσμευσης σε έναν προμηθευτή και συνεπακόλουθα την διασφάλιση ομαλού πλαισίου ανταγωνισμού που οδηγεί σε καλύτερες οικονομικές αποδόσεις για τον οργανισμό ή τον φορέα. Διασφάλιση μελλοντικής πρόσβασης στην πληροφορία, ειδικότερα όταν πρόκειται για δεδομένα που αφορούν και ανήκουν στους πολίτες.


Unicode[επεξεργασία]

Tο διεθνές πρότυπο Unicode στοχεύει στην κωδικοποίηση όλων των συστημάτων γραφής που χρησιμοποιούνται στον πλανήτη, ώστε να γίνει δυνατή η αποθήκευση στη μνήμη ενός υπολογιστή γραπτού κειμένου όλων των γλωσσών συμπεριλαμβανομένων και συμβόλων επιστημών, όπως μαθηματικά, φυσική κτλ.

Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές χειρίζονται απλώς αριθμούς. Αποθηκεύουν γράμματα και άλλους χαρακτήρες αντιστοιχώντας στο καθένα τους από έναν αριθμό (ονομάζουμε μία τέτοια αντιστοιχία κωδικοσελίδα). Πριν την εφεύρεση του Unicode, υπήρχαν εκατοντάδες διαφορετικές κωδικοσελίδες. Λόγω περιορισμών μεγέθους όμως, σε καμία κωδικοσελίδα δεν χωρούσαν αρκετοί χαρακτήρες: για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειαζόταν πλήθος διαφορετικών κωδικοσελίδων για να καλύψει όλες τις γλώσσες των χωρών-μελών της. Ακόμα και για μία και μόνη γλώσσα, όπως π.χ. τα Αγγλικά, μία κωδικοσελίδα δεν επαρκούσε για να καλύψει όλα τα γράμματα, σημεία στίξης και τεχνικά σύμβολα. Εκτός αυτού, οι κωδικοσελίδες αυτές διαφωνούσαν μεταξύ τους. Έτσι, δύο κωδικοσελίδες μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιούν τον ίδιο αριθμό για δύο διαφορετικούς χαρακτήρες, ή να χρησιμοποιούν διαφορετικούς αριθμούς για τον ίδιο χαρακτήρα.Οπότε κάθε υπολογιστής έπρεπε να υποστηρίζει πλήθος διαφορετικών κωδικοσελίδων ταυτόχρονα ,αφού κάθε φορά που δεδομένα μεταφέρονταν μεταξύ διαφορετικών κωδικοσελίδων ή λειτουργικών συστημάτων, τα δεδομένα αυτά κινδύνευαν να αλλοιωθούν.

Ποιο ειδικά το πρότυπο Unicode είχε τον ρητό στόχο να ξεπεράσει τους περιορισμούς των παλαιότερων προτύπων.Πολλά παλαιότερα πρότυπα για κωδικοποίηση χαρακτήρων μοιράζονται ένα κοινό πρόβλημα, το ότι επιτρέπουν υποστήριξη μόνο δύο αλφαβήτων σε ένα συγκεκριμένο υπολογιστή, συνήθως του Λατινικού και ενός τοπικού, δηλαδή δεν υποστηρίζουν πολλά αλφάβητα στον ίδιο υπολογιστή. Έτσι, η ανάγνωση κειμένου που περιέχει κάποιο άλλο αλφάβητο (όπως για παράδειγμα Ρώσικο, Εβραϊκό κλπ) θα είναι προβληματική σε Ελληνικό υπολογιστή, αφού οι (Ρωσικοί, Εβραϊκοί κλπ) χαρακτήρες δεν θα εμφανίζονται σωστά.Πρακτικά, οι χαρακτήρες των μη-λατινογενών αλφάβητων "μοιράζονται" τις ίδιες θέσεις μνήμης με τους χαρακτήρες κάποιου άλλου μη-λατινογενούς αλφαβήτου, και άρα δεν μπορούν να υποστηρίζονται ταυτόχρονα απο το σύστημα (δεν είναι δυνατόν μια θέση να αντιστοιχεί σε πάνω από έναν χαρακτήρες).Επίσης στο πρότυπο περιλαμβάνει και σχετικά θέματα όπως ιδιότητες χαρακτήρων, φόρμες κανονικοποίησης κειμένου,κατεύθυνση εμφάνισης(για γλώσσες που διαβάζονται και από τα δεξιά προς τα αριστερά όπως η Αραβική γλώσσα και τα Εβραϊκά.

Το Unicode λοιπόν προτείνει έναν μοναδικό αριθμό για κάθε χαρακτήρα, ανεξάρτητα από το λειτουργικό σύστημα, ανεξάρτητα από το λογισμικό, ανεξάρτητα από την γλώσσα.

Την κωδικοσελίδα Unicode χρησιμοποιούν κορυφαιες εταιρίες του χώρου όπως:Apple,HP,IBM,Microsoft,Oracle. Το Unicode απαιτούν πολλές σύγχρονες τυποποιήσεις όπως οι:XML,Java,LDAP,CORBA 3.0, και είναι η επίσημη μέθοδος εφαρμογής της τυποποίησης ISO/IEC 10646. Υποστηρίζεται από πολλά λειτουργικά συστήματα και όλους τους σύγχρονους περιηγητές Διαδικτύου. Χάρις στο Unicode ένα και μόνο προϊόν ή μία και μόνη τοποθεσία Διαδικτύου μπορεί να επικοινωνεί με διάφορα λειτουργικά συστήματα, σε διάφορες γλώσσες και χώρες, χωρίς την ανάγκη επαναπρογραμματισμού. Γίνεται έτσι δυνατή η μεταφορά δεδομένων ανάμεσα σε πλήθος διαφορετικών συστημάτων δίχως κίνδυνο αλλοίωσης.

HyperText Markup Language(HTML)[επεξεργασία]

Το 1989, ο φυσικός Τιμ Μπέρνερς Λι, ο οποίος εργαζόταν στο CERN, λόγο των αναγκών που υπήρχαν για την κοινή χρήση και διαμοιρασμό των αρχείων, εγγράφων και πληροφοριών του CERN, πρότεινε ένα σύστημα βασισμένο στο διαδίκτυο, το οποίο θα χρησιμοποιούσε υπερκείμενο . Έτσι, έφτιαξε μια αρχική μορφή της HTML . Η HTML (ακρωνύμιο του αγγλικού HyperText Markup Language, ελλ. Γλώσσα Σήμανσης Υπερκειμένου) είναι η κύρια γλώσσα σήμανσης για τιςιστοσελίδες, και τα στοιχεία της αποτελούν τα βασικά δομικά στοιχεία των ιστοσελίδων. Η HTML δημιουργείτε από τα στοιχειά της HTML και αποτελούνται από ετικέτες, οι οποίες περικλείονται μέσα σε σύμβολα «μεγαλύτερο από» και «μικρότερο από» (για παράδειγμα <html>), μέσα στο περιεχόμενο της ιστοσελίδας. Ανάμεσα στις ετικέτες, οι σχεδιαστές ιστοσελίδων μπορούν να τοποθετήσουν κείμενο, πίνακες, εικόνες κλπ. Ο σκοπός ενός web browser είναι να διαβάζει τα έγγραφα HTML και να φτιάχνει το περιεχόμενο με και τις ανάλογες δυνατότητες που δίνει στον χρήστη (ήχος, εικόνα, βίντεο). Ο browser χρησιμοποιεί τις ετικέτες HTML για να ερμηνεύσει το περιεχόμενο της σελίδας. Τα στοιχεία της HTML χρησιμοποιούνται για να κτίσουν όλους του ιστότοπους. Η HTML επιτρέπει την ενσωμάτωση εικόνων και άλλων αντικειμένων μέσα στη σελίδα, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εμφανίσει διαδραστικές φόρμες. Παρέχει τις μεθόδους δημιουργίας δομημένων εγγράφων (δηλαδή εγγράφων που αποτελούνται από το περιεχόμενο που μεταφέρουν και από τον κώδικα μορφοποίησης του περιεχομένου) καθορίζοντας δομικά σημαντικά στοιχεία για το κείμενο, όπως κεφαλίδες, παραγράφους, λίστες, συνδέσμους, παραθέσεις και άλλα. Μπορούν επίσης να ενσωματώνονται σενάρια εντολών σε γλώσσες όπως η JavaScript, τα οποία επηρεάζουν τη συμπεριφορά των ιστοσελίδων HTML.


HyperText Transfer Protocol (HTTP)[επεξεργασία]

URI beginning with the HTTP scheme and the WWW domain name label.

Το Hypertext Transfer Protocol (HTTP) είναι ένα πρωτόκολλο για κατανεμημένα, συνεργατικά, πληροφοριακά συστήματα υπερμέσων.[2] Το πρωτόκολλο HTTP είναι το θεμέλιο της επικοινωνίας δεδομένων για το Παγκόσμιο Ιστό. Το υπερκείμενο (Hypertext) είναι ένα δομημένο κείμενο που χρησιμοποιεί λογικούς συνδέσμους (hyperlinks) μεταξύ των κόμβων που περιέχουν κείμενο. Το HTTP είναι το πρωτόκολλο για την ανταλλαγή ή τη μεταφορά του υπερκειμένου. Η ανάπτυξη προτύπων HTTP συντονίστηκε από το Engineering Task Force Internet (IETF) και το World Wide Web Consortium (W3C), με αποκορύφωμα τη δημοσίευση μιας σειράς αιτημάτων για Σχολιασμό (ΑΓΣ), κυρίως RFC 2616 (Ιούνιος 1999), το οποίο ορίζει HTTP/1.1, την έκδοση του HTTP σε κοινή χρήση.

Το HTTP λειτουργεί ως ένα πρωτόκολλο αίτησης-απάντησης στο υπολογιστικό μοντέλο client-server. Ένα πρόγραμμα περιήγησης στο web, για παράδειγμα, μπορεί να είναι ο πελάτης και μια εφαρμογή που τρέχει σε έναν υπολογιστή που φιλοξενεί μια ιστοσελίδα μπορεί να είναι ο server. Ο πελάτης υποβάλλει ένα μήνυμα αίτησης HTTP στον server. Ο server, ο οποίος παρέχει πόρους, όπως αρχεία HTML και άλλο περιεχόμενο, εκτελεί άλλα καθήκοντα για λογαριασμό του πελάτη, ή επιστρέφει ένα μήνυμα απάντησης για τον πελάτη. Η απάντηση περιλαμβάνει την ολοκλήρωση των πληροφοριών κατάστασης σχετικά με την αίτηση και μπορεί επίσης να περιέχει περιεχόμενο που ζητήθηκε στο μήνυμα. Ο web browser είναι ένα παράδειγμα μέσου του χρήστη (UA). Άλλα τέτοια παραδείγματα περιλαμβάνουν το λογισμικό ευρετηρίου που χρησιμοποιείται από τους παρόχους αναζήτησης (web crawlers), περιηγητών φωνής, κινητές εφαρμογές και άλλα λογισμικά που έχουν πρόσβαση, καταναλώνουν ή εμφανίζουν περιεχόμενο στον Παγκόσμιο Ιστό. Το HTTP έχει σχεδιαστεί για να επιτρέπει ενδιάμεσα στοιχεία του δικτύου να βελτιώνονται ή να επικοινωνούν μεταξύ των πελατών και των εξυπηρετητών. Ιστοσελίδες υψηλής επισκεψιμότητας συχνά επωφελούνται από τους διακομιστές cache που προσφέρουν περιεχόμενο για λογαριασμό των upstream servers για τη βελτίωση του χρόνου απόκρισης.Οι cache περιγητές είχαν πρόσβαση στους δικτυακούς πόρους και την επαναχρησιμοποίηση τους, όταν ήταν δυνατόν να μειωθεί η κίνηση του δικτύου. οι HTTP proxy servers σε ιδιωτικά όρια του δικτύου μπορούν να διευκολύνουν την επικοινωνία για τους πελάτες χωρίς μια μοναδική παγκοσμίως διεύθυνση, μέσω της αποστολής μηνυμάτων με εξωτερικούς servers. Το HTTP είναι ένα πρωτόκολλο επιπέδου εφαρμογής που έχει σχεδιαστεί στο πλαίσιο του Suite Internet Protocol. Ο ορισμός του προϋποθέτει ένα υποκείμενο και αξιόπιστο πρωτόκολλο επιπέδου μεταφοράς. Ωστόσο το HTTP μπορεί να χρησιμοποιήσει αναξιόπιστα πρωτόκολλα όπως το User Datagram Protocol (UDP), για παράδειγμα Simple Service Discovery Protocol (SSDP).[3] Οι πόροι HTTP που έχουν χαρακτηρισθεί και βρίσκονται στο δίκτυο ως Uniform Resource Locators (URLs) που χρησιμοποιούν το πρωτόκολλο HTTP ή HTTPS. Το πρωτόκολλο HTTP/1.1 αποτελεί αναθεώρηση του αρχικού HTTP (HTTP/1.0). Στο HTTP/1.0 γίνεται μια ξεχωριστή σύνδεση στον ίδιο διακομιστή για κάθε αίτημα των πόρων, ενώ στο HTTP/1.1 μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί μια σύνδεση πολλές φορές για να κατεβούν εικόνες, χειρόγραφα, stylesheets κ.λπ. αφού η σελίδα έχει παραδοθεί.[4]


Standard Generalized Markup Language(SGML)[επεξεργασία]

Η Standard Generalized Markup Language (SGML) αναπτύχθηκε και τυποποιήθηκε από το Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης ( ISO ) το 1986. Είναι μία τυποποιημένη γλώσσα για την περιγραφική σήμανση των εγγραφών. Η περιγραφική σήμανση περιλαμβάνει τη χρήση του κωδικού σήμανσης που προσδιορίζει το πώς τα διάφορα τμήματα ενός εγγράφου θα πρέπει να ερμηνεύονται. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του προτύπου είναι η χρήση των τύπων εγγράφων (DTD). Η SGML γλώσσα χρησιμοποιεί δείκτες που ονομάζονται ετικέτες για να καθορίσει τη μορφοποίηση μέσα στο έγγραφο και να διαχωρίσει συγκεκριμένα μέρη του εγγράφου σε όγκους που μπορούν να αναγνωριστούν και να αναζητηθούν πιο εύκολα. Βασίζεται στην ιδέα ότι τα έγγραφα έχουν διαρθρωτικά και άλλα σημασιολογικά στοιχεία που μπορούν να περιγραφούν χωρίς αναφορά για το πώς αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να εμφανίζονται. Η πραγματική απεικόνιση αυτού του εγγράφου μπορεί να διαφέρει, ανάλογα με το μέσο παραγωγής και τις προτιμήσεις στυλ. Η SGML χρησιμοποιείται ευρέως για τη διαχείριση μεγάλων εγγράφων που υπόκεινται σε συχνές αναθεωρήσεις και πρέπει να εκτυπώνονται σε διαφορετικές μορφές. Επειδή είναι ένα μεγάλο και πολύπλοκο σύστημα, δεν χρησιμοποιείται σε προσωπικούς υπολογιστές . Ωστόσο, η ανάπτυξη του Διαδικτύου , και ειδικότερα το World Wide Web , δημιουργεί ένα ενδιαφέρον για την SGML επειδή το World Wide Web χρησιμοποιεί HTML , η οποία είναι ένας τρόπος για τον καθορισμό και την ερμηνεία ετικετών σύμφωνα με τους SGML κανόνες.


WSGI (Web Server Gateway Interface)[επεξεργασία]

Το WSGI ορίζει μια απλή και καθολική διεπαφή μεταξύ των διακομιστών ίντερνετ και εφαρμογών ίντερνετ ή frameworks για τη γλώσσα προγραμματισμού Python. Τα frameworks εφαρμογών ίντερνετ, γραμμένα σε Python, έχουν ένα πρόβλημα για τους νέους χρήστες της Python, γιατί η επιλογή του web framework θα περιορίσει την επιλογή των χρηστικότητας web servers, και αντιστρόφως. Οι εφαρμογές Python σε πολλές περιπτώσεις είχαν σχεδιαστεί για ένα μόνο από τα CGI, FastCGI, mod_python ή κάποια άλλη προσαρμοσμένη διεπαφή API του ειδικού web-server. Το WSGI δημιουργήθηκε ως μία χαμηλού επιπέδου διασύνδεση μεταξύ των web servers και των εφαρμογών web ή frameworks για την προώθηση κοινού εδάφους για την ανάπτυξη φορητών εφαρμογών web.

Το WSGI έχει δύο όψεις: την πλευρά του "server" ή της "δικτυακής πύλης" , και την πλευρά της "εφαρμογής" ή του "framework" . Για να επεξεργαστείτε ένα αίτημα WSGI, η πλευρά του διακομιστή παρέχει πληροφορίες για το περιβάλλον και μια λειτουργία επανάκλησης προς την πλευρά της εφαρμογής. Η εφαρμογή επεξεργάζεται την αίτηση, και επιστρέφει HTTP headers και ζητά το περιεχόμενο του σώματος από την πλευρά του server χρησιμοποιώντας τη λειτουργία επανάκλησης που είχε χορηγηθεί. Τα λεγόμενα WSGI middleware υλοποιούν και τις δύο πλευρές του API, έτσι ώστε να μπορεί να μεσολαβήσουν μεταξύ ενός διακομιστή WSGI και μιας εφαρμογής WSGI: το middleware ενεργεί ως μια εφαρμογή από την οπτική γωνία κάποιου διακομιστή WSGI και ως server από την οπτική γωνία κάποιας εφαρμογής WSGI. Ένα συστατικό "middleware" μπορεί να εκτελέσει λειτουργίες όπως:

  • Δρομολόγηση αιτήσης σε διαφορετικά αντικείμενα εφαρμογής με βάση το URL του στόχου, μετά την αλλαγή των μεταβλητών περιβάλλοντος αναλόγως,
  • Επιτρέπει πολλαπλές εφαρμογές ή frameworks να τρέξουν side-by-side στην ίδια διαδικασία,
  • Καταμερισμό φόρτου και απομακρυσμένη επεξεργασία, προωθώντας αιτήσεις και απαντήσεις πάνω από ένα δίκτυο,
  • Εκτελέστε επεξεργασία περιεχομένου, όπως είναι η εφαρμογή XSLT stylesheets.

SOAP (Simple Object Access Protocol)[επεξεργασία]

Το SOAP, πού αρχικά ορίστηκε ως Simple Object Access Protocol από τον Dave Winer από τον οποίο και σχεδιάστηκε, είναι ένα πρωτόκολλο προδιαγραφής για την ανταλλαγή δομημένης πληροφορίας στην εφαρμογή των υπηρεσιών Web σε δίκτυα υπολογιστών. Για την μορφή των μηνυμάτων χρησιμοιποιεί XML και και συνήθως βασίζεται σε άλλα πρωτόκολλα επιπέδου εφαρμογής, κυρίως Hypertext Transfer Protocol (HTTP) ή Simple Mail Transfer Protocol (SMTP), για τη διαπραγμάτευση και τη μετάδοση μηνυμάτων. Το SOAP το ίδιο δεν προσδιορίζει καμία σημασιολογική εφαρμογή, όπως ένα μοντέλο προγραμματισμού ή την υλοποίηση συγκεκριμμένης σημασιολογίας. Αντίθετα ορίζει έναν απλό μηχανισμό για την έκφραση σημασιολογίας εφαρμογών, παρέχοντας ένα αρθρωτό μοντέλο συσκευασίας και έναν μηχανισμό για την κωδικοποίηση των δεδομένων στο πλαίσιο των ενοτήτων. Αυτό επιτρέπει στο SOAP να χρησιμοποιηθεί σε μία μεγάλη ποικιλία συστημάτων που κυμαίνονται από συστήματα μηνυμάτων μέχρι και RPC.

Το SOAP αποτελείται από τρία μέρη:

  • Η δομή του φακέλου SOAP ορίζει ένα γενικό πλαίσιο για να εκφράσει τι βρίσκεται σε ένα μήνυμα, ποιος θα πρέπει να ασχοληθεί με το μήμυμα, και αν είναι προαιρετικό ή υποχρεωτικό.
  • Οι κανόνες κωδικοποίησης SOAP ορίζουν ένα μηχανισμό σειριοποίησης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανταλλαγή στιγμιοτύπων τύπων δεδομένων καθορισμένων από την εφαρμογή.
  • Η αναπαράσταση του SOAP RPC ορίζει μια σύμβαση που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναπαραστήσει απομακρυσμένες κλήσεις διαδικασίας και τις απαντήσεις τους.

Και το HTTP και το SMTP είναι έγκυρα πρωτόκολλα επιπέδου εφαρμογής που χρησιμοποιούνται ως μεταφορά για το SOAP, αλλά το HTTP έχει κερδίσει ευρύτερη αποδοχή, δεδομένου ότι λειτουργεί καλά με την υποδομή του Διαδικτύου σήμερα, συγκεκριμένα το HTTP λειτουργεί καλά με τα firewall του δικτύου. Το SOAP μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί μέσω HTTPS (το οποίο είναι το ίδιο πρωτόκολλο με το HTTP σε επίπεδο εφαρμογής, αλλά χρησιμοποιεί ένα κρυπτογραφημένο πρωτόκολλο μεταφοράς από κάτω) είτε με απλό ή αμοιβαίο έλεγχο ταυτότητας.

Simple Mail Transfer Protocol (SMTP)[επεξεργασία]

Το πρωτόκολλο Simple Mail Transfer Protocol (SMTP) έχει καθιερωθεί για την μετάδοση μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο Διαδίκτυο. Επίσημα περιγράφεται στα έγγραφα RFC821 και RFC1123.Το πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται σήμερα αποτελεί επέκταση του αρχικού προτύπου και περιγράφεται στο έγγραφο RFC 2821.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 είχε αρχίσει η ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ χρηστών mainframe υπολογιστών. Καθώς ο αριθμός των χρηστών και των υπολογιστών αυξανόταν, έγινε φανερή η ανάγκη δημιουργίας ενός πρωτοκόλλου για την ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ χρηστών που χρησιμοποιούσαν διαφορετικά συστήματα υπολογιστών. Εξέλιξη των αρχικών πρωτοκόλλων που αναπτύχθηκαν την εποχή εκείνη (δεκαετία του 1970) αποτελεί το SMTP. Συγκεκριμένα οι ρίζες του SMTP εντοπίζονται στα πρωτόκολλα Mail Box Protocol (1971),FTP Mail (1973) και Mail Protocol. Όταν όμως άρχισε να σχηματίζεται το Διαδίκτυο (1980), ο Jon Postel πρότεινε την δημιουργία ενός νέου πρωτοκόλλου για την ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων, το οποίο δεν θα βασιζόταν τόσο πολύ στο FTP όπως έκαναν οι πρόγονοί του. Έτσι λοιπόν το 1982 γεννήθηκε το SMTP.

Το πρόγραμμα Sendmail ήταν ένα από τα πρώτα προγράμματα που υλοποίησε το SMTP, ενώ σήμερα υπάρχει μία πληθώρα τέτοιων προγραμμάτων όπως για παράδειγμα τα Postfix,qmail,Novell GroupWise,Exim, Novell NetMail και άλλα. Σε μία μέτρηση που έγινε το 2001 βρέθηκαν τουλάχιστον 50 προγράμματα τα οποία υλοποιούσαν το πρωτόκολλο SMTP είτε ως client(δηλαδή αποστολείς ηλεκτρονικών μηνυμάτων) είτε ως server(δηλαδή παραλήπτες ηλεκτρονικών μηνυμάτων).

Το αρχικό SMTP υποστήριζε κατά βάση μονάχα μηνύματα απλού κειμένου και όχι μετάδοση αρχείων (πχ. εικόνες, εκτελέσιμα, μουσική κοκ). Στην συνέχεια όμως αναπτύχθηκαν διάφορα standards που επέτρεπαν την εισαγωγή αρχείων στα ηλεκτρονικά μηνύματα. Ένα από αυτά τα standards είναι και το Multipurpose Internet Mail Extensions (MIME), το οποίο κωδικοποιεί τα αρχεία με τέτοιον τρόπο ούτως ώστε να μπορούν να μεταδοθούν σε απλά μηνύματα SMTP.


Για την αποστολή ενός ηλεκτρονικού μηνύματος θα πρέπει ο χρήστης να έχει πρόσβαση σε έναν SMTP Server. Όλα τα προγράμματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (πχ Mozilla Thunderbird,Microsoft Outlook κ.α.) θα πρέπει να ρυθμιστούν κατάλληλα από τον χρήστη για να λειτουργήσουν σωστά. Συγκεκριμένα ο χρήστης θα πρέπει να καθορίσει τον SMTP server που θα χρησιμοποιήσει για να στείλει και να παραλάβει ηλεκτρονική αλληλογραφία. Με τον τρόπο αυτό μπορεί για παράδειγμα ένας χρήστης να ανταλλάξει ηλεκτρονικά μηνύματα χωρίς να είναι συνδεδεμένος στο διαδίκτυο, εάν χρησιμοποιεί έναν τοπικό SMTP server. Οι SMTP servers θα πρέπει να έχουν ανοιχτή μία τουλάχιστον από τις πόρτες 25 και 587, ούτως ώστε να μπορούν να επικοινωνήσουν με άλλους SMTP servers για την αποστολή ή παραλαβή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Πολλοί SMTP servers χρησιμοποιούν και τις δύο πόρτες για λόγους συμβατότητας.

Linux Standard Base (LSB)[επεξεργασία]

Το LSB δημιουργήθηκε το 2001 και συνεχίζεται η ανάπτυξή του έως και σήμερα με την έκδοση 4.1 που έχει κατοχυρωθεί ως επίσημο πρότυπο από το ISO. Είναι ένας συνδυασμός προτύπων με κάποιες προσθήκες σε συγκεκριμένα θέματα που δημιουργούν ένα πρότυπο για τα Linux έτσι ώστε να υπάρχει υποστήριξη μεταξύ των διάφορων διανομών τους. Με αυτόν τον τρόπο υπάρχει ένα συγκεκριμένο σύστημα αρχείων (ext), σύστημα εκτύπωσης (cups). Επίσης τα προγράμματα πρέπει να τρέχουν σε όλες τις διανομές Linux με ένα κοινό πακέτο διαχείρισης το rpm. Το μεγαλύτερο πρόβλημα το είχαν οι διανομές Debian που χρησιμοποιούσαν τα πακέτα deb. Τα συγκεκριμένα πακέτα συνέχισαν να υπάρχουν και αντί να μειωθεί η χρήση τους, αυξήθηκε λόγο της διανομής Ubuntu που ήταν πολύ γνωστή. Το συγκεκριμένο πρόβλημα λύθηκε με αλλαγή του προτύπου σε επόμενες εκδόσεις στα οποία πρέπει ο τελικός χρήστης να χρησιμοποιεί σε όποια μορφή θέλει προγράμματα μετατροπής πακέτων όπως το πρόγραμμα Alien.

MP4[επεξεργασία]

Το MPEG-4 μέρος 14 ή MP4 είναι ένα πρότυπο μορφής πολυμέσων και αποτελεί μέρος του MPEG-4. Η πιο κοινή του χρήση είναι για την αποθήκευση ροών ψηφιακού βίντεο και ψηφιακού ήχου, ειδικά αυτών που ορίζονται από την MPEG, αλλά μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την αποθήκευση άλλων δεδομένων (υπότιτλοι, εικόνες κ.α.). Ένα ξεχωριστό κομμάτι χρησιμοποιείται για να συμπεριλάβει τη συνεχή ροή πληροφοριών στο αρχείο. Η μόνη επίσημη κατάληξη για το MP4 είναι «.mp4». Ορισμένες συσκευές που διαφημίζονται ως MP4 players είναι απλά MP3 players που παίζουν επίσης AMV βίντεο ή κάποια άλλη μορφή βίντεο και δεν παίζει κατ’ ανάγκην το MP4. Το MP4 δημιουργήθηκε με βάση της προδιαγραφή της μορφής του Quicktime που δημοσιεύτηκε το 2001. Η μορφή MPEG-4 αρχείου, εκδόθηκε το 2001 (έκδοση 1) ως το πρότυπο ISO/IEC 14496-1:2001, το οποίο είναι μια αναθεώρηση του προτύπου MPEG-4 μέρος 1 που δημοσιεύθηκε το 1999. Το 2003, η πρώτη έκδοση της MP4 μορφής αρχείου αναθεωρήθηκε και αντικαταστάθηκε από το MPEG-4 μέρος 14 (.mp4) και ονομάζεται κοινώς MPEG-4 μορφή αρχείου έκδοση 2. Η μορφή αρχείου MP4 ήταν γενικευμένη στο ISO base media file format, το οποίο καθορίζει μια γενική δομή για το χρόνο με βάση τα αρχεία πολυμέσων. Έτσι με τη σειρά του χρησιμοποιείται ως βάση για άλλες μορφές αρχείων στην οικογένεια (για παράδειγμα 3GP, Motion JPEG 2000 κ.α.).

Open Document Format (ODF)[επεξεργασία]

Το Open Document Format for Office Applications (ODF) είναι ένα ανοιχτό πρότυπο για την αποθήκευση αρχείων κειμένου, λογιστικών φύλλων, γραφημάτων αλλά και παρουσιάσεων. Είναι βασισμένο στην τεχνολογία XML, ενώ τα αρχεία που αποθηκεύονται με αυτό το πρότυπο έχουν την ονομασία “OpenDocuments”. Έχει δημιουργηθεί από την κοινοπραξία OASIS ενώ τα χαρακτηριστικά του έχουν καθοριστεί από την εταιρεία Sun Microsystems. Οι πιο γνωστές καταλήξεις αρχείων του προτύπου ODF είναι τα αρχεία .odt για επεξεργασία κειμένου, .ods για λογιστικά φύλλα, odp για παρουσιάσεις, .odg για γραφικά και .odf για για μαθηματικές εξισώσεις. Χαρακτηριστικό της παραπάνω ονοματολογίας είναι ότι οι καταλήξεις των αρχείων έχουν ονόματα τα οποία είναι κατανοητά ως προς το περιεχόμενο του τύπου τους.

Το πρότυπο ODF χρησιμοποιείται τόσο σε λογισμικό ανοιχτού κώδικα όσο και σε εμπορικά προϊόντα λογισμικού. Τέτοια μπορεί να είναι ολόκληρες σουίτες γραφείου αλλά και μεμονωμένες εφαρμογές όπως για παράδειγμα επεξεργαστές κειμένου, εφαρμογές διαχείρισης δεδομένων, λογιστικών φύλλων κλπ. Μερικά παραδείγματα των πιο γνωστών εφαρμογών που κάνουν χρήση του είναι οι σουίτες γραφείου LibreOffice και Microsoft Office, το WordPad, το Google Docs, καθως και το Gnumeric. Aξίζει να σημειωθεί ότι για αρκετά χρόνια η σουίτα γραφείου της Microsoft δεν υποστήριζε το ανοιχτό αυτό πρότυπο μέχρι το 2007, όπου κυκλοφόρησε το Service Pack 2 του MS Office 2007.

Ένα αρχείο το οποίο είναι αποθηκευμένο στο ανοιχτό πρότυπο ODF είναι ουσιαστικά ένα XML αρχείο το οποίο έχει ως στοιχείο ρίζα το <document>. Τέτοια αρχεία μπορούν επίσης να πάρουν το πρότυπο ενός ZIP αρχείου συμπεριλαμβάνοντας έναν αριθμό άλλων αρχείων και καταλόγων. Μπορεί να περιλαμβάνουν περιεχόμενο σε δυαδική μορφή και και επωφελούνται από τη συμπίεση χωρίς απώλειες για τη μείωση του μεγέθους τους.

Αν και τα οφέλη ύπαρξης αυτού του προτύπου είναι αρκετά, έχει υπάρξει αρνητική κριτική για το OpenDocument πρότυπο εστιάζοντας κυρίως σε τρία χαρακτηριστικά του. Διαφορετικές εφαρμοργές που κάνουν χρήση ODF έχουν διαφορετικές μεθόδους για την παροχή δυνατοτήτων μακροεντολών, καθώς δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη γλώσσα μακρο εντολών στο ODF. Ακόμη οι προδιαγραφές του ODF για τις καταγεγραμμένες αλλαγές σε ένα αρχείο είναι περιορισμένες και όχι καθορισμένες σε όλη τους την έκταση. Επιπλέον δεν παρέχεται η παρακολούθηση των αλλαγών σε στοιχεία όπως οι πίνακες. Τρίτον δεν επιτρέπεται η χρήση γενικών ODF στοιχείων για αρχεία MathML όπως για παράδειγμα οι πληροφορίες γραμματοσειρών.

Open Geospatial Consortium (OGC)[επεξεργασία]

Το πρότυπο αυτό ιδρύθηκε το 1994 με στόχο να κάνει τη γεωγραφική πληροφορία ένα βασικό στοιχείο της παγκόσμιας υποδομής πληροφοριών. Χρήστες και πάροχοι της τεχνολογίας, μέλη του OGC αναπτύσσουν ανοιχτά πρότυπα διεπαφής και κωδικοποίησης, καθώς και βέλτιστες τεχνικές, που επιτρέπουν στους προγραμματιστές να δημιουργούν πληροφοριακά συστήματα τα οποία μπορούν εύκολα να ανταλλάσουν χωρική πληροφορία και να αλληλεπιδρούν με άλλα πληροφοριακά συστήματα. Οι απαιτήσεις κυμαίνονται από σύνθετο προγραμματισμό και έλεγχο δορυφόρων παρακολούθησης της Γής, μέχρι την απεικόνιση απλών χαρτών στο διαδίκτυο και κωδικοποίηση της πληροφορίας θέσης σε λίγα bytes πληροφορίας για σύνθεση μηνυμάτων και μαρκάρισμα πληροφορίας θέσης (geo-tagging). Τα πρότυπα του OGC περιλαμβάνει διεπαφές,κωδικοποίηση, προφίλ, σχήματα εφαρμογών και κείμενα τεχνικών προδιαγραφών για βελτιστοποίηση εργασιών. Το μοντέλο αναφοράς του OGC (ORM) περιγράφει αυτά τα πρότυπα και τη σχέση τους με τα αντίστοιχα πρότυπα ISO. Το μοντέλο αναφοράς ORM παρέχει μια σύνοψη των προτύπων του OGC και είναι μια πολύτιμη πηγή για ορισμό αρχιτεκτονικών συγκεκριμένων εφαρμογών. Τρείς οι ενέργειες του προτύπου αυτού: Δημοσίευση -όπου οι πάροχοι πόρων δηαφημίζουν τους πόρους τους, αναζήτηση -όπου οι τελικοί χρήστες και οι εφαρμογές τους μπορούν να ανακαλύψουν τους πόρους κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των εφαρμογών και η διασύνδεση -όπου οι τελικοί χρήστες και οι εφαρμογές τους μπορούν να έχουν πρόσβαση και να εκτελέσουν λειτουργίες σε πόρους κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εφαρμογών.

Advanced Audio Coding (AAC)[επεξεργασία]

To Advanced Audio Coding (AAC) είναι ένα ανοιχτό παγκόσμιο πρότυπο που καθιερώθηκε το 1997 και βασίζεται στο MPEG-1 Audio Layer-3 (MP3). Το AAC πρότυπο αναπτύχθηκε με τη συνεργασία και τη συνεισφορά των εταιριων AT&T Bell Laboratories, Fraunhofer IIS, Dolby Laboratories, Sony Corporation και Nokia. Το AAC συμπιέζει τα δεδομένα πιο αποτελεσματικά από ό,τι το MP3 και συναντάται συχνά σε ηλεκτρονικά καταστήματα μουσικής. Σχεδιάστηκε για να είναι ο διάδοχος του MP3 καθώς επιτυγχάνει καλύτερη ποιότητα ήχου σε παρόμοιο ρυθμό μετάδοσης (Bit Rates). Προσφέρει 30% περισσότερη συμπίεση και υψηλότερη ποιότητα και σε αντίθεση με το MP3 μπορεί να φτάσει τα 96KHz και να κωδικοποιήσει έως και 48 κανάλια ήχου. Τον Απρίλιο του 2003 η Apple τράβηξε την προσοχή στο συγκεκριμένο πρότυπο ανακοινώνοντας ότι τα προϊόντα της, iTunes και iPod θα υποστήριζαν την MPEG-4 AAC κωδικοποίηση. Οι πελάτες θα μπορούν να κατεβάζουν μουσική σε μία μορφή AAC που θα περιέχει προστασία αντιγραφής κλειστού πρότυπου. Ένα ακόμα πολύ γνωστό πρόγραμμα που υποστηρίζει την αναπαραγωγή AAC είναι το Flash Player. Το AAC είναι ένας αλγόριθμος κωδικοποίησης ήχου που εκμεταλλεύεται δύο πρωταρχικές στρατηγικές κωδικοποίησης για να μειώσει δραματικά την ποσότητα των δεδομένων που χρειάζονται για να αναπαραστήσουν ψηφιακό ήχο υψηλής ποιότητας.

Collada[επεξεργασία]

Το Collada είναι ένα ανοικτό πρότυπο που χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ διαδραστικών εφαρμογών γραφικών. Αναπτύχθηκε αρχικά από την Sony Computer Entertainment και πλέον διαχειρίζεται από το Khronos Group. Το Khronos Group είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που αποτελεί κοινοπραξία μεταξύ εταιριών όπως η ATI, η Intel, η NVIDIA, η Silicon Graphics (SGI) και άλλες με στόχο τη δημιουργία ανοικτών προτύπων και API που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή δυναμικών πολυμεσικών εφαρμογών (πχ εφαρμογών με 3D γραφικά). Τα πιο γνωστά πρότυπα που έχουν δημιουργηθεί από το Khronos Group είναι η βιβλιοθήκη προγραμματισμού γραφικών OpenGL, η βιβλιοθήκη για συγγραφή GPGPU εφαρμογών OpenCL, η εκδοχή της OpenGL για φορητές συσκευές OpenGL ES και η εκδοχή της για περιηγητές διαδικτύου WebGL.

Ο τύπος αρχείου του Collada βασίζεται σε ένα ανοικτό XML schema για την περιγραφή των δεδομένων και έχει την κατάληξη .dae (digital asset exchange). Το Collada υποστηρίζεται από πολλά εργαλεία δημιουργίας ψηφιακού περιεχομένου όπως τα 3ds Max, Adobe Photoshop, Blender, Maya, SketchUp κ.α. Σημαντική είναι επίσης και η ύπαρξη βιβλιοθηκών προγραμματισμού σε γλώσσες όπως C++, Python, Objective-C και Javascript για την πιο εύκολη ενσωμάτωση του προτύπου σε νέες εφαρμογές.

Από την έκδοση 1.4 του προτύπου υποστηρίζεται και η περιγραφή των φυσικών γνωρισμάτων των αντικειμένων που ορίζονται (π.χ. το βάρος) για χρήση τους από μηχανές φυσικής όπως η Bullet, Open Dynamics Engine και η NVIDIA PhysX. Αυτό επιτρέπει τέτοιου είδους μηχανές και εργαλεία δημιουργίας περιεχομένου να ανταλλάσουν δεδομένα με έναν τυποποιημένο τρόπο.

Από την έκδοση 1.5 το πρότυπο Collada είναι πιστοποιημένο και από τον Διεθνή Οργανισμό Τυποποίησης [1]

Computer Graphics Metafile (CGM)[επεξεργασία]

Το CGM είναι ένα ελεύθερο και ανοικτού διεθνούς τυποποιημένη μορφή αρχείου για 2D vector grafics, raster grafics και κειμένου και ορίζεται από το ISO / IEC 8632.

Όλα τα γραφικά στοιχεία μπορούν να οριστούν σε ένα πηγαίο αρχείο κειμένου που μπορεί να συγκεντρωθεί σε ένα δυαδικό αρχείο ή σε ένα αρχείο με δύο αναπαραστάσεις κειμένου. Το CGM παρέχει ένα μέσο ανταλλαγής γραφικών δεδομένων για ηλεκτρονική αναπαράσταση δισδιάστατων γραφικών πληροφοριών ανεξάρτητων από οποιαδήποτε εφαρμογή, σύστημα, πλατφόρμα ή συσκευή. Ως μετά-αρχείο, δηλαδή ως ένα αρχείο που περιέχει πληροφορίες που περιγράφουν ή καθορίζουν έναν άλλο αρχείο, η μορφοποίηση του CGM περιέχει πολλά στοιχεία παροχής λειτουργιών και αναπαράστασης οντοτήτων/στοιχείων, έτσι ώστε να μπορεί να «στεγάσει» ένα ευρύ φάσμα γραφικών πληροφοριών και γεωμετρικών αρχετύπων. Το CGM, αντί να δημιουργεί μορφοποιήσεις ρητών γραφικών αρχείων, περιέχει οδηγίες και δεδομένα για ανακατασκευή γραφικών στοιχείων απεικόνισης χρησιμοποιώντας μία προσέγγιση προσανατολισμένη στο αντικείμενο.

Αν και το CGM δεν υποστηρίζεται ευρέως για ιστοσελίδες και έχει αντικατασταθεί από άλλες μορφοποιήσεις των γραφικών τεχνών, εξακολουθεί να κυριαρχεί στη μηχανική, την αεροναυπηγική και σε άλλες τεχνικές εφαρμογές. Η αρχική εφαρμογή CGM ήταν ουσιαστικά μία συνεχούς ροής αναπαράσταση μίας ακολουθίας αρχέτυπων λειτουργιών του συστήματος Graphical Kernel. Ως ένα βαθμό, χρησιμοποιείται στους τομείς τεχνικής απεικόνισης και επαγγελματικού σχεδιασμού, αλλά έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από μορφοποιήσεις όπως η SVG και η DXF.


Tar[επεξεργασία]

Το Tar που προέρχεται από τις λέξεις tape archive, αποτελεί ταυτόχρονα μια μορφή αρχείου ( τύπος αρχείου bitstream) και το όνομα ενός προγράμματος που χρησιμοποιείται για να χειριστεί αυτά τα αρχεία. Η μορφή αυτή δημιουργήθηκε παράλληλα με την πρώιμη μορφή του Unix και τυποποιήθηκε πρώτα από το POSIX.1-1988 και αργότερα από το POSIX.1-2001. Παρά τη σημερινή εκτεταμένη χρήση, πολλά από τα χαρακτηριστικά του σχεδιασμού του θεωρούνται ενημερωμένα.

Αρχικά, αναπτύχθηκε για την εγγραφή δεδομένων σε σειριακές συσκευές εισόδου/εξόδου για τη δημιουργία αντιγράφων ασφαλείας. Το Tar χρησιμοποιείται πλέον για να συγκεντρώσει πολλά αρχεία σε ένα μεγαλύτερο αρχείο για διανομή ή αρχειοθέτηση, διατηρώντας το αρχείο πληροφοριών συστήματος, όπως τον χρήστη και τα δικαιώματα ομάδας, τις ημερομηνίες και τη δομή των καταλόγων.

Ένα αρχείο Τar αποτελείται από μια σειρά αντικείμενων αρχείων. Κάθε αντικείμενο περιέχει τα δεδομένα του αρχείου και ένα αρχείο καταγραφής(header record) μεγέθους 512 byte. Το αρχείο δεδομένων είναι καταγράφεται δίχως αλλοιώσεις, εκτός από τη στρογγυλοποιήση που γίνεται στο μήκος του, με βάση το ανώτερο πολλαπλάσιο των 512 bytes, ενώ ο επιπλέον χώρος γεμίζει με μηδενικά bytes. Το τέλος ενός αρχείου χαρακτηρίζεται από δύο τουλάχιστον διαδοχικές μηδενικές εγγραφές.

Τα αρχεία Tar εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ευρέως στα λειτουργικά συστήματα Linux και Windows, καθώς είναι μέρος του προγράμματος GNU και παρέχεται ως μέρος της κάθε διανομής GNU / Linux. Οι Linux εκδόσεις χρησιμοποιούν διακεκριμένα χαρακτηριστικά στις διάφορες διανομές λογισμικού, με το μεγαλύτερο μέρος του πηγαίου κώδικα του λογισμικού να διατίθεται μέσω συμπιεσμένων tar αρχείων (tar.gz). Τα αρχεία Tar αποτελούν τη βάση για άλλους τύπους αρχείων που χρησιμοποιούνται σε διανομές λογισμικού, όπως το Debian .DEB αρχεία τα οποία επίσης χρησιμοποιούνται και στο Ubuntu. Τα Unix λειτουργικά συστήματα συνήθως περιλαμβάνουν εργαλεία για την υποστήριξη αρχείων tar, όπως το gzip και bzip2. Υπάρχουν πολλαπλά εργαλεία τρίτων που διατίθενται για τα Microsoft Windows για την εγγραφή και ανάγνωση αρχείων tar.

Apple Lossless Audio Codec (ALAC)[επεξεργασία]

Το Apple Lossless,γνωστό και ως Apple Lossless Audio Codec (ALAC), Apple Lossless Encoder (ALE), είναι ένας κωδικοποιητής ήχου που αναπτύχθηκε από την Apple Inc για τη συμπίεση δεδομένων χωρίς απώλειες στην ψηφιακή μουσική. Η Apple κατείχε την αποκλειστικότητα του από 2004 που δημιουργήθηκε μέχρι το 2011 που έγινε ανοιχτού κώδικα και δωρεάν. Όπως συνηθίζεται με τα προϊόντα της Apple, ο κωδικοποιητής ονομάστηκε αρχικά Apple Lossless, ωστόσο πρόσφατα άρχισε να χρησιμοποιείται ο όρος Apple Lossless Audio Codec (ALAC).

Τα Apple Lossless, δεδομένα αποθηκεύονται μέσα στο ΜΡ4 με κατάληξη αρχείου .m4a. Η κατάληξη αυτή χρησιμοποιείται επίσης από την Apple και για τα AAC δεδομένα ήχου με απώλειες στο ΜΡ4. Ωστόσο, το ALAC δεν είναι ποικιλομορφία του AAC, αλλά ένα ξεχωριστό πρότυπο χωρίς απώλειες το οποίο χρησιμοποιεί γραμμική πρόβλεψη όπως και άλλοι κωδικοποιητές χωρίς απώλειες. Οι κωδικοποιητές αυτοί όπως τα FLAC και Shorten δεν υποστηρίζονται εγγενώς από το λογισμικό iTunes της Apple ούτε στα λειτουργικά συστήματα MacOS ,Windows ή στις συσκευές iOS, έτσι ώστε οι χρήστες του iTunes να μπορούν να χρησιμοποιήσουν όποιοδήποτε πρότυπο χωρίς απώλειες που επιτρέπει την πρόσθεση μεταδεδομένων. Οι πρόσφατες συσκευές iOS μπορούν να χρησιμοποιήσουν αρχεία κωδικοποιημένα με ALAC.

Σύμφωνα με την Apple, τα αρχεία ήχου που συμπιέζονται με τον κωδικοποιητή χωρίς απώλειες χρησιμοποιούν περίπου το μισό αποθηκευτικό χώρο σε σχέση με το χώρο που απαιτούν τα ασυμπίεστα δεδομένα. Οι δοκιμαστές χρησιμοποιώντας μία συλλογή μουσικής συμπέραναν πως τα συμπιεσμένα αρχεία είναι περίπου το 40% με 60% του αρχικού μεγέθους, γεγονός το οποίο σχετίζεται με το είδος της μουσικής , ενώ παράλληλα αυτό γίνεται και με τη χρήση άλλων προτύπων χωρίς απώλειες. Επίσης, σε σύγκριση με άλλα πρότυπα, δεν είναι δύσκολη η αποκωδικοποίηση, κατάσταση η οποία το καθιστά πρακτικό για συσκευές περιορισμένης ενέργειας, όπως οι συσκευές iOS.

PDFreaders Logo (PDF)[επεξεργασία]

Η PDF μορφή δημιουργήθηκε το 1993 απο την Adobe και έχει δημοσιευθεί σε αρκετές εκδόσεις απο τότε. Πρότυπα τα οποία είναι βασισμένα σε υποσύνολα των προδιαγραφών του PDF επίσης έχουν δημοσιευθεί. Κύριες εκδόσεις PDF είναι αυτές πριν απο την 1.7. Η συγκεκριμένη έκδοση της PDF αν και είχε αυτές της προδιαγραφές δεν υποβλήθηκε ποτέ στο ISO και δεν αναγνωρίστηκε ποτέ ως ανοιχτό πρότυπο. Παρόλα αυτά, πολλά ανοιχτά πρότυπα είχαν ως βάση υποσύνολα αυτών των εκδόσεων και έχουν εγκριθεί απο το ISO. To PDF 1.7 είναι μια έκδοση που δημιουργήθηκε το 2006. Είναι ένα ανοιχτό πρότυπο εγκεκριμένο ως ISO 32000-1:2008. Η Adobe Systems αν και επιτρέπει την ελεύθερη απο δικαιώματα χρήση του PDF 1.7 κάποιες εταιρίες διατιρούν διπλώματα ευρασυτεχνίας τα οποία ίσως επιβαρύνουν το πρότυπο και περιορίζουν τον ανοιχτό του χαρακτήρα. Κάποια αλλα υποσύνολα του PDF είναι το πρότυπο PDF/X που αρχικά βασίστηκε στο PDF 1.2 και απο τότε αναθεωρήθηκε αρκετές φορές, αναπτύχθηκε απο την Committee for Graphic Arts Technologies Standards του American National Standards Institute's (ANSI). Αρχικά εξυπηρέτησε ως μιας χρωματικής αξιοπιστίας μορφή ανταλλαγής εγγράφων έντυπης δημοσιογραφίας. Ένα ακόμη υποσύνολο της PDF είναι το PDF/Α και είναι της PDF 1.4 σχεδιασμένο ειδικά για σκοπούς αρχειοθέτησης. Με προδιαγραφές ανοιχτού προτύπου έχει εγκριθεί ως ISO 19005-1:2005. Τέλος το PDF/Ε είναι κι'αύτο ένα υποσύνολο του PDF 1.6 σχεδιασμένο αποκλειστηκά για το μηχανολογικό σχέδιο και έχει εγκρυθεί ως ISO 24517-1:2008.


Audio Video Interleave (AVI)[επεξεργασία]

υπο κατασκευη


XML[επεξεργασία]

Extensible Markup Language (XML). Είναι μια γλώσσα σήμανσης, που καθορίζει ένα σύνολο κανόνων για την κωδικοποίηση των εγγράφων σε μορφή που είναι τόσο αναγνώσιμη από τον άνθρωπο, όσο και από μηχανή. Οι στόχοι της XML τονίζουν την απλότητα, τη γενικότητα και την χρηστικότητα μέσω του Διαδικτύου. Πρόκειται για δεδομένα που αναπαρίστανται σε μορφή κειμένου με την ισχυρή υποστήριξη μέσω του Unicode. Αν και ο σχεδιασμός της XML επικεντρώνεται σε έγγραφα, χρησιμοποιείται ευρέως για την αναπαράσταση αυθαίρετων δόμων δεδομένων, όπως για παράδειγμα στις διαδικτυακές υπηρεσίες. Πολλές διεπαφές προγραμματισμού εφαρμογών (APIs) έχουν αναπτυχθεί για τους προγραμματιστές ώστε να μπορούν να επεξεργαστούν δεδομένα XML. Η XML και οι επεκτάσεις της έχουν επικριθεί πολλές φορές για την πολυπλοκότητα τους και τον βερμπαλισμό τους. Η χαρτογράφηση του βασικού μοντέλου της XML σε γλώσσες προγραμματισμού η σε βάσεις δεδομένων μπορεί να είναι δύσκολη, ιδιαίτερα όταν η XML χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή άκρως δομημένων δεδομένων, το όποιο όμως δεν είναι και ο βασικός στόχος για τον όποιο σχεδιάστηκε η XML.

Cascading Style Sheets (CSS)[επεξεργασία]

Η CSS είναι μια γλώσσα που χρησιμοποιείται για μορφοποίηση και αλλαγή εμφάνισης (style sheet language) ενός εγγράφου γραμμένο σε μια γλώσσα σήμανσης. Η πιο κοινή εφαρμογή του είναι να μορφοποιεί ιστοσελίδες γραμμένες σε HTML και XHTML, αλλά η γλώσσα μπορεί επίσης να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε είδος εγγράφου XML, SVG και XUL. Η CSS έχει σχεδιαστεί κυρίως για να επιτρέπει το διαχωρισμό του περιεχομένου του εγγράφου (γραμμένο σε HTML ή παρόμοια γλώσσα σήμανσης) από την μορφοποίηση του εγγράφου, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων όπως η διάταξη, τα χρώματα και τις γραμματοσειρές. Αυτός ο διαχωρισμός μπορεί να βελτιώσει την προσβασιμότητα του περιεχομένου, παρέχει μεγαλύτερη ευελιξία και έλεγχο των προδιαγραφών των χαρακτηριστικών παρουσίασης, ώστε πολλές σελίδες να μπορούν μοιραστούν τη μορφοποίηση και να μειώσουν την πολυπλοκότητα και την επανάληψη. Μπορεί επίσης να επιτρέψει η ίδια σελίδα να παρουσιάζεται σε διαφορετικά στυλ για διαφορετικές μεθόδους επεξεργασίας, όπως εμφανίζονται στην οθόνη, σε έντυπη μορφή ή με τη φωνή. Ενώ ο συντάκτης ενός εγγράφου συνδέει το έγγραφο σε ένα αρχείο CSS, οι αναγνώστες μπορούν να χρησιμοποιούν διαφορετικό CSS, ίσως ένα στους δικούς τους υπολογιστές, για να αντικαταστήσουν αυτό ο συντάκτης έχει καθορίσει. Η CSS καθορίζει ένα σύστημα προτεραιότητας για να καθοριστεί ποιοι κανόνες μορφοποίησης ισχύουν εάν περισσότεροι από ένα κανόνα ταιριάζουν σε ένα συγκεκριμένο στοιχείο. Σε αυτή την αλληλουχία, οι προτεραιότητες υπολογίζονται και ανατίθενται σε κανόνες, έτσι ώστε τα αποτελέσματα είναι προβλέψιμα.

Internet Message Access Protocol(IMAP)[επεξεργασία]

Το IMAP σχεδιάστηκε από τον Mark Crispin το 1986 ως μακρινό πρωτόκολλο ταχυδρομικών θυρίδων, σε αντίθεση με ένα ευρέως χρησιμοποιημένο το POP, ένα πρωτόκολλο για την ανάκτηση του περιεχομένου μιας ταχυδρομικής θυρίδας. Το IMAP ήταν γνωστό ως πρωτόκολλο πρόσβασης ταχυδρομείου Διαδικτύου, διαλογικό πρωτόκολλο πρόσβασης ταχυδρομείου (RFC 1064), και προσωρινό πρωτόκολλο πρόσβασης ταχυδρομείου. Η τρέχουσα έκδοση 4 αναθεώρηση 1η IMAP (IMAP4rev1), καθορίζεται από RFC 3501. Ένας κεντρικός υπολογιστής IMAP ακούει τα χαρακτηριστικά στο γνωστό port 143. Σε IMAP της SSL (IMAPS) ορίζεται το γνωστό port 993. Το IMAP υποστηρίζει και σε απευθείας σύνδεση και σε μη απευθείας σύνδεση τρόπο λειτουργίας. Οι πελάτες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που χρησιμοποιούν τα μηνύματα άδειας IMAP γενικά στον κεντρικό υπολογιστή μέχρι τον χρήστη τους διαγράφουν ρητά. Αυτό και άλλα χαρακτηριστικά της λειτουργίας IMAP επιτρέπουν στους πολλαπλάσιους πελάτες για να διαχειριστούν την ίδια ταχυδρομική θυρίδα. Οι περισσότεροι πελάτες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου υποστηρίζουν IMAP εκτός από το πρωτόκολλο ταχυδρομείου (POP) για να ανακτήσουν τα μηνύματα, εντούτοις λιγότερες υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου υποστηρίζουν IMAP. Το IMAP προσφέρει την πρόσβαση στην αποθήκευση ταχυδρομείου. Οι πελάτες μπορούν να αποθηκεύσουν τα τοπικά αντίγραφα των μηνυμάτων, αλλά αυτά θεωρούνται μια προσωρινή κρύπτη. Τα εισερχόμενα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στέλνονται σε έναν κεντρικό υπολογιστή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποθηκεύει τα μηνύματα στο e-mail box του παραλήπτη. Ο χρήστης ανακτά τα μηνύματα με έναν πελάτη ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που χρησιμοποιεί ένα από τα διάφορα πρωτόκολλα ανάκτησης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Μερικοί πελάτες και κεντρικοί υπολογιστές χρησιμοποιούν κατά προτίμηση ιδιόκτητα πρωτόκολλα, αλλά τα περισσότερα υποστηρίζουν IMAP, SMTP για την αποστολή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και POP και IMAP για την ανάκτηση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, άδεια της διαλειτουργικότητας με άλλους κεντρικούς υπολογιστές και πελάτες. Παραδείγματος χάριν, ο πελάτης προοπτικής της Microsoft χρησιμοποιεί MAPI, ένα ιδιόκτητο πρωτόκολλο της Microsoft με έναν κεντρικό υπολογιστή ανταλλαγής της Microsoft. O πελάτης σημειώσεων της IBM εργάζεται σε παρόμοια διαδικασία επικοινωνίας με έναν κεντρικό υπολογιστή domino. Όλα αυτά τα προϊόντα υποστηρίζουν επίσης POP, IMAP, και εξερχόμενο SMTP. Η υποστήριξη για τα τυποποιημένα πρωτόκολλα Διαδικτύου επιτρέπει σε πολλούς πελάτες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου όπως το ταχυδρομείο ή το Mozilla Thunderbird Pegasus για να έχει πρόσβαση σε αυτούς τους κεντρικούς υπολογιστές, και επιτρέπει στους πελάτες για να χρησιμοποιηθεί με άλλους κεντρικούς υπολογιστές.

Παραπομπές [2]

Java Community Process - (JCP)[επεξεργασία]

Η JCP είναι ο μηχανισμός για την ανάπτυξη τυποποιημένων τεχνικών προδιαγραφών για την τεχνολογία Java. Οποιοσδήποτε μπορεί να εγγραφεί στο site και να συμμετάσχει στην αναθεώρηση και στην παροχή ανάδρασης αιτήσεων Java, επίσης μπορεί να καταστεί μέλος JCP και στη συνέχεια να συμμετάσχει στην ομάδα εμπειρογνωμόνων της JSR ή ακόμη και να υποβάλει τις δικές του προτάσεις JSR. Παρακάτω είναι η λίστα ανενεργών JSRs για τα οποία τα μέλη μπορούν να ζητήσουν να γίνουν προδιαγραφές, όπως JSR 122 Jain (JCAT), JSR 161, Jain ENUM API Προδιαγραφές, JSR 182, JPay - Καταβολή API για την πλατφόρμα Java Platform, JSR 210, OSS Υπηρεσία Διαχείρισης Ποιότητας API, JSR 241, Η Γλώσσα Προγραμματισμού Groovy, JSR 251, Τιμολόγηση API, JSR 278, Resource Management API για την Java ME, JSR 304, Κινητή Τηλεφωνία API v2, JSR 305, σχολιασμοί για ανίχνευση ελαττωμάτων λογισμικού και JSR 320, Υπηρεσίες Πλαίσιου. Το έργο της Κοινότητας Java στο πλαίσιο του προγράμματος JCP εξασφαλίζει τη σταθερότητα και την cross-platform συμβατότητα, ώστε αυτή να λειτουργεί σε εκατοντάδες εκατομμύρια συσκευές, από επιτραπέζιους υπολογιστές σε ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης για τα βιομηχανικά ρομπότ. Το πρόγραμμα αναπτύσσει συνεχώς JCP προδιαγραφές της πλατφόρμας για να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες της τεχνολογίας των προγραμματιστών και των οργανισμών παγκοσμίως που εξαρτώνται από την τεχνολογία Java. Η διαδικασία της JCP είναι πολύπλοκη, αλλά σε γενικές γραμμές ακολουθεί μια απλή, χρόνο-αποδεδειγμένη πορεία και είναι ακόμη ανοικτή σε αναθεώρηση. Η κοινοτική διαδικασία Java είναι μια καλή αναφορά για όποιον σχεδιάζει να γίνει μέλος JCP και θέλει να επανεξετάσει τη διαδικασία σε λεπτομέρειες.

ECMAScript[επεξεργασία]

ECMAScript είναι η scripting γλώσσα που έχει τυποποιηθεί από την Ecma International ως το πρότυπο ECMA-262 και ISO / IEC 16262. Η γλώσσα χρησιμοποιείται ευρέως για client-side scripting στο διαδίκτυο, με τη μορφή διαφόρων γνωστών γλωσσών , όπως η JavaScript, JScript και ActionScript

Η JavaScript αναπτύχθηκε αρχικά από τον Brendan Eich της Netscape υπό το όνομα Mocha, αργότερα με το όνομα LiveScript, και τελικά μετονομάστηκε σε JavaScript.Τον Δεκέμβριο του 1995, η Sun Microsystems και Netscape ανακοίνωσε την JavaScript σε ένα δελτίο τύπου.Τον Μάρτιο του 1996, η Netscape Navigator 2.0 κυκλοφόρησε, με υποστηρίζοντας JavaScript.

Η Javascript δεν θα πρέπει να συγχέεται με τη Java, που είναι διαφορετική γλώσσα προγραμματισμού και με διαφορετικές εφαρμογές. Η χρήση της λέξης "Java" στο όνομα της γλώσσας έχει περισσότερη σχέση με το προφίλ που έπρεπε να έχει το προϊόν και λιγότερο με κάποια πιθανή συμβατότητα ή άλλη στενή σχέση με τη Java. Ρόλο σε αυτήν τη σύγχυση έπαιξε και ότι η Java και η Javascript έχουν δεχτεί σημαντικές επιρροές από τη γλώσσα C, ειδικά στο συντακτικό, ενώ είναι και οι δύο αντικειμενοστραφείς γλώσσες. Τονίζεται ότι ο σωστός τρόπος γραφής της είναι "Javascript" και όχι 'Java script' σαν δύο λέξεις, όπως λανθασμένα γράφεται ορισμένες φορές.

Λόγω της ευρείας επιτυχίας της JavaScript ως client-side scripting γλώσσα ιστοσελίδων, η Microsoft ανέπτυξε μία συμβατή γλώσσα, ονομάζοντάς την JScript για να αποφευχθούν θέματα με το brand-name. Η Netscape παρέδωσε την JavaScript στην Ecma International για την τυποποίηση και το έργο σχετικά με τις προδιαγραφές, ECMA-262, ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1996. Η πρώτη έκδοση του ECMA-262 εγκρίθηκε από την Γενική Συνέλευση της Ecma τον Ιούνιο του 1997. Πολλές εκδόσεις του προτύπου της γλώσσας έχουν δημοσιευθεί από τότε.

ECMAScript είναι το όνομα της scripting γλώσσας που έχει τυποποιηθεί σε ECMA-262. Το όνομα "ECMAScript" ήταν ένας συμβιβασμός μεταξύ των οργανώσεων που συμμετέχουν στην τυποποίηση της γλώσσας, ιδίως της Netscape και της Microsoft, οι οποίες είχαν αρκετές διαφορές στις αρχικές συνεδρίες για το πρότυπο.Ο Brendan Eich, ο δημιουργός της JavaScript, σχολίασε ότι «ECMAScript ήταν πάντα μια ανεπιθύμητη εμπορική ονομασία που ακούγεται σαν μια ασθένεια του δέρματος.

Ενώ και η JavaScript και η JScript έχουν ως στόχο να είναι συμβατές με την ECMAScript, μπορούν επίσης να παρέχουν πρόσθετες υπηρεσίες που δεν περιγράφονται στις προδιαγραφές της ECMA.

Financial Information exchange (FIX)[επεξεργασία]

Αρχικά το πρωτόκολλο Financial Information exchange (ανταλλαγή οικονομικών πληροφοριών) είναι μια σειρά προδιαγραφών για την ηλεκτρονική επικοινωνία των μηνυμάτων που σχετίζονται με το εμπόριο, το πρωτόκολλο αυτό έχει αναπτυχθεί από την συνεργασία μεταξύ τραπεζών και επιχειρήσεων.Οι συμμετέχοντες επιθυμούν να δημιουργηθεί μια παγκόσμια γλώσσα για την αυτόματη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων. Υπογραμμίζεται ότι το FIX πρωτόκολλο είναι ανοιχτώ και ελεύθερο αλλά όχι και το λογισμικό του, προγραμματιστές λογισμικού μπορούν να δημιουργήσουν ανοιχτό κώδικα λογισμικού αν το θεωρήσουν σκόπιμο. Πλέον το FIX έχει γίνει πρότυπο ανταλλαγής μηνυμάτων για τις εμπορικές συναλλαγές και την επικοινωνία σε παγκόσμιο επίπεδο εντώς των μετοχικών αγορών και επεκτείνεται ραγδαία. Διαπιστώνεται ότι η επιτυχία του πρωτοκόλλου οφείλεται στην εθελοντική εργασία των μελών από την πλευρά του πωλητή και του προμηθευτή. Ταυτόχρονα επαγγελματίες από τις εταιρίες-μέλη που συντονίζουν τις δραστηριότητες, οργανώνουν τις εργασίες μέσω από μια σειρά επιτροπών που έχουν ως στόχο τη διασφάλιση της συνοχής της εφαρμογής του πρωτοκόλλου. Επιπρόσθετα το FIX χρησιμοποιείται πολύ παγκοσμίως και κυρίως σε χρηματιστηριακές και επενδυτικές τράπεζες. Τέλος ενώ η FIX είναι ανοιχτή και ελεύθερη αλλά απαιτεί σχεδιασμό, το λογισμικό του τις υπηρεσίες και το δίκτυο.Για ορισμένους οργανισμούς, η απόκτηση και διατήρηση της παραγωγικής συνδεσιμότητα FIX μπορεί να είναι μια σχετικά φθηνή διαδικασία. Στο αντίθετο άκρο η δημιουργία μια μεγάλης κλίμακας, συνεχούς λειτουργίας του FIX εξυπηρετεί χιλιάδες χρήστες που μπορεί εύκολα να είναι πρόταση πολλών εκατομμυρίων.

Free Lossless Audio Codec (FLAC)[επεξεργασία]

Tα FLAC (Free Loseless Audio Codec) είναι πρότυπο αρχείων ήχου παρόμοια με τα MP3 αλλά υψηλότερης ποιότητας,χωρίς απώλειες,δηλαδή ο ψηφιακός ήχος σε συμπιεσμένη μορφή .flac δεν χάνει καθόλου πληροφορία και μπορεί να μειωθεί 50–60% του αρχικού μεγέθους.Είναι ελεύθερο λογισμικό για εμπορική ή μη χρήση,και η αναπαραγωγή των αρχείων αυτών μπορεί να γινει μέσω πολλών προγραμμάτων αναπαραγωγής ήχου όπως το foobar2000 , KM Player , είτε με διάφορα plug-in στην περίπτωση του Winamp, τα οποία είναι δωρεάν. Ο πηγαίος κώδικας είναι διαθεσιμος υπό τις άδειες BSD (BSD license) και GPL (GNU General Public License). Η ανάπτυξη του έργου ξεκίνησε το 2000 από τον Josh Coalson . Η πρώτη δοκιμαστική έκδοση 0.5 (beta 0.5) κυκλοφόρησε 15 Ιανουαρίου 2001 και ακολούθησε η επίσημη έκδοση 1.0 στις 20 Ιουλίου του ίδου χρόνου.Στις 17 Σεπτεμβρίου 2007 κυκλοφόρησε η έκδοση 1.2.1 από το ίδρυμα Xiph.Org . Η Ευρωπαϊκή Ραδιοτηλεοπτική Ένωση (EBU) έχει υιοθετήσει τη μορφή FLAC για τη διανομή της υψηλής ποιότητας ήχου μέσω του δικτύου Euroradio.

ASCII[επεξεργασία]

Ο κώδικας ASCII (American Standard Code for Information Interchange ή USASCII), είναι αποτέλεσμα μιας προσπάθειας για τυποποίηση ενός κώδικα, προκειμένου να απλοποιηθεί η επικοινωνία υπολογιστών των διαφόρων κατασκευαστών. Αποτελεί τον πιο διαδεδομένο κώδικα χαρακτήρων στο χώρο των υπολογιστών, ακόμα και μετά την δημιουργία του κώδικα Unicode. Αρχικά σχεδιάστηκε να έχει μήκος 8 bits, από τα οποία το όγδοο χρησίμευε ως bit ελέγχου της ορθότητας των υπόλοιπων 7. Το αποτέλεσμα ήταν να επιτρέπει την απεικόνιση 128 διαφορετικών χαρακτήρων από τους χαρακτήρες αυτούς αντιστοιχήθηκε και ένας αριθμός ASCII από 0 έως και το 127 προκειμένου για την αποθήκευσή του στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Οι 128 αυτές θέσεις του κώδικα είναι κατανεμημένες ως εξής:

0 - 31 Χαρακτήρες ελέγχου (μη εκτυπώσιμοι)
32 - 63 Αριθμοί, κενά, σημεία στίξης, σύμβολα πράξεων
64 - 95 Κεφαλαία λατινικά γράμματα και ειδικά σύμβολα
96 - 127 Πεζά λατινικά γράμματα και ειδικά σύμβολα

Στον κώδικα ASCII δεν ήταν δυνατή η απεικόνιση χαρακτήρων άλλου αλφαβήτου εκτός από το λατινικό. Μετά την εξάπλωση των υπολογιστών σε άλλες χώρες με διαφορετικά αλφάβητα, καθώς και την εξέλιξη της τεχνολογίας χρησιμοποιήθηκε και το όγδοο bit για την κωδικοποίηση. Έτσι έγινε δυνατή η απεικόνιση 128 επιπλέον χαρακτήρων. Οι πρόσθετοι αυτοί χαρακτήρες χρησιμοποιήθηκαν από κάθε χώρα για την απεικόνιση των γραμμάτων του τοπικού αλφαβήτου, καθώς και για άλλους χαρακτήρες (π.χ. μαθηματικά σύμβολα). Στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν για την απεικόνιση των ελληνικών χαρακτήρων και άλλων συμβόλων της γλώσσας.

WebP[επεξεργασία]

Το WebP είναι ένα νέο πρότυπο εικόνας το οποίο ανακοινώθηκε το 2010 και δημιουργήθηκε από την Google. Βασίστηκε στην τεχνογνωσία που αποκτήθηκε από την εξαγορά της On2 Technologies, ενώ διανέμεται υπό την άδεια BSD.

Ο τύπος εικόνας WebP παρέχει συμπίεση, με ή χωρίς απώλειες, για τις εικόνες που βρίσκονται στον παγκόσμιο ιστό. H εικόνα με συμπίεση χωρίς απώλειες, είναι 26% μικρότερη σε μέγεθος από την αντίστοιχη σε PNG μορφή. Παράλληλα, οι εικόνες που συμπιέζονται με απώλειες, είναι 25-34% μικρότερες σε μέγεθος από μια αντίστοιχη σε JPEG μορφή. Επίσης, παρέχεται υποστήριξη σχετικά με τη διαφάνεια στη συμπίεση με απώλειες και συνήθως ως αποτέλεσμα έχει μια εικόνα η οποία είναι τρεις φορές μικρότερη σε μέγεθος από την αντίστοιχη σε PNG, εφόσον όμως είναι αποδεχτή η συμπίεση με απώλειες για τα κόκκινα, πράσινα και μπλε κανάλια χρώματος.

Για την συμπίεση μιας εικόνας με απώλειες, χρησιμοποιείται ένας αλγόριθμος για την κωδικοποίηση της ο οποίος ταυτόχρονα παρέχει και την κωδικοποίηση βίντεο τύπου VP8. Ο αλγόριθμος αυτός, χρησιμοποιεί τις τιμές των γειτονικών μπλοκ εικονοστοιχείων για να προβλέψει τις τιμές που πρέπει να έχει ένα μπλοκ και στη συνεχεία κωδικοποιεί μόνο τις διάφορες ανάμεσα στις πραγματικές τιμές και στις τιμές που βρήκε. Τα δεδομένα που δεν χρησιμοποιούνται στην αρχική συμπίεση, τις περισσότερες φόρες περιέχουν πολλές μηδενικές τιμές οι οποίες μπορούν να συμπιεστούν πολύ πιο αποτελεσματικά. Στη συνεχεία, τα δεδομένα αυτά μετατρέπονται, κβαντoποιούνται και κωδικοποιούνται με τη γνωστή διαδικασία. Να σημειώσουμε πως το WebP πρότυπο χρησιμοποιεί επίσης μεταβλητά μεγέθη μπλοκ.

Για την περίπτωση της συμπίεσης χωρίς απώλειες που παρέχει το πρότυπο WebP ,χρησιμοποιεί τα τμήματα της εικόνας που έχουν ήδη προβληθεί, προκείμενου να ανασυνθέσει με ακρίβεια τα νέα εικονοστοιχεία. Ωστόσο, υπάρχει το ενδεχόμενο χρήσης μιας τοπικής παλέτας, εάν δεν βρεθεί κάποια άλλη πιο κατάλληλη. Αυτή η παλέτα ενημερώνεται συνεχώς για να επαναχρησιμοποιεί τα πιο πρόσφατα χρώματα. Αυτός ο τύπος συμπίεσης ονομάζεται VP8L και έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με το γνωστό LZ77 αλγόριθμο συμπίεσης. Γενικά, ένα αρχείο τύπου WebP αποτελείται από VP8 ή VP8L δεδομένα εικόνας, και περιέχει ένα γενικό πλαίσιο που βασίζεται στο RIFF.

Να σημειώσουμε πως ανάμεσα σε άλλους περιηγητές, ο Google Chrome και η Opera, υποστηρίζουν εγχώρια το WebP. Όλοι οι περιηγητές που είναι συμβατοί με το WebM ενδέχεται επίσης να εμφανίσουν και εικόνες WebP μέσω της Javascript. Όλοι οι γνωστοί περιηγητές μπορούν να εμφανίσουν επίσης τέτοιες εικόνες μέσω της βιβλιοθήκης για Javascript, WebPJS, ενώ ο Internet Explorer από την έκδοση 6 και μετά χρησιμοποιεί το Flash για να τις προβάλει.

Λογισμικά που αφορούν γραφικά όπως τα Picasa (από την έκδοση 3.9), Pixelmator, ImageMagick, ReaConverter, Konvertor, XnView, IrfanView και GDAL παρέχουν επίσης υποστήριξη εγχώρια για το WebP.

Jpeg vs webp.jpg

Wav[επεξεργασία]

Το Waveform Audio File Format( Wave ή wav ) είναι ένα πρότυπο της Microsoft για αποθήκευση ήχου στον υπολογιστή σε κομμάτια και είναι κοντά στο 8SVX και AIFF μορφές που χρησιμοποιούνται στους Amiga και Macintosh υπολογιστές αντίστοιχα. Η συνήθης κωδικοποίηση είναι η LPCM. Η τυπική μορφή αρχείου ήχου για τα CD , για παράδειγμα, είναι LPCM κωδικοποίηση, που περιέχει δύο κανάλια των 44.100 δείγματα ανά δευτερόλεπτο και 16 bit ανά δείγμα. Το λογισμικό του WAV μπορείς να το επεξεργαστείς και να το χειριστείς με σχετική ευκολία. Κάθε κωδικοποιητής ACM μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να συμπιεστεί ένα αρχείο WAV. Η User Interface (UI) για Audio Manager συμπίεση μπορεί να προσεγγιστεί μέσω των διαφόρων προγραμμάτων που το χρησιμοποιούν, συμπεριλαμβανομένου και της ηχογράφησης σε ορισμένες εκδόσεις των Windows. Ξεκινώντας με τα Windows 2000 , ένα WAVE_FORMAT_EXTENSIBLE ορίστηκε το οποίο καθορίζει πολλαπλά δεδομένα ήχου μαζί με τις θέσεις ηχείων, εξαλείφει κάθε ασάφεια ως προς τους τύπους και τα μεγέθη του δείγματος WAV και υποστηρίζει την επέκταση του κομματιού. Επιπλέον, τα αρχεία WAV μπορούν να ενσωματώσουν Extensible Metadata Platform (XMP) δεδομένα. Η προδιαγραφή RIFF ορίζει ότι οι αιτήσεις αγνοούν κομμάτια που δεν αναγνωρίζουν και ορισμένες εφαρμογές μπερδεύονται με επιπλέον κομμάτια. Πιο συχνά, τα μικρότερα μεγέθη συμπιεσμένων αρχείων όπως MP3 χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση και τη μεταφορά ήχου. Όμως η χρήση WAV έχει να κάνει περισσότερο με την οικειότητα και την απλή δομή. Εξαιτίας αυτού, συνεχίζει να απολαμβάνει ευρείας χρήσης με διάφορες εφαρμογές λογισμικού. Χρησιμοποιούνται από ορισμένους ραδιοφωνικούς σταθμούς, ιδίως εκείνους που έχουν υιοθετήσει το σύστημα tapeless. Η μορφή WAV περιορίζεται σε αρχεία που είναι λιγότερο από 4 GB και ισοδυναμεί με περίπου 6,8 ώρες. Σε αντίθεση με μορφές όπως FLAC ,τα WAV αρχεία συνήθως δεν διαθέτουν πληροφορίες, για παράδειγμα, στην περίπτωση ενός τραγουδιού τίτλο, καλλιτέχνη, άλμπουμ κλπ.Τέλος τα wav αρχεία μπορούν να κωδικοποιηθούν με μια ποικιλία κωδικοποιητών που μειώνουν το μέγεθος του αρχείου (για παράδειγμα τα GSM ή MP3 codecs).

Wi-Fi[επεξεργασία]

WF.svg.png

Το Wi-Fi είναι μια δημοφιλής τεχνολογία που επιτρέπει σε μια ηλεκτρονική συσκευή την ανταλλαγή δεδομένων ασύρματα(με ραδιοκύματα) σε ένα δίκτυο υπολογιστών, συμπεριλαμβανομένων των υψηλής ταχύτητας συνδέσεων στο διαδίκτυο. Ο όρος Wi-Fi χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο εμπόριο τον Αύγουστο του 2000 από την διαφημιστική εταιρία Interbrand Corporation την οποία είχε προσλάβει η Wi-Fi Alliance για να βρει μια καλύτερη ονομασία από την 'IEEE 802.11b Direct Sequence’ που ονομαζόταν αρχικά Η Wi-Fi Alliance ορίζει το Wi-Fi όπως και κάθε "ασύρματου τοπικού δικτύου (WLAN) προϊόντα βασίζονται στα Institute of Electrical and Electronics Engineers (IEEE) 802.11 πρότυπα". Ωστόσο, δεδομένου ότι τα περισσότερα σύγχρονα δίκτυα WLAN βασίζονται σε αυτά τα πρότυπα, ο όρος "Wi-Fi" χρησιμοποιείται στα Αγγλικά ως συνώνυμο του "WLAN". Μόνο τα Wi-Fi προϊόντα που πληρούν τις προϋποθέσεις διαλειτουργικότητας που έχει ορίσει η Wi-Fi Alliance μπορεί να χρησιμοποιήσει το "Wi-Fi CERTIFIED" σήμα κατατεθέν.

Μια συσκευή που μπορεί να χρησιμοποιήσει Wi-Fi (όπως ένας προσωπικός υπολογιστής, μια video-game κονσόλα, ένα smartphone, μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή, ένα tablet ή μια ψηφιακή συσκευή αναπαραγωγής ήχου), μπορεί να συνδεθεί σε έναν πόρο δικτύου, όπως το Internet μέσω ενός σημείου πρόσβασης ασύρματου δικτύου. Ένα τέτοιο σημείο πρόσβασης (ή hotspot) έχει εμβέλεια περίπου 20 μέτρα (65 πόδια) σε εσωτερικούς χώρους και μεγαλύτερη εμβέλεια σε εξωτερικούς χώρους. Η hotspot κάλυψη μπορεί να περιλαμβάνει ένα χώρο τόσο μικρό όσο ένα μονόκλινο δωμάτιο με τοίχους που μπλοκάρουν τα ραδιοκύματα ή μεγάλο, με πολλά τετραγωνικά χιλιόμετρα - αυτό επιτυγχάνεται με τη χρήση πολλαπλών σημείων πρόσβασης.

Το κύριο ζήτημα με την ασφάλεια του ασύρματου δικτύου είναι η ευκολία με την οποία μπορεί κάποιος να συνδεθεί σε αυτό σε σχέση με τα παραδοσιακά ενσύρματα δίκτυα (Ethernet). Με τα ενσύρματα δίκτυα κάποιος που θέλει να συνδεθεί ενώ δεν έχει εξουσιοδότηση πρέπει να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα κτίριο (φυσική σύνδεση στο εσωτερικό δίκτυο) ή να εισχωρήσει μέσα από ένα εξωτερικό τείχος προστασίας. Οι ιστοσελίδες που χρησιμοποιούν SSL είναι ασφαλής, αλλά η μη κρυπτογραφημένη πρόσβαση στο διαδίκτυο μπορεί εύκολα να εντοπιστεί από τους εισβολείς. Εξαιτίας αυτού, το Wi-Fi έχει υιοθετήσει διάφορες τεχνολογίες κρυπτογράφησης. Η κρυπτογράφηση WEP, αποδείχθηκε εύκολο να σπάσει. Υψηλότερης ποιότητας πρωτόκολλα (WPA, WPA2) προστέθηκαν αργότερα. Ένα προαιρετικό χαρακτηριστικό προστέθηκε το 2007, που ονομάζεται Wi-Fi Protected Setup (WPS), είχε ένα σοβαρό λάθος που επέτρεπε σε εισβολείς να ανακτήσουν τους κωδικούς πρόσβασης των δρομολογητών. Η Wi-Fi Alliance έχει ενημερώσει το σχέδιο δοκιμής και το πρόγραμμα πιστοποίησης για την εξασφάλιση όλων των πρόσφατων πιστοποιημένων συσκευών ότι αντιστέκονται στις επιθέσεις αυτές.

Mp3[επεξεργασία]

Με την ραγδαία ανάπτυξη αγαθών στον κυβερνοχώρο ένα σημαντικό στρατηγικό ζήτημα είναι ο έλεγχος του περιεχομένου. Για παράδειγμα, είναι σπάνιο να περάσει μια εβδομάδα χωρίς κάποια είδηση για άλλη μια τεχνολογική πρόοδο, νομική ανάπτυξη, ή κάποια επιχειρηματική ανάπτυξη, η οποία έχει τις ρίζες της στη ανάπτυξη του MP3 ανοικτό πρότυπο για την κωδικοποίηση ήχου (συμπίεση/αποσυμπίεση). Το διαδίκτυο και κυρίως το ανοικτό πρότυπο Mp3 έχει αλλάξει ριζικά τις μουσικές βιομηχανίες. Μια σειρά από αποκλειστικές μορφές κωδικοποίησης ήχου (συμπίεσεις/αποσυμπίεσεις) που υπάρχουν όπως και η Liquid_Audio δεν έχουν σημαντικό μερίδιο αγοράς. Για τους παρόχους περιεχομένου, νόμιμοι ή παράνομοι καθώς και για τους κατασκευαστές εξοπλισμού αναπαραγωγής ήχου, η προοπτική του να είναι εγκλωβισμένοι σε ένα αποκλειστικό πρότυπο έργων είναι κατά της ευρείας υιοθέτησης.H δημοσίευση ενός ανοιχτού προτύπου για την κωδικοποίηση του περιεχομένου απειλεί τον έλεγχο του περιεχομένου και δημιουργεί αντιπαραθέσεις. Αυτό είναι εμφανές όχι μόνο στην περίπτωση της κωδικοποίησης MP3 με βάση τη διανομή της μουσικής στο διαδίκτυο, αλλά και σε άλλες μορφές κωδικοποίησης οι οποίες αποτρέπουν τον έλεγχο του περιεχομένου.Το MPEG-1 Audio Layer 3 (3ο Επίπεδο Ήχου του προτύπου MPEG-1), γνωστό και ως ΜΡ3, είναι ένα δημοφιλές πρότυπο ψηφιακής κωδικοποίησης ήχου, το οποίο βασίζεται στην απωλεστική συμπίεση αρχείων μέσω ενός αλγορίθμου σχεδιασμένου να μειώνει δραστικά το πλήθος των ψηφιακών δεδομένων που απαιτούνται για την αποθήκευση και ορθή αναπαραγωγή του ήχου, ο οποίος ωστόσο συνεχίζει να ακούγεται σαν πιστή αναπαραγωγή του αρχικού ασυμπίεστου περιεχομένου από τους περισσότερους ακροατές. Εφευρέθηκε από μία ομάδα Γερμανών μηχανικών του Ιδρύματος Fraunhofer, εργαζομένων στα πλαίσια του προγράμματος EUREKA 147 DAB το οποίο έκανε έρευνα επάνω στο ψηφιακό ραδιόφωνο, και τροποποιήθηκε με βάση το πρότυπο ISO/IEC το 1991. Η ανάπτυξη του MP3, ανοιχτού προτύπου για κωδικοποίηση ήχου έθεσε την άμεση διαθεσιμότητα του ελεύθερου λογισμικού για κωδικοποίηση MP3 και αναπαραγωγή ψηφιακής μουσικής, και την ευκολία με την οποία τα αρχεία MP3 μεταφέρονται μέσω του διαδικτύου, συνδυάζονται για να δημιουργήσουν μια μεγάλη και αυξανόμενη απειλή για κατά της μουσικής της βιομηχανίας. Οι χρήσεις της κωδικοποίησης MP3 εκδηλώνεται σε δύο κατηγορίες για την δικτυακή διανομή (μέσω πληρωμής) της μουσικής, και αυτό που συνήθως αναφέρεται ως πειρατείας στο διαδίκτυο, με την παραβίαση των πνευματικών δικαιωμάτων της μουσικής. Ένα βασικό οικονομικό ζήτημα για τη δισκογραφική βιομηχανία είναι ότι το κόστος της ηλεκτρονικής διανομής της μουσικής είναι αμελητέα, δημιουργώντας έντονη ανταγωνιστική πίεση στις τιμές και των υφιστάμενων διαύλων διανομής. Ένα βασικό στρατηγικό ζήτημα είναι ότι η κωδικοποίηση MP3 είναι ένα ανοιχτό πρότυπο, γεγονός που καθιστά δύσκολο για τη μουσική βιομηχανία να ανταγωνιστεί τη χρήση ιδιόκτητων προτύπων.

MATROSKA[επεξεργασία]

Η Multimedia Matroska Container είναι ένα ανοιχτό πρότυπο, μια μορφή αρχείου που μπορεί να κρατήσει έναν απεριόριστο αριθμό βίντεο, ήχο ή εικόνας. Δηλαδή, δεν είναι μια μορφή συμπίεσης βίντεο ή ήχου, αλλά είναι ένας φάκελος για τον οποίο φάκελο μπορεί να υπάρχουν πολλές ροές ήχου, βίντεο και υπότιτλους, επιτρέποντας στον χρήστη να αποθηκεύσει μια πλήρη ταινία ή το CD σε ένα ενιαίο αρχείο. Matroska είναι μια αγγλική λέξη που προέρχεται από τη ρωσική λέξη Matryoshka, που σημαίνει να τοποθετηθεί κούκλα(κούκλα μέσα σε μια κούκλα, γνωστή ως Babushka). Αυτό είναι ένα παιχνίδι , πτυχή της matryoshka καθώς είναι για οπτικό και ακουστικό υλικό. Βασίζεται σε EBML, ένα δυαδικό παράγωγο της XML. Σκοπός του είναι να χρησιμεύσει ως μια καθολική μορφή για την αποθήκευση κοινών πολυμέσων περιεχόμενο, όπως ταινίες ή τηλεοπτικά προγράμματα. Τύποι αρχείων Matroska είναι για βίντεο .MKV, για συσκευές ήχου .MKA και μόνο για υπότιτλους .MKS. Είναι επίσης η βάση για .WebM(WebM αρχεία). Μια σειρά από λογισμικό έχει υποστήριξη Matroska. Αυτοί περιλαμβάνουν συσκευές αναπαραγωγής πολυμέσων, όπως MPlayer, VLC, ALLPlayer, PowerDVD και μέσων ενημέρωσης, όπως Plex, Boxee, το PS3 Media Server, XBMC και το Google Chrome. Επιπλέον και μια σειρά από εργαλεία λογισμικού υποστηρίζουν Matroska, όπως HandBrake και Pinnacle Studio. Τα πνευματικά δικαιώματα και εμπορικά σήματα για τον προσδιορισμό Matroska τα κατέχει η CoreCodec, αλλά οι προδιαγραφές της είναι ανοιχτά σε όλους, είτε για ιδιωτική είτε για εμπορική χρήση. Ο πηγαίος κώδικας των βιβλιοθηκών που αναπτύχθηκε από την ομάδα ανάπτυξης Matroska έχει αδειοθετηθεί σύμφωνα με την GNU GPL-L. Εκτός από αυτό υπάρχουν επίσης δωρεάν αναλύσης και βιβλιοθήκες αναπαραγωγής διαθέσιμα υπό την άδεια BSD, για την εμπορική έκδοση λογισμικού και υλικού.

OGG[επεξεργασία]

Το Ogg είναι ένας δωρεάν και ανοιχτός τύπος αρχείου που διατηρείται από το Ίδρυμα Xiph.Οrg. Ο τύπος αρχείου Ogg είναι ελεύθερος από πατέντες λογισμικού και είναι σχεδιασμένος να χειρίζεται υψηλής ανάλυσης ψηφιακά πολυμέσα και να παρέχει την αποτελεσματική ροή τους. Τα αρχεία μορφής Ogg μπορούν να πολυπλέξουν εικόνα, ήχο και κείμενο (όπως πχ. υπότιτλους). Πριν το 2007 η κατάληξη .ogg χρησιμοποιούταν για όλα τα αρχεία με περιεχόμενο τεχνολογίας Ogg. Από το 2007 και μετά το Ίδρυμα Xiph.Org πρότεινε η κατάληξη .οgg να χρησιμοποιηθεί μόνο για τα αρχεία ήχου Ogg Vorbis. Επίσης αποφάσισε να δημιουργήσει ένα σύνολο από νέες επεκτάσεις και τύπους αρχείων για να περιγράφει διαφορετικούς τύπους περιεχομένου όπως .oga για αρχεία ήχου, .ogv για αρχεία βίντεο (με ή χωρίς ήχο) και .ogx για πολυπλεγμένα αρχεία Οgg. Από τον Δεκέμβριο του 2007 η τρέχουσα έκδοση της εφαρμογής του Ιδρύματος Xiph.Οrg είναι η libogg 1.2.2. Μία ακόμα έκδοση libogg 2.0 είναι σε εξέλιξη. Οι δύο αυτές βιβλιοθήκες λογισμικού είναι ελεύθερες και διατίθενται βάσει της άδειας BSD. Επειδή οι κωδικοποιητές Ogg είναι δωρεάν και δεν υπόκεινται σε περιορισμούς που σχετίζονται Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας έχουν ενσωματωθεί σε διάφορες δωρεάν και αποκλειστικές συσκευές αναπαραγωγής πολυμέσων, τόσο εμπορικές όσο και μη εμπορικές, καθώς και σε φορητές συσκευές αναπαραγωγής πολυμέσων και σε δέκτες GPS από διαφορετικούς κατασκευαστές.

PHP[επεξεργασία]

H PHP είναι μια Γλώσσα προγραμματισμού για τη δημιουργία σελίδων web με δυναμικό περιεχόμενο. Μια σελίδα PHP περνά από επεξεργασία από συμβατό web server (π.χ. Apache ), ώστε να παραχθεί σε πραγματικό χρόνο το τελικό περιεχόμενο, που θα σταλεί στο πρόγραμμα περιήγησης των επισκεπτών σε μορφή κώδικα HTML .

Ένα αρχείο με κώδικα PHP θα πρέπει να έχει την κατάλληλη επέκταση (π.χ. *.php, *.php4, *.phtml κ.ά.). Η ενσωμάτωση κώδικα σε ένα αρχείο επέκτασης .html δεν θα λειτουργήσει και θα εμφανίσει στον browser τον κώδικα χωρίς καμία επεξεργασία, εκτός αν έχει γίνει η κατάλληλη ρύθμιση στα MIME types του server. Επίσης ακόμη κι όταν ένα αρχείο έχει την επέκταση .php, θα πρέπει ο server να είναι ρυθμισμένος για να επεξεργάζεται κώδικα PHP.

Η ιστορία της PHP ξεκινά από το 1995, όταν ένας φοιτητής, ο Rasmus Lerdorf δημιούργησε χρησιμοποιώντας τη γλώσσα προγραμματισμού Perl ένα απλό script με όνομα php.cgi, για προσωπική χρήση. Το script αυτό είχε σαν σκοπό να διατηρεί μια λίστα στατιστικών για τα άτομα που έβλεπαν το online βιογραφικό του σημείωμα. Αργότερα αυτό το script το διέθεσε και σε φίλους του, οι οποίοι άρχισαν να του ζητούν να προσθέσει περισσότερες δυνατότητες. Η γλώσσα τότε ονομαζόταν PHP/FI από τα αρχικά Personal Home Page/Form Interpreter. Το 1997 η PHP/FI έφθασε στην έκδοση 2.0, βασιζόμενη αυτή τη φορά στη γλώσσα C και αριθμώντας περισσότερα από 50.000 web sites που τη χρησιμοποιούσαν, ενώ αργότερα την ίδια χρονιά οι Andi Gutmans και Zeev Suraski ξαναέγραψαν τη γλώσσα από την αρχή, βασιζόμενοι όμως αρκετά στην PHP/FI 2.0. Έτσι η PHP έφθασε στην έκδοση 3.0 η οποία θύμιζε περισσότερο τη σημερινή μορφή της. Στη συνέχεια, οι Zeev και Andi δημιούργησαν την εταιρεία Zend (από τα αρχικά των ονομάτων τους), η οποία συνεχίζει μέχρι και σήμερα την ανάπτυξη και εξέλιξη της γλώσσας PHP. Ακολούθησε το 1998 η έκδοση 4 της PHP, τον Ιούλιο του 2004 διατέθηκε η έκδοση 5, ενώ αυτή τη στιγμή έχουν ήδη διατεθεί και τα πρώτα snapshots της επερχόμενης PHP 6 , για οποιονδήποτε προγραμματιστή θέλει να τη χρησιμοποιήσει.

Σήμερα περισσότερα από 16.000.000 web sites, ποσοστό μεγαλύτερο από το 35% των ιστοσελίδων του Διαδικτύου , χρησιμοποιούν scripts γραμμένα με τη γλώσσα PHP, ενώ το υπόλοιπο 65% το μοιράζονται στατικές σελίδες HTML και όλες οι άλλες γλώσσες προγραμματισμού. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ο ίδιος ο Rasmus Lerdorf σε πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε ότι δεν περίμενε όταν, πριν από 10 χρόνια, δημιουργούσε τις πρώτες γραμμές κώδικα PHP. Τόνισε όμως ότι η PHP δεν θα είχε γίνει τόσο δημοφιλής αν η εξέλιξή της είχε παραμείνει προσωπική του προσπάθεια και δεν είχε βοηθηθεί από τους Andi Gutmans, Zeev Suraski και την εθελοντική συμμετοχή προγραμματιστών από ολόκληρο τον κόσμο. Τα περισσότερα web sites επί του παρόντος χρησιμοποιούν κυρίως τις εκδόσεις 4 και 5 της PHP.

Με τις γλώσσες Perl και C/C++ στις οποίες έχει τις ρίζες της, η PHP έχει εξαιρετική ομοιότητα ως προς τον τρόπο σύνταξης, αλλά και πολλές εντολές της.

ePUB[επεξεργασία]

Το ePUB είναι ένα ανοιχτό πρότυπο και μπορεί, χωρίς μετατροπές, να τρέχει σε όλες τις πλατφόρμες κινητών, tablet και υπολογιστών. Οι προδιαγραφές του ορίζονται από το Διεθνές Φόρουμ Ψηφιακών Εκδόσεων (International Digital Publishing Forum – IDPF), στο οποίο συμμετέχουν πάνω από 200 εταιρείες που σχετίζονται με το χώρο της ηλεκτρονικής ανάγνωσης, εκδότες, βιβλιοπωλεία. Χρησιμοποιείται από όλους τους εκδότες και υποστηρίζεται από όλους τους κατασκευαστές συσκευών ηλεκτρονικής ανάγνωσης και τους δημιουργούς λογισμικού, εκτός από την Amazon.

Η ανάγνωση αρχείων ePUB είναι δυνατή όχι μόνο στους e-readers αλλά και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέσω του Adobe Digital Editions, καθώς και άλλων προγραμμάτων, όπως το Calibre, το FBReader, το ePubReader κ.ά. Βέβαια, διαβάζονται και σε κινητά τηλέφωνα, μέσω π.χ. της εφαρμογής Aldiko του Android. Οι προδιαγραφές ePub δεν εφαρμόζουν ούτε προτείνουν ένα συγκεκριμένο σύστημα διαχείρισης ψηφιακών δικαιωμάτων (DRM), έτσι οι κατασκευαστές αρχείων ePub χρησιμοποιούν είτε το Adobe Content Server είτε το FairPlay του iBook της Apple.

Βασικό χαρακτηριστικό του EPUB -και βασικό του πλεονέκτημα- είναι η αυτόματη προσαρμογή (reflow) του κειμένου στο μέγεθος της οθόνης στο οποίο εμφανίζονται. Με το EPUB ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το ηλεκτρονικό βιβλίο πατώντας απλά το κουμπί για την επόμενη σελίδα, αλλά και να τροποποιήσει το κείμενο ως προς το μέγεθος, το είδος της γραμματοσειράς, την πυκνότητα των γραμμάτων και των χαρακτήρων.

Oι επικριτές του ePUB τονίζουν ότι, ενώ είναι αποτελεσματική μορφή αρχείων για τα ηλεκτρονικά βιβλία που περιέχουν μόνο κείμενο, δεν είναι κατάλληλη για ηλεκτρονικά έντυπα που απαιτούν ακριβή διάταξη ή εξειδικευμένη μορφοποίηση με στήλες, εικόνες και άλλα στοιχεία, όπως π.χ. ένα κόμικ ή ένα ταξιδιωτικός οδηγός.

Η νέα έκδοση είναι το ePub3 το οποίο αναμένεται να διορθώσει αρκετά λάθη της αρχικής έκδοσης αλλά και να εξελιχθεί αφού θα υποστηρίζει HTML5, CSS3 και Javascript φέρνοντας σημαντικές βελτιώσεις στα ηλεκτρονικά βιβλία. Θα ενσωματώνονται σε αυτά βίντεο, ήχος, κινούμενα γραφικά και διαδραστικότητα, αλλά και βελτιώσεις στην διάταξη της σελίδας και την προσβασιμότητα για άτομα με προβλήματα όρασης, καθώς και περιεχόμενο σε πολύ περισσότερες γλώσσες. Θα τρέχει σε όλα τα προγράμματα ανάγνωσης ηλεκτρονικών βιβλίων ανεξάρτητα από το λειτουργικό σύστημα της συσκευής, ενώ δίνει τη δυνατότητα για καλύτερο τυπογραφικό σχεδιασμό του ψηφιακού βιβλίου σε συνδυασμό με την πλήρη εκμετάλλευση των ψηφιακών δυνατοτήτων.

100BASE-VGANYLAN[επεξεργασία]

Το 100base-VGAnyLan είναι ένα πρότυπο υψηλού ρυθμού, μετάδοσης που ανταγωνίζεται το 100Mbps ethernet. Μπορεί κανείς να το να το δει σαν ένα υβρίδιο του προτύπου του Ethernet και των μεθόδων πρόσβασης στο φυσικό μέσο που χρησιμοποιεί ο δακτύλιος με κουπόνι.Το 100base-VGAnyLan αναπτύχθηκε κυρίως από την εταιρεία Hewlett-Packard έχοντας ως πρότυπο το ΙΕΕΕ 802.12. Το όνομα του επιλέχθηκε ώστε να δηλώνει ότι, έχει ρυθμό μετάδοσης 100Mbps, χρησιμοποιεί καλώδιο Voice Grade(συνεστραμμένων ζευγών κατηγορίας 3, μπορεί να ενσωματωθεί και στο Ethernet αλλά και στο δακτύλιο με κουπόνι (Token Ring) και τέλος παρέχει δικτύωση μέσω γεφυρών.Αντί του πρωτοκόλλου CSMA/CD που χρησιμοποιείται για την πρόσβαση στο φυσικό μέσο μετάδοσης από το Ethernet και το 100Mbps Ethernet,το πρότυπο 100Base VGAnyLan χρησιμοποιεί μια καινούργια τεχνική προστασίας στο μέσο πoυ ονομάζεται πρωτόκολλο με αίτημα προτεραιότητας.Τα δίκτυα 100BaseVGAnyLan χρησιμοποιούν ιεραρχική δομή άστρου. Πολλοί διανομείς συνδέονται ιεραρχικά(κεντρικός διανομέας ή ρίζα - διανομείς πρώτου επιπέδου - διανομείς δευτέρου επιπέδου και υπόλοιποι και σχηματίζουν το τοπικό δίκτυο ενώ κάθε διανομέας υποστηρίζει ένα τύπο πλαισίου (Ethernet ή IEEE 802.5).

Υποχρεωτικά ανοιχτά πρότυπα στην Δανία - σε ODF και OOXML[επεξεργασία]

Ένα πρότυπο για να θεωρηθεί ανοικτό πρότυπο πρέπει:

  • να είναι πλήρως τεκμηριωμένο και διαθέσιμο στο κοινό,
  • να μπορεί να υλοποιηθεί ελεύθερα χωρίς να υπεισέρχονται οικονομικοί, πολιτικοί ή νομικοί περιορισμοί στην υλοποίησή του και τη χρήση το, τώρα και στο μέλλον, και
  • η διαχείριση και η συντήρηση του πρότυπου θα πρέπει να γίνεται σε ανοικτό τόπο δημόσιας συζήτησης (forum) με ανοικτές διαδικασίες (οργανισμός προτυποποίησης).

Από την 1η Ιανουαρίου του 2008, όλοι οι δημόσιοι οργανισμοί και φορείς της Δανίας υποχρεούνται να χρησιμοποιούν ανοικτά πρότυπα στις εφαρμογές λογισμικού. Αυτή η απόφαση αποτελεί αποτέλεσμα πρόσφατης συμφωνίας μεταξύ της κυβέρνησης της Δανίας, των φορέων τοπικής αυτοδιοίκησης και της ένωσης περιφερειών της Δανίας (association of Danish Regions). Η Δανία αποτελεί έτσι την πρώτη χώρα που κάνει υποχρεωτική τη χρήση ανοικτών προτύπων από τους κυβερνητικούς φορείς σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Ο κ. Helge Sander υπουργός επιστήμης, ανάπτυξης και καινοτομίας, δήλωσε: “Η συμφωνία αυτή σημαίνει ότι προάγουμε τη χρήση των ανοικτών προτύπων. Η Δανία βρίσκεται ήδη μεταξύ των χωρών που παίζουν ηγετικό ρόλο σε αυτό τον τομέα. Έτσι κάθε βήμα που κάνουμε θα έχει απήχηση και σε άλλα κράτη. Προσδοκώ οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να απολαύσουν περισσότερες υπηρεσίες και οι ψηφιακές εφαρμογές να αποκτήσουν μεγαλύτερη συνοχή και να γίνουν πιο φιλικές προς το χρήστη.” Η υποχρεωτική χρήση ανοικτών προτύπων θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό στην αγορά λογισμικού εφόσον δεν θα είναι πλέον δυνατό οι εταιρίες λογισμικού να προστατεύουν τη θέση τους στην αγορά απλά και μόνο με την κατοχή ιδιόκτητων προτύπων. Έτσι, η υποχρεωτική χρήση ανοικτών προτύπων θα οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές μέσω της τόνωσης του ανταγωνισμού. Αλλά η ενίσχυση του ανταγωνισμού στην αγορά λογισμικού δεν αποτελεί το μοναδικό όφελος από τη χρήση ανοικτών προτύπων. Τα ανοικτά πρότυπα θα βελτιώσουν τις συνθήκες διαλειτουργικότητας μεταξύ των συστημάτων ενοποιημένων τεχνολογιών (IT), των λύσεων που βασίζονται σε αυτά και των οργανισμών που τα χρησιμοποιούν. Τα ανοικτά πρότυπα αποτελούν μια άμεση οδό βελτίωσης της συνεκτικότητας στο δημόσιο τομέα. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης – εθνικό, περιφερειακό και τοπικό – μετέχουν στη συμφωνία. Επιπλέον, η αυξημένη συνεκτικότητα θα προάγει την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα στο δημόσιο τομέα και θα διασφαλίσει ότι η ροή των εργασιών από το ένα σύστημα στο άλλο ή από τον ένα οργανισμό στον άλλο θα γίνει ευκολότερη. Η συμφωνία διασφαλίζει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2008 όλοι οι δημόσιοι φορείς και οργανισμοί – εθνικοί, περιφερειακοί και τοπικοί – πρέπει να χρησιμοποιούν επτά σύνολα ανοικτών προτύπων σε όλες τις νέες εφαρμογές ενοποιημένων τεχνολογιών (IT), εκτός εάν αυτό συνεπάγεται σημαντική αύξηση στο κόστος του έργου. Επιπλέον, όλοι οι φορείς πρέπει να έχουν τη ικανότητα να λαμβάνουν έγγραφα γραφείου σε δύο ανοικτά πρότυπα εγγράφων – και συγκεκριμένα σε ODF και OOXML. Έτσι διασφαλίζεται η δυνατότητα των πολιτών να επικοινωνούν με την κυβέρνηση μέσω ανοικτών προτύπων. “Η συμφωνία αυτή αποτελεί πολύ σημαντική εξέλιξη προς την ποικιλομορφία των ενοποιημένων τεχνολογιών και την ελευθερία επιλογής λογισμικού για τους πολίτες. Κάνοντας αυτό το ιστορικό βήμα ελπίζουμε να εμπνεύσουμε άλλους διεθνείς, εθνικούς, περιφερειακούς και τοπικούς φορείς να συσπειρωθούν κάτω από τη σημαία των ανοικτών προτύπων”, είπε η κα. Marie Munk, αναπληρώτρια διευθύντρια της εθνικής υπηρεσίας ενοποιημένων τεχνολογιών και τηλεπικοινωνιών. Τα επτά σύνολα ανοικτών προτύπων που θα γίνουν υποχρεωτικά για όλες τις νέες δημόσιες εφαρμογές ενοποιημένων τεχνολογιών είναι τα ακόλουθα:

  • Πρότυπα για την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ δημόσιων φορέων,
  • Πρότυπα για διαχείριση ηλεκτρονικών αρχείων και εγγράφων,
  • Πρότυπα για την ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ των δημόσιων φορέων (Open Document Format και Office OpenXML),
  • Πρότυπα για ηλεκτρονική προμήθεια στο δημόσιο τομέα,
  • Πρότυπα για ψηφιακές υπογραφές,
  • Πρότυπα για δημόσιες ιστοσελίδες / διαδικτυακούς κόμβους και ηλεκτρονική προσβασιμότητα,
  • Πρότυπα για την ασφάλεια συστημάτων ενοποιημένων τεχνολογιών (μόνο στον κρατικό τομέα).

ΠΗΓΗ[ http://papanotas.wordpress.com/2007/12/15/denmark/]

USB[επεξεργασία]

Το πρότυπο USB[5] 1.0 παρουσιάστηκε τον Νοέμβριο του 1995. Ο USB προωθήθηκε από την Intel[6] (UHCI and open software stack), τη Microsoft[7] (Windows software stack), την Philips[8] (Hub, USB-ήχος) και την US Robotics[9].Ο Ενιαίος Σειριακός Δίαυλος, γνωστός και ως Universal Serial Bus ή απλά USB, είναι ένα σύστημα διαύλου, το οποίο χρησιμοποιείται για την επικοινωνία ενός υπολογιστή με περιφερειακά συστήματα. Η επικοινωνία των συσκευών USB είναι βασισμένη πάνω σε κανάλια. Τα κανάλια[10] είναι συνδέσεις από την υποδοχή που καταλήγουν στη συσκευή και ονομάζεται άκρο (endpoint). Επίσης, το άκρο χρησιμοποιείται περιστασιακά για να αναφερθεί στο «κανάλι». Μια συσκευή USB μπορεί να έχει μέχρι 32 συνολικά ενεργά κανάλια, 16 στην υποδοχή και 16 στον ελεγκτή. Κάθε άκρο μπορεί να μεταφέρει δεδομένα σε μια κατεύθυνση μόνο, είτε μέσα είτε έξω από τη συσκευή, και έτσι κάθε κανάλι είναι ομοιοκατευθυνόμενο (unidirectional). Τα άκρα αυτά ομαδοποιούνται στις διεπαφές[11] και κάθε διεπαφή συνδέεται με μια ενιαία λειτουργία συσκευών. Μια εξαίρεση σε αυτό είναι το άκρο μηδέν, το οποίο χρησιμοποιείται για τη διαμόρφωση των συσκευών και δεν συνδέεται με καμία διεπαφή. Με τη χρήση του USB οι περιφερειακές συσκευές και τα χαρακτηριστικά τους μπορούν να αναγνωρίζονται αυτόματα. Οι σύγχρονοι υπολογιστές διαθέτουν συνήθως 4 έως 6 θύρες USB. Ο USB είχε ως σκοπό να επιτρέψει στις περιφερειακές μονάδες[12] να συνδέονται με τον υπολογιστή χρησιμοποιώντας μια ενιαία τυποποιημένη υποδοχή διεπαφών και να βελτιώσει τις έτοιμες προς χρήση ικανότητες των συσκευών για σύνδεση ή αποσύνδεσή τους με το σύστημα χωρίς να χρειάζεται επανεκκίνηση. Άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα περιλαμβάνουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στις συσκευές χαμηλής κατανάλωσης χωρίς την ανάγκη εξωτερικής παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και την δυνατότητα πολλών συσκευών USB να χρησιμοποιηθούν χωρίς την απαίτηση ρυθμίσεων ή μεμονωμένων προγραμμάτων οδήγησης (drivers)[13] από τους κατασκευαστές για να εγκατασταθούν. Ο USB προορίζεται να βοηθήσει να αποσυρθούν όλες οι διαφορετικού τύπου θύρες, σειριακές ή παράλληλες. Μπορεί να συνδέσει τις περιφερειακές μονάδες υπολογιστών όπως το ποντίκι, το πληκτρολόγιο, τα έξυπνα κινητά τηλέφωνα (smartphones), τα PDA[14], τα χειριστήρια παιχνιδιών, οι σαρωτές[15], τις ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, τους εκτυπωτές, τις συσκευές MP3[16] και τις φορητές μονάδες δίσκων ή μνημών (στο εξής οι τελευταίες θα αναφέρονται με τον αγγλικό όρο USB flash drive[17] ή απλά flash drive). Για πολλές από τις προαναφερόμενες συσκευές η μέθοδος σύνδεσης USB έχει γίνει η τυποποιημένη μέθοδος σύνδεσης. Το USB χρησιμοποιείται επίσης εκτενώς για να συνδέσει τους μη-δικτυακούς εκτυπωτές με θύρα USB και απλοποιεί τη σύνδεση πολλών εκτυπωτών με έναν υπολογιστή. Ο μεγάλος όγκος των USB flash drives και η ευκολία χρησιμοποίησής τους έχει δημιουργήσει ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων, που όμως αγνοείται συχνά. Μέσω λογισμικού[18] μπορούν να κλειδωθούν οι συσκευές USB (ακόμα και οι φορητές μνήμες flash)[19], ώστε να μην λειτουργούν με τον Η/Υ και να επιτρέπεται σε άλλες περιφερειακές μονάδες USB να λειτουργούν, όπως οι εκτυπωτές. Ο δίαυλος USB σχεδιάστηκε αρχικά για τους προσωπικούς υπολογιστές, αλλά έχει γίνει κοινό και σε άλλες συσκευές, όπως τα PDA και οι παιχνιδομηχανές[20]. Το 2004 υπήρχαν περίπου 1 δισεκατομμύριο συσκευές USB στον κόσμο. θα πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι ο USB λειτουργεί με ταχύτητες, 1.5 Mbit/s για χαμηλή-low ταχύτητα, 12 Mbit/s για πλήρη-full ταχύτητα, 480 Mbit/s υψηλή-high ταχύτητα, 5 Gbit/s υπερυψηλή-Super Speed ή SS.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:[3],[4],[5]

JPEG[επεξεργασία]

Το JPEG (Joint Photographic Experts Group) είναι προτυποποιημένο κατά ISO και χρησιμοποιείται σε πολύ μεγάλη κλίμακα για τη μεταφορά και παρουσίαση εικόνων μέσω δικτύων με περιορισμένο εύρος ζώνης, όπως είναι το Διαδίκτυο, καθώς οι εικόνες JPEG δεν καταλαμβάνουν μεγάλο όγκο.

Το πρότυπο αυτό αξιοποιεί τη συμπίεση με απώλεια πληροφορίας, με στόχο τη μείωση του όγκου του αρχείου εικόνας. Όλοι οι φυλλομετρητές ιστού (web browsers), καθώς και η μεγάλη πλειοψηφία εφαρμογών υπολογιστή υποστηρίζουν το εν λόγω πρότυπο. Τα αρχεία JPEG μπορούν να προκύψουν από αρχεία TIFF με τη βοήθεια λογισμικού επεξεργασίας εικόνας. Κάποιες ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές χρησιμοποιούν ένα τροποποιημένο τύπο αρχείων JPEG, το EXIF (η κατάληξη εξακολουθεί να είναι .jpg).

Λόγω του ότι το JPEG αφορά απωλεστική συμπίεση, εμφανίζονται ατέλειες στην εικόνα. Ανάλογα με το επίπεδο συμπίεσης που θα επιλεγεί (0 έως 100) αυξάνεται ή μειώνεται η ποιότητα της εικόνας μαζί με το μέγεθος του αρχείου. Υπάρχουν διαφόρων ειδών ατέλειες στην εικόνα JPEG. Μια ατέλεια είναι ο χωρισμός της εικόνας σε τετράγωνα 8x8 pixel. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται "macroblocking". Άλλες ατέλειες είναι η χρωματική παραμόρφωση, η παραμόρφωση των άκρων της εικόνας και η ανομοιομορφία των χρωμάτων (τα χρώματα δεν είναι συμπαγή και αναμειγνύονται στις άκρες του αντικειμένου που απεικονίζεται).

Ωστόσο, οι απώλειες αυτές δεν είναι, τις περισσότερες φορές, ορατές, εφόσον η απεικόνιση γίνεται σε οθόνη υπολογιστή. Αρχίζουν να εμφανίζονται όταν ο λόγος συμπίεσης μεγαλώσει αρκετά (περισσότερο από 60%) και η απεικόνιση γίνεται μέσω βιντεοπροβολέα σε μεγάλων διαστάσεων οθόνη.

Οι καταλήξεις των αρχείων που συμμορφώνονται με το πρότυπο αυτό είναι: .jpeg/.jpg.

JPEG 2000[επεξεργασία]

Το JPEG 2000 είναι ένα πρότυπο συμπίεσης εικόνων και κωδικοποίησης. Δημιουργήθηκε από την ομάδα Joint Photographic Experts Groups με σκοπό την αντικατάσταση του αρχικού τους JPEG προτύπου (που δημιουργήθηκε το 1992 και είναι βασισμένο σε Μετασχηματισμό Συνημιτόνου ( Discrete Cosine Transform)), με ένα νέο πρότυπο βασισμένο σε Wavelet Μετασχηματισμό ( DWT). Η τυποποιημένη κατάληξη του αρχείου είναι .jp2 και .jpx. Το JPEG 2000 έχει δημοσιευθεί ως ISO πρότυπο ISO / IEC 15444 . Από το 2013 δεν υποστηρίζεται ευρέως από τους φυλλομετρητές ( web browsers ) και κατ'επέκταση δεν χρησιμοποιείται πια στο διαδίκτυο .

Το JPEG 2000 συγκριτικά με το πρότυπο JPEG προσφέρει ανώτερη απόδοση συμπίεσης, ευέλικτη μορφή αρχείου, ανθεκτικότητα σφάλματος,πολλαπλή αναπαράσταση ανάλυσης, προοδευτική αποκωδικοποίηση καθώς και δίνει την επιλογή στο χρήστη για συμπίεση με ή χωρίς απώλειες.

Το πρότυπο JPEG 2000 έχει πολλαπλές εφαρμογές όπως, καταναλωτικές εφαρμογές όπως συσκευές πολυμέσων (ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, 3G κινητά τηλέφωνα, φαξ, εκτυπωτές,σαρωτές κλπ.) στρατιωτικές εφαρμογές ( HD δορυφορικές εικόνες), στην ιατρική απεικόνηση (DICOM), στο ψηφιακό σινεμά.

DAISY Digital Talking Book[επεξεργασία]

Daisy player.jpg

Η DAISY είναι ένα τεχνικό ανοιχτό πρότυπο για ψηφιακά ακουστικά βιβλία , περιοδικά και ηλεκτρονικά κείμενα. Η DAISY έχει σχεδιαστεί για να είναι ένα πλήρες ηχητικό υποκατάστατο, και έχει σχεδιαστεί ειδικά για χρήση από άτομα με «ειδικές ανάγκες ", συμπεριλαμβανομένης της τύφλωσης, διαταραχές της όρασης, και δυσλεξία . Είναι βασισμένο σε MP3 και XML, η μορφή έχει προηγμένα χαρακτηριστικά, πέραν εκείνων του παραδοσιακού ηχητικού βιβλίου. Οι χρήστες μπορούν να αναζητήσουν, σελιδοδείκτες, με ακρίβεια πλοήγησης γραμμή προς γραμμή, και να ρυθμίζει την ταχύτητα ομιλίας χωρίς παραμόρφωση. DAISY παρέχει επίσης φωνητικούς προσβάσιμους πίνακες, αναφορές και πρόσθετες πληροφορίες. Ως αποτέλεσμα, DAISY επιτρέπει σε άτομα με ειδικές ανάγκες να περιηγηθούν κάτι τόσο περίπλοκο όπως μια εγκυκλοπαίδεια ή ένα βιβλίο , αλλιώς θα ήταν ανέφικτη τη χρήση συμβατικών ηχογραφήσεων.

DAISY πολυμέσων μπορεί να είναι ένα βιβλίο, περιοδικό, εφημερίδα, ηλεκτρονικό κείμενο ή μια συγχρονισμένη παρουσίαση του κειμένου και ήχου. Παρέχει έως και έξι ενσωματωμένα επίπεδα πλοήγησης για το περιεχόμενο, συμπεριλαμβάνει ενσωματωμένα αντικείμενα, όπως εικόνες, γραφικά, και MathML . Στο πρότυπο DAISY, πλοήγηση είναι ενεργοποιημένη σε μια διαδοχική και ιεραρχική δομή που αποτελείται από ( σήμανση-up ) Κείμενο που συγχρονίζονται με ήχο. DAISY 2 βασίστηκε σε XHTML και SMIL DAISY 3 είναι μια νεότερη τεχνολογία, επίσης, με βάση σε XML, και είναι τυποποιημένη ως ANSI / NISO Z39.86-2005.

Η Κοινοπραξία DAISY ιδρύθηκε το 1996 και αποτελείται από διεθνείς οργανισμούς οπού δεσμεύτηκε για την ανάπτυξη ισότιμης πρόσβασης στις πληροφορίες για τους ανθρώπους που έχουν κάποια αναπηρία. Η κοινοπραξία που επελέγη από την Εθνική Οργάνωση Πληροφοριών των Προτύπων (NISO) ως το επίσημο πρακτορείο συντήρησης για το DAISY / NISO πρότυπο

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εγγραφή για τυφλούς και δυσλεξικούς , BookShare και η Εθνική Υπηρεσία Βιβλιοθήκης για Τυφλούς και φυσικά με ειδικές ανάγκες (NLS) , μεταξύ άλλων, προσφέρουν περιεχόμενο για τυφλούς και Ατόμων με Αναπηρίες. RFB & D επιτρέπει την πρόσβαση από άτομα με δυσλεξία ή άλλες αναπηρίες που επηρεάζουν την ικανότητα του ατόμου να διαβάσουν το έντυπο. Η NLS χρησιμοποιεί μια μεθοδολογία βιβλιοθήκης, με το σκεπτικό ότι τα βιβλία που δανείζονται (όπως ήταν παραδοσιακά, στη φυσική κασέτα), ως εκ τούτου είναι σε θέση να προσφέρουν περιεχόμενο δωρεάν, όπως και κάθε δημόσια βιβλιοθήκη μπορεί. RFB & D και Bookshare και οι δύο είναι συνδρομητικών υπηρεσιών, ωστόσο RFB & D ανέλαβε πρόσφατα τη συμμετοχή τους δωρεάν σε όλους τους ειδικούς άτομα στις Ηνωμένες Πολιτείες .

TCP/IP STADARDS[επεξεργασία]

TCP/IP( Transmission Control Protocol/Internet Protocol) είναι ένα λογισμικό που εφαρμόζεται το πρωτόκολλο για τη σύνδεση διαφορετικών δικτύων μεταξύ τους.Το στοιχείο TCP της σουίτας ελέγχει την αποσυναρμολόγηση και επανασυναρμολόγηση των πακέτων δεδομένων που αποστέλλονται από ένα διακομιστή υπολογιστή,όπου βρίσκονται τα δεδομένα.Η IP καθορίζει τη μορφοποίηση και την αντιμετώπιση συστήματος για τη μετάδοση δεδομένων μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη. Το λογισμικό που υλοποιεί τα πρωτόκολλα TCP/IP συνήθως περιλαμβάνεται ως μέρος του λειτουργικού συστήματος. Κάθε υπολογιστής που επιθυμούν να επικοινωνούν μέσω του Διαδικτύου πρέπει να "μιλήσουν" TCP/IP.Όπως σημειώνεται από έναν συγγραφέα:το πρωτόκολλο TCP/IP πρότυπο είναι ένα "ανοιχτό" πρότυπο, που σημαίνει ότι δεν είναι ένα ιδιόκτητο προϊόν της κάθε επιμέρους εταιρείας.Το κυρίαρχο λειτουργικό σύστημα είναι το UNIX, αλλά το πρότυπο του Internet έχει εγκριθεί για χρήση στα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα συστήματα, όπως το Linux, Windows/Vista, και η Apple OS X.Σε ένα TCP/IP δίκτυο, κάθε συσκευή server ή υλικού έχει ανατεθεί σε μια διεύθυνση IP - μια μοναδική αριθμητική θέση με βάση το IP σύστημα διευθυνσιοδότησης.Κάθε υπολογιστής ή συσκευή με μια διεύθυνση IP θεωρείται ένα σημείο σύνδεσης ή κόμβος του δικτύου.Κάθε κόμβος μπορεί να τρέξει τις υπηρεσίες δικτύου, όπως το World Wide Web, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, μεταφορά αρχείων, αποθήκευση και ανάκτηση.Κάθε υπηρεσία δικτύου χρησιμοποιεί συγκεκριμένα πρωτόκολλα και προσδιορίζεται από έναν αριθμό θύρας που επιτρέπει σε άλλους κόμβους να την εντοπίσουν και να συνδεθεί στην υπηρεσία.Η σουίτα του πρωτοκόλλου TCP/IP έχει γίνει το "ντε φακτο" πρότυπο επικοινωνίας του Διαδικτύου, επειδή πολλές από τις συνήθεις υπηρεσίες είναι διαθέσιμες σε όλα τα συστήματα που υποστηρίζουν το πρωτόκολλο TCP/IP.Αυτές οι υπηρεσίες κάνουν το Internet χρήσιμο, επιτρέποντας τη μεταφορά του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ειδήσεων και ιστοσελίδων.

Asterisk (PBX)[επεξεργασία]

Asterisk.jpg

Το Αsterisk είναι ένα λογισμικό ανοιχτού κώδικα για την δημιουργία εφαρμογών επικοινωνίας. Το Αsterisk μετατρέπει ένα συνηθισμένο υπολογιστή σε έναν διακομιστή επικοινωνιών. Δημιουργήθηκε το 1999 από τον Mark Spencer τον ιδρυτή της Digium που χρηματοδοτεί το Αsterisk. Επιτρέπει τηλέφωνα που βρίσκονται συνδεδεμένα με τον υπολογιστή να κάνουν κλήσεις μεταξύ τους, να συνδέονται με άλλες τηλεφωνικές υπηρεσίες όπως το δημόσιο τηλέφωνο (PSTN) και με το πρωτόκολλο Voice over Internet (VoIP). Το όνομα του Αsterisk προέρχεται από το σύμβολο (*) και είναι ένα από τα πρώτα πακέτα λογισμικού ανοιχτού κώδικα PBX (Private Branch Exchange). To Αsterisk έχει κυκλοφορήσει με ένα μοντέλο διπλής άδειας χρησιμοποιώντας την General Public License (GPL), ως άδεια ανοιχτού λογισμικού και μία ιδιόκτητη άδεια χρήσης του λογισμικού για να επιτρέψει τους δικαιούχους να διανέμουν αδημοσίευτα στοιχεία του συστήματος. Αρχικά το Αsterisk είχε σχεδιαστεί για το λειτουργικό σύστημα των Linux, αλλά μπορεί να τρέξει σε διαφορετικά λειτουργικά συστήματα όπως το NetBSD, OpenBSD, FreeBSD, Mac Cos X και το Solaris. Επίσης είναι πολύ μικρό για να μπορέσει να τρέξει σε ένα ενσωματωμένο περιβάλλων πελατών-εξοπλισμού εγκατάστασης-εξοπλισμού συστήματος και τρέχει σε OpenWrt. Το λογισμικό Αsterisk περιλαμβάνει πολλά χαρακτηριστικά που είναι διαθέσιμα στα ιδιόκτητα συστήματα PBX όπως το φωνητικό ταχυδρομείο, η τηλεδιάσκεψη, η διαδραστική φωνητική απόκριση και η αυτόματη διανομή κλήσεων. Οι χρήστες μπορούν να δημιουργούν νέες λειτουργίες με την συγγραφή σεναρίων σε μία από τις γλώσσες της Αsterisk με την προσθήκη προσαρμοσμένων μοντέλων γραμμένα σε γλώσσα προγραμματισμού C. Υποστηρίζει ένα ευρύ φάσμα πρωτοκόλλων (VoIP) όπως το Session Initation Protocol (SIP), το Media Getaway Protocol (MGCP) και το H.323 Protocol. Αλληλεπιδρά με τα περισσότερα τηλέφωνα SIP και ενεργεί ως πύλη μεταξύ ενός IP tτηλεφώνου και ενός τηλεφώνου συνδεδεμένο σε PSTN. Επίσης η τεχνολογία Αsterisk επιτρέπει τους κατασκευαστές να κατασκευάσουν νέα τηλεφωνικά συστήματα ή να τροποποιήσουν σταδιακά τα ήδη υπάρχοντα συστήματα στις νέες τεχνολογίες.

Pbx.jpg

Για να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά το Αsterisk θα πρέπει να διαμορφωθεί σωστά και αυτό περιλαμβάνει:

  • Την δημιουργία καναλιών που επιτρέπουν το Αsterisk να επικοινωνεί μέσω ενός καναλιού φωνής που χρησιμοποιεί η συσκευή και μπορεί να είναι VoIP, TDM ή αναλογική τηλεφωνική συσκευή.
  • Την διαμόρφωση ενός σχεδίου αριθμοδότησης γραμμένο σε γλώσσα Αsterisk για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις κλήσεις που εμφανίζονται πάνω στα κανάλια.
  • Την διαμόρφωση ενός συνόλου αρχείων κειμένου διαμόρφωσης. Μία από αυτές είναι η extensions.conf που περιέχει την λειτουργική ροή της Αsterisk.
  • Επειδή κάθε κανάλι δηλώνει ένα πλαίσιο όπως το να καλέσεις έναν αριθμό περιορίζεται από την επέκταση της εγκατάστασης της συσκευής. Οι επεκτάσεις αποτελούνται συνήθως από πιθανά πολλαπλά στάδια εκτέλεσης, είτε από λογικές πράξεις κατευθύνοντας την ροή του προγράμματος ή την εκτέλεση μια εφαρμογής που είναι διαθέσιμη στο Αsterisk.

Ενώ αρχικά το Αsterisk αναπτύχθηκε στην Αμερική έχει γίνει μία δημοφιλής VoIP PBX σε όλο τον κόσμο, επειδή είναι ελεύθερα διαθέσιμο με την άδεια χρήσης ανοιχτού λογισμικού.

DSpace[επεξεργασία]

To DSpace είναι ένα λογισμικό ανοιχτού προτύπου αποθήκευσης που χρησιμοποιείται συνήθως για τη δημιουργία αρχείων αποθήκευσης ανοικτής πρόσβασης για την ακαδημαϊκή δημοσίευση ψηφιακού περιεχομένου. Το λογισμικό αποθήκευσης DSpace εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη ανάγκη, όπως ένα σύστημα ψηφιακών αρχείων, και επικεντρώθηκε στην μακροχρόνια αποθήκευση, την πρόσβαση και την διατήρηση του ψηφιακού περιεχομένου.Το DSpace είναι ένα σύνολο συνεργαζόμενων web εφαρμογών Java και βοηθητικών προγραμμάτων που διατηρούν ένα χώρο αποθήκευσης των περιουσιακών στοιχείων και ένα αντίστοιχο χώρο αποθήκευσης των μεταδεδομένων. Οι web εφαρμογές παρέχουν διεπαφές για τη διοίκηση, τις καταθέσεις, την κατανάλωση, την αναζήτηση και την πρόσβαση. Ο χώρος αποθήκευσης του ενεργητικού διατηρείται σε ένα σύστημα αρχείων ή παρόμοιο σύστημα αποθήκευσης. Τα μεταδεδομένα , συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης και των πληροφοριών των ρυθμίσεων, αποθηκεύονται σε μια σχεσιακή βάση δεδομένων και υποστηρίζει τη χρήση της PostgreSQL και Oracle βάση δεδομένων . Το DSpace υποστηρίζει αυτή τη στιγμή δύο κύριες διασυνδέσεις web: την JSPUI που χρησιμοποιεί JSP και Java Servlet API και την XMLUI που βασίζεται σε Apache Cocoon , χρησιμοποιώντας XML και XSLT . Το DSpace διατίθεται πρωτίστως μέσω web interface, αλλά υποστηρίζει επίσης το OAI-PMH v2.0, και είναι σε θέση να εξάγει METS (Metadata Encoding and Transmission Standard) πακέτα. Υποστηρίζει τα κοινά πρότυπα διαλειτουργικότητας που χρησιμοποιούνται στο OpenSearch, στο RSS και σε πολλά άλλα. Οι πιο πρόσφατες εκδόσεις του DSpace υποστηρίζουν επίσης πολύπλευρη αναζήτηση και σας βοηθούν να περιηγηθείτε στην λειτουργία τους χρησιμοποιώντας Apache Solr . Η πρώτη δημόσια έκδοση του DSpace κυκλοφόρησε το Νοέμβριο του 2002, ως μια κοινή προσπάθεια μεταξύ των προγραμματιστών από το MIT και το HP Labs . Τον Μάιο του 2009 η συνεργασία για συναφή έργα και ανάπτυξη συνεργειών μεταξύ του DSpace Foundation και του Fedora Commons οδήγησε στην ένωση των δύο οργανισμών να επιδιώξουν κοινή αποστολή τους σε ένα μη κερδοσκοπικό λογισμικό που ονομάζεται DuraSpace. Επί του παρόντος το λογισμικό DSpace και η κοινότητα χρηστών λαμβάνει ηγεσία και καθοδήγηση από την DuraSpace.


GPX[επεξεργασία]

Το GPX, (GPS eXchange Format) είναι μια μορφη XML το οποίο σχεδιάστηκε ως μια κοινή μορφή δεδομένων GPS για εφαρμογές λογισμικού. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει σημεία, γραμμές και δρομολόγια. Η μορφή είναι ανοιχτή και μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να χρειάζεται να πληρώσουμε προκειμένου να την αποκτήσουμε. Περιέχει ετικέτες όπως η θέση του καταστήματος, το υψόμετρο, καθώς και τον χρόνου και με τον τρόπο τον οποίο αυτό να χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ συσκευών GPS και των πακέτων λογισμικού. Αυτά τα προγράμματα επιτρέπουν στους χρήστες, να δουν τα ίχνη τους, να προβάλλουν τα ίχνη τους σε δορυφορικές εικόνες ή σε χάρτες και να επισημάνουν φωτογραφίες με «ετικέτα» σε γεωγραφική τοποθεσία.

Το GPX είναι μια συλλογή από σημεία, χωρίς διαδοχική σχέση (όπως για παράδειγμα η κομητεία πόλεων της Αγγλίας, ή οι Ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης).Μια διατεταγμένη συλλογή των σημείων μπορεί να εκφραστεί ως ένα κομμάτι ή μια διαδρομή (μια διατεταγμένη λίστα σημείων που αντιπροσωπεύουν μια σειρά από σημαντικά σημεία που οδηγεί σε έναν προορισμό).

Θεωρητικά, τα κομμάτια αυτά είναι ένα αρχείο όπου το άτομο έχει την δυνατότητα να δει τα δρομολόγια και τις προτάσεις σχετικά με το πού θα μπορεί να πάει. Για παράδειγμα, κάθε σημείο μπορεί να έχει μια χρονική σήμανση αλλά και καποια σημεία σε μια διαδρομή είναι απίθανο να έχουν χρονικές σημάνσεις, επειδή ο κατασκευαστής προτείνει μια διαδρομή που κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να ταξιδέψει.

Οι ελάχιστες ιδιότητες ενός αρχείου GPX είναι γεωγραφικό πλάτος και μήκος για κάθε σημείο. Ορισμένοι πωλητές, όπως Humminbird και η Garmin, χρησιμοποιούν τις επεκτάσεις της μορφή GPX για τη διεύθυνση εγγραφής, τον αριθμό τηλεφώνου, την κατηγορία των επιχειρήσεων, της θερμοκρασίας του αέρα, το βάθος του νερού, καθώς και άλλες παραμέτρους. Γεωγραφικό μήκος και πλάτος σε δεκαδικά μοιρών χρησιμοποιoντας το σύστημα WGS-84 datum, το υψόμετρο καταγράφεται σε μέτρα,οι ημερομηνίες και ώρες που δεν είναι τοπική ώρα, αλλα η συντομοτερη Παγκοσμια συμφωνα με το ISO 8601

ANSI C[επεξεργασία]

Το ANSI C αναφέρεται στο σύνολο των επιτυχών προτύπων που εκδόθηκαν απο το Εθνικό Αμερικανικό Ίδρυμα Προτύπων (ANSI, American National Standards Institute) για την γλώσσα προγραμματισμού C. Προγραμματιστές Λογισμικού που γράφουν σε κώδικα C ενθαρύνονται να συμμορφώνονται με τα πρότυπα, καθώς αυτό βοηθά στην φορητότητα του κώδικα μεταξύ των μεταγγλωτιστών.

Το πρώτο πρότυπο που εκδόθηκε για τη γλώσσα προγραμματισμού C ήταν από τo ANSI. Αν και μεταγενέστερα υιοθετήθηκε από το ISO (International Organization for Standardization) και μετέπειτα αναθεωρήσεις του ISO υιοθετήθηκαν από το ANSI, το όνομα ANSI C είναι ακόμα πιο διαδεδομένο.

Το 1983, το ANSI σχημάτησε μια επιτροπή, την X3J11, για να για να θεσπίσει ένα πρότυπο προδιαγραφών της C. Μετά από χρονοβόρες και επίπονες διαδικασίες, το πρότυπο ολοκληρώθηκε το 1989 και επικυρώθηκε ως ANSI X3.159-1989 “Programming Language C”. Αυτή η εκδοση της γλώσσας συχνά αναφέρεται ως “ANSI C” ή μερικές φορές “C89”.

C-Programming-Language.jpg

Το ίδιο πρότυπο επικυρώθηκε απο το Διεθνή Οργανισμό για τη Προτυποποίηση (International Organization for Standardization) ως ISO/IEC 9899:1990, με μερικές μόνο διαφορές ως πρός τη μορφοποίηση, μερικές φορές αναφέρεται ως C90. Έτσι οι όροι “C89” και “C90” αναφέρονται στην ουσία στην ίδια γλώσσα.Το ISO έκδοσε μια τροποποίηση το 1994, που αναφέρεται ως AMD1, με μικρές αλλαγές στη γλώσσα και τη βιβλιοθήκη, το οποίο ανακλήθηκε και απο το INCITS και το ISO/IEC. Το Μάρτιο του 2000, το ANSI υιοθέτησε το ISO/IEC 9899:1999 πρότυπο, γνωστό και ως C99 το οποίο ανακλήθηκε για χάρη απο το ISO/IEC για ΄χαρη του C11 το νέο πρότυπο για την γλώσσα προγραμματισμού C, αλλά ακόμα εγκρίνεται απο το INCITS.

Υποστήριξη από μεταγλωττιστές

Το ANSI C υποστηρίζεται σχεδόν από όλους τους ευρέως διαδεδομένους μεταγλωττιστές, το μεγαλύτερο μέρος του κώδικα που γράφεται αυτή την εποχή σε C είναι βασισμένο στο ANSI C. Χωρίς μια τέτοια πρόληψη τα περισσότερα λογισμικά θα μεταγλωττίζονταν μόνο σε κάποιες συγκεκριμένες πλατφόρμες ή με κάποιον συγκεκριμένο μόνο μεταγλωττιστή. Μερικοί μεταγλωττιστές που υποστηρίζουν το ANSI C είναι οι: Amsterdam Compiler Kit, ARM RealView, GCC, LabWindows/CVI, LCC, OpenWatcom, Microsoft Visual C++.





Bluetooth[επεξεργασία]

Το Bluetooth είναι ένα βιομηχανικό πρότυπο για ασύρματα προσωπικά δίκτυα υπολογιστών (Wireless Personal Αrea Νetworks, WPAN). Πρόκειται για μια ασύρματη τηλεπικοινωνιακή τεχνολογία μικρών αποστάσεων, η οποία μπορεί να μεταδώσει σήματα μέσω μικροκυμάτων σε ψηφιακές συσκευές. Επομένως το Bluetooth είναι ένα πρωτόκολλο το οποίο παρέχει προτυποποιημένη, ασύρματη επικοινωνία ανάμεσα σε PDA, κινητά τηλέφωνα, φορητοί υπολογιστές, προσωπικοί υπολογιστές, εκτυπωτές, καθώς και ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές ή ψηφιακές κάμερες, μέσω μιας ασφαλούς, φθηνής και παγκοσμίως διαθέσιμης χωρίς ειδική άδεια ραδιοσυχνότητας μικρής εμβέλειας. Από τεχνικής άποψης το Bluetooth είναι ένα πρωτόκολλο ασύρματης δικτύωσης σε φυσικό επίπεδο, υποεπίπεδο MAC και, προαιρετικά, υποεπίπεδο LLC. Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1990 δεν υπήρχε κάποιο ευρέως αποδεκτό πρότυπο WPAN, ούτε φυσικά ανάλογες εμπορικές εφαρμογές . Όμως τότε η Ericsson έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη μίας τεχνολογίας η οποία θα επέτρεπε τον σχηματισμό τοπικών δικτύων πολύ μικρής εμβέλειας με σκοπό την ασύρματη και ad hoc δικτύωση ετερογενών φορητών συσκευών. Το πρότυπο που προέκυψε υιοθετήθηκε στη συνέχεια από την IEEE ως το πρότυπο 802.15 για WPAN. Οι σχεδιαστές του κλήθηκαν να επιλέξουν το όνομα με το οποίο αυτή η τεχνολογία θα γινόταν αργότερα γνωστή σε όλο τον κόσμο. Οι Σουηδοί εμπνευστές του 802.15 ήταν βέβαιοι ότι το νέο πρότυπο θα επικρατούσε και θα έφερνε ακόμη πιο κοντά τους ανθρώπους και τις συσκευές τους. Οι Σκανδιναβοί μάλιστα διαφημίζουν ότι κάτι ανάλογο έκανε και ο Δανός Βασιλιάς Χάραλντ ο Κυανόδους, ο οποίος έζησε στα τέλη του 10ου αιώνα μ.Χ.: κατέλαβε με τα στρατεύματά του πολλές χώρες, ενώ λέγεται ότι κατάφερε να ενώσει τη Δανία με τη Νορβηγία. Το Bluetooth επιτρέπει την κατάργηση όλων των καλωδίων τα οποία παλαιότερα ήταν απαραίτητα για τη «διασύνδεση» μεταξύ υπολογιστών, φορητών υπολογιστών χειρός, κινητών τηλεφώνων και άλλων ψηφιακών συσκευών, όπως ψηφιακές κάμερες, εκτυπωτές, μικρόφωνα, ακουστικά, ραδιόφωνα κ.α. Το Bluetooth επιτρέπει την σύνδεση του κινητού με τον υπολογιστή, τη μεταφορά δεδομένων, όπως εικόνες, επαφές και σημειώσεις από κινητό προς κινητό, τη σύνδεση στο Internet κ.α. Όλα αυτά χωρίς καλώδια και πολύπλοκες ρυθμίσεις. Οι εφαρμογές του λοιπόν είναι πολλαπλές: • Ασύρματη δικτύωση μεταξύ επιτραπέζιου και φορητού υπολογιστή, σε έναν περιορισμένο χώρο με ελάχιστο διαθέσιμο εύρος ζώνης. • Ασύρματα περιφερειακά, όπως εκτυπωτές, ποντίκια και πληκτρολόγια, τα οποία επικοινωνούν με κάποιον επιτραπέζιο ή φορητό υπολογιστή. • Ασύρματη μεταφορά ψηφιακών αρχείων (εικόνες, mp3 κλπ) ανάμεσα σε κινητά τηλέφωνα και PDA. • Ασύρματα ακουστικά για κινητά τηλέφωνα και Smartphone • Ιατρικές εφαρμογές – δοκιμάζονται συσκευές από εταιρίες που παρέχουν ηλεκτρονικές συσκευές προχωρημένης ιατρικής. • Ορισμένοι δέκτες GPS μεταφέρουν πληροφορίες NMEA μέσω Bluetooth. • Ασύρματη τηλεφωνία στο αυτοκίνητο: Το Bluetooth δίνει τη δυνατότητα σε χρήστες καταλλήλως εξοπλισμένων κινητών τηλεφώνων να χρησιμοποιούν κάποιες βασικές λειτουργίες τους με ασύρματα ακουστικά. Ανάλογο σύστημα υπάρχει ενσωματωμένο και σε κράνη οδηγών μοτοσικλέτας, επιτρέποντας τη συνομιλία κατά την οδήγηση. • Απομακρυσμένος έλεγχος συσκευών, όπου έως την εμφάνιση του Bluetooth χρησιμοποιούνταν τεχνολογία υπέρυθρων ακτίνων.

Οι προδιαγραφές του Bluetooth καθορίζουν την «ασύρματη» τεχνολογία χαμηλού κόστους και χαμηλής ισχύος, που εξαλείφει τα καλώδια μεταξύ των κινητών συσκευών και επιτρέπει τη διασύνδεσή τους. Το Bluetooth λειτουργεί στο «αδέσμευτο» φάσμα συχνοτήτων των 2,4 GHz, ώστε οι συσκευές που το ενσωματώνουν να μπορούν να λειτουργήσουν απροβλημάτιστα σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη. Για να περιοριστούν στο ελάχιστο οι παρεμβολές από παρεμφερείς συσκευές, το Bluetooth εκμεταλλεύεται την αμφίδρομη επικοινωνία και τη μέθοδο μετάδοσης με διασπορά φάσματος Frequency Hopping (έως και 1600 εναλλαγές συχνότητας ανά δευτερόλεπτο). Από φυσική άποψη επίσης το Bluetooth λειτουργεί περίπου στα 2.4 GHz, προδιαγράφει τρία επίπεδα ισχύος της εκπομπής από τα οποία εξαρτάται και η εμβέλεια επικοινωνίας (πάντα μικρότερη των 10 μέτρων σε PAN), ενώ η τακτική αλλαγή της συχνότητας εκπομπής λόγω της αξιοποίησης του FHSS καθορίζεται ψευδοτυχαία από έναν κεντρικό κόμβο, τον Master. Το Bluetooth επιτρέπει τις απευθείας συνδέσεις από συσκευή προς συσκευή (point to point), καθώς και την ταυτόχρονη σύνδεση έως και 7 συσκευών με τη χρήση μιας μοναδικής συχνότητας. Τις προδιαγραφές της συγκεκριμένης τεχνολογίας ανέπτυξε και υποστηρίζει το Bluetooth Special Interest Group, ενώ η τελευταία «δημόσια» έκδοσή τους είναι η 1.1, η οποία ενσωματώνεται πλέον στις περισσότερες συμβατές συσκευές μέσω κατάλληλων πομποδεκτών και καρτών δικτύου. Ένα πρόβλημα των προδιαγραφών του Bluetooth είναι ότι, λόγω της μετάδοσης στην ελεύθερη ζώνη συχνοτήτων των 2,4 GHz, οι συσκευές που το υποστηρίζουν αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν ταυτόχρονα τα περισσότερα πρωτόκολλα της οικογένειας IEEE 802.11, καθώς τότε θα υπήρχαν σοβαρά προβλήματα παρεμβολών. Οι βασικότερες προδιαγραφές του Bluetooth αφορούν το φυσικό επίπεδο και το υποεπίπεδο MAC, όπου έχουν δημιουργηθεί διαφορετικά πρωτόκολλα για διαφορετικές εφαρμογές και τα οποία ονομάζονται προφίλ. Το Bluetooth SIG έχει ήδη παρουσιάσει τέτοιες παραμετροποιημένες εκδοχές του προτύπου για διάφορες «αγορές» (π.χ. προφίλ ασύρματου τηλεφώνου, προφίλ πρόσβασης σε LAN, προφίλ εκτύπωσης, φωτογραφίας, αυτοκινήτου κλπ). Κάθε προφίλ περιλαμβάνει πρότυπα για όλα τα επίπεδα και προσφέρει λύσεις για τη διασύνδεση με διαφορετικά δίκτυα μεγαλύτερης κλίμακας.

Παραπομπές[επεξεργασία]

Οργανισμοί – Φορείς Πιστοποίησης[επεξεργασία]

Στο χώρο της πληροφορικής υπάρχουν οργανισμοί οι οποίοι εκδίδουν και πιστοποιούν πρότυπα.

DCMI[επεξεργασία]

Dublin Core Metadata Initiative. Το Dublin Core Metadata Initiative [21] είναι οργανισμός που συντονίζει την επικοινωνία και τη διαδικασία δημιουργίας ανοιχτών και διαλειτουργικών προτύπων μεταδεδομένων τα οποία καλύπτουν μεγάλη γκάμα αναγκών. Το σύνολο στοιχείων μεταδεδομένων Dublin Core (Dublin Core Metadata Element Set) είναι ένα γενικό σχήμα περιγραφής πόρων που σχεδιάστηκε αρχικά για να διευκολύνει την ανακάλυψη ψηφιακών πόρων του Διαδικτύου. Έχει αναπτυχθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών ως ανοικτή, συναινετική προσπάθεια με την ισχυρή συμμετοχή των επαγγελματιών από πολλές κοινότητες χρηστών. Η ευρύτερη υιοθέτηση, ιδιαίτερα στο δημόσιο τομέα σε πολλές χώρες, κατέστησε την επίσημη τυποποίηση ιδιαίτερα σημαντική. Το 1998, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μια ομάδα εργασίας προτύπων δημιουργήθηκε για να συντονίσει την επίσημη τυποποίηση του βασικού στοιχείου του Dublin Core που τέθηκε σε διάφορες οργανώσεις προτύπων. Το πρώτο αποτέλεσμα, νωρίς το 2000, ήταν η υιοθέτηση της έκδοσης 1.1 του βασικού στοιχείου του Dublin Core που τέθηκε (τα βασικά 15 στοιχεία) ως Workshop Agreement 13874 στην Ευρώπη [CEN- CWA] [22] Το 2001, μια ελαφρώς τροποποιημένη έκδοση επικυρώθηκε υπό την αιγίδα της National Information Standards Organization Εθνικής Οργάνωσης Προτύπων Πληροφοριών(NISO) [23] ως ANSI Standard Z39.85 [24] [NISO-Z 39.65]. Η συγκέντρωση αυτών των διαφόρων διεθνών προσπαθειών τυποποίησης θα βελτιώσει τη διαφάνεια και την αξιοπιστία του Dublin Core ως σημαντικoύ προτύπου ανακαλύψεων των πόρων στο Διαδίκτυο. Η πρωτοβουλία μεταδεδομένων του Dublin Core (DCMI) προχώρησε σε πολλά μέτωπα το 2001, συμπεριλαμβανομένης της προώθησης των σημαντικών οργανωτικών αλλαγών, της επίτευξης σημαντικών στόχων που προσδιορίστηκαν στο προηγούμενο έτος, της ολοκλήρωσης της τυποποίησης ANSI [25], της αύξησης της κοινοτικής συμμετοχής και της κατανόησης του προτύπου.

GI Gateway[επεξεργασία]

Geographical Information Gateway. To GΙ gateway είναι μια υπηρεσία πληροφόρησης βασισμένη το διαδίκτυο η οποία παρέχει γεωγραφικά με τα δεδομένα.

GILS[επεξεργασία]

Government Information Locator Service. Βάση δεδομένων και μηχανή αναζήτησης που περιέχει όλες της δημόσιες υπηρεσίες που προσφέρονται από το κράτος των Ηνωμένων πολιτειών.Έχει την δυνατότητα να εντοπίζει δημόσιους πόρους πληροφοριών σε ολόκληρη την ομοσπονδιακή κυβέρνηση περιγράφοντας τις πληροφορίες που διατίθενται σε αυτούς καθώς συμβάλει και στην απόκτηση τους.Επίσης βοηθάει κυβερνητικούς οργανισμούς να συμμορφωθούν με την υπάρχουσα νομοθεσία και πολιτική που απαιτεί την καταγραφή των συστημάτων πληροφοριών.Βασική προϋπόθεση ώστε το GILS να ανταποκριθεί στην πρόσβαση του κοινού και τους στόχους διαχείρισης πληροφοριών είναι τα βασικά του στοιχεία να είναι υψηλής ποιότητας.Ποιοτικά κριτήρια αποτελούν η ακρίβεια, η συνέπεια, η πληρότητα και το συνάλλαγμα.Οι δημόσιοι πόροι συλλέγονται, αξιολογούνται, διατηρούνται και επεξεργάζονται από οργανισμούς της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.Επειδή όμως ο τεράστιος όγκος των διαθέσιμων πληροφοριών δυσκολεύει το κοινό στο να εντοπίσουν ποιες πληροφορίες χρειάζονται,κάθε οργανισμός έχει την ευθύνη να καθιερώσει μηχανισμούς που να το βοηθάνε στις αναζητήσεις του.Ο δεύτερος τύπος πληροφοριακών πόρων που πρέπει να περιγράφονται στον πυρήνα GILS είναι αυτοματοποιημένα συστήματα πληροφοριών.Ένα αυτοματοποιημένο σύστημα πληροφοριών πρέπει να είναι ένα διακριτό σύνολο των πληροφοριακών πόρων που οργανώνεται με τη χρήση μιας τεχνολογίας όπως ορίζεται από το Εγκύκλιο OMB Αρ. Α-130.Τα αυτοματοποιημένα συστήματα μπορούν και αυτά να χρησιμοποιηθούν για τη συλλογή, την επεξεργασία,τη συντήρηση και τη μετάδοση των πληροφοριών.

IEEE[επεξεργασία]

Institute of Electrical and Electronics Engineers. Το Ινστιτούτο Ηλεκτρολόγων και Ηλεκτρονικών Μηχανικών (ΙΕΕΕ) είναι ένας μη κερδοσκοπικός επαγγελματικός σύλλογος που εδρεύει στην πόλη της Νέας Υόρκης ιδρύθηκε το 1963 από τη συγχώνευση του Ινστιτούτου Μηχανικών του Radio και του Ινστιτούτου Ηλεκτρολόγων Μηχανικών της Αμερικής . Ο οργανισμός αυτός είναι αφοσιωμένος στην προώθηση της τεχνολογικής καινοτομίας. Έχει περισσότερα από 400.000 μέλη σε περισσότερες από 160 χώρες με ποσοστό των οποίων το 55% διαμένουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ΙΕΕΕ παράγει το 30% της βιβλιογραφίας του κόσμου ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών μηχανικών και τους τομείς της επιστήμης υπολογιστών, δημοσιεύοντας πάνω από 100 επιστημονικά περιοδικά. Τα περισσότερα μέλη της ΙΕΕΕ είναι απο τον τομέα Ηλεκτρολόγων και Ηλεκτρονικών Μηχανικών αλλά επίσης έχει προσελκύσει ανθρώπους απο διαφορετικούς κλάδους όπως βιολόγοι, φυσικοί, μαθηματικοί. Τα IEEE πρότυπα επηρεάζουν ένα ευρύ φάσμα βιομηχανιών συμπεριλαμβανομένων: δύναμη και ενέργεια, η βιοϊατρική και την υγειονομική περίθαλψη, οι τηλεπικοινωνίες, οι μεταφορές, η νανοτεχνολογία και την διασφάλιση της πληροφορίας. Το 2005 η IEEE είχε περίπου 900 ενεργά πρότυπα με 500 από αυτά να είναι υπό ανάπτυξη. Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα είναι τα πρότυπα IEEE η ομάδα IEEE 802 LAN / MAN περιλαμβάνει ένα πρότυπο Ethernet το IEEE 802,3 και ένα ασύρματο πρότυπο δικτύωσης το IEEE 802.11. Η IEEE δίνει την δυνατότητα κάποια μέλη να πάρουν υποτροφία μεταπτυχιακών σπουδών στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, το πρόγραμμα αυτό ιδρύθηκε το 2000. Η υποτροφία απονέμεται ετησίως σε ένα χρόνο πλήρη μεταπτυχιακού φοιτητή στον τομέα της ηλεκτρολογίας σε μία σχολή μηχανικών, το πρόγραμμα αυτό αναγνωρίζεται σε όλο τον κόσμο.

ISO[επεξεργασία]

Ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (International Organization for Standardization διακριτική ονομασία: ISO ) είναι ο πιο μεγάλος και γνωστός διεθνής οργανισμός πιστοποίησης. Ιδρύθηκε στις 23 Φεβρουαρίου του 1947 και παράγει τα παγκόσμια βιομηχανικά και εμπορικά πρότυπα, τα επονομαζόμενα πρότυπα ISO. Ενώ ο ISO ορίζεται από τον ίδιο ως μη κυβερνητική οργάνωση, η ικανότητα του να θέτει πρότυπα τα οποία αργότερα κυβερνήσεις αποφασίζουν πως πρέπει να τηρούνται δια νόμων ή συνθηκών, τον καθιστά πιο ισχυρό από άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις και στην πράξη λειτουργεί σαν μια κοινοπραξία με ισχυρούς συνδέσμους με κυβερνήσεις. Μεταξύ αυτών που συμμετέχουν στον ISO, συγκαταλέγονται μεγάλες εταιρίες και τουλάχιστον ένα σωματείο προτυποποίησης από κάθε κράτος μέλος. Επίσης συνεργάζεται στενά με την Διεθνή Ηλεκτροτεχνική Επιτροπή (International Electrotechnical Commission, IEC), η οποία είναι υπεύθυνη για την προτυποποίηση των ηλεκτρικών συσκευών. Μερικά από τα πιο γνωστά πρότυπα της ISO είναι τα ακόλουθα:
1.ISO 2709:1996:πρότυπο για την μορφή ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρχείων
2.ISO 5428:1984: κωδικοποίηση χαρακτήρων ελληνικού αλφαβήτου
3.ISO 8777:1993:κωδικοποιημένη ομάδα χαρακτήρων για ανταλλαγή βιβλιογραφικών πληροφοριών.
4.ISO/DIS 23950:ορισμός υπηρεσίας ανάκτησης πληροφοριών και προδιαγραφές πρωτοκόλλων.
5.ISO 843:1997: μετατροπή ελληνικών χαρακτήρων σε λατινικούς.
Το γεγονός ότι πολλά από τα πρότυπα που έχουν δημιουργηθεί από τον ISO έχουν εξαπλωθεί πολύ, έχει οδηγήσει περιστασιακά στη χρήση του «ISO» ως περιγραφή για ένα προϊόν που ακολουθεί κάποιο πρότυπο. Μερικά παραδείγματα είναι:

  • Οι εικόνες οπτικών δίσκων (CD image) έχουν ως κατάληξη αρχείου το .iso που δηλώνει ότι χρησιμοποιούν το πρότυπα συστήματος αρχείων ISO 9660 (υπάρχουν και άλλα συστήματα αρχείων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν). Έτσι οι εικόνες οπτικών δίσκων αναφέρονται πολλές φορές ως «ISO» (πληθ. «ISOs»). Όλοι οι υπολογιστές με οδηγούς CD-ROM μπορούν να διαβάσουν CD που χρησιμοποιούν αυτό το πρότυπο. Τα DVD-ROM χρησιμοποιούν επίσης το σύστημα αρχείων ISO 9660.
  • Η ευαισθησία στο φως των φωτογραφικών φιλμ, η λεγόμενη ταχύτητά τους, μετριέται και καθορίζεται από πρότυπο ISO και έτσι η ταχύτητα του φιλμ αναφέρεται συχνά ως το «νούμερο ISO» του. Υπάρχουν ανάλογα πρότυπα που δίνουν τα ASA και DIN για τον ίδιο σκοπό. [26]

ISOQAR LTD[επεξεργασία]

Η ISOQAR Ltd είναι ένας διαπιστευμένος βρετανικός φορέας πιστοποίησης, που σημαίνει ότι έχει την επίσημη εξουσιοδότηση να αξιολογεί οργανισμούς και να εκδίδει πιστοποιητικά σύμφωνα με ένα ευρύ φάσμα ποιοτικών και περιβαλλοντολογικών προτύπων (όπως ISO 9001 & ISO 14001). Στην Μ. Βρετανία (όπου εδρεύουν τα κεντρικά γραφεία της ISOQAR Ltd) η εξουσιοδότηση αυτή παρέχεται μόνο από την United Kingdom Accreditation Service (UKAS) που με την σειρά του είναι ο αναγνωρισμένος φορέας διαπίστευσης της βρετανικής κυβέρνησης. Η διαπίστευση της UKAS έχει ισχύ σε όλες τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Οι εργασίες της ISOQAR Ltd που τελούνται στην Ευρώπη ελέγχονται από την United Kingdom Accreditation Service (UKAS). Η ISOQAR Ltd είναι ένας ανεξάρτητος φορέας πιστοποίησης ο οποίος δεν ανήκει και ούτε συσχετίζεται με καμία άλλη εταιρεία ή οργανισμό. Αξιολογεί ένα ευρύ φάσμα κατασκευαστικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων καθώς και επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών που δραστηριοποιούνται στην Μ. Βρετανία , στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, αλλά και παγκοσμίως. Η ISOQAR Ltd ιδρύθηκε στα τέλη της δεκαετίας ’80 και πήρε την μορφή ΕΠΕ τον Αύγουστο του 1991. Ιδρύθηκε από τους David Crompton και George Maxwell οι οποίοι με την σειρά τους στηρίχθηκαν πάνω στην μεγάλη εμπειρία και γνώση που είχαν αποκτήσει στα θέματα της ποιότητας. Η γνώση και εμπειρία των ιδρυτών είχε αποκτηθεί από την μακρόχρονη ενασχόλησή τους ως διευθυντές ποιότητος στην βιομηχανία, αξιολογητές / ελεγκτές συστημάτων και διευθυντές άλλων φορέων πιστοποίησης, καθώς και σύμβουλοι εταιρειών. Σήμερα η ISOQAR Ltd έχει άμεσους συνεργάτες και ένα εξειδικευμένο δίκτυο αποκλειστικών αξιολογητών σε όλες τις κύριες πόλεις της Μ. Βρετανίας. Επίσης έχει ένα δίκτυο γραφείων στις πρωτεύουσες αρκετών κρατών (εκ των οποίων ένα είναι και στην Ελλάδα) που το κάθε ένα είναι και υπεύθυνο για τις αξιολογήσεις, ελέγχους και πιστοποιήσεις της σε μία ευρύτερη περιοχή. Οι αρχικοί ιδρυτές της ISOQAR Ltd ασχολούνται ακόμη ενεργά (και με τον ίδιο ενθουσιασμό) με την διοίκηση της εταιρείας στο Μάντσεστερ την Μ. Βρετανίας. Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις συνειδητοποιούν οτι όχι μόνο τα οφέλη του είναι ‘πιστοποιημένες εταιρείες’ για την ποιότητα ή το περιβάλλον, αλλά και τα οφέλη του να πιστοποιούνται ειδικά από την ISOQAR. Η απώθηση που νιώθει η ISOQAR προς την γραφειοκρατία αλλά και η φιλοσοφία της να είναι προσιτή,σημαίνει ότι οι περισσότεροι νέοι πελάτες της προκύπτουν είτε από σύσταση συμβούλου ποιότητας είτε από άλλους πιστοποιημένους πελάτες της. Γι αυτόν τον λόγο υπάρχει και μία συνεχής και σταθερή επέκταση της ISOQAR.

Μαζί με τις κύριες δραστηριότητες που προσφέρει η ISOQAR Ltd ως ένας διαπιστευμένος φορέας πιστοποίησης ποιοτικών και περιβαλλοντολογικών προτύπων (όπως τα ISO 9001, ISO 14001, ISO 27001, ISO 22000, OHSAS 18001, BRC/Food, BRC/IOP, AS 9100), η ISOQAR Ltd προσφέρει:

  1. Επισκέψεις (χωρίς χρέωση) σε εταιρείες που αποζητούν πιστοποίηση, και συζήτηση σε τι εμπλέκει η διαδικασία πιστοποίησης
  2. Εκπαιδευτικές ημερίδες προσιτού κόστους για την εκπαίδευση ‘εσωτερικών ελεγκτών’ εταιρειών
  3. Δευτεροβάθμιες αξιολογήσεις / επιθεωρήσεις οργανισμών βάσει προτύπων ή οδηγιών
  4. Πενθήμερα εκπαιδευτικά σεμινάρια για επικεφαλείς αξιολογητές / ελεγκτές που απευθύνονται σε άτομα που επιθυμούν να εμβαθύνουν τις γνώσεις τους στα ποιοτικά η περιβαλλοντολογικά συστήματα διαχείρισης
  5. Αξιολογήσεις και πιστοποίησης συστημάτων HACCP
  6. Αξιολογήσεις και πιστοποίησης συστημάτων OHSAS 18001
  7. Αξιολογήσεις και πιστοποίησης συστημάτων ISO 27001

Παραπομπές [6]

ANSI[επεξεργασία]

Το Αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων (ANSI) ιδρύθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1918 [7], έδρα του οργανισμού είναι στην Ουάσιγκτον DC και δημιουργήθηκε για την επίβλεψη τη δημιουργία, τη διάδοση και τη χρήση χιλιάδων κανόνων και κατευθυντήριων γραμμών κάθε τομέα των επιχειρήσεων. Πιο συγκεκριμένα, το Αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Προτύπων ([8]) είναι ένας ιδιωτικός μη κερδοσκοπικός οργανισμός που επιβλέπει την ανάπτυξη προτύπων συναίνεσης για προϊόντα, υπηρεσίες, διαδικασίες, συστήματα και προσωπικό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η οργάνωση συντονίζει τα πρότυπα των ΗΠΑ με τα διεθνή πρότυπα, έτσι ώστε τα αμερικανικά προϊόντα να μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε όλο τον κόσμο. Για παράδειγμα, τα πρότυπα διασφαλίζουν ότι τα άτομα που κατέχουν κάμερες μπορούν να βρουν την ταινία που χρειάζονται για την κάμερα οπουδήποτε στον κόσμο.Τα εν λόγω πρότυπα διασφαλίζουν ότι τα χαρακτηριστικά και οι επιδόσεις των προϊόντων είναι συνεπείς, ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τους ίδιους ορισμούς και όρους, και ότι τα προϊόντα ελέγχονται με τον ίδιο τρόπο. Το πρότυπο ANSI πιστοποιεί επίσης οργανώσεις που διεξάγουν προϊόν ή το προσωπικό πιστοποίησης σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα διεθνή πρότυπα [9]. Παρέχει επίσης επίσημη αναγνώριση ότι ένας οργανισμός ή πρόσωπο είναι αρμόδιο για την εκτέλεση ειδικών καθηκόντων [10]. Σημαντική λειτουργία του είναι η λειτουργία διαπίστευσης που αφορά την πιστοποίηση προτύπων ανάπτυξης, φορέων πιστοποίησης και τεχνικές συμβουλευτικές ομάδες (TAG) τόσο του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης (ISO) όσο και της Διεθνούς Ηλεκτροτεχνικής Επιτροπής (IEC).

W3C[επεξεργασία]

Το World Wide Web Consortium (W3C), είναι ένας οργανισμός δημιουργίας και καθιέρωσης τεχνολογικών προτύπων, που αναπτύσσει διαλειτουργικές τεχνολογίες (προδιαγραφές, οδηγίες, λογισμικό και εργαλεία) με σκοπό να αξιοποιήσει και να καθοδηγήσει την πορεία του παγκόσμιου δικτυακού ιστού.

Ιδρύθηκε από τον Tim Berners-Lee, μετά την αποχώρησή του από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Πυρηνικών Ερευνών (CERN), τον Οκτώβριο του 1994. Ο οργανισμός σχηματίστηκε στο Εργαστήριο της Επιστήμης της Πληροφορικής του MIT (MIT / LCS) με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Υπηρεσίας Έρευνας Προηγμένων Αμυντικών Προγραμμάτων των ΗΠΑ (DARPA), η οποία είχε καινοτομήσει το Διαδίκτυο και τον προκάτοχό του, το ARPANET. Το W3C δημιουργήθηκε με σκοπό να εξασφαλιστεί η συμβατότητα και η συμφωνία μεταξύ των μελών του διαδυκτυακού κλάδου στην υιοθέτηση των νέων προτύπων.

Πριν από τη δημιουργία του, ασυμβίβαστες εκδόσεις της HTML ήταν διαθέσιμες από διάφορους παρόχους, αυξάνοντας τις πιθανότητες μη-συμβατότητας μεταξύ ιστοσελίδων. Η κοινοπραξία δημιουργήθηκε ώστε οι πάροχοι να συμφωνήσουν σε ένα σύνολο βασικών αρχών και συστατικών, που θα πρέπει να υποστηρίζεται από όλους.

Η W3C διευθύνεται από τα μέλη της, και ο κατάλογος αυτών είναι στη διάθεση του κοινού. Τα μέλη περιλαμβάνουν επιχειρήσεις, μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, πανεπιστήμια, κυβερνητικούς φορείς και ιδιώτες. Οι απαιτήσεις για την προσχώρηση στον οργανισμό είναι διαφανείς, αλλά ακόμα και αν πληρούνται όλες, δεν είναι σίγουρη η προσχώρηση ενός υποψηφίου στον οργανισμό. Πολλές από τις απαιτήσεις αναφέρονται αναλυτικά, αλλά δεν υπάρχει καμία τελική κατευθυντήρια γραμμή για τη διαδικασία ή τα πρότυπα με τα οποία ένας υποψήφιος θα μπορούσε να εγκριθεί τελικά ή να απορριφθεί. Για την τελική απόφαση, η αίτηση συμμετοχής πρέπει να επιθεωρηθεί και εγκριθεί από την W3C.

OASIS[επεξεργασία]

Ο Οργανισμός για την Προώθηση των Δομημένων Συστημάτων Πληροφοριών [27] είναι μια μη-κερδοσκοπική παγκόσμια κοινοπραξία που οδηγεί την ανάπτυξη, τη σύγκλιση και υιοθέτηση του e-επιχειρείν και των ανοικτών προτύπων, για την παγκόσμια κοινωνία της πληροφορίας. Με έδρα της στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα μέλη της κοινοπραξίας αποφασίζουν πώς και τι δουλειά γίνεται μέσα από μια ανοικτή, δημοκρατική διαδικασία. Τα κοινά πρότυπα που ρυθμίζονται από την OASIS κοινοπραξία περιλαμβάνουν πρωτόκολλα, μορφές/τύπους αρχείων και γλώσσες σήμανσης. Οι εταιρείες λογισμικού και υλικού συχνά εργάζονται με την OASIS για ν' αναπτύξουν και να θεσπίσουν πρότυπα που είναι αποδοτικά και αποτελεσματικά.

Τα πρότυπα που παράγονται από την OASIS είναι ανοικτά πρότυπα, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να χρησιμοποιηθούν από οποιαδήποτε εταιρεία ή οργανισμό και έχουν ως στόχο τη μειώση του κόστους, την τόνωση της καινοτομίας, την αύξηση των παγκόσμιων αγορών, και την προστασία του δικαιώματος της ελεύθερης επιλογής της τεχνολογίας.. Αυτό επιτρέπει πολλαπλές εταιρείες ν' αναπτύξουν προϊόντα με βάση το ίδιο πρότυπο, το οποίο προσφέρει υψηλού βαθμού διαλειτουργικότητα μεταξύ των διαφόρων συστημάτων πληροφορικής. Για παράδειγμα, μία τυποποιημένη μορφή αρχείου από την OASIS μπορεί να υποστηρίζεται από πολλά διαφορετικά προγράμματα. Επειδή κάθε πρόγραμμα μπορεί να αποθηκεύσει τα αρχεία στην ίδια μορφή, τα αρχεία μπορούν ν' ανοιχτούν από οποιοδήποτε από τα προγράμματα χωρίς να χρειάζεται να μετατραπεί ή να μεταφραστεί. Αυτό καθιστά τη μεταφορά αρχείων μεταξύ εφαρμογών ή ακόμα και διαφορετικών συστημάτων πολύ εύκολη.

Τα μέλη της, αντιπροσωπεύουν σε μεγάλο βαθμό την αγορά των δημόσιων και ιδιωτικών τομέων της τεχνολογίας. Η κοινοπραξία έχει περισσότερους από 5.000 συμμετέχοντες που εκπροσωπούν περισσότερους από 600 οργανισμούς και ανεξάρτητα μέλη σε 100 χώρες. Μέλη [28] της κοινοπραξίας είναι δύο από τις πιο ευρέως σεβαστές πύλες πληροφορίας σχετικά με XML και Web πρότυπα των υπηρεσιών, η Cover Pages και το XML.org.

HL7[επεξεργασία]

Ο οργανισμoς Health Level Seven (HL7) σχηματίστηκε το 1987 στις Η.Π.Α. με σκοπό την ανάπτυξη προτύπων σχετικά με την ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων και την αυτόματη ανταλλαγή πληροφορίας μεταξύ των διαφορετικών πληροφοριακών συστημάτων στην υγειονομική περίθαλψη. Το HL7 είναι το πλέον ευρέως χρησιμοποιημένο πρότυπο ανταλλαγής πληροφοριών μέσω μηνυμάτων σε κλινικό περιβάλλον. Χρησιμοποιείται σε όλες τις ηπείρους. Εαν περιοριστεί κανείς στην Ευρώπη θα δει ότι χρησιμοποιείται σχεδόν σε κάθε χώρα ως πρότυπο ανταλλαγής πληροφοριών μέσω μηνυμάτων. Επίσης αποτελεί ένα από τα πολλά Αμερικανικά Εθνικά Ινστιτούτα Προτύπων με διαπιστευμένα Πρότυπα Ανάπτυξης Οργανισμών (SDOs) που δραστηριοποιούνται στον τομέα της υγείας. Οι περισσότεροι SDOs παράγουν πρότυπα (μερικές φορές ονομάζονται προδιαγραφές ή πρωτόκολλα) για ένα συγκεκριμένο τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, όπως φαρμακείο, ιατρικές συσκευές. Το HL7 (Health Level Seven) είναι το πιο καταξιωμένο διεθνές πρότυπο διασύνδεσης εφαρμογών στον χώρο της Υγείας το οποίο δίνει στους Φορείς (Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας, Áσφαλιστικοί Οργανισμοί κλπ) την δυνατότητα να θέτουν συγκεκριμένες προδιαγραφές και να προσδιορίζουν επακριβώς το τρόπο διασύνδεσης τόσο των υπαρχόντων όσο και των νέων πληροφοριακών συστημάτων, έτσι ώστε να λειτουργούν κάτω από ενιαίο πλαίσιο, σαν ένα ενιαίο πληροφοριακό σύστημα. Επιπρόσθετα παρέχει σε όλους του Φορείς Υγείας, την δυνατότητα να τυποποιήσουν τις καθημερινές τους λειτουργίες και διαδικασίες, να εξασφαλίσουν τον οργανισμό έναντι των προμηθευτών στη διαδικασία προμήθειας και εγκατάστασης πληροφοριακών συστημάτων και να πετύχουν σημαντικά οικονομικά οφέλη μέσα από την τυποποίηση και την διαλειτουργικότητα των συστημάτων. Τέλος, η HL7 συνεργάζεται με άλλους οργανισμούς ανάπτυξης προτύπων εθνικών και διεθνών φορέων επιβολής κυρώσεων (π.χ. ANSI και ISO), τόσο στον τομέα της υγείας όσο και σε τομείς πληροφοριακής υποδομής για την προώθηση της χρήσης των υποστηρικτικών και συμβατών προτύπων.

ΕΛΟΤ- Ελληνικός Οργανισμός Τυποποίησης[επεξεργασία]

Ο Ελληνικός Οργανισμός Τυποποίησης [29] ιδρύθηκε 1976 με τη μορφή ΝΠΙΔ. Το 1979 απέκτησε το πρώτο εργαστήριο ελέγχου ηλεκτρικών οικιακών συσκευών ώστε η Ελλάδα να πληροί όλες τις προϋποθέσεις για την είσοδο της στην ΕΟΚ. Στην συνέχεια ιδρύθηκαν και άλλα εργαστήρια με στόχο την κάλυψη των αναγκών για πραγματοποίηση των αναγκαίων εργαστηριακών ελέγχων. Οι εκθέσεις δοκιμών που χορηγούνται από τα εργαστήρια του ΕΛΟΤ αναγνωρίζονται από τις αρμόδιες αρχές και από εργαστήρια στην Ευρώπη και διεθνώς στα πλαίσια αμοιβαίας αναγνώρισης. Διαθέτει: εργαστήριο χαμηλής τάσης για τον έλεγχο οικιακών συσκευών, φωτιστικών και ηλεκτρολογικού υλικού. Εργαστήριο ηλεκτρικών καλωδίων για καλώδια χαμηλής τάσης. Εργαστήριο παιδικών παιχνιδιών για παιδικά παιχνίδια και εργαστήριο ελέγχου πολυμερών και πλαστικών για τον έλεγχο πλαστικών σωλήνων και εξαρτημάτων από PVC, PE, PEX, PP και PB και ελαστικών [30]. Ο ΕΛΟΤ αναπτύσσει και εφαρμόζει διαδικασίες με στόχο την χορήγηση πιστοποιητικών για το εάν τηρούνται οι τεχνικές προδιαγραφές οι κανονισμοί και τα πρότυπα και οι τεχνικοί κανονισμοί για κάποιο προϊόν, υπηρεσία ή διεργασία [31]. Τα σήματα που χορηγεί, ονομάζονται Ελληνικά Σήματα Συμμόρφωσης/Ελληνικά Πιστοποιητικά Συμμόρφωσης και δίνονται αποκλειστικά από τον ΕΛΟΤ. Είναι ο μοναδικός Ελληνικός οργανισμός πιστοποίησης, που συμμετέχει μαζί με άλλους 30 Εθνικούς Οργανισμούς άλλων χωρών στο Διεθνές Δίκτυο Φορέων Πιστοποίησης IQNet [32], χορηγώντας μαζί με το πιστοποιητικό ΕΛΟΤ και το Πιστοποιητικό IQNet.

ITU[επεξεργασία]

Η ITU(International Telecommunication Union) είναι μία εξειδικευμένη υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών που ασχολείται με τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας. Αναπτύσσει τεχνικές προδιαγραφές που εξασφαλίζουν δίκτυα και τεχνολογίες διασύνδεσης ελεύθερα σε παγκόσμιο επίπεδο και προσπαθεί να βελτιώσει την πρόσβαση στις πληροφορίες και τις επικοινωνίες σε υποεξυπηρετούμενες κοινότητες σε όλο τον κόσμο. Η ITU έχει δεσμευτεί να συνδέσει όλους τους ανθρώπους του κόσμου, όπου κι αν ζουν και ανεξάρτητα από τον σκοπό τους. Μέσα από το έργο της, προστατεύει και υποστηρίζει το θεμελιώδες δικαίωμα του καθενός να επικοινωνεί. Σήμερα, οι υπηρεσίες που ασχολούνται με τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας(ICTs) υποστηρίζουν ό,τι κάνει η ITU. Οι ICTs βοηθάνε στη διαχείριση και τον έλεγχο των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης, την ύδρευση, τα δίκτυα ηλεκτροδότησης και τις αλυσίδες διανομής τροφίμων. Υποστηρίζουν την υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση, τις κυβερνητικές υπηρεσίες, τις χρηματοπιστωτικές αγορές, τα συστήματα μεταφορών και της περιβαλλοντικής διαχείρισης. Επίσης επιτρέπουν στους ανθρώπους να επικοινωνούν μεταξύ τους οποτεδήποτε και οπουδήποτε. Η ITU είναι η μοναδική υπηρεσία μεταξύ των υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών που περιλαμβάνει μέλη και του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού τομέα. Έτσι, εκτός από 193 κράτη μέλη της, στα μέλη της ITU περιλαμβάνονται κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα και περίπου 700 ιδιωτικές εταιρείες.

IACIS[επεξεργασία]

Η Διεθνής Ένωση των Ερευνητικών Ειδικών Πληροφορικής (IACIS - International Association of Computer Investigative Specialists) είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που αποτελείται από επαγγελματίες ψηφιακής εγκληματολογίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Μάλιστα, το Συμβούλιο Διαπίστευσης Ιατροδικαστικών Ειδικοτήτων (FSAB - Forensic Specialties Accreditation Board) ενέκρινε την IACIS ως διαπιστευμένο φορέα πιστοποίησης στον τομέα της ψηφιακής εγκληματολογίας, ένα από τα πρώτα στον κόσμο. Ιδρύθηκε το 1990 και έκτοτε υπήρξε ηγέτης σε προγράμματα κατάρτισης και πιστοποίησης. Έχει εκπαιδεύσει και πιστοποιήσει χιλιάδες επαγγελματίες επιβολής του νόμου, του στρατού και της κυβέρνησης σε περισσότερες από 65 χώρες. Προσφέρει επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία περιλαμβάνει εγκληματολογικές μεθόδους για την αναζήτηση σε μολυσμένους υπολογιστές, μέσω εξειδικευμμένου λογισμικού που έχουν σχεδιάσει τα μέλη τα οποία συμμετέχουν στην έρευνα και την ανάπτυξη της IACIS και είναι διαθέσιμα μόνο σε IACIS εκπαιδευμένους. Αυτό περιλαμβάνει στοιχεία που είναι κρυμμένα, συγκαλυμμένα, κρυπτογραφημένα, προστατευμένα με κωδικούς πρόσβασης, ωρολογιακές βόμβες λογισμικού, δούρειους ίππους, TSR (terminate-and-stay-resident) ή άλλα κακόβουλα λογισμικά.

IETF[επεξεργασία]

O IETF (Internet Engineering Task Force) αναπτύσσει και προάγει πρότυπα Διαδικτύου σε στενή συνεργασία με το W3C και το ISO/IEC, που είναι φορείς πιστοποίησης που ασχολούνται κυρίως με τα πρότυπα των πρωτοκόλλων TCP/IP. Είναι ένας οργανισμός ανοιχτών προτύπων που δεν απαιτεί να έχουν τα μέλη του κάποια επίσημη ιδιότητα. H πρώτη συνεδρίαση του IETF έγινε το 1986 και αποτελούνταν από 21 ερευνητές χρηματοδοτούμενους από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90 οι συνεδριάσεις έγιναν ανοιχτές για το κοινό και ο οργανισμός άλλαξε θεσμική μορφή και έγινε ανεξάρτητος. Πλέον είναι επίσημα μέλος της Κοινωνίας του Διαδικτύου και εποπτεύεται από το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής του Διαδικτύου (ΙΑΒ). Η κύρια δοκιμασία του IETF είναι η διαλειτουργικότητα των προδιαγραφών του που γίνονται πρότυπα. Οι λειτουργίες του οργανισμού έχουν αλλάξει σημαντικά καθώς αυτός αναπτύσσεται. Κύριος μηχανισμός του οργανισμού είναι η δημοσίευση σχεδίων προδιαγραφών, στη συνέχεια η αξιολόγηση και ο έλεγχός τους από τους συμμετέχοντες και τέλος η αναδημοσίευσή τους. Η συμβολή των συμμετεχόντων και των διαχειριστών είναι εθελοντική. Παρόλα αυτά η εργασία τους συνήθως χρηματοδοτείται από χορηγούς, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του σημερινού προέδρου του οργανισμού ο οποίος χρηματοδοτείται από τη εταιρία VeriSign και την Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ. Ο IETF σε μεγάλο βαθμό είναι οργανωμένος σε ομάδες εργασίας και άτυπες ομάδες συζήτησης, γνωστές ως BoF. H καθεμία ασχολείται με συγκεκριμένα θέματα. Οι ομάδες εργασίας είναι χωρισμένες σε περιοχές ανάλογα με το αντικείμενο του ασχολούνται. Οι περιοχές ασχολίας των ομάδων χωρίζονται ονομαστικά σε: εφαρμογές, γενικές εργασίες, διαδίκτυο, επιχειρήσεις και διαχείριση, εφαρμογές πραγματικού χρόνου και υποδομές, δρομολόγηση, ασφάλεια και μεταφορές.

EFSE[επεξεργασία]

Tο Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού (EFSE) είναι μία μη-κερδοσκοπική, μη-κυβερνητική οργάνωση που εργάζεται για τη θεμελίωση της γενικής κατανόησης και υποστήριξης για το Ελεύθερο Λογισμικό και τα Ανοιχτά Πρότυπα στην πολιτική, στις επιχειρήσεις, στα νομικά και στην κοινωνία γενικότερα. Το FSFE εργάζεται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να δημιουργήσει ένα θετικό περιβάλλον για το Ελεύθερο Λογισμικό και τα Ανοιχτά Πρότυπα στην Ευρώπη. Η δράση του είναι πολλές φορές εναντίον των μονοπωλίων και υπέρ του ανταγωνισμού στην αγορά του λογισμικού με τη συμμετοχή του ως ενδιαφερόμενο τρίτο μέρος σε αντιμονοπωλιακές υποθέσεις. Ενημερώνει τους διαμορφωτές πολιτικής για τις ευκαιρίες που προσφέρει το Ελεύθερο Λογισμικό και πιέζει για τη διαλειτουργικότητα. ‘Ως μη κυβερνητική οργάνωση δημοσίου συμφέροντος, συνεργάζεται με ομάδες που ενδιαφέρονται για την ελευθερία του ανταγωνισμού ή για τα δικαιώματα του καταναλωτή με άξονα την προώθηση των Ανοιχτών Προτύπων Λογισμικού.Η προτυποποίηση σκόπιμα περιορίζει τις αλλαγές στην τεχνολογική βάση, άρα και στην καινοτομία σε αντίθεση με την δημιουργία και εξέλιξη Ανοιχτών Προτύπων που επιτρέπουν την καινοτομία από όλους τους εταίρους χωρίς να δίνουν τη δυνατότητα στον αρχικό προγραμματιστή της πλατφόρμας να περιορίσει την καινοτομία ή τον ανταγωνισμό, που η καινοτομία αυτή αντιπροσωπεύει καθώς και το διαμοιρασμό όλων των ειδών δεδομένων ελεύθερα και με απόλυτη πιστότητα. Οι στόχοι του FSFE περιλαμβάνουν ελευθερία από κλειδώματα, ελευθερία καινοτομίας και ανταγωνισμού για όλους. Για αυτό το FSFE είναι ένας ισχυρός υποστηρικτής για τα Ανοιχτά Πρότυπα που έχει σαν στόχο να εξασφαλίσει τη διευκόλυνση της μετάβασης στο Ελεύθερο Λογισμικό ή ανάμεσα σε λύσεις Ελεύθερου Λογισμικού.

Ελληνικό Πλαίσιο Διαλειτουργικότητας[επεξεργασία]

Με πρωτοβουλία της Ειδικής Γραμματείας για την Κοινωνία της Πληροφορίας του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών προετοιμάστηκε το Ελληνικό Πλαίσιο Διαλειτουργικότητας, δηλαδή ένα κείμενο προδιαγραφών για τα σχετικά τεχνικά θέματα. Το πλαίσιο διαλειτουργικότητας βασίστηκε στην αντίστοιχη διεθνή εμπειρία και έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα σύντομης καταγραφής λειτουργικών αναγκών διαλειτουργικότητας ενός αριθμού δημόσιων φορέων.

Οι βασικές αποφάσεις τεχνικής πολιτικής πάνω στις οποίες διαμορφώθηκε το ελληνικό πλαίσιο διαλειτουργικότητας είναι: Ευθυγράμμιση με το Διαδίκτυο και τον Παγκόσμιο Ιστο για όλα τα συστήματα πληροφορικής του δημοσίου τομέα. Η υιοθέτηση της XML ως το κύριο πρότυπο για ολοκλήρωση δεδομένων και εργαλείων παρουσίασης για όλα τα συστήματα του δημοσίου τομέα. Η υιοθέτηση του προγράμματος πλοήγησης (web browser) ως το κύριο μέσο πρόσβασης του πολίτη στις υπηρεσίες της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.

Η προσθήκη των μεταδεδομένων (metadata) στο σύνολο των κυβερνητικών πληροφοριών. Η απαίτηση για συμμόρφωση με το πλαίσιο σε ολόκληρο τον δημόσιο τομέα. Τέλος, η επιλογή των τεχνικών προδιαγραφών καθοδηγήθηκε από τα εξής: Υποστήριξη από την αγορά: Οι προδιαγραφές που εκλέχθηκαν υποστηρίζονται ευρέως από την αγορά και συνεπακόλουθα θα μειώσουν το κόστος και το ρίσκο των κυβερνητικών συστημάτων πληροφορικής Κλιμάκωση (Scalability): Οι προδιαγραφές που επιλέχθηκαν έχουν την δυνατότητα να ικανοποιούν απαιτήσεις, όπως αλλαγές μεγέθους όγκου δεδομένων, αριθμού συναλλαγών και αριθμού χρηστών Ανοικτά πρότυπα (Openness): Οι προδιαγραφές βασίζονται σε ανοικτά και ευρέως αποδεκτά πρότυπα που είναι καταγεγραμμένα και διαθέσιμα στο ευρύ κοινό.

Ο άμεσος στόχος του πλαισίου διαλειτουργικότητας είναι να διευκολύνει την υλοποίηση της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και την συνολική υιοθέτησής της από ολόκληρο το δημόσιο τομέα. Ο τελικός στόχος είναι οι δημόσιες υπηρεσίες να ικανοποιούν τις ανάγκες επικοινωνίας με τον πολίτη, τους οργανισμούς και τις επιχειρήσεις μέσα από την αποτελεσματική και απρόσκοπτη ροή από και προς τις δυο κατευθύνσεις. Η υλοποίηση αυτού του οράματος του e-Government βασίζεται στην ικανότητα των συστημάτων πληροφορικής του δημοσίου να παρέχουν σαφή και προτυποποιημένα σημεία επικοινωνίας.

Το πλαίσιο προτυποποιεί τα εξής:

  1. Καθορισμένη μορφή πληροφοριών για ανταλλαγή
  2. Καθορίζει τα γενικά πρότυπα δόμησης της πληροφορίας και της μεταπληροφορίας που θα πρέπει να υιοθετηθούν από κάθε πληροφοριακό σύστημα του δημοσίου για να υποστηρίζουν δυνατότητα επικοινωνίας με άλλα συστήματα
  3. Καθορισμένος τρόπος ανταλλαγής πληροφοριών
  4. Καθορίζεται ένα σύνολο από τεχνολογίες επικοινωνίας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από συστήματα που θα είναι συμβατά με το ΠΔΗΔ, μέσω των οποίων θα υλοποιείται η διαλειτουργικότητα
  5. Καθορισμένος τρόπος πρόσβασης πληροφοριών


Το πλαίσιο προσδιορίζει το σύνολο των τεχνολογιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να διασφαλίσουν την προστασία των υπηρεσιών διαλειτουργικότητας που θα προσφέρουν τα συμβατά συστήματα. Προφανώς, η ασφάλεια ενός πληροφοριακού συστήματος δεν εξαρτάται μόνο από την ασφάλιση του υποσυστήματος διαλειτουργικότητας. Καθορισμένος τρόπος αναζήτησης πληροφοριών Καθορίζει τις τεχνολογίες μεταδιδομένων (metadata) και καταλόγου για την αναζήτηση των απαιτούμενων ηλεκτρονικών υπηρεσιών (e-services) και πληροφοριών στο πλήρως διαλειτουργικό μοντέλο πληροφοριακών συστημάτων.

Χρησιμότητα – Οφέλη[επεξεργασία]

Για πολλά χρόνια οι δημόσιοι οργανισμοί και υπηρεσίες συγκέντρωναν και αρχειοθετούσαν κάθε μορφής πληροφορίες και δεδομένα. Οι οργανισμοί και οι υπηρεσίες έχουν πλέον την δυνατότητα να αξιοποιήσουν καλύτερα και με μικρότερο κόστος το σύνολο των δεδομένων τους. Επιπλέον μπορούν να τα διαθέτουν στους πολίτες με την χρήση των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) χωρίς το μεγάλο κόστος και την γραφειοκρατία που απαιτούνταν στο παρελθόν. Ειδικότερα τα οφέλη που μπορεί να προκύψουν από την διαλειτουργικότητα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Αξιοποίηση παλαιότερου υλικού. Παρέχεται η δυνατότητα στα παλαιά συστήματα να ανταλλάσουν δεδομένα με τα νέα συστήματα που εγκαθίστανται (με χρήση του ενδιάμεσου λογισμικού διαλειτουργικότητας) επεκτείνοντας τη διάρκεια ζωής τους και αποφεύγοντας την απαξίωσή τους στο άμεσο μέλλον. Καλύτερη σχεδίαση και μεγαλύτερη ολοκλήρωση συστημάτων που μπορούν να συνεργάζονται μεταξύ τους προκειμένου να παρέχουν ολοκληρωμένες υπηρεσίες. Μείωση της πολυπλοκότητας καθότι μέσω της διαλειτουργικότητας τα συστήματα μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους χωρίς την ανάγκη ανάπτυξης ενδιάμεσων εφαρμογών για την μετατροπή των δεδομένων σε κατάλληλη για το κάθε σύστημα μορφή. Με αυτό τον τρόπο μειώνεται σημαντικά η πολυπλοκότητα της πληροφοριακής υποδομής.


Όλα τα παραπάνω τελικά οδηγούν σε χαμηλότερο κόστος διότι:

  1. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες στον πολίτη κοστίζουν πολύ λιγότερο, καθώς είναι πιο απλό να υλοποιηθούν και να ολοκληρωθούν.
  2. Τα παλαιότερα συστήματα μπορούν να αξιοποιηθούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
  3. Το συνολικό σύστημα είναι πιο απλό επομένως η συντήρηση ή επίλυση προβλημάτων και εξασφάλιση της καλής λειτουργίας του απαιτεί λιγότερους πόρους.

Το ανοιχτό λογισμικό παρέχει εγγενή και επαληθεύσιμη υποστήριξη ανοιχτών προτύπων, λόγω της ίδιας της διαδικασίας παραγωγής του. Ο τρόπος δηλαδή ανάπτυξης και ο πηγαίος κώδικας είναι ανοιχτός και προσβάσιμος από όλους. Η διαλειτουργικότητα του λογισμικού ανοικτού κώδικα έχει να κάνει με τον τρόπο που αναπτύσσεται το λογισμικό, με βάση το ότι ενθαρρύνει την κοινή χρήση αλλά και με τον τρόπο που το λογισμικό ελέγχεται ανοικτά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει από καιρό αναγνωρίσει την αξία του ανοιχτού λογισμικού ειδικά στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Στο πλαίσιο αυτό της προώθησης του ελεύθερου λογισμικού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναλάβει σειρά πρωτοβουλιών, όπως χρηματοδότηση μελετών και σύσταση ομάδων εργασίας. Ειδικά για τον δημόσιο τομέα, υπάρχει το Πρόγραμμα IDA (Electronic Interchange of Data between Administrations), που σχεδιάστηκε με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με στόχο την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στον τομέα της δημόσιας διοίκησης. Στα πλαίσια του προγράμματος αυτού λειτουργεί Παρατηρητήριο για το Ελεύθερο Λογισμικό, ενώ πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκαινίασε ένα νέο εξειδικευμένο κόμβο με στόχο να παρέχει πληροφορίες για τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τις πρωτοβουλίες για το ελεύθερο λογισμικό. Παράλληλα, κυβερνητικοί οργανισμοί και γενικότερα φορείς του δημόσιου τομέα σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες αποφασίζουν και σταδιακά κινούνται προς την κατεύθυνση της χρήσης του ελεύθερου λογισμικού.

Παραπομπές[επεξεργασία]

  1. "e-GIF"
  2. [http://tools.ietf.org/html/rfc2616υ
  3. [http://www.w3.org/Protocols/rfc2616/rfc2616-sec1.html#sec1.4
  4. [http://en.wikipedia.org/wiki/Hypertext_Transfer_Protocol#cite_note-ietf2616-1
  5. http://en.wikipedia.org/wiki/Universal_Serial_Bus
  6. http://www.intel.com/content/www/us/en/homepage.html
  7. http://www.microsoft.com/el-gr/default.aspx
  8. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%8D%CE%BB%CE%B7:%CE%9A%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B1
  9. http://www.usr.com/support/s-main-menu.asp
  10. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1_%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%8D
  11. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B9%CE%B5%CF%80%CE%B1%CF%86%CE%AE
  12. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CF%83%CF%85%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%85%CE%AE
  13. http://en.wikipedia.org/wiki/Device_driver
  14. http://en.wikipedia.org/wiki/PDA_(disambiguation)
  15. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B1%CF%81%CF%89%CF%84%CE%AE%CF%82
  16. http://el.wikipedia.org/wiki/MP3
  17. http://en.wikipedia.org/wiki/USB_flash_drive
  18. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9B%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8C
  19. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B7_USB
  20. http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1:%CE%A0%CE%B1%CE%B9%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%82
  21. Dublin Core Metadata Initiative
  22. CEN- CWA
  23. NISO
  24. ANSI/NISO Z39.85
  25. ANSI
  26. Πρότυπα ISO
  27. (OASIS)
  28. Μέλη του OASIS
  29. http://www.elot.gr
  30. http://www.elot.gr/35_ELL_HTML.aspx
  31. http://www.elot.gr/elotadopt2012-04.pdf
  32. IQNet



Εξωτερικοί σύνδεσμοι[επεξεργασία]