Τεχνορύθμιση

Από Βικιβιβλία
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τεχνορύθμιση

Περιεχόμενα

Σε σχέση με τη φύση του εγχειριδίου[επεξεργασία]

Το εγχειρίδιο αυτό έχει ως στόχο να παρατεθούν οι βασικές αρχές της τεχνορύθμισης, της χρήσης δηλαδή οικολογιών τεχνολογίας, νόμου, κοινωνικών κανόνων και οργανωτικών δομών προκειμένου να ρυθμιστεί η ανθρώπινη συμπεριφορά. Το εγχειρίδιο αυτό είναι ένα δυναμικό κείμενο το οποίο θα επικαιροποιείται καθώς προχωράει η σειρά μαθημάτων Νομικά και Ηθικά θέματα της επιστήμης των δεδομένων.

Διδάσκοντες[επεξεργασία]

ΕΜΠ[επεξεργασία]

Πρόδρομος Τσιαβός, Θόδωρος Καρούνος, Πέτρος Στεφανέας

ΟΠΑ[επεξεργασία]

Πρόδρομος Τσιαβός

Συγγραφείς[επεξεργασία]

Πρόδρομος Τσιαβός, Θόδωρος Καρούνος, Πέτρος Στεφανέας

Εργασίες[επεξεργασία]

Συνολικά αναμένεται από τους φοιτητές να πραγματοποιήσουν τρεις εργασίες, δύο ατομικές και μία ομαδική.

Πιο συγκεκριμένα:

Mini Project (Wikipedia Entry) 30%:[επεξεργασία]

Creation of a Wikipedia entry or contribution in another Wikimedia project on an area related to the themes of the course (either theoretical or related to a case study)
  1. You may choose any Wikipedia entry to improve or create a new Wikipedia entry of your choice
  2. The Wikipedia entry or improvement may be in Greek or English (if in Greek please get in touch with me before choosing it. I need to make sure that this is something the community will notice)
  3. You may choose any topic of your choice
  4. You need to complete a report of 600 words in English describing your experience with conforming to Wikipedia rules in three or four of the following regulatory modalities:
    1. Technology
    2. Law
    3. Community Norms
    4. Markets

Objective of the exercise is to identify the ways in which modalities of regulation affect your work in an online environment.

Group project (30%):[επεξεργασία]

Analysis and/ or design of a techno-regulatory system or prototype for the resolution of one of the problems that have been indicated in the case studies that have been presented in the context of the course.
  1. You may choose any technoregulatory phenomenon or issue that you would like to describe and explain in terms of its techno-regulatory capacity
  2. You will need to explain the way in which the four modalities of regulation interact and produce a certain regulatory result
  3. You will need to focus on one or more of the areas covered in the course:
    1. Copyright
    2. Public Sector Information
    3. GeoData
    4. Education
    5. Biology, Genetics
    6. Scientific Information/ Data
    7. Cultural Information/ Data
    8. Internet of Things
  4. You may deliver your work in the following formats, where you explain the problem domain, the key issues, the technologies involved and the way the technology and regulatory modalities operate.
    1. Short video (no more than 2-5 minutes)
    2. Technological Prototype
    3. Text (no more than 800 words in English)
    4. Mixed media


Examples[επεξεργασία]

  • Reality TV and CrossMedia
  • VR/ AR/ MR
  • Value Production models and digital marketing
  • FinTech/ Algo-trading
  • RegTech
  • Sharing Economy
  • p2p economy
  • FabLabs
  • BioLabs
  • Smart Cars
  • Fake News/ Alt-reality
  • BigData Εφαρμογές και κίνδυνοι (Cambridge Analytica)
  • AI
  • Assisted Living

Individual Essay (40%):[επεξεργασία]

A max 1.200 words essay on one of the theoretical issues that have been presented in the context of the course
  1. You need to write a short essay of no more than 1.200 words in English describing a socially or entrepreneurially important techno-regulatory phenomenon as if you were writing for a major newspaper blog (e.g. https://www.ft.com/comment/blogs, https://www.wired.com/category/science/science-blogs/)
  2. This is an opinion piece which is addressed to the general audience. You need to be very clear regarding the phenomenon you are describing and explain key concept or provide publicly available references to your readers.
  3. The features of techno-regulation that you want to highlight need to be simple and clear.
  4. Make use of no more than 8 references to publicly accessible resources

Παρουσιάσεις[επεξεργασία]

Πρώτη Ενότητα[επεξεργασία]

Τεχνορύθμιση Ι: Ρυθμιστική Θεωρία

Δεύτερη Ενότητα[επεξεργασία]

Tεχνορύθμιση ΙΙ: Διανοητική Ιδιοκτησία

Τρίτη Ενότητα[επεξεργασία]

Connecting Europe Facility (CEF): https://ec.europa.eu/inea/en/connecting-europe-facility

CEF Definitions: https://ec.europa.eu/cefdigital/wiki/display/CEFDIGITAL/CEF+Definitions

eID: https://ec.europa.eu/cefdigital/wiki/display/CEFDIGITAL/eID

eSignature: https://ec.europa.eu/cefdigital/wiki/display/CEFDIGITAL/eSignature

Trust Services (eIDAS): https://ec.europa.eu/digital-single-market/en/trust-services-and-eid

Identification, Authentication, Authorization: https://danielmiessler.com/blog/security-identification-authentication-and-authorization/

Public Key Infrastructure: https://en.wikipedia.org/wiki/Public_key_infrastructure

Κάποια στοιχεία για το μάθημα[επεξεργασία]

Η επιστήμη των δεδομένων γνωρίζει σήμερα μια τεράστια ανάπτυξη αποτελώντας πλέον βασικό εργαλείο για ολοένα και περισσότερες πλευρές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούμε, παράγουμε και τελικά ζούμε. Τα νομικά και ηθικά θέματα που έρχεται να αντιμετωπίσει η επιστήμη των δεδομένων έχουν τέτοιο εύρος που η διερεύνησή τους στο πλαίσο ενός και μόνο μαθήματος δεν μπορεί παρά να είναι ενδεικτική των ζητημάτων που τίθενται και των εργαλείων –θεσμικών, τεχνικών, οικονομικών και νομικών, που έχουμε στη διαθεσή μας προκειμένου να τα επιλύσουμε. Για το λόγο αυτό το μάθημα αυτό έχει ως στόχο να παράξει περισσότερο μια μέθοδο για τον εντοπισμό, ανάλυση και επίλυση των νομικών και ηθικών θεμάτων που σχετίζονται με την Επιστήμη των δεδομένων, παρά να προσφέρει τις ίδιες τις λύσεις. Τα ζητήματα που αντιμετωπίζει το μάθημα είναι πρώτα από ολά ζητήματα ρυθμιστικής θεωρίας: ποιά είναι η φύση του προβλήματος της ρύθμισης των πληροφοριακών τεχνολογιών και πως μπορούμε να το προσεγγίσουμε μεθοδολογικά; Στο Μάθημα αυτό ακολούθουμε μια τεχνο-ρυθμιστική προσέγγιση, αναλύοντας τους λόγους για τους οποίους ο μόνος τρόπος να ρυθμίσει κανείς το εξαιρετικής αβεβαιότητας και πολυπλοκότητας περιβάλλον που δημιουργούν οι δεδομενο-κεντρικές τεχνολογίες είναι η χρήση της ίδιας της τεχνολογίας και, μάλιστα, της επιστήμης των δεδομένων. Στη βάση αυτής της μεθοδολογικής προσέγγισης το μάθημα έρχεται να δώσει κάποια βασικά σημεία από κλάδους του δικαίου και πολιτικές που αφορούν στην επιστήμη των δεδομένων, όπως διανοητική ιδιοκτησίας, δίκαιο της δημόσιας πληροφορίας, βασικά στοιχεία εταιρικού δικαίου και δίκαιο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι κλάδοι αυτοί του δικαίου εξετάζονται σε μια σειρά από κάθετες θεματικές περιοχές, όπου αναφύονται διαφορετικά προβλήματα δικαίου της επιστήμης των δεδομένων. Πιο συγκεκριμένα εξετάζονται οι χώροι της δημόσιας διοίκησης, εκπαίδευσης και έρευνας, πολιτισμού και πρωτογενούς παραγωγής. Μέσα από την προσέγγιση αυτή και μέχρι τη λήξη του μαθήματος, ο φοιτητής θα έχει αποκτήσει τις κατάλληλες θεωρητικές και τεχνικές γνώσεις προκειμένου να αναλύσει βασικά προβλήματα του δικαίου της πληροφορίας και να μπορεί να σχεδιάσει τεχνο-ρυθμιστικά συστήματα που να αντιμετωπίζουν προβλήματα που θέτει η επιστήμη των δεδομένων.

Ενότητες του Μαθήματος[επεξεργασία]

Το περιεχόμενο του μαθήματος αποτελείται από τις εξής ενότητες:

1. Εισαγωγή στην τεχνο-ρυθμιστική προσέγγιση για την επίλυση προβλημάτων της επιστήμης των δεδομένων

2. Πολιτικές και Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας και επιστήμη των δεδομένων – Υποθέσεις Μελέτης από το χώρο του πολιτισμού και της Έρευνας

3. Πολιτικές και Δίκαιο Δημόσιας πληροφορίας Ι (Πρόσβαση στην Πληροφορία και Περαιτέρω Χρήση αυτής): Υποθέσεις Μελέτης από το Χώρο της Δημόσιας Διοίκησης και της επιχειρηματικότητας της πληροφορίας

4. Πολιτικές και Δίκαιο Δημόσιας πληροφορίας ΙΙ (Γεωχωρική και Μετεωρολογική Πληροφορία): Υποθέσεις Μελέτης από το χώρο, τη δημόσια διοίκηση και την επιχειρηματικότητα της Γεωχωρικής πληροφορίας

5. Πολιτικές και Δίκαιο Έρευνας και Εκπαίδευσης: Υποθέσεις Μελέτης από το χώρο της Έρευνας και της Εκπαίδευσης

6. Πολιτικές και Δίκαιο για την προστασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και Βιοηθική: Υποθέσεις Μελέτης από το Χώρο των επιστημών Ζωής (βιολογία, γενετική, ιατρική)

7. Μελλοντικές Τάσεις στο χώρο της τεχνορύθμισης: Νομικά ζητήματα από Ψη-φυσικά (phigital) αντικείμενα, μετα-προϊόντα και το Διαδίκτυο των Πραγμάτων

Στόχοι του Μαθήματος[επεξεργασία]

Το μάθημα αποσκοπεί στο να επιτευχθούν οι ακόλουθοι μαθησιακοί στόχοι για τους φοιτητές:

- Να κατανοήσουν τις βασικές αρχές σχεδιασμού και λειτουργίας της Τεχνορύθμισης και να μπορούν να τις εφαρμόσουν σε διαφορετικά περιβάλλοντα και αντικείμενα

- Να κατανοήσουν τη λειτουργία των κεντρικών δικαιικών κλάδων της ρύθμισης της πληροφορίας, την ιστορικότητά τους, τις προοπτικές και τη λειτουργία τους

- Να αποκτήσουν τις κατάλληλες δεξιότητες προκειμένου να μπορούν να λύσουν προβλήματα ρύθμισης από την εφαρμογή της επιστήμης των δεδομένων σε διαφορετικούς τομείς κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας

- Να εκτιμήσουν τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα από την επίδραση της επιστήμης σε υπάρχοντες θεσμούς και να οραματιστούν τη δημιουργία νέων θεσμών που βελτιώνουν την καθημερινότητα

- Να αναζητήσουν λύσεις ρυθμιστικής καινοτομίας για προβλήματα από την επιστήμη των δεδομένων

Προτεινόμενα Βιβλία[επεξεργασία]

Σε σχέση με την τεχνο-ρύθμιση προτείνουμε τα κλασσικά βιβλία των L. Lessig και Y. Benkler καθώς και το βιβλίο του J. Kallinikos για τις βασικές αρχές της τεχνολογικής ρύθμισης: Lessig, Lawrence (2006) Codev2, Basic Books, New York http://codev2.cc/download+remix/Lessig-Codev2.pdf Benkler Yochai (2006) The Wealth of Networks, Yale Press, Yale http://cyber.law.harvard.edu/wealth_of_networks/Main_Page Kallinikos, Jannis (2011) Governing through technology: information artefacts and social practiceTechnology, work and globalization. Palgrave Macmillan , Basingstoke, UK. ISBN 9780230280885


Αναλυτικό Πρόγραμμα Μαθήματος[επεξεργασία]

Εισαγωγή στην τεχνο-ρυθμιστική προσέγγιση για την επίλυση προβλημάτων της επιστήμης των δεδομένων[επεξεργασία]

Σύνοψη[επεξεργασία]

Στην ενοτητα αυτήν περιγράφουμε τις κεντρικές έννοιες της τεχνορυθμιστικής θεωρίας, όπως αυτή έχει περιγραφεί από τους Lessig, Benkler, Kallinikos και Black. Παρουσιάζουμε τη ρύθμιση ως άθροισμα της επίδρασης της τεχνολογίας (εδώ δεδομένων), νόμων, αγοράς και κοινωνικής νόρμας και εξετάζουμε πως μπορούμε να έχουμε πραγματικά συμμετοχικές δομές σε σχέση με την παραγωγή κανόνων ρύθμισης, όταν μετακινούμαστε από το χώρο του δικαίου στο χώρο της τεχνολογίας ή της αγοράς. Επίσης, παρουσιάζεται η διάδραση μεταξύ των διαφορετικών τύπων ρύθμισης και οι βασικές διαφορές μεταξύ τους. Εξετάζεται ο κεντρικός ρόλος κάποιων τεχνολογικών υποδομών και τεχνολογιών στα ρυθμιστικά οικοσυστήματα, ιδίως ο ρόλος που διαδραμματίζει η πληροφορία και η πληροφορική σε σχέση με τη ρύθμιση σχεδόν οποιασδήποτε μορφή της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η ενότητα αυτή επίσης εξετάζει την άνοδο του φαινομένου της πληροφορικοποίησης της ρύθμισης, δηλαδή της εμφάνισης ακόμη και στη δικαιική ρύθμιση στοιχείων που συναντάμε στην ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων, φαινόμενο που εντείνεται σε δεδομενο-κεντρικά περιβάλλοντα και δραστηριότητες (π.χ. χρήση τεχνικών συστημάτων από Digital Rights Management Systems μέχρι των συστημάτων Vendor Relationship Management και Privacy by Design τεχνολογιών που αποτελούν κλασσικές περιπτώσεις τεχνορυθμιστικών συστημάτων). Τέλος, η ενότητα αυτή εξετάζει τη βέλτιστη μεθοδολογική προσέγγιση για το σχεδιασμό τεχνο-ρυθμιστικών συστημάτων.

Βιβλιογραφία:[επεξεργασία]

Benkler, Yochai. “Coase’s Penguin,or Linux and the Nature of the Firm.” Yale Law Journal 112 (2002): 369. Benkler, Yochai. The Wealth of Networks: How Social Production Transforms Markets and Freedom. New Haven and London: Yale University Press, 2006. Lessig, Lawrence. Code : Version 2.0 ; Lawrence Lessig. Vol. 2nd ed. New York: BasicBooks ; [London : Perseus Running, distributor], 2006.

Brownsword, Roger. “Code, Control, and Choice: Why East Is East and West Is West.” Legal Studies 25 (2005): 1–21. Brownsword, Roger. “Neither East Nor West, Is Mid-West Best?” Script-Ed 3, no. 1 (2006): 15–33. Wu, Tim. “When Code Isn’t Law.” Virginia Law Review 89, no. June (2003): 679–751. Black, Julia. “Proceduralising Regulation: Part I.” Oxford Journal of Legal Studies 20, no. 4 (2000): 597–614. Black, Julia. “Proceduralising Regulation: Part II.” Oxford Journal of Legal Studies 21, no. 1 (2001): 33–58. Kallinikos, Jannis. “Recalcitrant Technology [electronic Resource] : Cross-Contextual Systems and Content-Embedded Action,” n.d. http://is.lse.ac.uk/wp/pdf/WP103.PDF. Kallinikos, Jannis and Leonardi, Paul M. and Nardi, Bonnie A. (2012) The challenge of materiality: origins, scope and prospects In: Leonardi, Paul M. and Nardi, Bonnie A. and Kallinikos, Jannis, (eds.) Materiality and Organizing: Social Interaction in a Technological World. Oxford University Press, Oxford, UK, 3-22. ISBN 9780199664061

Πολιτικές και Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας και επιστήμη των δεδομένων – Υποθέσεις Μελέτης από το χώρο του πολιτισμού και της Έρευνας[επεξεργασία]

Σύνοψη[επεξεργασία]

Στην ενότητα αυτή εξετάζεται η Πνευματική Ιδιοκτησία ως βασικό εργαλείο για τη ρύθμιση της πληροφορίας. Ξεκινώντας από την ιστορική λειτουργία της πνευματικής ιδιοκτησίας ως μέσου για τη δημιουργία κινήτρων για τους δημιουργούς προκειμένου να παράγουν και να διανέμουν το πνευματικό τους έργο, μέχρι τη σημερινή παντοδυναμία της πνευματικής ιδιοκτησίας ως μέσου για τη ρύθμιση σχεδόν οποιασδήποτε ψηφιακής δημιουργίας, εξετάζουμε το ρόλο που μπορεί να διαδραμματίσει σήμερα για τη ρύθμιση δραστηριοτήτων, ιδίως στο χώρο του πολιτισμού, των δημιουργικών βιομηχανιών και της έρευνας και ανάπτυξης. Στη διαδικασία αυτή δίνεται μεγάλη έμφαση στις διαδικασίες ημι-αυτόματης εκκαθάρισης δικαιωμάτων, αδειοδότησης βασισμένης σε μηχαναγνώσιμες άδειες και στη χρήση της επιστήμης των δεδομένων για τη μαζική επανάχρηση έργων που προστατεύονται από πνευματική ιδιοκτησία. Επίσης, εξετάζεται η δυνατότητα χρήσης εργαλείων πληθοπορισμού, γλωσσικών τεχνολογιών και μεγάλων ανοικτών διασυνδεδεμένων δεδομένων για την επίλυση προβλημάτων μαζικής εκκαθάρισης δικαιωμάτων καθώς και η χρήση εργαλείων crowdfunding και Micro-financing για την εναλλακτική χρηματοδότηση πνευματικών δημιουργημάτων και την επίλυση του προβλήματος των κινήτρων στην παραγωγή έργων της διάνοιας. Τέλος εξετάζεται η Βικιπαίδεια ως Υπόθεση Μελέτης σε σχέση με τη χρήση πλατφορμών συνδημιουργίας.

Βιβλιογραφία:[επεξεργασία]

Murray, Andrew. The Regulation of Cyberspace: Control in the Online Environment. New York, Abingdon: Routledge-Cavendish, 2007. Tsiavos, Prodromos, and Naomi Korn. “Case Studies Mapping the Flows of Content, Value and Rights Across the UK Public Sector.” London: Joint Information Systems Committee, 2009. Aaltonen, Aleksi Ville and Kallinikos, Jannis (2012) Coordination and learning in Wikipedia: revisiting the dynamics of exploitation and exploration In: Holmqvist, Mikael and Spicer, André, (eds.) Managing ‘Human Resources’ by Exploiting and Exploring People’s Potentials. Research in the sociology of organizations (vol 37). Emerald Group Publishing Limited, 161-192. ISBN 9781781905050 Καλλινίκου. Πνευματική ιδιοκτησία & Συγγενικά Δικαιώματα. Αθήνα, 2000. Καλλινίκου, Διονυσία. Πνευματική ιδιοκτησία & βιβλιοθήκες. Αθήνα: Π.Ν. Σάκκουλας, 2007. Καράκωστας, Ι., and A. Μαρίνος. “To Internet και οι συνέπειές του κυρίως στο χώρο του δικαίου.” ΕλλΔ 39 (1998): 2–14. Κοινωνία των πληροφοριών και πνευματική ιδιοκτησία: η ελληνική ρύθμιση. Αθήνα: Αντ.Ν. Σάκκουλας, 2003. Μαρίνος, Μιχαήλ-Θεόδωρος Δ. Πνευματική ιδιοκτησία. 2η έκδ. Αθήνα: Αντ.Ν. Σάκκουλας, 2004.

Πολιτικές και Δίκαιο Δημόσιας πληροφορίας Ι (Πρόσβαση στην Πληροφορία και Περαιτέρω Χρήση αυτής): Υποθέσεις Μελέτης από το Χώρο της Δημόσιας Διοίκησης και της επιχειρηματικότητας της πληροφορίας[επεξεργασία]

Σύνοψη[επεξεργασία]

Στην ενότητα αυτή εξετάζονται τα βασικά ζητήματα από τη μεταφορά της κοινοτικής οδηγίας για την περαιτέρω χρήση της δημόσιας πληροφορίας, οι βασικές αρχές των νόμων για την ανοιχτή και ηλεκτρονική διακυβέρνηση καθώς και τα θέματα που αντιμετωπίζουν διάφορες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν την πρόσβαση στη δημόσια πληροφορία ως το βασικό τους εργαλείο για την πραγματοποίηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Εξετάζονται ζητήματα δομής της ρύθμισης, χρήσης σχετικών τεχνολογιών (ιδίως συσσωρευτές και προγραμματιστικές διεπαφές ανοιχτών διασυνδεδεμένων δεδομένων σε ιδρυματικό, εθνικό και υπερ-εθνικό επίπεδο), μετα-δεδομένων, αδειοδοτικών πλαισίων και αδειών που σχετίζονται με τη δημόσια πληροφορία. Η υπόθεση μελέτης που εξετάζεται κοιτάει ορισμένα από τα βασικά πληροφοριακά συστήματα του δημοσίου τομέα, όπως η Διαύγεια, ο Ερμής, το ΕΣΗΔΗΣ, ΚΗΜΔΣ, opengov.gr και data.gov.gr, αλλά και του εξωτερικού, ιδίως συστήματα νομικής κωδικοποίησης, όπως το Βρετανικό legislation.gov.gr. Σκοπός της ενότητας αυτής είναι να εξετασθεί η σχεδιαστική λογική, η τεχνορυθμιστική διάσταση και ο βαθμός στον οποίο τα συστήματα και οι ρυθμίσεις αυτές είναι σε θέση να ανταποκριθούν στο ρυθμιστικό πρόγραμμα το οποίο τα δημιούργησε.

Βιβλιογραφία:[επεξεργασία]

Σωτηρόπουλος, Β.  “Περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα (Ερμηνεία Ν.3448/2006)”, Αθήνα 2007

Τσιαβός, Π. “Από τα ανοιχτά δεδομένα στη δημόσια πληροφορία” Αθήνα 2015

Πολιτικές και Δίκαιο Δημόσιας πληροφορίας ΙΙ (Γεωχωρική και Μετεωρολογική Πληροφορία): Υποθέσεις Μελέτης από το χώρο τη δημόσια διοίκηση και την επιχειρηματικότητα της Γεωχωρικής πληροφορίας[επεξεργασία]

Σύνοψη[επεξεργασία]

Στην ενότητα αυτή εξετάζεται το θέμα της ρύθμισης της παραγωγής, διαμοιρασμού, διαχείρισης και διάθεσης της γεωχωρικής πληροφορίας τόσο σε σχέση με το δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα. Εξετάζεται η λογική και λειτουργία της Οδηγίας INSPIRE, αλλά και η εφαρμογή της από διάφορους οργανισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στην ενότητα αυτή εξετάζεται η ρυθμιστική δομή και λειτουργία διαφόρων συνόλων δεδομένων, ιδίως αυτών που αφορούν γεωγραφικά υπόβαθρα, μητρώα υποδομών και δεδομένα κίνησης. Εξετάζεται η σχέση τους με μεγα-πλατφόρμες όπως αυτές της Google και του Facebook, αλλά και πολλών μικρο-εφαρμογών που συγκεντρώνουν και διαμοιράζονται διαφορετικά δεδομένα που σχετίζονται με τοποθεσίες ενδιαφέροντος. Τα ερωτήματα που τίθενται εδώ σχετίζονται και με αυτά που παρουσιάζονται στην ενότητα 5.6 που αφορά στα προσωπικά δεδομένα και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην σύγκριση τεχνολογιών που δίνουν τον έλεγχο στην πλατφόρμα (netocratic technologies) με τεχνολογίες που δίνουν τον έλεγχο στον χρήστη (vendor relationship management (VRM) technologies) ή στην κοινότητα (Free/Open technologies).

Βιβλιογραφία:[επεξεργασία]

Konstantinos Nedas, Kaliope Pediaditi, Spiros Athanasiou, Prodroms Tsiavos, Giorgos Moutevelis. Building the Hellenic National Geospatial Infrastructure from Scratch: Challenges, Legislation, Progress and Experiences.  INSPIRE Conference 2011, Edinburgh, UK, 2011 Prodromos Tsiavos, Kaliope Pediaditi, Konstantinos Nedas, Spiros Athanasiou Cultivating Open Data Ecologies: Lessons from the Implementation of the INSPIRE Directive. . In “Geographic Data and the Law: Defining New Challenges”, Leuven University Press, 2012  Spiros Athanasiou, Kaliope Pediaditi, Konstantinos Nedas, Prodromos Tsiavos.  Gov 2.0 on a tight budget: The case of geodata.gov.gr.  TR20110129, 2011  Κ. Νέδας, Κ. Πεδιαδίτη, Ε. Γρηγορίου, Π. Τσιαβός, Η δημιουργία της Ελληνικής Εθνικής Υποδομής Γεωχωρικών Πληροφοριών και η ενσωμάτωση της κοινοτικής Οδηγίας 2007/2/ΕΚ (INSPIRE) στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2009-2013: Αναγκαιότητα, προκλήσεις και προοπτικές

Πολιτικές και Δίκαιο Έρευνας και Εκπαίδευσης: Υποθέσεις Μελέτης από το χώρο της Έρευνας, της Εκπαίδευσης και της Καινοτομίας[επεξεργασία]

Σύνοψη[επεξεργασία]

Στην ενότητα αυτή παρουσιάζονται οι βασικές συνιστώσες του ρυθμιστικού πλαισίου για την έρευνα, την εκπαίδευση και την καινοτομία σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο και εξετάζεται ο βαθμός στον οποίο επηρεάζεται και επηρεάζει την επιστήμη των δεδομένων. Ειδικότερα, παρουσιάζονται οι κύριες τάσεις για την πολιτική δεδομένων στην έρευνα και την καινοτομία από την ΕΕ, τον ΟΟΣΑ, την Παγκόσμια Τράπεζα αλλά και την ελληνική Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας. Εξετάζονται οι έννοιες της τριπλής έλικας και των συμπράξεων πολλαπλών παραγόντων στην οικολογία της γνώσης και το ρόλο που διαδραμματίζει η επιστήμη των δεδομένων, τόσο ως υποδομή για την κατανόηση ενός πολύμορφου και διαρκώς μεταβαλόμενου περιβάλλοντος όσο και ως τελικό προϊόν της έρευνητικής δραστηριότητας. Ειδικότερα εξετάζεται η εξέλιξη και οι τάσεις στον τομέα της ανοιχτής πρόσβασης και επιστήμης και πως σχετίζεται με την τάση των ανοιχτών δεδομένων σε άλλους τομείς (π.χ. δημόσια διοίκηση, πολιτισμό κλπ), η τάση των ανοιχτών μαθημάτων και ανοικτών εκπαιδευτικών πόρων και πως σχετίζεται με τις μεγα-πλατφόρμες των Μαζικών Επιγραμμικών Ανοιχτών Μαθημάτων, Research Gate ή της Academia και της ρυθμιστικής οικολογίας που οι πολλαπλοί όροι χρήσης, άδειες και δια-κρατικοί κανόνες δημιουργούν.

Βιβλιογραφία:[επεξεργασία]

Gruss, Peter. “Berlin Declaration on Open Access to Knowledge in the Sciences and Humanities.” Conference on Open Access to Knowledge in the Sciences and Humanities, 2003. http://www.zim.mpg.de/openaccess-berlin/berlindeclaration.html#top. Suber, Peter. “Bethesda Statement on Open Access Publishing,” 2003. http://www.earlham.edu/~peters/fos/bethesda.htm. Budapest Open Access Initiative. “Budapest Open Access Initiative,” 2002. http://www.soros.org/openaccess/forum.shtml. Suber, Peter. “Open Access” The MIT Press, 2012.

Πολιτικές και Δίκαιο για την προστασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Εμπιστευτικότητα, Απόρρητο και Βιοηθική: Υποθέσεις Μελέτης από το Χώρο των επιστημών Ζωής (βιολογία, γενετική, ιατρική), Δημόσιας Διοίκησης (υπηρεσίες μητρώων) και Κοινωνικών Δικτύων[επεξεργασία]

Σύνοψη[επεξεργασία]

Η ενότητα αυτή εξετάζει τα πολλαπλά ρυθμιστικά πλαίσια για την προστασία πληροφορίας που δεν πρέπει να διαδοθεί πέρα από έναν ορισμένο χώρο (φυσικό, ψηφιακό ή νομικό). Στην ενότητα αυτή εξετάζονται κλάδοι δικαίου και ρύθμισης που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το δύσκολο ζήτημα της ανάγκης να πραγματοποιείται διαμοιρασμός πληροφορίας που είναι απαραίτητο να είναι επεξεργάσιμη αλλά μέσα σε λιγότερο ή περισσότερο ελεγχόμενο περιβάλλον. Εξετάζεται, η βασική νομοθεσία για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με έμφαση στα ευαίσθητα δεδομένα αλλά και διάφορα μικρο-ρυθμιστικά περιβάλλοντα, ιδίως περιβάλλοντα αυτορρύθμισης και ανακλαστικής αυτορύθμισης, δηλαδή αυτορύθμισης υπό την απειλή της κρατικής ρύθμισης. Δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στις τεχνολογικές λύσεις για την προστασία της ιδιωτικότητας και του απορρήτου, ιδίως τα συστήματα Privacy By Design, VRM, διαχείρισης συγκατάθεσης και ανωνυμοποίησης. Ως υποθέσεις εργασίας εξετάζονται διάφορες περιπτώσεις από τις επιστήμες ζωής, ιδίως βιοτράπεζες και νοσοκομεία με έμφαση στην διαχείριση γενετικού υλικού, κοινωνικά δίκτυα και ιδιώς κοινωνικά δίκτυα που σχετίζονται με ιατρική και γεννετική πληροφορία, αλλά και υπηρησίες ηλεκτρονικών πληρωμών και εμπορίου που έχουν ανάγκη από μεγάλες ποσότητες διαρκώς επικαιροποιημένων προσωπικών δεδομένων προκειμένου να λειτουργήσουν.

Βιβλιογραφία:[επεξεργασία]

Μήτρου, Λ. “Προστασία των προσωπικών δεδομένων,” 71–85. Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, 1999. Paul Ticher Data Protection vs. Freedom of Information: Access and Personal Data, ITGP, Pinset Masons, Cambridge Peter Carey Data Protection: A practical guide to UK and the EU Law, OUP, Oxford. Τσιαβός, Π. “Από τα ανοιχτά δεδομένα στη δημόσια πληροφορία” Αθήνα 2015

Μελοντικές Τάσεις στο χώρο της τεχνορύθμισης: Νομικά ζητήματα από Ψη-φυσικά (phigital) αντικείμενα, μετα-προϊόντα και το Διαδίκτυο των Πραγμάτων[επεξεργασία]

Σύνοψη[επεξεργασία]

Στην ενότητα αυτή εξετάζουμε τις πλέον ενδιαφέρουσες τάσεις που υπάρχουν στο χώρο της επιστημής των δεδομένων αυτή τη στιγμή και τις ρυθμιστικές τους επιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα, εξετάζουμε το θέμα των έξυπνων αντικειμένων και του διαδικτύου των αντικειμένων ως πηγές εισροής και παραγωγής δεδομένων και ως μέσα παραγωγής δεδομένων. Εδώ τα ζητήματα που τίθενται σχετίζονται με το σύνολο των κάδων δικαίου και τεχνολογιών που έχουμε δει στα μαθήματα 5.1-5.6 και γίνεται μια προσπάθεια σύνθεσής τους για την παραγωγή καινοτόμων ρυθμιστικών λύσεων με έντονα τεχνολογικά χαρακτηριστικά.

Βιβλιογραφία:[επεξεργασία]

Höller, Jan. From Machine-to-Machine to the Internet of Things: Introduction to a New Age of Intelligence. United Kingdom: Academic Press, 2014.  Troxler, Peter (2011). "Libraries of the Peer Production Era". In van Abel, Bas; Evers, Lucas; Klaassen, Roel; Troxler, Peter. Open Design Now. Why Design Cannot Remain Exclusive. Bis Publishers. ISBN 978-90-6369-259-9.  Gershenfeld, Neil A. (2005). Fab: the coming revolution on your desktop—from personal computers to personal fabrication. New York: Basic Books. ISBN 0-465-02745-8.  Mikhak, Bakhtiar; "development by design" (dyd02) (2002). "Fab Lab: an alternate model of ICT for development" (PDF). Bangalore ThinkCycle. Retrieved 6 July 2013. Julia Walter-Herrmann and Corinne Buching (Eds) FABLAB (Cultural and Media Studies), Hamburg Chris Anderson Makers: The New Industrial Revolution, Random House Business Books, London. Hod Lipson Fabricated: The New World of 3D Printing, John Wiley and Sons, Indianapolis.

Κεφάλαιο Εργασίας: Ανοιχτές Τεχνολογίες[επεξεργασία]

Σύνοψη[επεξεργασία]

Το κεφάλαιο αυτό διαπραγματεύεται το θέμα των ανοιχτών τεχνολογιών στο πεδίο των ΤΠΕ, και συγκεκριμένα του Ελεύθερου Λογισμικού / Λογισμικού Ανοιχτού Κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ), των Ανοιχτών Προτύπων και του Ανοιχτού Υλισμικού (Hardware). Στόχος είναι να δοθεί μια κατανοητή και συνεκτική περιγραφή των τριών αυτών εννοιών, και να αναλυθεί η σημασία τους στο πεδίο της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, της οικονομίας, της εκπαίδευσης και της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Γίνεται ανάλυση της ιστορικής εξέλιξης και χαρακτηριστικών διαφορετικών μορφών ανοιχτών τεχνολογιών, συμπεριλαμβανομένων των ανοιχτών επιχειρηματικών μοντέλων, ενώ πραγματοποιείται μια ανάλυση του μοντέλου της Κοινής Ομότιμης Παραγωγής που βρίσκεται στη βάση όλων των ανοιχτών τεχνολογιών. Το κεφάλαιο συνεχίζει με την ανάλυση μιας Υπόθεσης Μελέτης, που δίνει έμφαση στη μεταβολή παραδείγματος στη ρύθμιση των ανοιχτών τεχνολογιών, και εξηγεί στην πράξη, και με συγκεκριμένα παραδείγματα, την εφαρμογή του μοντέλου της Κοινής Ομότιμης Παραγωγής και των διαφορετικών κοινοτήτων που αναπτύσσονται γύρω από αυτήν. Το κεφάλαιο κλείνει με την παρουσίαση κάποιων συμπερασμάτων γύρω από την εξέλιξη, χρήση και υιοθέτηση ανοιχτών τεχνολογιών, και τους λόγους για τους οποίους μεταβάλουν ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την παραγωγή, όχι μόνο στον ψηφιακό αλλά και στον φυσικό χώρο.

Βασικές Έννοιες[επεξεργασία]

Εισαγωγικά[επεξεργασία]

Η κατανόηση της έννοιας των ανοιχτών τεχνολογιών μοιραία περνάει μέσα από την εμπειρία μας σε σχέση με αυτές. Η εμπειρία αυτή σχετίζεται τόσο με τη χρήση τους, ανεξαρτήτως του εάν καταλαβαίνουμε ή όχι ότι είναι ανοιχτές, όσο και με την κατανόηση και αξιοποίηση των χαρακτηριστικών τους εκείνων που τις προσδιορίζουν ως ανοιχτές, και έχουν ως συνέπεια την παροχή αυξημένων δυνατοτήτων στους χρήστες αυτών. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι χρήστες του διαδικτύου ή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) δε γνωρίζουν ότι βασίζονται σε ανοιχτά πρότυπα και πρωτόκολλα, ή ότι προγράμματα περιήγησης στο διαδίκτυο (browsers), όπως ο Firefox, διατίθενται μαζί με τον πηγαίο τους κώδικα. Από την άλλη πλευρά, όλο και περισσότεροι δάσκαλοι μαθαίνουν στα παιδιά προγραμματισμό χρησιμοποιώντας γλώσσες προγραμματισμού που διατίθενται με ανοιχτές άδειες, όπως η Python, και κάνουν χρήση ανοιχτού «υλισμικού» ή «υλικού» (hardware), όπως το RasberryPi ή το Arduino, για να διδάξουν στους μαθητές τους βασικές αρχές σχεδιασμού και λειτουργίας hardware και αυτοματισμών. Αντίστοιχη τάση έχουμε και στον τομέα της διακυβέρνησης. Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί μία σειρά από πρωτοβουλίες τόσο σε διεθνές, όσο και σε εθνικό επίπεδο, που εντάσσονται υπό τον γενικότερο τίτλο «Ανοιχτή Διακυβέρνηση». Οι πρωτοβουλίες αυτές, σταδιακά αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για τον τρόπο λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης, τόσο σε σχέση με τη φύση των παρεχόμενων υπηρεσιών, όσο και σε σχέση με την ίδια την οργάνωση της διοίκησης και της σχέσης της με τον πολίτη, τον επιχειρηματικό κόσμο και την κοινωνία των πολιτών. Από τις διαβουλεύσεις σε σχέση με συγκεκριμένα νομοθετικά και κανονιστικά κείμενα μέχρι τις πρωτοβουλίες για τον εντοπισμό παράνομων πινακίδων, την ανάπτυξη λογισμικού για την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, ή τη συλλογική πρόταση λύσεων σε προβλήματα της δημόσιας διοίκησης, έχουμε δει σειρά από εγχειρήματα και πρωτοβουλίες που έχουν ως στόχο να αυξήσουν την ανοιχτότητα με την οποία λειτουργεί η διοίκηση, κυρίως με δράσεις πληθοπορισμού και ανοιχτών δεδομένων. Το σύνολο των πρωτοβουλιών αυτών αποτελούν το αμάλγαμα δύο διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών και τεχνολογικών φαινομένων που φαίνεται να συναντιούνται στα τέλη του 20ου αιώνα και στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα: Από τη μία πλευρά έχουμε μία σειρά από πρωτοβουλίες για την αύξηση της διαφάνειας, της συμμετοχής και της λογοδοσίας στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, και σε ορισμένες περιπτώσεις και στη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, και από την άλλη πλευρά έχουμε τη μεταφορά βασικών αρχών της αρχιτεκτονικής του διαδικτύου στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και υλοποιείται η διακυβέρνηση. Αντίστοιχα, και στον χώρο της επιχειρηματικότητας, οι βασικές αρχές των ανοιχτών τεχνολογιών φαίνεται να έχουν διαδραματίσει έναν κεντρικό ρόλο για την ανάπτυξη επιχειρηματικών μοντέλων που βασίζονται σε τεχνολογίες, οι οποίες χρησιμοποιούν ανοιχτές άδειες, και, έτσι, παράγουν αξία με τρόπο αρκετά διαφορετικό από αυτόν με τον οποίο παράγεται αξία στα παραδοσιακά μοντέλα εκμετάλλευσης πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα μοντέλα αυτά, γνωστά και ως ανοιχτά επιχειρηματικά μοντέλα, γνωρίζουν ολοένα και μεγαλύτερη άνθιση σήμερα, καθώς επιτρέπουν την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που παρέχουν οι τεχνολογίες του διαδικτύου, και δεν είναι τυχαίο ότι βασίζονται στις ίδιες αρχές όπως και αυτό. Η σύζευξη ανάμεσα στις ανοιχτές τεχνολογίες και την ανοιχτή διακυβέρνηση ή τα ανοιχτά επιχειρηματικά μοντέλα δεν είναι τυχαία. Αποτελεί ένα πολύ σημαντικό στάδιο της ανάπτυξης των ανθρωπίνων κοινωνιών και οικονομιών που ξεπερνάει το βασικό Φορντικό ή Τεϊλοριανό μοντέλο παραγωγής, την οργανωσιακή θεώρηση της εταιρείας του 19ου και 20ου αιώνα, αλλά και το κλασικό πολιτειακό μοντέλο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, και του κεντρικοποιημένου και ελεγχόμενου από τα πάνω κράτους για να αναζητήσει πιο συμμετοχικά, αποκεντρωμένα και, τελικά, ανοιχτά μοντέλα κοινωνικής, παραγωγικής, οικονομικής και τελικά κρατικής οργάνωσης (Benkler, 2006; Lessig, 2002). Στο κεφάλαιο αυτό εξετάζουμε τα βασικά εννοιολογικά χαρακτηριστικά των ανοιχτών τεχνολογιών και παρακολουθούμε την εξέλιξή τους, καθώς ενσωματώνονται σε διαφορετικές τεχνολογίες, αλλά και θεσμούς, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα την ουσία και την ισχύ τους, και να επιχειρηματολογήσουμε υπέρ της αναγκαιότητας καλύτερης κατανόησης και αξιοποίησής τους.

Μεθοδολογία[επεξεργασία]

Προκειμένου να μπορέσουμε να προχωρήσουμε στην παρουσίαση των ανοιχτών τεχνολογιών που είναι απαραίτητη για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, είναι πρώτα απαραίτητο να έχουμε μια κατανόηση του βασικού οικονομικού και παραγωγικού μοντέλου πίσω από την εφαρμογή τους, καθώς και μια γενικότερη κατανόηση της φύσης της τεχνολογίας ως ρυθμιστικού παράγοντα (Kallinikos, 2001). Το πρώτο στοιχείο μας δίνει τη δυνατότητα να αξιολογούμε την εφαρμογή των ανοιχτών τεχνολογιών σε διαφορετικά συγκείμενα (λογισμικό, υλισμικό, δεδομένα, πρότυπα, διακυβέρνηση, επιχειρηματικά μοντέλα), ενώ το δεύτερο στοιχείο μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τον λόγο για τον οποίο οι ανοιχτές τεχνολογίες τυγχάνουν τέτοιας εκτεταμένης εφαρμογής και διάχυσης. Για τον λόγο αυτό, ξεκινάμε με μια σύντομη ιστορική επισκόπηση των πρώτων ανοιχτών τεχνολογιών, δηλαδή των πρωτοκόλλων του διαδικτύου, για να προχωρήσουμε, στη συνέχεια, στο ανοιχτό λογισμικό, στο ανοιχτό περιεχόμενο και δεδομένα, και τελικά στη συνολική εφαρμογή των μοντέλων αυτών στον τομέα της διακυβέρνησης και των επιχειρηματικών μοντέλων. Η επισκόπηση αυτή ακολουθείται από μια ανάλυση της Κοινής Ομότιμης Παραγωγής (Benkler, 2002), ως του βασικού θεωρητικού μοντέλου για την κατανόηση και ανάλυση της οικονομικής διάστασης των ανοιχτών τεχνολογιών, καθώς και από μια ανάλυση, στο επίπεδο της ρυθμιστικής θεωρίας, των βασικών χαρακτηριστικών των τεχνολογιών πληροφορικής και άρα και των ανοιχτών τεχνολογιών. Το κεφάλαιο κλείνει με μια σύντομη αναφορά στις συνέπειες της εφαρμογής αυτών των θεωρητικών μοντέλων σε μία μελέτη περίπτωσης, και, τέλος, με την παρουσίαση κάποιων κεντρικών συμπερασμάτων.

Ιστορική επισκόπηση της εξέλιξης των ανοιχτών τεχνολογιών[επεξεργασία]

Προκειμένου να κατανοήσουμε, έστω σε αδρές γραμμές, την εξέλιξη των ανοιχτών τεχνολογιών, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε την εξέλιξη κάποιων βασικών τεχνολογιών της πληροφορικής. Μολονότι η ιστορία του ανοιχτού και η ιστορία της πληροφορικής δεν ταυτίζονται, η εξέταση κάποιων βασικών σταθμών στην ιστορία της πληροφορικής μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο της ανοιχτότητας, αλλά και να στοιχειοθετήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τους λόγους πίσω από την εξάπλωση των ανοιχτών τεχνολογιών ή την αντίσταση στην υιοθέτησή τους, όπου κάτι τέτοιο συμβαίνει.

Ανοιχτό Λογισμικό και Πνευματική Ιδιοκτησία[επεξεργασία]

Το πλέον κατάλληλο σημείο για να κατανοήσουμε την ιστορία του ανοιχτού λογισμικού είναι αυτή της ιστορίας του ίδιου του λογισμικού, και μάλιστα αυτή των λειτουργικών συστημάτων και της πνευματικής ιδιοκτησίας πάνω σε αυτά. Πίσω στις δεκαετίες του ΄60 και ΄70, όταν το λογισμικό (software) παραγόταν κυρίως από τις εταιρείες που παρήγαγαν και το υλισμικό (hardware) πάνω στο οποίο λειτουργούσε το λογισμικό, η έννοια του ανοιχτού ή κλειστού λογισμικού δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό γιατί ούτε η διαφοροποίηση ανάμεσα σε παραγωγούς και χρήστες λογισμικού ήταν τόσο ξεκάθαρη όσο είναι σήμερα, ούτε η χρήση της πνευματικής ιδιοκτησίας, ως του πλέον πρόσφορου νομικού εργαλείου για την κατοχύρωση και προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, ήταν κάτι νομικά αποκρυσταλλωμένο (Ceruzzi, 1991). Αξίζει να δούμε καθένα από τα παραπάνω σημεία αναλυτικά. Η παραγωγή του λογισμικού από τις ίδιες τις εταιρείες ή τους κρατικούς ερευνητικούς οργανισμούς, που παρήγαγαν το υλισμικό πάνω στο οποίο έτρεχε το λογισμικό, είχε ως συνέπεια να μην έχει ιδιαίτερη σημασία ο νομικός περιορισμός της πρόσβασης στον πηγαίο κώδικα του λογισμικού: Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα ήταν απαραίτητη προκειμένου να μπορεί να βελτιωθεί ή ακόμη και να λειτουργήσει το ίδιο το λογισμικό. Για τον ίδιο λόγο, η διαφοροποίηση ανάμεσα σε προγραμματιστές και χρήστες του λογισμικού ήταν σχετικά περιορισμένη: Όσο το λογισμικό παρέμενε ένα αυστηρά εξειδικευμένο αντικείμενο, που προκειμένου να λειτουργήσει είχε την ανάγκη εξειδικευμένων επιστημόνων–προγραμματιστών, δεν είχε νόημα να υπάρχει διανομή του χωρίς πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα. Αντίστοιχα, η προστασία του πηγαίου κώδικα με νομικά εργαλεία εκείνη την εποχή δεν είχε ιδιαίτερο νόημα, πέραν της προστασίας της τεχνογνωσίας που οι ειδικοί επιστήμονες αποκτούσαν μέσα από συμφωνίες εμπιστευτικότητας και μη αποκάλυψης των σχετικών πληροφοριών. Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση σε σχέση με το πλέον πρόσφορο νομικό σύστημα για την προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, εμφανίζεται σε όλη τη δεκαετία του 1970 και τελικά καταλήγει στα τέλη της δεκαετίας του 1980 με την επιλογή του συστήματος προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας ως του πλέον πρόσφορου συστήματος για τη νομική προστασία των προγραμμάτων Η/Υ. Τότε είναι που οι συνθήκες της παραγωγής και διάχυσης των προϊόντων λογισμικού έχουν αλλάξει ριζικά, οπότε η πνευματική ιδιοκτησία προκρίνεται ως το πλέον κατάλληλο εργαλείο για την προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών (Samuelson, 2003/1993). Αυτό που συμβαίνει από το τέλος της δεκαετίας του 1970 και μετά, είναι ότι με τους μικρο-υπολογιστές, αρχικά, και την έλευση του προσωπικού υπολογιστή στη συνέχεια, ο υπολογιστής παύει να βρίσκεται μόνο μέσα σε εξειδικευμένα περιβάλλοντα, όπου ο χρήστης και ο προγραμματιστής είναι το ίδιο πρόσωπο, και ο παραγωγός του υλισμικού και λογισμικού η ίδια εταιρεία ή οργανισμός. Το αποτέλεσμα της διαφοροποίησης ανάμεσα σε προγραμματιστή και χρήστη, καθώς και της δυνατότητας εταιρειών λογισμικού να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την πώληση προϊόντων λογισμικού που τρέχουν πάνω στην ίδια πλατφόρμα ή λειτουργικό σύστημα, είναι ότι γεννιέται η ανάγκη για καλύτερη, αποτελεσματικότερη και απλούστερη προστασία των περιουσιακών τους δικαιωμάτων. Οι εξελίξεις της δεκαετίας του 1980 στον τομέα της ανάπτυξης του λογισμικού οδηγούν σε δύο φαινόμενα που βρίσκονται στη βάση της διαφοροποίησης ανάμεσα σε ανοιχτό και κλειστό λογισμικό. Πρώτον, το λογισμικό διανέμεται, πλέον, χωρίς τον πηγαίο του κώδικα. Αυτό δε δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς τόσο το επιχειρησιακό όσο και το επιχειρηματικό μοντέλο παραγωγής και διάθεσης του λογισμικού το επιτρέπει: Ο χρήστης ενδιαφέρεται για τη λειτουργία και μόνο του λογισμικού στο πλαίσιο της εργασίας που κάνει, ενώ την ανάπτυξη και συντήρηση αναλαμβάνουν εξειδικευμένες εταιρείες λογισμικού. Δεύτερον, απαγορεύεται η διάδοση και αναπαραγωγή του λογισμικού αλλά και η προσπάθεια να υπάρξει πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα, παρά μόνο για λόγους διασφάλισης διαλειτουργικότητας, δηλαδή μόνο για λόγους που σχετίζονται με τη λειτουργία του λογισμικού σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Η απαγόρευση αυτή επιβάλλεται, πλέον, όχι μόνο μέσα από συμβατικούς περιορισμούς, δηλαδή περιορισμούς που είναι το αποτέλεσμα της συμφωνίας μεταξύ των μερών, αλλά και μέσα από την καθιέρωση της πνευματικής ιδιοκτησίας ως του νομικού συστήματος που μπορεί να προστατεύει τους κατασκευαστές λογισμικού, δηλαδή μέσα από ένα νομικό σύστημα που ισχύει έναντι όλων. Να σημειωθεί ότι η ενσωμάτωση των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών στο σύστημα προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν υπήρξε ούτε άμεση, ούτε χωρίς προβληματισμό. Όταν, ωστόσο, ολοκληρώθηκε, δημιούργησε ένα ιδιαίτερο καθεστώς για την προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών σε σχέση με τα άλλα έργα που προστατεύονταν από την πνευματική ιδιοκτησία. Οι αλλαγές αυτές είναι ενδεικτικές των επιχειρηματικών μοντέλων που ήταν τα κυρίαρχα κατά το χρόνο εισαγωγής των αλλαγών αυτών στο νομικό σύστημα. Αξίζει να αναφερθούν δύο σημεία μόνο: Το πρώτο ήταν ότι για την προστασία του λογισμικού με το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, το μόνο που χρειαζόταν ήταν τα προγράμματα να αποτελούν πνευματική δημιουργία του προγραμματιστή που τα έφτιαχνε, κάτι που σήμαινε ότι ήταν πιο εύκολο να προστατευτούν σε σύγκριση με άλλα πνευματικά δημιουργήματα (όπως π.χ. έργα λόγου ή έργα των εικαστικών τεχνών). Το δεύτερο ήταν ότι η πνευματική ιδιοκτησία επί του λογισμικού αυτοδικαίως μεταφερόταν στον εργοδότη ή - σε ορισμένα νομικά συστήματα - γεννιόταν απευθείας στον εργοδότη, σε αντίθεση με τα κλασσικά έργα λόγου, όπου δεν υπήρχε αντίστοιχο τεκμήριο μεταφοράς της πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι αλλαγές που έγιναν στο σύστημα πνευματικής ιδιοκτησίας που υπήρχε τότε, ήρθαν, με άλλα λόγια, να υποστηρίξουν σε νομοθετικό επίπεδο το κυρίαρχο επιχειρηματικό μοντέλο παραγωγής και διάθεσης λογισμικού (Littman, 1997; Merges, 2004). Παρά την αναμφίβολα θετική συνεισφορά που είχαν οι συγκεκριμένες διατάξεις στην ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας συγκεκριμένων επιχειρήσεων, είναι αμφίβολο το πόσο συμβατές ήταν με τον τρόπο με τον οποίο οι προγραμματιστές δημιουργούσαν κώδικα. Ως εκ τούτου, δημιουργήθηκε η ανάγκη για τη δημιουργία ενός θεσμικού και νομικού πλαισίου που να ανταποκρίνεται στις πρακτικές ανάπτυξης κώδικα από τους ίδιους τους προγραμματιστές, και όχι από τις επιχειρήσεις για τις οποίες αυτοί δούλευαν. Στο σημείο αυτό είναι που εμφανίζονται οι Richard Stallman και Linus Tovalds (Stallman, 2002), οι οποίοι σε διαφορετικό τόπο και χρόνο συνεισφέρουν ουσιαστικά στην ανάπτυξη ενός μοντέλου ρύθμισης της παραγωγής του λογισμικού, που βρισκόταν πολύ πιο κοντά στις πρακτικές ανάπτυξής του και στις τεχνολογίες που τις υποστήριζαν, απ’ ότι το κλασσικό μοντέλο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Το μοντέλο αυτό εκφράστηκε στο λειτουργικό σύστημα GNU/Linux, το οποίο διατίθετο με μια άδεια πνευματικής ιδιοκτησίας ριζικά διαφορετική από όσες υπήρχαν μέχρι τότε. Η άδεια αυτή, γνωστή και ως Γενική Δημόσια Άδεια (General Public Licence - GPL), αναπτύχθηκε από τον Stallman σε συνεργασία με τον Eben Moglen (Moglen, 2005), και αποτέλεσε το εργαλείο εκείνο με το οποίο εκφράστηκαν σε νομικά αναγνωρίσιμη μορφή οι βασικές αρχές του ανοιχτού λογισμικού ή αυτό που ονομαζόταν γενικά το ήθος του Χάκερ (Hacker Ethos). Οι αρχές αυτές εκφράζονται σε ένα σύνολο ελευθεριών που θα πρέπει να διατηρεί κάποιος προγραμματιστής, και – κυρίως - να παρέχει ο ίδιος και στους άλλους προγραμματιστές, προκειμένου να μπορούν να αναπτύσσουν λογισμικό με τον πλέον αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο τόσο για τον μεμονωμένο προγραμματιστή όσο και για την συνολική κοινότητα. Οι αρχές αυτές, σήμερα, έχουν αποκρυσταλλωθεί και εκφράζονται με δύο σύνολα ορισμών που προέρχονται από δύο διαφορετικούς οργανισμούς που υποστηρίζουν το ανοιχτό/ελεύθερο λογισμικό. Σύμφωνα με την Πρωτοβουλία Ανοιχτού Κώδικα (Open Source Initiative - OSI), έχουμε Ανοιχτό Λογισμικό όταν ισχύουν οι ακόλουθοι όροι: 1. Καμία αμοιβή δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή άλλων δεν επιβάλλεται στην αναδιανομή του ανοιχτού κώδικα. 2. Διαθεσιμότητα του πηγαίου κώδικα. 3. Δικαίωμα να δημιουργηθούν τροποποιήσεις και παράγωγες εργασίες. 4. Μπορεί να απαιτείται οι τροποποιημένες εκδόσεις να διανέμονται ως η αρχική έκδοση συν οι τροποποιήσεις (διακριτά). 5. Καμία διάκριση ενάντια σε πρόσωπα ή ομάδες. 6. Καμία διάκριση ενάντια στα πεδία της προσπάθειας. 7. Όλα τα δικαιώματα που χορηγούνται πρέπει να διατηρούνται στις αναδιανεμημένες εκδόσεις. 8. Η άδεια εφαρμόζεται στο πρόγραμμα συνολικά, αλλά και σε κάθε ένα από τα συστατικά του. 9. Η άδεια δεν πρέπει να περιορίζει άλλο λογισμικό, επιτρέποντας κατά συνέπεια τη διανομή λογισμικού ανοιχτού κώδικα και κλειστού κώδικα μαζί.

Αντίστοιχα, ο ορισμός του Ελεύθερου Λογισμικού σύμφωνα με το Ίδρυμα Ελεύθερου Λογισμικού (Free Software Foundation – FSF) έχει ως εξής: «Διατηρούμε τον όρο του ελεύθερου λογισμικού για να δείξουμε ξεκάθαρα τι πρέπει να ισχύει για ένα κομμάτι λογισμικού ώστε αυτό να θεωρείται ελεύθερο». Το Ελεύθερο Λογισμικό είναι ζήτημα ελευθερίας, όχι κόστους. Για να κατανοήσει κάποιος τον όρο αυτό, θα πρέπει να σκεφτεί τη λέξη “free” όπως χρησιμοποιείται στη φράση “free speech” («ελεύθερος λόγος»), και όχι στη φράση “free beer”(«δωρεάν μπύρα»). Το Ελεύθερο Λογισμικό παρέχει στους χρήστες την ελευθερία να εκτελούν, να αντιγράφουν, να διανέμουν, να μελετούν, να τροποποιούν και να βελτιώνουν το λογισμικό. Για την ακρίβεια, αναφέρεται σε τέσσερις βασικές ελευθερίες: 1. Στην ελευθερία κάποιου να εκτελεί το πρόγραμμα για οποιονδήποτε σκοπό (ελευθερία 0). 2. Την ελευθερία κάποιου να μελετά τον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος και να το προσαρμόζει στις ανάγκες του (ελευθερία 1). Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι προϋπόθεση για να ισχύει κάτι τέτοιο. 3. Την ελευθερία κάποιου να αναδιανέμει αντίγραφα του προγράμματος ώστε να βοηθάει το συνάνθρωπο του (ελευθερία 2). Την ελευθερία κάποιου να βελτιώνει το πρόγραμμα και να δημοσιεύει στο ευρύ κοινό τις βελτιώσεις που έχει κάνει, ώστε να επωφεληθεί ολόκληρη η κοινότητα 1. (ελευθερία 3). Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι προϋπόθεση για να ισχύει κάτι τέτοιο. Ένα πρόγραμμα θεωρείται ελεύθερο λογισμικό όταν οι χρήστες του έχουν όλες τις παραπάνω ελευθερίες. Επομένως, θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να αναδιανέμουν αντίγραφα, με ή χωρίς τροποποιήσεις, δωρεάν ή χρεώνοντας για τη διανομή, στον οποιονδήποτε και οπουδήποτε. Το ότι είναι ελεύθεροι να κάνουν όλα τα παραπάνω σημαίνει, μεταξύ άλλων, πως δε χρειάζεται να ζητήσουν εξουσιοδότηση ή να πληρώσουν κάποιον ώστε να λάβουν την ανάλογη άδεια. Οι ελευθερίες αυτές εκφράζονται, κατ’εξοχήν, με δύο από τις πλέον κλασικές άδειες ανοιχτού/ελεύθερου λογισμικού, την BSD και την GPL (Gomulkiewicz, 1999). Η μεν πρώτη άδεια επιτρέπει την περαιτέρω διάθεση και βελτίωση του λογισμικού με μόνη προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή του, ενώ η δεύτερη έχει την επιπλέον προϋπόθεση της διάθεσης των βελτιώσεων με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις όπως η αρχική άδεια. Η διαφοροποίηση ανάμεσα σε ελεύθερο και ανοιχτό λογισμικό (Raymond, 2001) δεν έχει τόσο να κάνει με τις άδειες με τις οποίες διατίθεται το λογισμικό, όσο τη φιλοσοφία πάνω στην οποία γίνεται η διάθεσή του με τους ίδιους όρους: Το μεν ελεύθερο λογισμικό δίνει έμφαση στην αξία χρήσης και στο κοινωνικό αγαθό που παράγεται μέσα από τη διάθεση του πηγαίου κώδικα του λογισμικού, το δε ανοικτό λογισμικό δίνει έμφαση στην οικονομική αξία του ανοιχτού λογισμικού και τη δυνατότητα που δίνει να παράγεται καλύτερο ποιοτικά λογισμικό, μέσα από την ανεμπόδιστη είσοδο στην αγορά νέων παικτών, γεγονός που ενισχύει τον ανταγωνισμό και παράγει καινοτομία. Επειδή, ολοένα και περισσότερο, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η προσέγγιση του λογισμικού, για το οποίο παρέχεται πρόσβαση στον πηγαίο του κώδικα, σύμφωνα συμφωνεί τόσο με τις αρχές του ελεύθερου όσο και με τις αρχές του ανοιχτού, το σχετικό λογισμικό είναι γνωστό ως Ελεύθερο Λογισμικό / Λογισμικό Ανοιχτού Κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ). Η εισαγωγή των αδειών ΕΛ/ΛΑΚ και η σταδιακή υιοθέτησή τους από τους μεγαλύτερους εμπορικούς οργανισμούς είναι το αποτέλεσμα της τεχνολογικής αλλαγής που αρχίζει να δημιουργεί ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο (που θα δούμε πιο αναλυτικά στην Παράγραφο 1.3.6 του παρόντος), και η οποία απαιτεί μια νέα μορφή ρύθμισης, αντίστοιχα με αυτήν που σημειώθηκε τη δεκαετία του 1980, όταν η πνευματική ιδιοκτησία καθιερώθηκε ως το βασικό νομικό σύστημα για την προστασία του λογισμικού. Οι βασικές τεχνολογικές αλλαγές που είχαμε έκτοτε είχαν να κάνουν (α) τόσο με την αύξηση του αριθμού και του επιπέδου των προγραμματιστών, όσο και (β) με την εισαγωγή των τεχνολογιών του διαδικτύου, που επέτρεψαν τη συλλογική δημιουργία σε επίπεδα αδιανόητα για οποιαδήποτε άλλη εποχή. Η αύξηση του αριθμού και του επιπέδου των προγραμματιστών οδήγησε στην ανάγκη για μεγαλύτερη πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα του λογισμικού που μας περιβάλλει. Ενώ δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει η ίδια αναλογία προγραμματιστών/χρηστών που υπήρχε στη δεκαετία του ΄50 ή του ΄60, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι οι προγραμματιστές ή οι άνθρωποι με προγραμματιστικές δεξιότητες είναι σήμερα πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι στη δεκαετία του 1980. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη για πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είναι πολύ μεγαλύτερη σήμερα, απ’ ότι ήταν 30 ή και 10 χρόνια πριν, ενώ η ωριμότητα των προγραμματιστικών εργαλείων είναι πολύ υψηλότερη και η εισαγωγή προγραμμάτων εκπαίδευσης στις νέες τεχνολογίες πολύ πιο εκτεταμένη, με αποτέλεσμα και οι δυνατότητες κάποιου να αρχίσει να προγραμματίζει με κάποιον τρόπο πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν. Επιπλέον, η συλλογική γνώση που είναι διαθέσιμη στο διαδίκτυο και η δυνατότητα απομακρυσμένης συνεργασίας μεταξύ διαφορετικών ομάδων ανθρώπων είναι τέτοια, που καθιστά τη συλλογική εργασία, ειδικά σε σχέση με την επίλυση τεχνικών θεμάτων, εξαιρετικά πιο εύκολη απ’ ό,τι στο παρελθόν. Κατά συνέπεια, η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα αποτελεί προαπαιτούμενο αλλά και τελικό αποτέλεσμα μιας πλειάδας, τόσο εκπαιδευτικών όσο και επιχειρηματικών προσπαθειών. Και αυτό, γιατί στο εκπαιδευτικό/ερευνητικό επίπεδο η ανοιχτότητα βοηθά την έρευνα και την εκπαίδευση, αφού οδηγεί στη συλλογική βελτίωση του λογισμικού και στην έρευνα των μηχανισμών λειτουργίας του και των προβλημάτων που αυτό εμφανίζει. Στο επιχειρηματικό επίπεδο, η ανοιχτότητα επιτρέπει τη μόχλευση της προγραμματιστικής προσπάθειας, μειώνει το κόστος ανάπτυξης και οδηγεί σε οικονομίες κλίμακας, γρήγορη καινοτομία και πιο αξιόπιστο λογισμικό. Ο ρόλος του διαδικτύου υπήρξε καταλυτικός σε αυτό το πλαίσιο για τους λόγους που μόλις προαναφέραμε. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ίδια τα πρωτόκολλα του διαδικτύου χτίστηκαν πάνω στις αρχές του ανοιχτού και ελεύθερου λογισμικού. Η Παράγραφος 1.3.2 αφιερώνεται σε κάποια από τα πλέον κεντρικά δομικά χαρακτηριστικά του διαδικτύου. Όπως θα δούμε, τα χαρακτηριστικά αυτά διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξή του, και, στη συνέχεια, στην ανάπτυξη του συνόλου του περιεχομένου, του λογισμικού και των δεδομένων που χτίστηκαν πάνω σε αυτό (Moglen, 1997). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκτός από το περιεχόμενο των αδειών ΕΛ/ΛΑΚ, και η ίδια η φόρμα τους, δηλαδή η επιλογή αδειών αντί νομοθετικής ρύθμισης, ήταν πιο κοντά στην πρακτική που επιζητούσαν να προστατεύσουν, δηλαδή αυτή της αποκεντρωμένης και συλλογικής ανάπτυξης λογισμικού. Ο λόγος που η άδεια είναι πιο πρόσφορο εργαλείο απ’ ότι ο νόμος, είναι ότι η άδεια - και μάλιστα η τυποποιημένη και δημόσια ανοιχτή άδεια - βασίζεται στην εθελοντική επιλογή, έχει μαζική κλίμακα αλλά μίκρο εφαρμογή, και είναι πολύ πιο ευέλικτη από τις διεθνείς συνθήκες πάνω στις οποίες βασίστηκε η τροποποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Με δεδομένο, μάλιστα, ότι οι υποστηρικτές του ανοιχτού λογισμικού δεν είχαν τη θεσμική υποστήριξη που είχαν οι υποστηρικτές του κλειστού λογισμικού, ήταν απαραίτητο να κινηθούν στο επίπεδο της ιδιωτικής ρύθμισης (μέσα από συμβάσεις) αντί της δημόσιας ρύθμισης (ρύθμιση μέσα από νομοθετικά κείμενα). Σε μεταγενέστερα στάδια της ανάπτυξης του ανοιχτού, ιδίως σε σχέση με τα δεδομένα και το περιεχόμενο, θα δούμε ότι πραγματοποιήθηκαν και νομοθετικές παρεμβάσεις (Tsiavos, 2007).

Το Ανοιχτό Διαδίκτυο και τα Ανοιχτά Πρότυπα[επεξεργασία]

Η αφήγηση του ανοιχτού διαδικτύου αποτελεί σε μεγάλο βαθμό συνέχεια και συνέπεια της αφήγησης του ανοιχτού λογισμικού: Το ίδιο το διαδίκτυο έχει δομηθεί πάνω στις ίδιες αρχές που έχει δομηθεί το ανοιχτό λογισμικό, κάτι που έκανε τα βασικά του πρωτόκολλα (TCP/IP) να είναι τα πιο γνωστά και ευρέως διαδεδομένα ανοιχτά πρότυπα που υπάρχουν σήμερα, και για τους λόγους αυτούς και εκείνα που είχαν το μεγαλύτερο αποτέλεσμα στην καθημερινότητα των προγραμματιστών αρχικά, και όλων των ανθρώπων που κάνουν χρήση του διαδικτύου στη συνέχεια. Η ανάπτυξη των πρωτοκόλλων του διαδικτύου έγινε στη βάση των ίδιων αρχών που βλέπουμε στην περίπτωση του ΕΛ/ΛΑΚ. Τα κείμενα με τα οποία έχει γίνει ο συμμετοχικός σχεδιασμός του διαδικτύου, δηλαδή τα Request for Comments (RFCs), αποτελούν βασικό παράδειγμα μιας μεθοδολογίας, στην οποία η έννοια του ανοιχτού έχει κεντρικό ρόλο. Οποιαδήποτε μορφή συμμετοχικής και συλλογικής επεξεργασίας περιεχομένου, δεδομένων ή κώδικά εμφανίζει, ουσιαστικά, τα ίδια χαρακτηριστικά με τα RFCs: Ένα κείμενο (τεχνική προδιαγραφή) παρουσιάζεται με τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια και χωρίς περιορισμούς στην πρόσβασή σε αυτό, ώστε να είναι απολύτως ξεκάθαρο πως λειτουργεί ένα τεχνικό αντικείμενο, αλλά και να υπάρχει χωρίς περιορισμούς πρόσβαση στις τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και δυνατότητα τροποποίησης αυτών. Αυτά τα χαρακτηριστικά του τρόπου ανάπτυξης του διαδικτύου ήταν εκείνα που επέτρεψαν την τεχνολογική του αρτιότητα, ενίσχυσαν τον αποκεντρωμένο του χαρακτήρα, και το κατέστησαν τόσο σύντομα τον de facto τρόπο ψηφιακής δικτύωσης. Στις βασικές αυτές αρχές σχεδιασμού του διαδικτύου θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ορισμένα βασικά σημεία: • Το διαδίκτυο είναι κατασκευασμένο έτσι ώστε να είναι ανεκτικό σε μεγάλες και διαρκείς αλλαγές και αυξημένη περιπλοκότητα. • Η περιπλοκότητα αυτή είναι μη γραμμική, με την έννοια ότι δεν εξελίσσεται με έναν προβλέψιμο και συνεχή τρόπο, και άρα απαιτεί αρχιτεκτονικές που εμφανίζουν ιδιαίτερη ανθεκτικότητα προκειμένου να μπορεί να αντιμετωπιστεί. • Η περιπλοκότητα του διαδικτύου εντείνεται περαιτέρω, εξ’αιτίας της αρχής της ενίσχυσης (Amplification Principle), που θέλει ακόμη και μικρά περιστατικά να έχουν μεγάλες συνέπειες μέσα στο δίκτυο. • Άλλη αρχή είναι αυτή της δομικής σύζευξης (structural coupling), πoυ σημαίνει ότι καθώς το σύστημα γίνεται πιο μεγάλο και περίπλοκο, δημιουργούνται αλληλεξαρτήσεις που είναι τόσο στενές ώστε τελικά να οδηγούν σε συζεύξεις σε δομικό επίπεδο. • Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η περιπλοκότητα και αβεβαιότητα αυτή, είναι απαραίτητο να έχουμε έναν τέτοιο σχεδιασμό που να μπορεί να ακολουθήσει την αρχή της απλότητας. Η αρχή της απλότητας υποστηρίζεται από την αρχιτεκτονική end-to-end, σύμφωνα με την οποία όλη η ευφυΐα του διαδικτύου βρίσκεται στα άκρα του (ends), και το σύνολο των πρωτοκόλλων που καθορίζουν την επικοινωνία μεταξύ αυτών παραμένει όσο πιο απλό γίνεται. Με την επιλογή αυτή διασφαλίζεται η μακροβιότητα του δικτύου, καθώς η καταστροφή του μπορεί να γίνει μόνο εφόσον χαθούν όλα τα άκρα του. Η αρχή του σχεδιασμού end-to-end βρίσκει έκφραση σε μία σειρά από αρχές που ενσωματώνονται σε διάφορα κανονιστικά και νομικά κείμενα, που διασφαλίζουν ότι τα συστήματα που παράγονται στη βάση αυτών είναι Ανοιχτά και άρα ανθεκτικά στην περιπλοκότητα και στην αβεβαιότητα στην οποία μπορεί να (και έχει) αναπτυχθεί δημιουργήσει το διαδίκτυο. Όπως και στην περίπτωση του ΕΛ/ΛΑΚ, το διαδίκτυο υπήρξε ανοιχτό, τόσο σε σχέση με τη διαδικασία ανάπτυξής του, όσο και σε σχέση με την τεχνολογία στην οποία εξελίχθηκε, και η οποία επέτρεψε την όσο το δυνατόν πιο αποκεντρωμένη και μη ιεραρχική ανάπτυξη υπηρεσιών πάνω σε αυτό. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό ήρθε να αποτελέσει, όπως είδαμε και ανωτέρω, έναν από τους βασικούς παράγοντες για τους οποίους το ΕΛ/ΛΑΚ αναπτύχθηκε με τόσο μεγάλη ένταση και ταχύτητα μετά το 1995, οπότε και το διαδίκτυο αρχίζει και γίνεται μαζικά διαθέσιμο σε όλους. Η δραματική αύξηση της δεξαμενής των διασυνδεδεμένων προγραμματιστών οδήγησε στη μεγαλύτερη ζήτηση για πηγαίο κώδικα, και, τελικά, στη γεωμετρική αύξηση του όγκου και της ποιότητας του διαθέσιμου παγκοσμίως ΕΛ/ΛΑΚ. Αλλά, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, δεν ήταν μόνο το ανοιχτό λογισμικό που αναπτύχθηκε δραματικά ως αποτέλεσμα του διαδικτύου. Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η ανάπτυξη του ανοιχτού περιεχομένου αρχικά και των ανοιχτών δεδομένων, τα οποία θα περιγραφούν πιο αναλυτικά στη συνέχεια.

Ανοιχτό Περιεχόμενο, Ανοιχτή Πρόσβαση, Ανοιχτή Επιστήμη[επεξεργασία]

Το θέμα του ανοιχτού περιεχομένου έχει δύο διαστάσεις που ενώ έχουν διαφορετική ιστορική αφετηρία, κατά την εξέλιξη του φαινομένου του ανοιχτού περιεχομένου έρχονται να συναντηθούν. Η πρώτη διάσταση είναι η κυρίως ακαδημαϊκή και σχετίζεται με την ανοιχτή πρόσβαση στην επιστημονική γνώση. Η διάσταση αυτή έχει τις ρίζες της ήδη στους πρωτοπόρους της ανοιχτής πρόσβασης Leó Szilárd (Bess, 1993) και Brower Murphy, ενώ σε επίπεδο κοινωνικοπολιτικού αλλά και καλλιτεχνικού κινήματος, η ανοιχτή πρόσβαση (καθώς και η αμφισβήτηση της πνευματικής ιδιοκτησίας στα έργα λόγου) εμφανίζεται με τα κινήματα των Λεξιστών (ή Γραμματιστών) και των Καταστασιακών (MacKenzie Wark, 2014). Η τάση αυτή εμφανίζεται με πολύ μεγαλύτερη ένταση, τόσο κοινωνικά όσο και θεσμικά, στα μέσα της δεκαετίας του 1990 από την National Academies Press (NAP - www.nap.edu/) των ΗΠΑ, που εκδίδει από το 1994 τα βιβλία της με όρους που επιτρέπουν την ανοιχτή πρόσβαση σε αυτά. Μεγάλος σταθμός για την ανοιχτή πρόσβαση υπήρξαν οι ΒΒΒ declarations, δηλαδή οι διακηρύξεις της Βουδαπέστης (Budapest Open Access Initiative, 2002), της Βηθεσδά (Suber, 2006) και του Βερολίνου (Gruss, 2006), οι οποίες έθεσαν τις βάσεις και τις αρχές της ανοιχτής πρόσβασης. Η ανοιχτή πρόσβαση περιλαμβάνει τόσο τη δωρεάν όσο και την ελεύθερη πρόσβαση στην επιστημονική γνώση, η οποία δίνεται μέσα από τη χρήση ανοιχτών αδειών για το περιεχόμενο, κυρίως – πλέον - αδειών Creative Commons (Lessig, 2007). Μετά τις διακηρύξεις BBB, υπήρξαν σωρεία από άλλες διακηρύξεις, πολιτικές και προγράμματα σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, που είχαν ως στόχο την επέκταση της ανοιχτής πρόσβασης τόσο σε επιστημονικά άρθρα, όσο και σε δεδομένα, περιεχόμενο και ερευνητικά αποτελέσματα. Η ανοιχτή πρόσβαση αποτελεί πλέον επίσημη πολιτική στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες, και βασική προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση των περισσότερων μορφών έρευνας. Η δεύτερη διάσταση του ανοιχτού περιεχομένου ξεπερνά το ερευνητικό, εκπαιδευτικό και ακαδημαϊκό περιεχόμενο/δεδομένα, και έχει να κάνει με την ανοιχτή πρόσβαση στο γενικότερο ψηφιακό περιεχόμενο και πολιτισμό. Η διάσταση αυτή καλλιεργείται στις αρχές της δεκαετίας του 2000 με την ίδρυση των Creative Commons ως βασικού εργαλείου για την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των τωρινών και μελλοντικών δημιουργών, και ως συμβατικό αντίβαρο στη διαρκή επέκταση στο χρόνο των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και το διαρκή περιορισμό των εξαιρέσεων και περιορισμών του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (Lessig, 2005). Με τον όρο “Creative Commons” εννοούμε τόσο τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό που έχει ως στόχο την επέκταση της πρόσβασης στο ανοιχτό περιεχόμενο/δεδομένα και στον ψηφιακό πολιτισμό εν γένει, όσο και το σύνολο των αδειών και εργαλείων που έχει κατά καιρούς εκδώσει για να επιτύχει το σκοπό αυτό (Tsiavos, 2007). Το πλέον διαδεδομένο εργαλείο για την προώθηση του ανοιχτού περιεχομένου είναι οι έξι άδειες Creative Commons, οι οποίες προκύπτουν από το συνδυασμό τεσσάρων αδειοδοτικών στοιχείων, δηλαδή βασικών όρων που περιγράφουν τους τρόπους με τους οποίους μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει ένα έργο που διατίθεται με αυτές τις άδειες. Τα στοιχεία αυτά έχουν ως εξής: • Αναφορά: Mε τον όρο αυτό που είναι υποχρεωτικός για όλες τις άδειες Creative Commons, επιβάλλεται να γίνεται αναφορά στην πηγή του έργου, είτε πρόκειται για το δημιουργό, είτε και για το διαθέτη-παραγωγό του. • Εμπορική Χρήση: Mε τον όρο αυτό ο αδειoδότης, δηλαδή το πρόσωπο το οποίο παρέχει το περιεχόμενο, καλείται να απαντήσει εάν θέλει να διατίθεται το έργο του για εμπορική χρήση ή όχι. • Παράγωγα έργα: Mε τον όρο αυτό ο αδειοδότης καλείται να απαντήσει εάν επιθυμεί να γίνονται αλλαγές στο έργο του, και στη συνέχεια αυτές να διατίθενται περαιτέρω. • Παρόμοια Διανομή: Mε τον όρο αυτό ο αδειοδότης που έχει επιτρέψει τη δημιουργία παραγώγων έργων, καλείται να απαντήσει στο ερώτημα του εάν θέλει τα παράγωγα αυτά έργα να διατίθενται περαιτέρω με τους ίδιους ακριβώς όρους και προϋποθέσεις όπως το αρχικό έργο ή όχι.

Οι έξι (6) άδειες Creative Commons (CC) αποτελούν επίσημες και αναγνωρισμένες άδειες χρήσης, τις οποίες μπορεί να χρησιμοποιήσει η/ο δημιουργός προκειμένου να δηλώνει τους επιτρεπτούς τρόπους χρήσης , ή αλλιώς άδεια χρήσης, του έργου του από άλλους.

Kριτήρια επιλογής άδειας CC[επεξεργασία]

Ακολουθούν τα κριτήρια που ο δημιουργός χρησιμοποιεί για να επιλέξει τους τρόπους χρήσης του έργου του. Θεωρείται ως δεδομένο ότι: • Η/Ο δημιουργός επιθυμεί να επιτρέψει τη χρήση του υλικού του, • Ο αποδέκτης της άδειας να κάνει πάντα αναφορά στον δημιουργό (κριτήριο αναφοράς).

Κριτήρια: • Η/Ο δημιουργός επιτρέπει ή δεν επιτρέπει να βασιστεί κάποιος στο έργο του προκειμένου να το εξελίξει πραγματοποιώντας αλλαγές, δημιουργώντας ένα νέο παράγωγο έργο (κριτήριο δημιουργίας παραγώγων). o Εφόσον η/ο δημιουργός επιτρέπει παράγωγα έργα, καθορίζει ότι κάθε παράγωγο έργο είτε θα διανέμεται με παρόμοιους όρους με αυτούς του αρχικού έργου (π.χ. του υλικού του) (κριτήριο παρόμοιας διανομής), είτε ότι αυτό του είναι αδιάφορο. • Η/Ο δημιουργός επιτρέπει ή δεν επιτρέπει την εμπορική χρήση του έργου του από τρίτους (κριτήριο εμπορικής χρήσης).


Οι 6 άδειες CC[επεξεργασία]

Οι 6 άδειες Creative Commons περιγράφονται συνοπτικά παρακάτω:


1. Αναφορά δημιουργού (Attribution): O αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να διατηρήσει τις διατυπώσεις που προβλέπονται στην άδεια σχετικά με την αναφορά στον αρχικό δημιουργό.


2. Αναφορά δημιουργού + Παρόμοια διανομή (Attribution + Share-Alike: Επιπλέον της αναφοράς, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να αδειοδοτήσει οποιοδήποτε παράγωγο έργο με την ίδια άδεια ή μια άδεια με τα ίδια στοιχεία άδειας. Επιτρέπεται η εμπορική χρήση και η παραγωγή νέου έργου βασισμένου σε αυτό.


3. Αναφορά δημιουργού + Όχι παράγωγα έργα (Attribution + No-Derivatives): Επιπλέον της αναφοράς, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να μη δημιουργήσει παράγωγα έργα. Επιτρέπεται η εμπορική χρήση. Αφού δεν επιτρέπεται νέο παράγωγο έργο, δεν έχει νόημα ο καθορισμός του τρόπου διανομής του.


4. Αναφορά δημιουργού + Μη εμπορική χρήση (Attribution + Non-Commercial): Επιπλέον της αναφοράς, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει, αρκεί να μην υπάρχει σκοπός εμπορικής χρήσης. Επιτρέπεται παράγωγο έργο και είναι αδιάφορος ο τρόπος διανομής του.

5. Αναφορά δημιουργού + Μη εμπορική χρήση + Παρόμοια Διανομή (Attribution + Non-Commercial + Share-Alike): Επιπλέον της αναφοράς και της μη εμπορικής χρήσης, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει αρκεί να αδειοδοτήσει οποιοδήποτε παράγωγο έργο με την ίδια άδεια.

6. Αναφορά δημιουργού + Μη εμπορική χρήση + Όχι παράγωγα έργα (Attribution + Non-Commercial + No-Derivatives): Επιπλέον της αναφοράς και της μη εμπορικής χρήσης, ο αποδέκτης της άδειας μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο όπως θέλει αρκεί να μη δημιουργήσει παράγωγα έργα.

Συνολικά, οι δύο διαστάσεις του ανοιχτού περιεχομένου (ανοιχτή πρόσβαση και ανοιχτές άδειες), ενώ έχουν διαφορετική εξέλιξη έρχονται να συναντηθούν με τη χρησιμοποίηση των αδειών Creative Commons από τις διάφορες πρωτοβουλίες ανοιχτής πρόσβασης, καθώς και με την αναγνώριση από τα Creative Commons του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζει η ανοιχτή πρόσβαση στην προώθηση των στόχων και των εργαλείων που αυτά προωθούν. Εξ’ίσου σημαντικό ρόλο στη διάδοση του ανοιχτού περιεχομένου, διαδραμάτισαν και οι δράσεις ανοιχτής διακυβέρνησης και ανοιχτών δημοσίων δεδομένων που περιγράφονται στην Παράγραφο 1.3.4.

Ανοιχτή Διακυβέρνηση και Ανοιχτά Δεδομένα[επεξεργασία]

Οι δράσεις ανοιχτής διακυβέρνησης είναι ποικιλόμορφες και, αντίστοιχα, ικανοποιούν πολλαπλούς στόχους. Ιστορικά, η ανοιχτή διακυβέρνηση έχει τις ρίζες της στη νομοθεσία για την πρόσβαση στην πληροφορία και τη διαφάνεια στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Ωστόσο, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η έννοια της ανοιχτής διακυβέρνησης αποκτά ως βασικό της στοιχείο το άνοιγμα των δεδομένων, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσο τόσο για την ενίσχυση της διαφάνειας, όσο και για τη δημιουργία εμπορικών υπηρεσιών που κάνουν χρήση αυτών των δεδομένων, και έτσι αυτά αποτελούν βασικό εργαλείο μιας αναπτυξιακής πολιτικής (Davies, 2012). Για παράδειγμα, ως δράσεις ανοιχτής διακυβέρνησης μπορούν να θεωρηθούν τόσο οι δράσεις ανοίγματος δεδομένων που αυξάνουν τη διαφάνεια της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης ή τη δημιουργία υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας από τρίτους, όσο και η συμμετοχή του πολίτη σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων ή στην εύρεση και αντιμετώπιση προβλημάτων που σχετίζονται με την καθημερινότητά του. Το παραπάνω προκύπτει και από το ετήσιο σχέδιο των περισσοτέρων κρατών που συμμετέχουν στο Open Government Partnership (OGP), την πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών σε σχέση με την ανοιχτή διακυβέρνηση σε παγκόσμιο επίπεδο. Βλέπουμε, επομένως, ότι οι δράσεις ανοιχτής διακυβέρνησης μπορούν να αφορούν: • Αύξηση της διαφάνειας: Πρόκειται για στόχο που και ιστορικά βρίσκεται σε αντιστοιχία με τον όρο ανοιχτή διακυβέρνηση, καθώς οι πρώτες πρωτοβουλίες ανοιχτής διακυβέρνησης είχαν ως στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας στη δράση της δημόσιας διοίκησης. Οι κυρίαρχες τάσεις της διαφάνειας σήμερα είναι οι εξής: o Εξ’ορισμού Διαφάνεια: Δηλαδή, παροχή της δημόσιας πληροφορίας απευθείας σε μορφή που να μπορεί να την επεξεργαστεί και να την κατανοήσει ο πολίτης, και όχι ύστερα από αίτηση για την παροχή αυτής. o Ανοιχτά Δεδομένα ως μέσο ενίσχυσης της διαφάνειας: Δηλαδή, παροχή της πληροφορίας σε επεξεργάσιμη, μηχαναγνώσιμη μορφή και χωρίς τεχνικούς ή νομικούς περιορισμούς, προκειμένου να είναι δυνατή η πραγματική πρόσβαση στη δημόσια πληροφορία, η οποία εξαιτίας του όγκου και της πολυπλοκότητάς της, απαιτεί να είναι επεξεργάσιμη και, άρα, αναλύσιμη από πολλαπλές πλευρές. • Αύξηση της δυνατότητας του πολίτη να συμμετέχει με διαφορετικούς τρόπους στην άσκηση δημόσιας διοίκησης και στην παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Κάτι τέτοιο είναι δυνατόν μόνο εφ’όσον πληρούνται οι προϋποθέσεις διαφάνειας που αναφέρθηκαν παραπάνω. Αυτό εκφράζεται κυρίως: o Με τη συμμετοχή του πολίτη στην κατάρτιση νομοθετικών και κανονιστικών κειμένων (π.χ. δημόσια διαβούλευση για νομοθετικά και κανονιστικά κείμενα).

o Με τη συμμετοχή του πολίτη στη λήψη αποφάσεων (π.χ. συμμετοχική κατάρτιση προϋπολογισμού, κυρίως σε επίπεδο τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης). o Με τη συμμετοχή του πολίτη στη βελτίωση της δημόσιας πληροφορίας (π.χ. εντοπισμός λαθών σε χάρτη ή σε κείμενα) και στην επεξεργασία αυτής (π.χ. σε editathons). o Με τη συμμετοχή του πολίτη στη δημιουργία υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης (π.χ. μέσω hackathons για την ανάπτυξη υπηρεσιών βασιζόμενων σε δημόσια δεδομένα) • Αύξηση των δυνατοτήτων για λογοδοσία της δημόσιας διοίκησης και της πολιτικής της εξουσίας. Με τη διασφάλιση της διαφάνειας και της συμμετοχής του πολίτη στη λήψη αποφάσεων, σταδιακά δημιουργείται η κοινωνική νόρμα του διαρκούς ελέγχου της διοίκησης από τον πολίτη. Κάτι τέτοιο είναι δυνατόν γιατί τόσο μέσα από τη διαφάνεια, όσο και μέσα από τη συμμετοχή, ο διαρκής έλεγχος από τον πολίτη είναι πολύ πιο εύκολος απ’ ό,τι ήταν στο παρελθόν.

Εκτός από τους προαναφερθέντες σκοπούς, η ανοιχτή διακυβέρνηση, ως δράση ανοιχτών δεδομένων, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει και έναν ακόμη στόχο: Το άνοιγμα των δεδομένων και της δημόσιας πληροφορίας προκειμένου να αναπτυχθούν υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας από τρίτους (ιδιώτες), και έτσι να επιτευχθούν τουλάχιστον τα εξής αποτελέσματα: • Να δημιουργηθούν νέες υπηρεσίες και προϊόντα, και, έτσι, νέες επιχειρήσεις που θα οδηγήσουν με τη σειρά τους στην ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας. • Να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων και τη διάθεσή τους μέσα από υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας. Να παραχθούν και να προσφερθούν νέες υπηρεσίες σε σχέση με μια δημόσια υπηρεσίααρμοδιότητα-υπηρεσία της δημόσιας διοίκησης, και έτσι ώστε είτε να βελτιωθεί η εμπειρία του πολίτη, είτε να μειωθεί το κόστος για την παροχή της υπηρεσίας από τη δημόσια διοίκηση.

Για ποιον λόγο, όμως, είναι τα ανοιχτά δεδομένα τόσο σημαντικά για την ανοιχτή διακυβέρνηση, και γιατί μας απασχολούν τόσο πολύ στο πλαίσιο αυτού του κεφαλαίου; Τα ανοιχτά δεδομένα είναι τόσο κομβικά για την παροχή υπηρεσιών ανοιχτής διακυβέρνησης και για την εξυπηρέτηση των βασικών της σκοπών, ακριβώς επειδή κανένας από τους τρεις βασικούς (ή τον τέταρτο επικουρικό) στόχους της ανοιχτής διακυβέρνησης δεν είναι πλέον υλοποιήσιμος, χωρίς το άνοιγμα των δημοσίων δεδομένων. Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για πραγματική διαφάνεια, εάν τα δεδομένα που διατίθενται δεν είναι πραγματικά επεξεργάσιμα ώστε να συνιστούν πληροφορία με κάποιο νόημα για τον αποδέκτη τους. Για παράδειγμα, η διάθεση των «πόθεν έσχες» των βουλευτών δεν έχει νόημα εάν δε γίνεται με άδεια που να επιτρέπει την αναδημοσίευσή τους σε όλα τα πιθανά μέσα, και την επεξεργασία τους ώστε να είναι δυνατή η απεικόνιση της πληροφορίας που περιέχουν, με απλό και κατανοητό από τον μέσο πολίτη τρόπο (π.χ. με ένα γράφημα ή σχήμα). Αντίστοιχα, η συμμετοχή των πολιτών με οποιονδήποτε από τους ανωτέρω αναφερθέντες τρόπους, προϋποθέτει ότι τους είναι δυνατόν να έχουν πρόσβαση σε κάποια δημόσια πληροφορία ή λογισμικό του δημοσίου τομέα. Διαφορετικά, η συμμετοχή τους παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη και τελικά ατελέσφορη. Αυτή η συμμετοχή, όταν οργανώνεται σωστά, μπορεί να οδηγήσει στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Για παράδειγμα, η παροχή των στοιχείων του ΑΦΜ των επιτηδευματιών, νομικών και φυσικών προσώπων, αποτελεί βασική υπηρεσία για τη διευκόλυνση των συναλλαγών, την επιτάχυνσή τους, τη διασφάλιση ότι δε γίνονται λάθη και τελικά την ενίσχυση της πίστης μεταξύ των συναλλασσομένων και του κράτους. Η συμμετοχή πολιτών και επιχειρήσεων στη διαμόρφωση της προγραμματιστικής διεπαφής, με την οποία μπορούν να είναι τα δεδομένα διαθέσιμα προς το κοινό, αποτελεί δράση πληθοπορισμού (Tapscott and Williams, 2008) ανοιχτής διακυβέρνησης και επιτρέπει στον διοικούμενο να συμμετέχει ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες. Ταυτόχρονα, η διοίκηση μειώνει το κόστος που θα χρειαζόταν για την ανάπτυξη του σχετικού λογισμικού με δικούς της πόρους. Τέλος, η ανοιχτή προς επαναχρησιμοποίηση διάθεση των σχετικών δεδομένων και της προγραμματικής διεπαφής, με την οποία τα δεδομένα μπορούν να ενταχθούν μέσα στις ροές εργασίας των οργανισμών που κάνουν συναλλαγές, οι οποίες απαιτούν τη γνώση του ΑΦΜ, δηλαδή των περισσότερων συναλλασσόμενων, επιτρέπει τη μείωση του κόστους των συναλλαγών και τη δημιουργία περισσότερων προϊόντων ηλεκτρονικού εμπορίου. Αυτό σημαίνει, πολύ απλά, ότι επειδή δεν χρειάζεται να γίνεται διαρκής επανεισαγωγή στοιχείων μειώνεται τόσο ο χρόνος της συναλλαγής όσο και οι πιθανότητες λάθους. Τέλος, μέσα από το σύνολο των ανωτέρω δράσεων και, κυρίως, μέσα από τη δυνατότητα συνδυασμού και επαναχρησιμοποίησης των δημόσιων δεδομένων, επιτυγχάνεται η ουσιαστική λογοδοσία και των τριών εξουσιών (δικαστικής, νομοθετικής, εκτελεστικής), και ιδίως της δημόσιας διοίκησης σε όλα της τα επίπεδα. Για παράδειγμα, η ανοιχτή διάθεση δεδομένων σε σχέση με τη νομοθετική διαδικασία ,ή η ανοιχτή διάθεση των αποφάσεων ή η δημοσίευση ως ανοιχτών δεδομένων του συνόλου των αποφάσεων της δημόσιας διοίκησης, επιτρέπει τον συνδυασμό των σχετικών δεδομένων, και τον έλεγχο από τον πολίτη και την κοινωνία των πολιτών του συνόλου της δράσεώς τους (π.χ. Δράση της Διεθνούς Διαφάνειας). Στην ουσία, όμως, του λόγου για τον οποίο το άνοιγμα των δεδομένων αποτελεί κομβικό παράγοντα της άσκησης ανοιχτής διακυβέρνησης, βρίσκεται η ίδια η οικονομική τους συμπεριφορά, κάτι που μπορούμε να το δούμε ανάγλυφα στο θέμα της οργάνωσης αυτού που λέμε Κοινή Ομότιμη Παραγωγή (ΚΟΠ), κατι που αποτελεί αντικείμενο της Παραγράφου 2 του παρόντος κεφαλαίου.

Ανοιχτό Υλισμικό (Hardware) και το Ανοιχτό Διαδίκτυο των Πραγμάτων[επεξεργασία]

Μία ακόμη σημαντική στιγμή στην ιστορία της εξέλιξης του ανοιχτού αποτελεί η επέκτασή του στον τομέα της κατασκευής τρισδιάστατων αντικειμένων, που παράγονται στη βάση σχεδίων, τα οποία διατίθενται με ανοιχτές άδειες. Η τάση αυτή συνοδεύεται από μια ακόμη τάση στον χώρο του ανοιχτού, που έχει να κάνει με την δημιουργία ανοιχτών κατασκευαστικών εργαστηρίων (FabLabs), τα οποία δίνουν πρόσβαση σε εργαλεία, τεχνογνωσία και ένα δίκτυο παραγωγής σε όσους ενδιαφέρονται να δραστηριοποιηθούν στο χώρο του ανοιχτού σχεδιασμού (Gershenfield, 2005; Troxler, 2011). Οι δύο αυτές τάσεις είναι συμπληρωματικές μεταξύ τους, επειδή ακριβώς επιτρέπουν την είσοδο της ανοιχτότητας στον χώρο του φυσικού αντικειμένου. Ο ανοιχτός διαμοιρασμός τρισδιάστατων σχεδίων επιτρέπει τη διαρκή βελτίωσή τους και την ταυτόχρονη παραγωγή τους σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία. Πρόκειται για μια διαδικασία ουσιαστικής αποσύνδεσης του σταδίου του σχεδιασμού από το στάδιο της τελικής κατασκευής. Η εγκαθίδρυση ανοιχτών εργαστηρίων κατασκευής επιτρέπει όχι μόνο την πρόσβαση στα μηχανήματα εκείνα που επιτρέπουν την αποκεντρωμένη κατασκευή και υλοποίηση των σχετικών σχεδίων, αλλά και το πέρασμα από την απλή παραγωγή πρωτοτύπων στην κατανόηση του επιχειρηματικού μοντέλου κατασκευής αυτών, και τελικά στο πέρασμα από το πρωτότυπο στην παραγωγική διαδικασία. Οι δύο αυτές τάσεις συμπληρώνονται από μία τρίτη που έχει να κάνει με τη δημιουργία ανοιχτού υλισμικού (κυρίως μέσω των πλατφορμών της Arduino και του RasberryPi). Αυτή επιτρέπει την ενσωμάτωση στα σχέδια που τελικά θα γίνουν αντικείμενα χαρακτηριστικών αισθητήρων, υπολογιστικής ισχύος και δικτύωσης. Έτσι, τελικά, δεν έχουμε απλώς μια αποκεντρωμένη και συνεργατική παραγωγή των σχετικών φυσικών αντικειμένων, αλλά, ουσιαστικά, και μια μεταμόρφωση των ίδιων των φυσικών αντικειμένων σε υβριδιακών αντικειμένων που έχουν φυσική υπόσταση, αλλά αποτελούν, ταυτόχρονα, διαρκείς παραγωγούς και καταναλωτές δεδομένων, κάτι που αποτελεί και την ουσία του φαινομένου του Διαδικτύου των Πραγμάτων (Internet of Things) [Höller, 2014]. O λόγος που η συγκεκριμένη διαδικασία αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό στάδιο στην ιστορία της εξέλιξης του ανοιχτού είναι διττός. Αφενός, έχουμε ένα στάδιο στο οποίο η υλική υπόσταση του αντικειμένου αποτελεί τη φυσική έκφραση μιας ψηφιακής διαδικασίας που, επίσης, γίνεται συνεργατικά και ανοιχτά, και η οποία καλεί για μια ουσιαστική αναθεώρηση του κυρίαρχου μοντέλου παραγωγής, ακόμη και φυσικών αντικειμένων στα πρότυπα της παραγωγής άυλων αντικειμένων Εάν, με άλλα λόγια, η παραγωγή ψηφιακών αντικειμένων φαίνεται να γίνεται με τον πλέον αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο μέσα από συνεργατικά μοντέλα παραγωγής, αντίστοιχα και η παραγωγή φυσικών αντικειμένων θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο θα πρέπει να γίνεται και αυτή με ριζικά διαφορετικό τρόπο. Εάν, για παράδειγμα, η παραγωγή ενός πάρκου έχει γίνει μέσα από την παραγωγή αντικείμενων που προκύπτουν από ανοιχτές και συνεργατικές διαδικασίες, αντίστοιχα η συντήρηση του θα πρέπει να βασιστεί σε ένα μοντέλο όχι απαραίτητα εισαγωγής των σχετικών στοιχείων στον τόπο χρήσης τους αλλά εκτύπωσης και εγκατάστασής τους σε αυτό. Αφετέρου, το Διαδίκτυο των Πραγμάτων οδηγεί στη μαζική και συλλογική παραγωγή και κατανάλωση δεδομένων, όχι μόνο από ανθρώπους αλλά και από μικρο-υπολογιστές που βρίσκονται ενσωματωμένοι στον χώρο στον οποίο κινούμαστε και εργαζόμαστε σε καθημερινή βάση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι καλούμαστε να επαναπροσδιορίσουμε και πάλι την έννοια της παραγωγής ψηφιακών αντικειμένων, όχι πλέον μόνο σε σχέση με το δίπολο μεμονωμένος - συλλογικός δημιουργός, αλλά και με το δίπολο ανθρώπινος παράγοντας – μηχανή / υβριδιακός συλλογικός δημιουργός.

Ανοιχτά Επιχειρηματικά Μοντέλα και η Οικονομία του Διαμοιρασμού[επεξεργασία]

Σε όλα τα παραδείγματα που είδαμε στις ανωτέρω περιπτώσεις, έχουμε βασικές διαφοροποιήσεις από κλασικά μοντέλα οργάνωσης της παραγωγής αλλά και δημιουργίας αξίας – χρηματοροών. Πιο συγκεκριμένα: • Η οργάνωση της παραγωγής βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε συνεργατικές τεχνολογικές υποδομές, που επιτρέπουν τη διαρκή, άμεση και αποκεντρωμένη συνεργασία, σύγχρονη ή ασύγχρονη. • Οι υποδομές αυτές επιτρέπουν και διαφορετικά οργανωτικά μοντέλα. Κάποια από αυτά μπορούν να απορροφηθούν στις υπάρχουσες νομικές - εταιρικές μορφές, κάποια άλλα, όμως, απαιτούν επιπρόσθετα νομικά εργαλεία, κυρίως μέσα από τη χρήση νέων μορφών αδειών πνευματικής ιδιοκτησίας, και νέων μορφών συνεταιριστικής οργάνωσης που λαμβάνουν υπόψη τους τα χαρακτηριστικά μια ψηφιακά βασισμένης συνεργατικής οικονομίας. • Αντίστοιχα, επειδή ο δημιουργός δεν αποξενώνεται νομικά από το αντικείμενο που παράγει, το μοντέλο παραγωγής αξίας δεν μπορεί να βασίζεται στον αποκλεισμό από την πρόσβαση σε αυτό το παραγόμενο ψηφιακό αντικείμενο. Κάτι τέτοιο προσδιορίζεται νομικά στις ίδιες τις άδειες διάθεσης του ψηφιακού αντικειμένου, οι οποίες δε λειτουργούν μόνο ως άδειες διάθεσης του αντικειμένου, αλλά και ως άδειες που καθορίζουν τους όρους παραγωγής αυτού. • Αυτό έχει ως συνέπεια ότι το μοντέλο παραγωγής αξίας για τον οργανωτή της παραγωγής δε μπορεί να στηρίζεται στον αποκλεισμό, αλλά στην παραγωγή αξίας με άλλα μέσα.

Τα μέσα παραγωγής αξίας που, συνολικά, μπορούν να υπαχθούν στην γενικότερη έννοια των ανοιχτών επιχειρηματικών μοντέλων, μπορούν να ενταχθούν στις ακόλουθες κατηγορίες: • Μεταβολή τύπου κόστους με στόχο τη βιωσιμότητα: Ένας πρώτος και βασικός λόγος για τον οποίο επιλέγονται οι ανοιχτές τεχνολογίες, έχει να κάνει με τη μείωση του συνολικού κόστους κτήσης μιας τεχνολογίας, και την ανάπτυξη δεξιοτήτων στο τοπικό επίπεδο ή στο επίπεδο του οργανισμού. Με την ανάπτυξη ανοιχτών τεχνολογιών, το κόστος μεταβάλλεται από κόστος για την παροχή αδειών σε κόστος για την ανάπτυξη και προσαρμογή τεχνολογιών σε οργανωσιακό ή τοπικό επίπεδο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη ανάπτυξη τοπικής τεχνογνωσίας, και άρα τη μείωση κόστους για την διατήρηση της τεχνολογίας. • Βελτίωση της ποιότητας της τεχνολογίας: Ένας άλλος λόγος για τον οποίο γίνεται χρήση των ανοιχτών τεχνολογιών είναι η ίδια η βελτίωση της τεχνολογίας με μικρότερο κόστος. Αυτό συμβαίνει, γιατί με το άνοιγμα των τεχνολογιών υπάρχει η δυνατότητα βελτίωσης της ίδιας της τεχνολογίας μέσα από διαδικασίες συλλογικής και αποκεντρωμένης αποτύπωσης προβλημάτων, αλλά και πρότασης καινοτομιών. Ακριβώς, επειδή, αυτή η διαδικασία βασίζεται στην πρωτοβουλία των συμμετεχόντων, με μικρό κόστος από την πλευρά αυτού που διοργανώνει τη διαδικασία και με τη χρήση δημόσιων υποδομών, το άνοιγμα μιας τεχνολογίας έχει συνήθως ως συνέπεια την άμεση βελτίωση της ποιότητάς της. • Δημιουργία αγοράς μέσα από την καθιέρωση μιας νέας υποδομής: Με το άνοιγμα μιας τεχνολογίας, επειδή αυτή χρησιμοποιείται πλέον ως μια υποδομή, πάνω στην οποία οι συμμετέχοντες παράγουν άλλες τεχνολογίες είτε δωρεάνεπ’αμοιβή, είτε δωρεάν και αυτές, υπάρχει ένα συλλογικό κίνητρο να ενισχυθούν αυτές οι ανοιχτές τεχνολογίες που λειτουργούν ως πλατφόρμα. • Έμμεσο κέρδος από την παροχή επιπρόσθετων υπηρεσιών: Ίσως ο πιο γνωστός τρόπος, με τον οποίο παράγεται αξία σε σχέση με τις ανοιχτές τεχνολογίες, είναι η προσφορά υπηρεσιών ή προϊόντων προστιθέμενης αξίας που βασίζονται σε αυτές τις τεχνολογίες. Οι πιο συνήθεις περιπτώσεις τέτοιων μοντέλων παραγωγής αξίας είναι οι ακόλουθες: o Παροχή πρόσβασης σε premium προϊόντα ή υπηρεσίες: Στο μοντέλο αυτό, η αξία προέρχεται από την παροχή προϊόντων ή υπηρεσιών, πέρα από το δωρεάν και ανοιχτό. Για παράδειγμα, αυτές μπορεί να είναι υπηρεσίες υποστήριξης, εκπαίδευσης, διασφάλισης ενός εγγυημένου επιπέδου υπηρεσιών ή περιεχόμενο για το οποίο ζητείται κάποιο αντίτιμο προκειμένου να υπάρχει πρόσβαση σε αυτές. Σε αυτό το μοντέλο, το τίμημα που αποκτάται από την παροχή των υπηρεσιών ή προϊόντων προστιθέμενης αξίας, είναι αυτό που χρηματοδοτεί την εξακολούθηση της παροχής της βασικής τεχνολογίας ως ανοιχτής. o Παροχή πρόσβασης σε εμπειρία που στηρίζεται σε ανοιχτές τεχνολογίες: Πρόκειται για παραλλαγή της προηγούμενης περίπτωσης. Η εμπειρία αποτελεί μια υπηρεσία, η οποία έχει ολιστικά χαρακτηριστικά και προσφέρεται σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο (συνήθως σε φυσικό χώρο), και, άρα, έχει χαρακτηριστικά που δεν μπορούν εύκολα ή με χαμηλό κόστος να αναπαραχθούν. Κλασικό παράδειγμα αυτού του είδους είναι η παροχή ανοιχτού περιεχομένου από τα μουσεία, που όμως στη συνέχεια προσελκύουν επισκέπτες, οι οποίοι πληρώνουν εισιτήριο στον φυσικό χώρο του μουσείο.

Συνολικά, τα επιχειρηματικά μοντέλα για την υποστήριξη των ανοιχτών τεχνολογιών στηρίζονται σε δύο βασικές αρχές: 1. Ότι η ύπαρξη των ανοιχτών τεχνολογιών είναι απαραίτητη για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας σε σχέση με αυτές. 2. Ότι υπάρχει μία παροχή προστιθέμενης αξίας, για την οποία κάποιος είναι διατεθειμένος να πληρώσει προκειμένου να τη λάβει.

Στη συνέχεια, θα δούμε σε μεγαλύτερη ανάλυση την έννοια της Κοινής Ομότιμης Παραγωγής ως το αφαιρετικό μοντέλο για την κατανόηση της παραγωγής ανοιχτών τεχνολογιών, όπως αυτή έχει διατυπωθεί από τον Yochai Benkler (2006/2002), ο οποίος αποτελεί και τον εισηγητή του σχετικού θεωρητικού μοντέλου.

Κοινή Ομότιμη Παραγωγή και Δικτυοκρατία[επεξεργασία]

Η έννοια της Κοινής Ομότιμης Παραγωγής[επεξεργασία]

Η σημασία της μεταβολής των μοντέλων παραγωγής πληροφορίας εξαιτίας της τεχνολογικής αλλαγής βρίσκεται στην ουσία της ανάγκης για την παροχή υπηρεσιών ανοιχτής διακυβέρνησης ως βασικής συνιστώσας οποιασδήποτε προσπάθειας ηλεκτρονικής διακυβέρνησης: καθώς ο τρόπος παραγωγής πληροφορίας αλλάζει ριζικά και η δημόσια διοίκηση λειτουργεί ολοένα και περισσότερο στη βάση της παραγωγής και διάθεσης πληροφορίας, είναι λογικό οι αλλαγές αυτές να επιδρούν στην ίδια τη δομή και οργάνωση της δημόσιας διοίκησης και της δράσης αυτής. Η Κοινή Ομότιμη Παραγωγή (ΚΟΠ) αποτελεί το μοντέλο με το οποίο έρχονται να παρουσιαστούν μια σειρά από φαινόμενα που σχετίζονται με την ανοιχτότητα: από το ανοικτό λογισμικό, στα Ανοιχτά δεδομένα, το ανοικτό περιεχόμενο και ακόμη το ανοικτό hardware, τον πληθοπορισμό και τις ανοιχτές κατασκευές, το σύνολο των εγχειρημάτων αυτών βασίζεται στο ίδιο μοντέλο παραγωγής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι η ΚΟΠ αποτελεί την έκφραση σε οικονομικούς όρους του μοντέλου λειτουργίας του συνόλου των ανοιχτών τεχνολογιών. Δεν αποτελεί η ΚΟΠ το μοντέλο που ακολουθούν οι σχετικές τεχνολογίες, αλλά την αποτύπωση αυτών σε αφηρημένη μορφή.

Τα βασικά στοιχεία του μοντέλου της ΚΟΠ[επεξεργασία]

Η ΚΟΠ αποτελεί μορφή οργάνωσης της παραγωγής, αΰλων ως επί το πλείστον, αγαθών που επιτρέπει το συντονισμό των συνεισφορών με αποκεντρωμένο τρόπο και ως τρόπος οργάνωσης βρίσκεται ανάμεσα στην ιεραρχία και στην αγορά: • διαφέρει από την ιεραρχία γιατί δεν είναι δομημένη με ρόλους οι οποίοι είναι από την αρχή σταθεροποιημένοι, ούτε υπάρχει αμετάβλητη ιεραρχία σε σχέση με το πως λαμβάνονται οι αποφάσεις • διαφέρει από την αγορά γιατί δε βασίζεται στην ανταλλαγή αγαθών με χρήμα, ούτε χρησιμοποιεί την τιμή ως εργαλείο συντονισμού μεταξύ διαφορετικών ομάδων ή ατόμων Η Κοινή Ομότιμη Παραγωγή βασίζεται στην προϋπόθεση ότι σε έναν αρκετά μεγάλο και διαφοροποιημένο πληθυσμό θα υπάρχει ικανός αριθμός ατόμων που θα έχουν έναν ελάχιστο περισσευόμενο χρόνο και ικανότητα προκειμένου να συνεισφέρουν σε ένα εγχείρημα, ακόμη κι αν δεν πληρωθούν για τη συνεισφορά τους αυτή. Η αρχή αυτή, που είναι γνωστή ως θεώρημα του Moglen από τον ερευνητή που τη διατύπωσε πρώτος, μπορεί να υλοποιηθεί άρα εφόσον εντατικοποιηθούν τα χαρακτηριστικά των παραγόμενων αντικειμένων ή εγχειρήματος που επιτρέπουν την έλκυση όσο το δυνατόν περισσότερων συνεισφορών. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να συντρέχουν και μια σειρά από προϋποθέσεις σε σχέση με τους συνεισφέροντες και την πλατφόρμα που συλλέγει τις συνεισφορές. Ειδικότερα: Ι. Σε σχέση με το αντικείμενο που παράγεται: (α) θα πρέπει να είναι αρθρωτό, δηλαδή να απαρτίζεται από διακριτά αλλά διασυνδεδεμένα τμήματα που μπορούν να παραχθούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Aυτό το χαρακτηριστικό επιτρέπει τη συμμετοχή πολλαπλών (β) τα τμήματα αυτά θα πρέπει να έχουν διάφορα μεγέθη, δηλαδή θα πρέπει να απαιτούν διαφορετικό επίπεδο προσπάθειας προκειμένου να παραχθεί. Το χαρακτηριστικό αυτό επιτρέπει τη συμμετοχή ατόμων με διαφορετικό χρόνο και ικανότητα συνεισφοράς. (γ) τα τμήματα πρέπει να είναι ετερογενή, δηλαδή να έχουν διαφορετικό αντικείμενο ή περιεχόμενο έτσι ώστε να ελκύουν άτομα με διαφορετικά ενδιαφέροντα να συμμετέχουν. ΙΙ. Σε σχέση με τον συνεισφέροντα: Το όφελος που πρέπει να αντλεί από τη συνεισφορά του, όποιο και να είναι αυτό, θα πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το κόστος που έχει για να κάνει τη συνεισφορά αυτή. Θα πρέπει δηλαδή το κόστος συναλλαγής με την πλατφόρμα που συλλέγει και διορθώνει τις συνεισφορές να είναι σχεδόν μηδέν. ΙΙ. Σε σχέση με την πλατφόρμα συλλογής: Θα πρέπει το κόστος συλλογής του περιεχομένου και διόρθωσής του μέσω μιας διαδικασίας ΚΟΠ να είναι μικρότερο από το κόστος που θα είχε σε σχέση με την ίδια διαδικασία εάν βασιζόταν στην αγορά ή στην ιεραρχία. Όταν το σύνολο των ανωτέρω προπϋποθέσων συντρέχει, τότε έχουμε την ΚΟΠ ως το κυρίαρχο μοντέλο παραγωγής. Βασικό στοιχεία της ΚΟΠ είναι η εθελοντική και ομότιμη (ισότιμη) συμμετοχή των συνεισφερόντων. Στην περίπτωση που έχουμε τα ανωτέρω στοιχεία αλλά η συλλογή του τελικού αποτελέσματος δεν είναι προσβάσιμη ως σύνολο σε όλους, δεν είναι δηλαδή πραγματικά κοινή ή ομότιμη, τότε έχουμε περισσότερο ένα φαινόμενο Δικτυοκρατίας, παρά ένα φαινόμενο ομότιμης παραγωγής. Η περίπτωσή της Βικιπαίδειας είναι κλασσική περίπτωση ΚΟΠ και του Facebook κλασσική περίπτωση Δικτυοκρατίας. Προκειμένου να εφαρμοσθούν τα ανωτέρω μοντέλα παραγωγής απαιτείται ρύθμιση η οποία δε γίνεται μόνο στο επίπεδο του νόμου, αλλά και στο επίπεδο άλλων ρυθμιστικών μέσων. Η θεωρία αναγνωρίζει τις εξής τέσσερις μορφές ρύθμισης: • Τεχνολογία • Νόμος • Αγορά • Κοινωνική Νόρμα Το τελικό ρυθμιστικό αποτέλεσμα έρχεται ως αποτέλεσμα της ρυθμιστικής δράσεως των ανωτέρω μορφών ρύθμισης. Είναι άρα σημαντικό όχι μόνο το ρυθμιστικό περιεχόμενο του ίδιου του νόμου, αλλά του συνόλου των τεχνολογικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που διαρθρώνονται γύρω από αυτόν. Σε σχέση με τα Ανοιχτά δεδομένα και την ανοιχτή διακυβέρνηση έχουμε τους εξής σημαντικούς νόμους: • 2121/1993: για την Πνευματική Ιδιοκτησία • 3448/2006: για την περαιτέρω χρήση της δημόσιας πληροφορίας • 3979/2011: για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση • 3861/2010: για τη Διαύγεια • 3882/2010: για τα Γεωχωρικά Δεδομένα. • 4305/2014: για τα ανοιχτά δεδομένα

H οικονομική λειτουργία του έργου[επεξεργασία]

Ο νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία, δηλαδή ο Ν. 2121/1993, αντιμετωπίζει όλα τα έργα του πνεύματος που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του ισότιμα. Αυτό σημαίνει ότι είτε πρόκειται για ένα ποίημα, είτε για ένα εγκυκλοπαιδικό λήμμα, είτε για ένα λειτουργικό σύστημα Ηλεκτρονικού Υπολογιστή ή κινητής συσκευής, για το νόμο αποτελούν έργα του ανθρωπίνου πνεύματος που αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο ως προς το είδος των περιουσιακών και ηθικών δικαιωμάτων που ελκύουν. Επιπλέον, έχουμε δει συχνά στις διαφημίσεις για την καταπολέμηση του φαινομένου της παραβίασης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας να γίνεται λόγος για «πειρατεία» ή για «κλοπή» πνευματικής ιδιοκτησίας. Θα αφήσουμε κατά μέρος τα θέματα σύγκρισης του αδικήματος της πειρατείας και άλλων εξωτικών παράνομων δραστηριοτήτων καθώς και της ιστορικής σύνδεσης του όρου με την πνευματική ιδιοκτησία και θα τονίσουμε ότι ακόμη και η εξίσωση της παραβίασης ενός από το νόμου παρεχόμενου και περιορισμένου στο χρόνο μονοπωλίου στην εκμετάλλευσης ενός αύλου αγαθού, όπως είναι το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, με αυτό της κλοπής ενός κινητού αντικειμένου επί του οποίου υπάρχει ένα απεριόριστο χρονικά εμπράγματο δικαίωμα ιδιοκτησίας, είναι εξαιρετικά παραπλανητική και, ως εκ τούτου, επικίνδυνη. Παραπλανητική γιατί η οικονομική λειτουργία των αγαθών είναι ριζικά διαφορετική και επικίνδυνη γιατί οδηγεί τους φορείς διαμόρφωσης και άσκησης πολιτικής σε τελείως εσφαλμένες αντιδράσεις εξισώνοντας πράγματα που, απλά, είναι διαφορετικά. Μία σύντομη ανάλυση της οικονομικής λειτουργίας τριών αγαθών με παραδειγματική οικονομική λειτουργία μπορεί να είναι διαφωτιστική σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους (α) δεν πρέπει να συγχέουμε εξ επίτηδες εμπράγματα και άυλα αγαθά (β) δεν μπορούμε να έχουμε το ίδιο μοντέλο ρύθμισης για την ενίσχυση της παραγωγής όλων των αύλων αγαθών. Ας πάρουμε, λοιπόν, τρία αγαθά: (α) ένα παγκάκι (β) ένα μουσικό έργο με την εκτέλεσή του, και (γ) ένα λειτουργικό σύστημα. Για να καταλάβουμε την οικονομική λειτουργία του καθενός από αυτά, θα πρέπει να δούμε [Ι] την αξία χρήσης τους και, άρα, τον τρόπο χρήσης τους και [ΙΙ] το κόστος παραγωγής τους και άρα τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να την ενισχύσουμε μέσα από ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Το παγκάκι είναι ένα κινητό πράγμα το οποίο λειτουργεί ως «ανταγωνιστικό αγαθό». Αυτό, πρακτικά σημαίνει ότι υπάρχει ένα πεπερασμένος αριθμός ανθρώπων που μπορούν να απολαύσουν το συγκεκριμένο αγαθό και, μάλιστα, η χρήση από τον έναν αποκλείει τη χρήση από τον άλλον. Επιπλέον, η παραγωγή του και η αναπαραγωγή του είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να γίνει από τον απλό χρήστη και συνήθως έχει μεγάλο κόστος. Για το λόγο αυτό έχει νόημα να μιλάμε για κλοπή, καθώς η αποστέρηση της φυσικής εξουσίασης του αγαθού συνεπάγεται άμεσο εκμηδενισμό της αξίας χρήσης για τον ιδιοκτήτη ή νομέα του κινητού.

Ένα μουσικό έργο μαζί με την εκτέλεσή του έχει διαφορετική οικονομική λειτουργία: είναι ένα «μη ανταγωνιστικό ή δημόσιο αγαθό». Αυτό, σημαίνει ότι η απόλαυση του αγαθού από ένα άτομο δεν αποστερεί την απόλαυσή του από κάποιον άλλον. Πολύ απλά, σε αντίθεση με το παγκάκι όπου δεν μπορούμε όλοι να κάτσουμε πάνω σε αυτό, όλοι μας μπορούμε να ακούμε ταυτόχρονα το ίδιο κομμάτι μουσικής. Επιπλέον, ενώ τα κόστη παραγωγής του είναι σχετικά υψηλά, το κόστος αναπαραγωγής και διάδοσης της μουσικής διαρκώς απομειώνεται. Αυτό σημαίνει ότι τεχνολογικά είναι εξαιρετικά φτηνό να αντιγράψει ή να διαδώσει κάποιος ένα κομμάτι μουσικής, ενώ είναι ακόμη σχετικά ακριβό για κάποιον να το δημιουργήσει. Κατά συνέπεια έχει λογική μια ρύθμιση που δημιουργεί κίνητρα για τους δημιουργούς ελέγχοντας την πρόσβαση στο περιεχόμενο αυτό (το μουσικό έργο) και απαγορεύοντας την αναπαραγωγή του χωρίς την άδεια του νόμιμου δικαιούχου. Η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο ακούμε μουσική, ειδικά μέσα από το διαδίκτυο, έχει επιφέρει αντίστοιχες μεταβολές και στον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζουμε την πνευματική δημιουργία στο χώρο αυτόν. Ο τρόπος με τον οποίο, για παράδειγμα, το YouTube ρυθμίζει τις διαφορές μεταξύ των χρηστών του είναι ενδεικτικός: σε περίπτωση που κάποιος χρήστης πιστεύει ότι η πνευματική του ιδιοκτησία παραβιάζεται από του YouTube, πρώτα αφαιρείται το έργο από το YouTube και μετά εξετάζεται η ουσία της διαφοράς. Πρόκειται για ένα σύστημα ουσιαστικά ιδιωτικής εφαρμογής/ επιβολής του νόμου για την πνευματική ιδιοκτησία, το οποίο είναι εξαιρετικά πιο ταχύ από τη δικαστική διαδικασία, αλλά στερείται τον εγγυήσεων που παρέχει αυτή. Ένα λειτουργικό σύστημα, προσιδιάζει στο μουσικό έργο σε σχέση με το χαρακτήρα του ως «μη ανταγωνιστικού» αγαθού, αλλά έχει μία ακόμη ιδιότητα που το καθιστά διαφορετικό: η αξία χρήσης του αυξάνει όσο αυξάνει ο αριθμός των χρηστών του. Όπως σε ένα τηλεφωνικό δίκτυο, κάθε νέος χρήστης ενός λειτουργικού συστήματος αυξάνει την ανάγκη να υπάρχουν περισσότερες εφαρμογές πάνω σε αυτό, ενώ επιτρέπει και τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων που λειτουργούν πάνω σε αυτό. Ακριβώς επειδή η αξία του λειτουργικού συστήματος αυξάνει αναλογικά με το μέγεθος του δικτύου των χρηστών του, μιλάμε για «διαδικτυακό αγαθό». Σε αυτή την περίπτωση, ενώ είναι δυνατόν να λειτουργήσει ένα μοντέλο ρύθμισης που εμποδίζει την αναπαραγωγή του λειτουργικού συστήματος, είναι τέτοια η ανάγκη τόσο από τον τελικό χρήστη όσο και από τους προγραμματιστές που αναπτύσσουν εφαρμογές πάνω στο λειτουργικό αυτό σύστημα να έχουν πρόσβαση σε αυτό και να το αναπαράγουν, που μία ρύθμιση που εμποδίζει την πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα και την αναπαραγωγή του, αφενός μεν έρχεται σε αντίθεση με την οικονομική λειτουργία του έργου, αφετέρου δε είναι αμφίβολο εάν θα επιφέρει κίνητρα για την παραγωγή του ή τη βελτίωση της λειτουργίας του. Το φαινόμενο του διαδικτυακού αγαθού φαίνεται ακόμη πιο έντονο στην περίπτωση του Facebook. Εδώ, η αξία δε βρίσκεται στην ανταλλαγή περιεχόμενο, δηλαδή στο περιεχόμενο αυτό καθαυτό, αλλά στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των χρηστών, όσο και στις σχέσεις μεταξύ χρηστών και διαφορετικών μορφών περιεχομένου. Το κατανοούμε ακόμη περισσότερο αυτό, όταν βλέπουμε τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της αξίας του Facebook, τα οποία αφορούν στα δεδομένα χρήσης, τον αριθμό των χρηστών και τα δεδομένα χρήσης της πλατφόρμας. Δεν είναι το λογισμικό ή το περιεχόμενο, αλλά οι σχέσεις που αποτιμώνται και πωλούνται και άρα είναι διαφορετικός ο τρόπος με τον οποίο προστατεύονται από αυτόν του δικαιώματος του δημιουργού (π.χ. σήματα, συμβάσεις εμπιστευτικότητας και πνευματική ιδιοκτησία πάνω στα μεγάλα δεδομένα που προκύπτουν από την καταγραφή της συμπεριφοράς των χρηστών). Καθώς η διανοητική ιδιοκτησία διαδραματίζει ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο σε κάθε μορφή παραγωγής και ταυτόχρονα παρατηρούμε μια μετάβαση προς αγαθά που εμφανίζουν το χαρακτήρα «διαδικτυακών αγαθών» παρατηρούμε τα εξής σημαντικά φαινόμενα: • Η αξία μετατοπίζεται από το ίδιο το άυλο αγαθό σε σχέσεις οι οποίες για να επεκταθούν και να εμβαθυνθούν προϋποθέτουν όχι τον περιορισμό, αλλά την αύξηση της πρόσβασης. • Οι όποιες μορφές ιδιοκτησίας και αποκλεισμού διατηρούνται επεκτείνονται σε μετα-προϊόντα (π.χ. βάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – συμπεριφοράς) ή σε μορφές διανοητικής ιδιοκτησίας που προστατεύουν σχέση (π.χ. σήμα) • Καθώς υπάρχει πρόσβαση στο περιεχόμενο και δεν είναι σκοπός των εμπορικών εταιρειών να παράγουν περιεχόμενο, αλλά σχέσεις, αυξάνεται το παραγόμενο από τελικούς χρήστες περιεχόμενο ή λογισμικό και άρα έχουμε ολοένα και περισσότερο το φαινόμενο της εμφάνισης του χρήστη-δημιουργού. Ο χρήστης-δημιουργός δεν είναι ένας απλός καταναλωτής διανοητικής ιδιοκτησίας, αλλά ενεργός παραγωγός αυτής και κατά συνέπεια έχει ανάγκη την πρόσβαση στο περιεχόμενο προκειμένο να επιτελέσει το ρόλο του αυτόν. Βλέπουμε, άρα, ότι στα τρία αυτά μοντέλα παραγωγής χρειαζόμαστε αντίστοιχα μοντέλα ρύθμισης, ώστε να ικανοποιείται κάθε φορά τόσο η ανάγκη μεγιστοποίηση της αξίας χρήσης όσο και του μοντέλου παραγωγής αυτών των αγαθών. Μολονότι φαίνεται ότι μια προφανής λύση θα ήταν η ριζική νομοθετική μεταβολή, για μία σειρά από λόγους απαιτείται να επιφέρουμε τη ρυθμιστική μεταβολή με τη χρήση διαφορετικών μέσων. Ειδικότερα: • η εθνική μεταβολή του συστήματος πνευματικής ιδιοκτησίας είναι νομικά δυνατή μόνο εντός του πλαισίου (α) του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, δηλαδή των κανόνων που θέτει η πρωτογενής και δευτερογενής κοινοτική νομοθεσία και (β) των διεθνών συνθηκών για την προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας, ιδίως των συνθηκών του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας και της Συνθήκης της Βέρνης, και άρα στην πραγματικότητα εξαιρετικά περιορισμένη. • Η μεταβολή διεθνών συνθηκών και της κοινοτικής νομοθεσίας απαιτεί μακροχρόνιες διαδικασίες και το κόστος της είναι τέτοιο που να καθιστά το ενδεχόμενο μιας ριζικής μεταβολής στο ορατό μέλλον στα όρια του αδύνατου. • Η ριζική και ομοιόμορφη ρυθμιστική μεταβολή δε θα μπορέσει να καλύψει μια σειρά από παραδοσιακές χρήσεις και μορφές εκμετάλλευσης πνευματικών δημιουργημάτων που καλύπτονται ιδιαίτερα επιτυχημένα με το υπάρχον σύστημα διανοητικής ιδιοκτησίας. • Εξαιτίας της γρήγορης μεταβολής των τεχνολογικών συνθηκών απαιτούνται ρυθμιστικά εργαλεία που πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευέλικτα, να έχουν εφαρμογή σε μαζική κλίμακα, αλλά να μπορούν να επιβληθούν σε μικρο-επίπεδο. Εδώ η εμπειρία δείχνει ότι η χρήση τυποποιημένων αδειών όπως οι άδειες Creative Commons μπόρεσε να επιφέρει κάποια πολύ σημαντικά αποτελέσματα σε σύντομο χρονικό διάστημα και ουσιαστικά να αλλάξει το ρυθμιστικό τοπίο της πνευματικής ιδιοκτησίας χωρίς να αναγκαστούμε να έχουμε νομοθετική αλλαγή σε εθνικό ή υπερεθνικό επίπεδο. Ωστόσο, και στον τομέα αυτόν βλέπουμε σημαντικές εξελίξεις: καθώς σε συγκεκριμένου τομείς αποκρυσταλλώνεται η ανάγκη δημιουργίας δομών παραγωγής αποτελεσμάτων της διάνοιας όχι βασισμένη στη δημιουργία κινήτρων, αλλά στην εξάλειψη των εμποδίων που θα είχε ο δημιουργός για να προσφέρει τη συνεισφορά του, έχουμε συγκεκριμένες νομοθετικές αλλαγές. Χαρακτηριστικότερο, ίσως, παράδειγμα αποτελεί η εισαγωγή νέων εξαιρέσεων στο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας στο Ηνωμένο Βασίλειο και, φυσικά, το σώμα της νομοθεσίας για τη δημόσια πληροφορία για το οποίο θα συζητήσουμε στη συνέχεια.

Από τη δημιουργία κινήτρων στην εξάλειψη των τριβών[επεξεργασία]

Όπως είδαμε παραπάνω, έχουμε μια λειτουργική μεταβολή στη ρύθμιση της παραγωγής προϊόντων της διάνοιας καθώς μεταβαίνουμε ολοένα και περισσότερο σε αγαθά τα οποία, οικονομικά, εμφανίζουν το χαρακτήρα διαδικτυακού αγαθού και όσο η παραγωγή των αύλων αγαθών γίνεται με μικρότερο κόστος και με πιο αποκεντρωμένη οργάνωση. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι μεταβαίνουμε σε νέα είδη ρύθμισης που αντί να έχουν ως στόχο τη δημιουργία κινήτρων για το δημιουργό, έχουν ως στόχο την απάλειψη των τριβών που εμποδίζουν όλους αυτούς που έτσι κι αλλιώς θα δημιουργήσουν από το να προσφέρουν χωρίς οικονομικό αντίτιμο τη δημιουργική τους συνεισφορά, είτε σε κάποια συγκεκριμένη πλατφόρμα (π.χ. στη Wikipedia), είτε στο διαδίκτυο εν γένει. Η μετάβαση αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν υπάρχει ήδη κάποια μορφή πνευματικού δημιουργήματος που πρέπει απλώς να διορθωθεί και να επεκταθεί, αφού σε μια τέτοια περίπτωση η προσπάθεια για συνεισφορά σε ένα εγχείρημα που στηρίζεται στο υπάρχον περιεχόμενο είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με την περίπτωση που θα έπρεπε να παραχθεί περιεχόμενο εξαρχής. Μια τέτοια περίπτωση είναι η Βικιπαίδεια, αλλά και το σύνολο του περιεχομένου που παράγεται από το δημόσιο τομέα και είναι γνωστό με τον όρο Δημόσια Πληροφορία. Η ρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Δημόσια Πληροφορία, όπως περιέχεται στην Ευρωπαϊκή Οδηγία για την περαιτέρω χρήση της δημόσιας πληροφορίας (2013/37/ΕΕ) ή η ρύθμιση της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης των ΗΠΑ για το άνοιγμα των δεδομένων (Μ-13-13/09.05.2013) έχουν ακριβώς αυτό το σκοπό: να επιτρέψουν τη μεγιστοποίηση των ροών της δημόσιας πληροφορίας, δηλαδή της πληροφορίας που έχει ήδη πληρωθεί από το φορολογούμενο, να διατίθεται με τους ελάχιστους δυνατούς τεχνικούς, οργανωτικούς και νομικούς περιορισμούς προς περαιτέρω χρήση. Ως περαιτέρω χρήση ορίζεται αυτή που είναι διαφορετική από αυτήν που είχε αρχικά προσδιορίσει ο παραγωγός της πληροφορίας και ο σκοπός της διάταξης αυτής είναι να ενταθεί η δημιουργία μη ανταγωνιστικών και διαδικτυακών αγαθών αλλά και να βελτιωθεί η ποιότητα της πληροφορίας που ο δημόσιος τομέας έχει ήδη στη διάθεσή του.

Η προσέγγιση αυτή αντιμετωπίζει την πληροφορία ως κεφάλαιο, η αξία του οποίου αυξάνει και δεν απομειώνεται όσο αυτό χρησιμοποιείται περισσότερο. Η πληροφορία εδώ λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί κάθε υποδομή, δηλαδή όπως ένας δρόμος: όσο πιο ελεύθερος είναι τόσο πιο εύκολα χρησιμοποιείται και άρα αυξάνεται η παραγόμενη για την κοινωνία αξία. Αλλά υπάρχει κι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο το άνοιγμα της πληροφορίας είναι τόσο σημαντικό για την εθνική οικονομία. Εάν σκεφτούμε τη δημόσια πληροφορία που έχει αγορασθεί από το δημόσιο μέσω διαγωνισμών ή με άλλη σχέση από κάποιον τρίτο ανάδοχο, όσο δεν (επανα)χρησιμοποιείται, τόσο αυξάνει το κόστος για το δημόσιο που χρειάζεται να τα επικαιροποιεί και να τα αγοράζει ξανά και ξανά, αλλά και για τον ιδιώτη που χρειάζεται να τα προμηθεύεται κι αυτός, ενώ τα έχει ήδη πληρώσει με τους φόρους του. Το πρόβλημα άρα για το Δημόσιο Τομέα δεν είναι να αποκλείσει την πρόσβαση, ούτε να καλύψει το κόστος δημιουργίας των δεδομένων αυτών, αφού συνήθως η παραγωγή τους αποτελεί μέρος της καθημερινής λειτουργίας των δημοσίων οργανισμών. Το πρόβλημα είναι συνήθως πρόβλημα ταξινόμησης και τεκμηρίωσης της πληροφορίας, ώστε να είναι πραγματικά ευρέσιμη και επαναχρησιμοποιήσιμη.

Συμπεράσματα[επεξεργασία]

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό, μπορούμε να παρουσιάσουμε κάποια βασικά συμπεράσματα από την εξέλιξη των ανοιχτών τεχνολογιών:

• Το πέρασμα από τις κλειστές στις ανοιχτές τεχνολογίες, ουσιαστικά επαναφέρει μοντέλα συνεργασίας που οι σχετικές δημιουργικές κοινότητες είχαν και στο παρελθόν, και που επιτρέπουν την πλέον αποτελεσματική και αποδοτική συνεργασία μεταξύ των μελών τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του λογισμικού, όπου η χρήση ανοιχτών αδειών αποτυπώνει τον τρόπο εργασίας των προγραμματιστών, τις εργασιακές τους πρακτικές και τα εργαλεία, τα οποία χρησιμοποιούν.

• Εξαιτίας των δυνατοτήτων που προσφέρουν οι ψηφιακές τεχνολογίες και ειδικά οι τεχνολογίες του διαδικτύου, η χρήση ανοιχτών και αποκεντρωμένων παραγωγικών μοντέλων σύντομα άρχισε να επεκτείνεται σε κάθε μορφή παραγωγής ψηφιακών αντικειμένων, και επομένως και στα ψηφιακά δεδομένα και περιεχόμενο, ως η πλέον αποδοτική και αποτελεσματική μορφή οργάνωσης παραγωγής.

• Από τη στιγμή που και τα φυσικά αντικείμενα μπορούσαν να αποδομηθούν σε ψηφιακά σχέδια και φυσική υλοποίηση, ήταν επόμενο να χρησιμοποιηθεί και για αυτά το ίδιο μοντέλο παραγωγής.

• Όταν τελικά οι δυνατότητες συμμετοχής και στο επίπεδο της διακυβέρνησης επεκτάθηκαν χάρη στις ψηφιακές τεχνολογίες, ήταν επόμενο τα ανοιχτά δεδομένα να αποτελέσουν και το βασικό μέσο για την άσκηση και εφαρμογή ανοιχτών πολιτικών σε μια χώρα.

• Οι πιο αποτελεσματικές μορφές παραγωγής οδηγούν τελικά και σε διαφορετικά επιχειρηματικά και ρυθμιστικά μοντέλα, τα οποία λαμβάνουν υπόψη τους ότι η αξία παράγεται όχι με τον έλεγχο της πρόσβασης, αλλά από την ανάπτυξη διαφόρων προϊόντων και υπηρεσιών προστιθέμενης αξίας πάνω σε αυτά.

• Συνολικά, οι ανοιχτές τεχνολογίες σηματοδοτούν τη μετάβαση σε μια πιο ανοιχτή οικονομία και κοινωνία, και απαιτούν μια καλύτερη κατανόηση της μηχανικής τους, ώστε να μπορεί να παραχθεί αξία που διαχέεται τόσο στον δημιουργό όσο και στο σύνολο της κοινωνίας.

Βιβλιογραφικές Αναφορές[επεξεργασία]

Benkler, Y., 2006. The Wealth of Networks: How Social Production Transforms Markets and Freedom. Yale University Press, New Haven and London.

Benkler, Y., 2002. Coase’s Penguin,or Linux and the Nature of the Firm. Yale Law J. 112, 369.

Bess, M., 1993. Realism, Utopia, and the Mushroom Cloud: Four Activist Intellectuals and their Strategies for Peace, 1945–1989. University of Chicago Press., Chicago.

Budapest Open Access Initiative, 2002. Budapest Open Access Initiative [WWW Document]. URL http://www.soros.org/openaccess/forum.shtml

Bush R. and Meyer D. (2002) Some Internet Architectural Guidelines and Philosophy RFC 3439 URL http://www.rfc-base.org/txt/rfc-3439.txt

Carpenter, B., 1996. Architectural Principles of the Internet RFC 1958.

Ceruzzi, P.E., 1991. When Computers Were Human. Ann. Hist. Comput. 13, 237–244.

Davies, Τ. 2012. Evaluating open government data initiatives: can a 5-star framework work? [WWW Document]. URL http://www.opendataimpacts.net/2011/11/evaluating-open-government-data-initiatives-can-a-5-star-framework-work/ (accessed 9.21.12).

Gershenfield, Ν. 2005. Fab: the coming revolution on your desktop—from personal computers to personal fabrication. Basic Books, New York.

Gomulkiewicz, R.W., 1999. How Copyleft Uses License Rights to Succeed in the Open Source Revolution and the Implications for Article 2B. Houst. Law Rev. 36.

Gruss, P., 2006. Berlin Declaration on Open Access to Knowledge in the Sciences and Humanities [WWW Document]. Conf. Open Access Knowl. Sci. Humanit. URL http://www.zim.mpg.de/openaccess-berlin/berlindeclaration.html#top

Höller, J. (Ed.), 2014. From machine-to-machine to the Internet of things: introduction to a new age of intelligence. Elsevier Academic Press, Amsterdam.

Kallinikos, J., 2001. The age of flexibility : managing organizations and technology. Academia Adacta, Lund.

Lessig, L., 2007. Creative Commons @ 5 Years [WWW Document]. Lessig Lett. URL http://lists.ibiblio.org/pipermail/cc-lessigletter/2007/000022.html

Lessig, L., 2005. CC in Review: Lawrence Lessig on How it All Began [WWW Document]. Lessig Lett. URL http://creativecommons.org/weblog/entry/5668

Lessig, L., 2002. Introduction to “Free Software, Free Society: Selected Essays of Richard M. Stallman,” in: Gay, J. (Ed.), Free Software, Free Society: Selected Essays of Richard M. Stallman. GNU Press.

Littman, J., 1997. Copyright NonCompliance (or Why We Can’t “Just Say Yes” to Licensing). N. Y. Univ. J. Int. Law Policy 29.

MacKenzie Wark, K., 2014. Treating All Culture As Collective Property And A Gift. Freeebay.

Merges, R.P., 2004. Compulsory Licensing vs. the Three “Golden Oldies” Property Rights, Contracts, and Markets. Cato Institute.

Moglen, E., 2005. Anarchism Triumphant: Free Software and the Death of Copyright [WWW Document]. First Monday. URL http://emoglen.law.columbia.edu/publications/anarchism.ps

Moglen, E., 1997. The Invisible Barbecue. Columbia Law Rev. 97, 945.

Raymond, E.S., 2001. The cathedral and the bazaar : musings on linux and open source by an accidental revolutionary. O’Reilly, Cambridge, Mass.

Samuelson, P., 2003. Digital Rights Management {and, or, vs.} the Law. Commun. ACM 46, 41–45.

Samuelson, P., 1993. A Case Study on Computer Programs, in: Wallerstein, M.B., Mogee, M.E., Schoen, and R.A. (Eds.), Global Dimensions of Intellectual Property Rights in Science and Technology.

Stallman, R.M., 2002. Why Software Should Not Have Owners, in: Gay, J. (Ed.), Free Software, Free Society: Selected Essays of Richard M. Stallman. GNU Press, p. 224.

Suber, P., 2006. Bethesda Statement on Open Access Publishing [WWW Document]. URL http://www.earlham.edu/~peters/fos/bethesda.htm

Tapscott, D., Williams, A.D., 2008. Wikinomics : how mass collaboration changes everything. Atlantic, London.

Troxler, P., 2011. Libraries of the Peer Production Era, in: Open Design Now. Why Design Cannot Remain Exclusive.

Tsiavos, P., 2007. Cultivating Creative Commons: From Creative Regulation to Regulatory Commons. London School of Economics and Political Science, London.