Η οικονομική κατάσταση του κλάδου της γαλακτοβιομηχανίας στην Ελλάδα

Από Βικιβιβλία
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Επιστροφή στην Κεντρική Σελίδα του Βιβλίου



Ο κλάδος της Γαλακτοβιομηχανίας στην Ελλάδα

Ο κλάδος των γαλακτοκομικών προϊόντων κατέχει σημαντική θέση στον ευρύτερο κλάδο των τροφίμων, καθώς περιλαμβάνει μερικές από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες ειδών διατροφής της χώρας, οι οποίες δαπανούν σημαντικά κονδύλια για νέες επενδύσεις και εκσυγχρονισμό των ήδη υφιστάμενων μονάδων τους. Στον εξεταζόμενο κλάδο δραστηριοποιείται σημαντικός αριθμός παραγωγικών επιχειρήσεων, οι περισσότερες των οποίων είναι μικρού μεγέθους με χαμηλή παραγωγική δυναμικότητα. Οι μεγάλες βιομηχανίες διαθέτουν σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό, οργανωμένο δίκτυο διανομής και προσφέρουν στην αγορά ποικιλία προϊόντων. Αντίθετα, οι μικρές παραγωγικές μονάδες εξαιτίας της έλλειψης πόρων αλλά και γενικότερων δυσχερειών που αντιμετωπίζουν, λειτουργούν σε περιορισμένη κλίμακα και καλύπτουν κυρίως την γεωγραφική περιοχή στην οποία δραστηριοποιούνται. Ο κλάδος συμπληρώνεται από έναν αξιόλογο αριθμό εταιριών, οι οποίες πραγματοποιούν εισαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων και εντάσσονται στον ευρύτερο κλάδο των ειδών διατροφής. Βασικό σημείο αναφοράς του κλάδου είναι το γεγονός ότι το σύνολο της εγχώριας πρωτογενούς παραγωγής αγελαδινού γάλακτος καθορίζεται από το καθεστώς των ποσοστώσεων. - Ζήτηση στον κλάδο Τα γαλακτοκομικά προϊόντα αποτελούν βασικό είδος διατροφής και η ζήτηση τους παρουσιάζει σχετικά χαμηλή ελαστικότητα ως προς την τιμή και το διαθέσιμο εισόδημα. Η στροφή των καταναλωτών σε υγιεινότερους τρόπους διατροφής, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και του διαθέσιμου εισοδήματος ενίσχυσαν την συνολική κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων και ειδικότερα των προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Παρατηρείται αύξηση της ζήτησης ορισμένων προϊόντων όπως για παράδειγμα το φρέσκο γάλα και το γιαούρτι, καθώς και των προϊόντων με χαμηλότερα λιπαρά. - Προσφορά στον κλάδο Η διάρθρωση της εγχώριας αγοράς, περιλαμβάνει ορισμένες μεγάλου μεγέθους βιομηχανικές επιχειρήσεις, οι οποίες καλύπτουν σημαντικό μέρος της συνολικής αγοράς γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και ένα μεγάλο αριθμό μικρομεσαίων παραγωγικών μονάδων, οι οποίες καλύπτουν κυρίως τις ανάγκες της τοπικής αγοράς στην οποία εντάσσονται. Οι πρώτες έχουν δημιουργήσει σύγχρονες παραγωγικές μονάδες και παράλληλα οργανωμένο και ευρύτατο δίκτυο διανομής, μέσω του οποίου διαθέτουν τα προϊόντα τους σε ολόκληρη σχεδόν την ελληνική επικράτεια, ενώ αντίθετα οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, λόγω περιορισμένων δυνατοτήτων διαθέτουν χαμηλή παραγωγική δυναμικότητα. Εκτός από τον παραγωγικό τομέα, ο κλάδος περιλαμβάνει αρκετές μεγάλες εισαγωγικές εταιρίες οι οποίες δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο κλάδο των ειδών διατροφής και διαθέτουν κυρίως «επώνυμα» γαλακτοκομικά προϊόντα. (Χατζηχρήστου & Θωμαΐδου, 2010) Αρκετές από αυτές καλύπτουν σημαντικό μέρος της συνολικής αγοράς γαλακτοκομικών, κυρίως γάλακτος εβαπορέ και μακράς διάρκειας, βουτύρου και κρέμα γάλακτος, ενώ ορισμένες διατηρούν άμεσες ή και έμμεσες σχέσεις με πολυεθνικές εταιρίες του κλάδου. Με την εισαγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων ασχολούνται και ορισμένες παραγωγικές εταιρίες με σκοπό τον εμπλουτισμό της γκάμας των προσφερόμενων προϊόντων. Δεδομένου ότι ο κλάδος παρουσιάζει σημαντική ανομοιογένεια μεταξύ των εταιριών, στην αλυσίδα της διανομής των προϊόντων εμπλέκονται τοπικοί αντιπρόσωποι, καθώς και επιχειρήσεις διανομών με τοπικά ή ευρύτερα δίκτυα διανομής. Η διάθεση των εξεταζόμενων προϊόντων γίνεται κυρίως μέσω των σούπερ μάρκετ, καθώς και μικρών σημείων πώλησης (περίπτερα, φούρνοι, ζαχαροπλαστεία, παντοπωλεία, κτλ). Η σημαντική ανάπτυξη των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ εντείνει τον υφιστάμενο ανταγωνισμό σε επίπεδο εμπορίου. Τα εγχώρια παραγόμενα προϊόντα κατέχουν σημαντική θέση στην συνολική κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων, ενώ οι εξαγωγές διαμορφώνονται σε χαμηλά επίπεδα. Οι εισαγωγές, σε ορισμένες μόνο κατηγορίες προϊόντων, καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης ενώ σημαντικό μέρος αυτών προορίζεται για επαγγελματική χρήση.


Οι χρηματοοικονομικές τάσεις στην αγορά

Σύμφωνα με την έρευνα της Hellastat, τα συνολικά έσοδα 83 παραγωγικών και εισαγωγικών επιχειρήσεων γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων για την περίοδο 2006 - 2009 παρουσιάζουν αύξηση κατά 5,4%, ανερχόμενα στα 2,4 δισ. Ευρώ κατ έτος (κατά μέσο όρο). Η εικόνα της ανόδου αφορά στην πλειοψηφία των επιχειρήσεων (64 από τις 83), με τον μέσο ρυθμό αύξησης ανά επιχείρηση να εκτιμάται στο 11%. Οι μικρότερες επιχειρήσεις του δείγματος αναπτύσσονται ταχύτερα, καθώς τα συνολικά έσοδα των 12 μεγαλύτερων επιχειρήσεων (άνω των 50 εκατ. ευρώ) αυξάνουν κατά 4,7% το 2006 έναντι 8,8% στις 53 επιχειρήσεις με έσοδα από 3 εκατ. έως 50 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη στον κλάδο ακολουθούν ηπιότερους ρυθμούς ανάπτυξης, στο 3,9% ανά επιχείρηση, με συνέπεια η μέση τιμή του καθαρού περιθωρίου να υποχωρεί στο 2% το 2006 - 2010 από 2,5% την περασμένη πενταετία. Σημαντικότερο πλήγμα δέχονται οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, καθώς το σταθμισμένο βάσει μεγέθους περιθώριο υποχωρεί στο 1,3% για την εν λόγω περίοδο από 3,9% το 2005. Πάντως, η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων διατηρείται σταθερή, στο 8,6%, κυρίως λόγω της μικρής ενίσχυσης της μέσης μόχλευσης των ιδίων κεφαλαίων (στο 2,5 από 2,2). (ICAP, 2009)

Οι κινήσεις των εταιρειών στον ανταγωνισμό

Στον κλάδο του γάλακτος (ο οποίος παρουσιάζει τζίρο ετησίως περίπου 700 εκατ. ευρώ), την πενταετία 2006-2010 η Vivartia μετά την εξαγορά του «γάλα εβαπορέ» από τη Nestle κατείχε μερίδιο άνω του 30%, η Friesland το 26%, ενώ ακολουθούσαν ΦΑΓΕ και Όλυμπος με 8% και Μεβγάλ με 7%. Στο φρέσκο γάλα η Vivartia απέχει από τους ανταγωνιστές της, καθώς μέχρι και το τέλος του 2009 κατείχε το 39%, ακολουθούμενη από τον Όλυμπο (16%) και τη ΜΕΒΓΑΛ (14%).

(Πηγή:ICAP 2010)

Η επέκταση του γάλακτος ιδιωτικής ετικέτας (private label) στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ, σε χαμηλότερες τιμές από τα αντίστοιχα επώνυμα έχει αλλάξει τα δεδομένα στον κλάδο. Σημειώνεται ότι ήδη στον Βερόπουλο πωλείται το γάλα Αlpiland, στον Σκλαβενίτη το Μarata, στην αλυσίδα ΑΒ Βασιλόπουλος το ομώνυμο ΑΒ και στα Carrefour το Αlpis. Οι μεγάλοι του κλάδου βέβαια δεν έχουν μείνει με τα χέρια σταυρωμένα και συνεργάζονται ήδη με τις αλυσίδες σούπερ-μάρκετ, ώστε να μην χάσουν τα μερίδιά τους στην αγορά. Για παράδειγμα, η Vivartia προμηθεύει με γάλα ιδιωτικής ετικέτας την Dia, επεκτείνοντας τη συμφωνία που είχε μαζί της για την παραγωγή γιαουρτιού ιδιωτικής ετικέτας, η ΜΕΒΓΑΛ συνεργάζεται με την ΑΒ Βασιλόπουλος, ενώ ο Βερόπουλος διαθέτει προνομιακή συνεργασία με την Αγνό, πουλώντας αποκλειστικά στην Αττική το επώνυμο προϊόν της γαλακτοβιομηχανίας, το γάλα Αγνό, σε τιμή discount. (ΚΕΡΔΟΣ, 2010)

Στα γιαούρτια, σύμφωνα και με τα στοιχεία της IRI για το πρώτο εξάμηνο του 2010, το μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά κατέχει η ΦΑΓΕ (34,2%) και ακολουθείται από την Vivartia (23,8%), την Friesland (13%), τη ΜΕΒΓΑΛ (8,4%) και την Όλυμπος (4,7%).

(Πηγή:ICAP 2010) Στα τυροκομικά, η συνολική αξία της εγχώριας αγοράς υπολογίζεται στο 1,1 δισ. ευρώ, ενώ η υψηλή κατά κεφαλήν κατανάλωση (υπερβαίνει τα 25 κιλά) και η σταθερή αύξηση του μεριδίου και της αξίας των τυποποιημένων τυροκομικών, αυξάνουν περαιτέρω το ενδιαφέρον των μεγάλων επιχειρήσεων του κλάδου. Ήδη στον κλάδο δραστηριοποιούνται μεγάλοι όμιλοι, όπως η ΔΕΛΤΑ (Vivartia), η ΦΑΓΕ, η ΜΕΒΓΑΛ, η Τυράς, η Δωδώνη, η Κολιός, ο Όμιλος Νίκα, κ.λπ.

Βασικά Χρηματοοικονομικά στοιχεία των εταιρειών

Η Vivartia Η εταιρεία φαίνεται να βρίσκεται σε φάση ανέλιξης για τις κινήσεις της εντός και εκτός Ελλάδας έχοντας ήδη εξαγοραστεί από την Marfin Investment Group. Η εταιρεία υλοποιεί σταθερά και δυναμικά το στόχο της αύξησης της προστιθέμενης αξίας του ομίλου, προχωρώντας δυναμικά σε νέες εξαγορές στον κλάδο, είτε αυτές αφορούν σε κάποιον άλλο ελληνικό εταίρο, είτε αφορούν σε κάποιους στόχους από την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Θυμίζουμε ότι ο όμιλος μέσα στο 2007 ολοκλήρωσε την εξαγορά της βουλγαρικής γαλακτοβιομηχανίας United Milk Company, καθώς και της κυπριακής Charalampides Dairies. Η Friesland Hellas Δυναμική είσοδο στην εγχώρια αγορά τυριού πραγματοποιεί διαρκώς η Friesland Hellas λανσάροντας τους πρώτους 23 κωδικούς εισαγόμενων κίτρινων τυριών. Μετά την επιτυχημένη πορεία της στον τομέα του γιαουρτιού, η θυγατρική του ολλανδικού κολοσσού επεκτείνεται και στα τυριά επιδιώκοντας ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 4% - 5% και μετέπειτα να επεκταθεί και σε ελληνικούς τύπους τυριών, εντάσσοντας σε αυτούς και ΠΟΠ προϊόντα. (Zohra et al.,2007) Για την επίτευξη του στόχου αυτού δεν πρέπει να αποκλειστεί η εξαγορά κάποιας ελληνικής εταιρίας που παράγει και φέτα. Σημειώνεται ότι την περίοδο 2006 - 2010, η Friesland Hellas κάλυψε την απόστασή της από Vivartia και ΦΑΓΕ αυξάνοντας τον τζίρο της κατά 10,3% στα 244 εκατ. ευρώ. Αναφορικά με τις επενδύσεις της εταιρίας, η διοίκηση διαθέτει κεφάλαια ύψους 5 εκατ. ευρώ για την αγορά νέων μηχανημάτων στο εργοστάσιό της στην Πάτρα, για μια νέα γραμμή παραγωγής, για την ενίσχυση του στόλου με τα οχήματά της και για τη δημιουργία της νέας αποθήκης στον Ασπρόπυργο, που προγραμματίζεται να λειτουργήσει στα τέλη του έτους. Τέλος, σχετικά με την αγορά γιαουρτιού, η Friesland Hellas ελέγχει περίπου το 14% του συνόλου της αγοράς. Επίσης, το μερίδιό της στο γάλα εβαπορέ είναι κοντά στο 69%, στα ready to drink αυξήθηκε στο 16,5% και στο σύνολο της κατηγορίας του λευκού γάλακτος βρίσκεται στο 26,4%, στην κρέμα γάλακτος διαμορφώνεται στο 44,3% έχοντας τους τελευταίους 17 μήνες ενισχυθεί κατά 13 μονάδες και στα baby foods το μερίδιό της υπολογίζεται περίπου στο 25%. Η ΦΑΓΕ Αναφορικά με τη ΦΑΓΕ θα πρέπει να τονιστεί ότι την περίοδο 2006 - 2010, τα κέρδη της υποχώρησαν σημαντικά, ενώ το καλοκαίρι του 2007 πούλησε το 4,5% που κατείχε στην Τυράς στους αδελφούς Σαράντη έναντι 1,35 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για το τέλος μιας συνεργασίας που ξεκίνησε πριν από 14 χρόνια. Η ΦΑΓΕ αποφάσισε να αποσυρθεί από την αγορά φρέσκου γάλακτος και να επικεντρωθεί στην κατηγορία γάλακτος υψηλής παστερίωσης, η οποία αναπτύσσεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 22,3% την τελευταία πενταετία. Στην κατηγορία αυτή, η ΦΑΓΕ δραστηριοποιείται με τις μάρκες Γάλα 10 και ΦΑΡΜΑ, οι οποίες συγκεντρώνουν μερίδιο αγοράς 36,5%. Η επένδυση που η εταιρεία πραγματοποίησε το 2008 λειτουργώντας το εργοστάσιο γιαούρτης στη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α., μια επένδυση της τάξης των 70 εκατ. Δολαρίων της προσέφερε σημαντική στρατηγική υπεροχή . Πρόκειται για μια μονάδα που έχει τη δυνατότητα να επεξεργάζεται 60 εκατομμύρια λίτρα γάλακτος ετησίως. Η Μεβγάλ' Συνεργασία στρατηγικής σημασίας με μία από τις πιο πρωτοποριακές βιομηχανίες γαλακτοκομικών-τυροκομικών προϊόντων της Ευρώπης, την ελβετική Emmi, υλοποίησε η Μεβγάλ. Ειδικότερα, η Μεβγάλ, μέσω του δικτύου της Emmi, διανέμει φέτα στην Ελβετία, ενώ αναλαμβάνει να διακινεί το προϊόν Cafe Latte στην εγχώρια αγορά. Η εν λόγω συμφωνία ενδέχεται σύντομα να επεκταθεί και σε άλλα προϊόντα, που θα θελήσουν να προωθήσουν η ΜΕΒΓΑΛ στην Ελβετία ή η Emmi στην Ελλάδα. Η Ελβετική βιομηχανία έχει στη συλλογή της είδη που συνδυάζουν γάλα και φρούτα, αλλά και βραβευμένα τυροκομικά, η κατανάλωση ορισμένων εκ των οποίων θεωρείται ότι συμβάλλει στη μείωση της χοληστερίνης. Σημειώνεται ότι η Emmi επεκτάθηκε και με εξαγορές κατά την περίοδο 2006- 2010, αποκτώντας ποσοστά σε γαλακτοβιομηχανίες των ΗΠΑ και της Ισπανίας. Εξάλλου, η ΜΕΒΓΑΛ έχει ξεκινήσει εδώ και μερικούς μήνες συνεργασία και με την Arla, για λογαριασμό της οποίας παράγει φέτα με το brand name New Apetina Feta. Και εντός Ελλάδος, ωστόσο, η Βορειοελλαδική εταιρία δεν αποκλείεται να εγκαινιάσει σύντομα συνεργασίες με μικρές γαλακτοβιομηχανίες διαφόρων περιοχών της χώρας (ενδιαφέρον έχει η Κρήτη), με σκοπό την παραγωγή για λογαριασμό της ΠΟΠ προϊόντων.

Η Όλυμπος - ΚΡΙΚΡΙ

Η Όλυμπος αποτελεί ισχυρή δύναμη στον τομέα του φρέσκου γάλακτος, ενώ την τελευταία διετία ξεκίνησε – επιτυχώς- η τοποθέτηση στην αγορά του νέου προϊόντος της Όλυμπος, το «Γάλα Ζωής», η διάρκεια ζωής του οποίου υπερβαίνει αυτή του φρέσκου, επιδιώκοντας να αποσπάσει μερίδιο κυρίως από την κατηγορία των προϊόντων υψηλής παστερίωσης. Σε επένδυση ύψους 2 εκατ. ευρώ, με την οποία «φιλοδοξεί» να πετύχει αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας, βελτίωση του κόστους των παραγόμενων προϊόντων και παραγωγή νέων-καινοτόμων προϊόντων, προχωρά η βορειοελλαδική γαλακτοβιομηχανία ΚΡΙ-ΚΡΙ. Η εταιρία υπέγραψε σύμβαση με την "TetraPak" για την αγορά του απαιτούμενου μηχανολογικού εξοπλισμού. Η συγκεκριμένη επένδυση εντάσσεται στο τριετές επιχορηγούμενο επενδυτικό πρόγραμμα της γαλακτοβιομηχανίας, συνολικού ύψους 12 εκατ. ευρώ, που ολοκληρώνεται εντός του 2012. Για τις ανάγκες του επενδυτικού προγράμματος η διοίκηση της εταιρίας προχωρά στην έκδοση ομολογιακού ύψους 4 εκατ. ευρώ.

Η Νεογάλ

Η Βιομηχανία Γάλακτος Δράμας “ΝΕΟΓΑΛ” Α.Ε., ιδρύθηκε στη Δράμα το 1964 από έναν συνεταιρισμό αγελαδοτρόφων με σκοπό να επεξεργάζεται και να διαθέτει το γάλα τους και αποτελεί μία από τις πρώτες γαλακτοβιομηχανίες της Βορείου Ελλάδος. Αργότερα συμμετείχαν και άλλοι συνεταιρισμοί μέσω της Ένωσης Γαλακτοκομικών Συνεταιρισμών Δράμας - Καβάλας και αφού πέρασε από διάφορες φάσεις ιδιοκτησιακού καθεστώτος, κατέληξε το 1992 κατά 100% στην ιδιοκτησία της Ένωσης Γαλακτοκομικών Συνεταιρισμών Δράμας -Καβάλας, που παρέμεινε και μοναδικός μέτοχος της μέχρι το 1999. Η εταιρία παραλαμβάνει καθημερινά αγελαδινό και αιγοπρόβειο γάλα από την ζώνη γάλακτος που βρίσκεται στο λεκανοπέδιο Δράμας και συγκεκριμένα από τους νομούς Δράμας και Καβάλας. Η παραλαβή της πρώτης ύλης τόσο του αγελαδινού όσο και του αιγοπρόβειου γάλακτος γίνεται από το ιδιόκτητο δίκτυο παραλαβής της εταιρίας το οποίο αποτελείται από ένα σύγχρονο στόλο επτά βυτίων παραλαβής γάλακτος. Η διανομή των παραγόμενων προϊόντων γίνεται επίσης από το ιδιόκτητο δίκτυο διανομής της εταιρίας το οποίο αποτελείται από ένα σύγχρονο στόλο πενήντα περίπου φορτηγών ψυγείων. Με τον τρόπο αυτό η εταιρία έχει πλήρη έλεγχο πέραν την πρώτης ύλης και των προϊόντων διανομής και της ίδιας της διαδικασίας. (http://www.neogal.gr/gr/economy.html) Το μεγάλο όπλο της επιχείρησης είναι η πρώτη ύλη, η οποία είναι τοπική, απόλυτα ελεγχόμενη και άριστης ποιότητας. Είναι φιλοσοφία της να μην κάνει εισαγωγή όχι μόνο από το εξωτερικό αλλά ούτε από άλλες περιοχές, όπου δεν μπορεί να ελέγξει το ζωικό κεφάλαιο από το οποίο παράγεται η πρώτη ύλη. Η Εβροφάρμα

Η ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ Α.Β.Ε.Ε. Βιομηχανία Γάλακτος είναι μια σύγχρονη, δυναμική γαλακτοβιομηχανία που δραστηριοποιείται από το 1994 στην Βόρειο Ελλάδα. Η ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ Α.Β.Ε.Ε. συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη της οικονομίας της περιοχής, αξιοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο το γάλα των 600 μόνιμα συνεργαζόμενων κτηνοτρόφων. Η παραγωγή των προϊόντων γίνεται σε σύγχρονες εγκαταστάσεις εφαρμόζοντας τεχνολογία αιχμής ώστε να παράγει προϊόντα με ασφαλή τρόπο, δίνοντας προτεραιότητα στην προστασία του περιβάλλοντος. Η Campus A.E. θυγατρική 100% της ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ Α.Β.Ε.Ε., δραστηριοποιείται στην παραγωγή γάλακτος πρωτογενώς.

Η Μεθοδολογία που θα ακολουθηθεί

Η Χρηματοοικονομική Ανάλυση στον κλάδο της γαλακτοβιομηχανίας που θα επιχειρηθεί στην παρούσα εργασία αφορά στη διερεύνηση, την ερμηνεία και την αξιολόγηση των στοιχείων των οικονομικών καταστάσεων μίας επιχείρησης παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων με σκοπό τον προσδιορισμό των δυνατών και αδύνατων στοιχείων της. Οι χρηματοοικονομικές ή λογιστικές καταστάσεις θεωρούνται ως σημαντική πηγή πληροφοριών αφού μπορούν να βοηθήσουν κάθε ενδιαφερόμενο (εσωτερικοί και εξωτερικοί χρήστες) να λάβει τις σωστές αποφάσεις οι οποίες αφορούν την αποτελεσματική κατανομή των οικονομικών πόρων, όπως την χρηματοδότηση, την χορήγηση πιστώσεων, την επιλογή των επενδύσεων, τις αμοιβές στελεχών και εργαζομένων και άλλα. Μέσα από τις οικονομικές καταστάσεις εκτιμάται ο κίνδυνος και η αποδοτικότητα της επιχείρησης. (Σπαθής, 1999) Η ανάλυση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων των διαφόρων γαλακτοκομικών εταιρειών και επιπροσθέτως του ευρύτερου κλάδου γίνεται με την χρήση διαφόρων εργαλείων – μέσων αξιολόγησης, μερικά από τα οποία είναι: Οι Καταστάσεις Κοινών Μεγεθών: Χρησιμοποιούνται για διαστρωματικές συγκρίσεις επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου και του ίδιου μεγέθους ή/και διαχρονικές για την ίδια επιχείρηση. Οι Καταστάσεις Τάσης: Με τις καταστάσεις αυτές εξετάζονται διαχρονικά οι μεταβολές των λογιστικών καταστάσεων και η εξάγονται ανάλογα συμπεράσματα σχετικά με το ρυθμό μεταβολής των κονδυλίων. Οι Αριθμοδείκτες: Οι αριθμοδείκτες (ή δείκτες θεμελιώδους ανάλυσης) επιτρέπουν την άμεση και γρήγορη σύγκριση των θεμελιωδών μεγεθών μίας επιχείρησης. Αναφέρονται σε διάφορες πτυχές της γενικότερης οικονομίας της επιχείρησης όπως π.χ. ρευστότητα, αποδοτικότητα, διάρθρωσης κεφαλαίων κ.λπ. Επιτρέπουν στον αναλυτή να διεξάγει συγκρίσεις, όπως συμβαίνει και στις καταστάσεις κοινών μεγεθών, είτε διαστρωματικές είτε διαχρονικές. Διάφορες Στατιστικές Εκτιμήσεις: Ο αναλυτής που ενδιαφέρεται για τη συμπεριφορά ενός δείγματος παρατηρήσεων, όπως το ρυθμό αύξησης μεγέθους, χρησιμοποιεί στατιστικές παραμέτρους, όπως η διάμεσος, ο μέσος όρος, η τυπική απόκλιση και λοιπές, που μπορούν να εξάγουν χρήσιμα συμπεράσματα. (Πατατούκας & Δεμοιράκος, 1995) Η ανάλυση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων σημαίνει τη σύγκριση κατά αξία των διάφορων ομαδοποιημένων στοιχείων του ισολογισμού προς το σύνολο τους ή προς την αξία ορισμένης ομάδας στοιχείων και ακόμη προς στοιχεία άλλου ή άλλων ισολογισμών της ίδιας η ομοειδούς επιχειρήσεως με σκοπό την μελέτη της οικονομικής κατάστασης. Η διαδικασία τις ανάλυσης, μπορεί κανείς να πει ότι χωρίζεται σε δύο μέρη. Περιλαμβάνει την επεξεργασία των διαφορών αριθμητικών στοιχείων των ισολογισμών και στη συνέχεια, αποβλέπει στην εξαγωγή χρήσιμων πληροφοριών κατάλληλων για τη λήψη αποφάσεων. Με διαφορετικά λόγια η ανάλυση ισολογισμών, εξυπηρετεί τη μετατροπή των απλών στοιχείων σε χρήσιμες πληροφορίες. Τέλος, από την ανάλυση των στοιχείων του ισολογισμού προκύπτει η εξαγωγή συμπερασμάτων για την οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως και τις τάσεις, που διαμορφώνονται στην εξέλιξη της. Τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε στην παρούσα εργασία για την ανάλυση του κλάδου της γαλακτοβιομηχανίας θα είναι ουσιαστικά δύο: - Η οριζόντια μέθοδος ανάλυσης, η οποία και βασίζεται στον υπολογισμό της μεταβολής διαφόρων χρηματοοικονομικών μεγεθών και μας δείχνει τη σημαντικότητα της αποτελεσματικότητας μιας εταιρείας κατά τη διάρκεια μιας χρήσης και - Η μέθοδος της χρήσης των αριθμοδεικτών Ως αριθμοδείκτης ορίζεται το πηλίκο ενός μεγέθους των λογιστικών καταστάσεων μιας επιχείρησης προς ένα άλλο μέγεθος των ίδιων καταστάσεων, και το αποτέλεσμα της διαίρεσης αυτής μας δίνει ένα ποσοστό το οποίο μπορεί να συγκριθεί με τα αντίστοιχα ποσοστά άλλων επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου. (Καφούσης, 1991) Σκοπός της χρήσης των αριθμοδεικτών είναι για να προσδιορίσουμε την ρευστότητα, την αποδοτικότητα, την πραγματική θέση, την βιωσιμότητα της εκάστοτε επιχείρησης σε σχέση με την διάρθρωση των κεφαλαίων της και σε τελική ανάλυση την πραγματική κατάσταση ολόκληρης της οικονομικής μονάδας. Επίσης οι αριθμοδείκτες μας αποκαλύπτουν τις αδυναμίες που έχει η επιχείρηση σε διάφορους τομείς, και βοηθούν την διοίκηση να λάβει έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τους. (Λαζαρίδης & Παπαδόπουλος, 2002) Για τη χρηματοοικονομική ανάλυση θα χρησιμοποιηθούν δυο κύριες μέθοδοι: 1. Δείκτες Τάσεις και 2. Αριθμοδείκτες. Οι Δείκτες Τάσεις αναφέρονται στην ποσοστιαία μεταβολή (από έτος σε έτος) των οικονομικών μεγεθών που δημοσιεύονται μέσω των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων (Ισολογισμοί, Αποτελέσματα Χρήσης). Αντίστοιχα οι Αριθμοδείκτες αφορούν πηλίκα που προκύπτουν ανάμεσα σε οικονομικά στοιχεία των ίδιων καταστάσεων. Για την ανάλυση θα υπολογιστούν για τα έτη 2006-2010 ενδεικτικοί αριθμοδείκτες από τους παρατιθέμενους παρακάτω: (Κάντζος, 2002)

ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑΣ 1. Γενική Ρευστότητα = Κυκλοφορούν Ενεργητικό / Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις 2. Καθαρό Κεφάλαιο Κίνησης = Κυκλοφορούν Ενεργητικό - Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις 3. Άμεση Ρευστότητα = Κυκλοφορούν Ενεργητικό εκτός των αποθεμάτων / Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις 4. Ταμειακή Ρευστότητα = Διαθέσιμα / Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ 5. Συνολική Κυκλοφοριακή Ταχύτητα = Κύκλος Εργασιών / Σύνολο Ενεργητικού 6. Κυκλοφοριακή Ταχύτητα Αποθεμάτων = Κόστος Πωληθέντων / Αποθέματα 7. Κυκλοφοριακή Ταχύτητα Απαιτήσεων = Κύκλος Εργασιών / Απαιτήσεις προς πελάτες ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΗΣ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ - ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ 8. Χρηματοοικονομική Μόχλευση = Ξένα Κεφάλαια (Υποχρεώσεις) / Σύνολο Παθητικού 9. Δείκτης Παγιοποίησης Ενεργητικού = Πάγιο Ενεργητικό / Σύνολο Ενεργητικού 10. Δείκτης Αυτοχρηματοδότησης Παγίων = Ίδια Κεφάλαια / Πάγιο Ενεργητικό 11. Δείκτης Χρηματοδότησης Παγίων με Διαρκή Κεφάλαια = (Ίδια Κεφάλαια + Μακροπρόθεσμες Υποχρεώσεις) / Πάγιο Ενεργητικό

ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑΣ 12. Αποδοτικότητα των Ιδίων Κεφαλαίων (ROE) προ τόκων και φόρων = ΚΠΤΦ (ΕBIT) / Ίδια Κεφάλαια 13. Αποδοτικότητα των Ιδίων Κεφαλαίων (ROE) προ φόρων = Καθαρά Κέρδη προ φόρων / Ίδια Κεφάλαια 14. Αποδοτικότητα των Επενδυμένων Κεφαλαίων (ROI) προ τόκων και φόρων = ΚΠΤΦ (EBIT) / Σύνολο Ενεργητικού 15. Αποδοτικότητα των Επενδυμένων Κεφαλαίων (ROI) προ φόρων = Καθαρά Κέρδη προ φόρων / Σύνολο Ενεργητικού 16.Μικτό Περιθώριο Κέρδους = Μικτό Αποτέλεσμα / Κύκλος Εργασιών 17. Καθαρό Περιθώριο Κέρδους = Καθαρά Κέρδη / Κύκλος Εργασιών ΜΕΤΟΧΗΣ 18. Κέρδη μετά φόρων ανά μετοχή = Καθαρά Κέρδη / Αριθμός Μετοχών 19.Μέρισμα ανά μετοχή = Μερίσματα / Αριθμός Μετοχών 20.Μερισματική Πολιτική = Διανεμόμενα Κέρδη (Μερίσματα) / Καθαρά Κέρδη 21. Λογιστική / Ονομαστική Τιμή (Αξία) Μετοχής

Χρηματοοικονομική ανάλυση της “ΝΕΟΓΑΛ Α.Ε.” για την περίοδο 2006-2010

Δείκτες Τάσης Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι δείκτες τάσεις των βασικών οικονομικών μεγεθών της ΝΕΟΓΑΛ Α.Ε. για την τελευταία πενταετία. Σε επίπεδο Ενεργητικού παρατηρείται η τάση για συνεχή από- παγιοποίηση καθ’ όλη την εξεταζόμενη περίοδο, δηλαδή μείωση των Πάγιων Περιουσιακών Στοιχείων. Προφανώς, αυτό έχει επιτευχτεί μέσω εκποίησης Παγίων ή άλλων τεχνικών χρηματοδοτικής μίσθωσης (π.χ. sale & leaseback). Η εταιρία προσβλέπει μέσω της από-παγιοποίησης σε εξυγίανση της εικόνας του Ισολογισμού της καθώς και σε αποδέσμευση κεφαλαίων που έως το 2006 προορίζονταν αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση των Παγίων. Σε επίπεδο αποθεμάτων παρατηρείται και πάλι μια συνεχής μειωτική τάση, με εξαίρεση το έτος 2009. Πιθανολογούμε ότι η ΝΕΟΓΑΛ έχει εφαρμόσει την τεχνική αυτή, προκειμένου να εξαλείψει το λειτουργικό κόστος που σχετίζεται με τη διατήρηση των αποθεμάτων. Αντιθέτως, η διαχρονική εξέλιξη των απαιτήσεων ποικίλει. Ενώ, το 2007 (σε σχέση με το 2006) και το 2009 (σε σχέση με το 2008) υπάρχει μείωση των απαιτήσεων, κατά τα υπόλοιπα έτη της ανάλυσης παρατηρείται αύξηση αυτών. Ανησυχητικό για τη ρευστότητα της εταιρίας είναι το γεγονός ότι από το 2009 στο 2010 παρατηρείται μια μεγάλη μείωση στα ταμειακά διαθέσιμα (ταμείο και καταθέσεις όψεως) της τάξης του 26,03%, ενώ η εξέλιξη αυτών ήταν θετική κατά την περίοδο 2006-2009. Αυτό έχει ως άμεση συνέπεια για το 2010 να παρουσιάζεται το Κυκλοφορούν Ενεργητικό μειωμένο σε σχέση με το 2009 κατά 11,68%. Συνολικά, το Ενεργητικό της εταιρίας μειώνεται σταδιακά μέσα στην εξεταζόμενη πενταετία (με εξαίρεση μια μικρή αύξηση της τάξης του 0,82% το 2009) με κυριότερες αιτίες: 1. τη μείωση των αποθεμάτων 2. τη μείωση των διαθεσίμων και 3. Την από-παγιοποίηση. Πιθανή εξήγηση αυτής της επιλογής να μικρύνει σε μέγεθος είναι ότι η εταιρία συνάντησε τα τελευταία χρόνια αντί-οικονομίες κλίμακας στην παραγωγή. Από την άλλη πλευρά σε επίπεδο Παθητικού, παρατηρείται μια συνεχής ενίσχυση των Ιδίων Κεφαλαίων, που οφείλεται τόσο στα θετικά οικονομικά αποτελέσματα της περιόδου 2006-2010 (βλέπε Παράρτημα Ι), όσο και σε δυο διαδοχικές αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου κατά το 2009 και το 2010 αντίστοιχα. Όσον αφορά τις Υποχρεώσεις της εταιρίας ακολουθούν μια αντιδιαμετρικά αντίθετη πορεία (μείωση), που αγγίζει το 58,61% κατά το 2010. Αυτή η μείωση προέρχεται από τη συνεχή μείωση τόσο των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων όσο και των μακροπρόθεσμων. Ειδικά στην περίπτωση των μακροπρόθεσμων δανειακών υποχρεώσεων, αξίζει να σημειώσουμε ότι η εταιρία εξόφλησε μέσα στην εξεταζόμενη πενταετία δανειακές υποχρεώσεις που κατά το 2006 άγγιζαν τα 4,6 εκ. ευρώ. Προφανώς, η σταδιακή ενίσχυση των Ιδίων Κεφαλαίων και η ταυτόχρονη μείωση των Υποχρεώσεων έχει μεταβάλλει ριζικά την κεφαλαιακή δομή της εταιρίας, κάτι που θα γίνει πιο ξεκάθαρο μέσα από την ανάλυση αριθμοδεικτών. Από τις Καταστάσεις Αποτελεσμάτων Χρήσεως παρατηρούμε ότι ο τζίρος της εταιρίας αυξήθηκε κατά το 2007 και 2008 και στη συνέχεια μειώθηκε κατά το 2009 και 2010. Ανησυχητικό για τη διαχείριση του κόστους πωληθέντων είναι το γεγονός ότι αυξήθηκε κατά 2,15% το 2010, τη στιγμή που ο κύκλος εργασιών μειώθηκε την ίδια περίοδο κατά 6,45%. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι το Μικτό Αποτέλεσμα να ακολουθεί την ίδια πορεία με τον τζίρο, με τις διαφορά ότι οι πτώση του για τη διετία 2009-2010 είναι κατά πολύ υψηλότερη από την πτώση του τζίρου. Συνεπώς, κρίνεται απαραίτητο για τη μελλοντική πορεία της εταιρίας να διαχειριστεί πιο αποτελεσματικά το κόστος που σχετίζεται με την άμεση εργασία, τις πρώτες & βοηθητικές ύλες καθώς και τα γενικά βιομηχανικά έξοδα. Σε επίπεδο κερδοφορίας, τα κέρδη προ τόκων και φόρων (ΚΠΤΦ) και τα κέρδη προ φόρων (ΚΠΦ) αυξάνονται κάθε έτος για τη διετία 2007-2008, ενώ μειώνονται κατά τη διετία 2009-2010. Σημειώνεται ότι η πτώση των κερδών αυτών είναι σημαντική, ειδικά για το έτος 2010 που αγγίζει το 69,57% και 52,24% αντίστοιχα. Επίσης, τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης παρουσιάζονται μειωμένα το 2007 και 2010, ενώ έχουν αυξηθεί κατά το 2008 και 2009. Τέλος, σε επίπεδο μετοχής η ονομαστική τιμή της μετοχής αυξάνεται κατά το 2009 και 2010 (η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου που προαναφέρθηκε), ενώ υπάρχει συνεχής αύξηση της λογιστικής αξίας της μετοχής λόγω της συνεχούς αύξησης των Ιδίων Κεφαλαίων που εντοπίστηκε νωρίτερα.

ΝΕΟΓΑΛ (ΒΑΣΗ ΕΓΛΣ) 2010 2009 2008 2005 2006 ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 1/1-31/12 (ποσά σε χιλιάδες €) Πάγιο Ενεργητικό -18,58% -15,54% -17,02% -4,50% - Αποθέματα -22,59% 1,98% -9,41% -7,19% - Απαιτήσεις από πελάτες 2,15% -5,25% 4,87% -10,29% - Διαθέσιμα -26,03% 17,92% 13,53% 59,23% - Κυκλοφορούν Ενεργητικό -11,68% 7,88% 6,27% 1,00% - Σύνολο Ενεργητικού -13,07% 0,82% -1,25% - -0,74% - Μετοχικό Κεφάλαιο 1,20% 3,75% 0,00% 0,00% - Ίδια Κεφάλαια 7,87% 1,89% 6,91% 3,39% - Μακροπρόθεσμες Δανειακές Υποχρεώσεις -100,00% - -14,29% -19,08% -13,22% - Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις -34,27% 2,61% -11,09% -1,57% - ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΧΡΗΣΕΩΣ (ποσά σε χιλιάδες €) Κύκλος Εργασιών -6,45% -9,45% 8,39% 5,85% Κόστος Πωληθέντων 2,01% -7,36% 5,33% 7,18% (Πηγή: http://www.neogal.gr/gr/economy.html) Αριθμοδείκτες Ρευστότητας Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι αριθμοδείκτες ρευστότητας της ΝΕΟΓΑΛ Α.Ε., δηλαδή οι αριθμοδείκτες που δείχνουν την ικανότητα της εταιρίας να ανταποκρίνεται στις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της. Συμπεριλαμβάνοντας το σύνολο του κυκλοφορούντος ενεργητικού, η Γενική Ρευστότητα βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάλυσης. Επίσης, παρατηρούμε ότι ο αριθμοδείκτης αυτός έχει αυξητικές τάσεις από το 2006 στο 2010, όπου φτάνει την τιμή 5,53, δηλαδή το κυκλοφορούν ενεργητικό μπορεί να υπερκαλύψει 5,53 φορές τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της εταιρίας. Όπως είναι αναμενόμενο, ανάλογες τάσεις παρατηρούνται και στο Καθαρό Κεφάλαιο Κίνησης, το οποίο αυξάνεται από €10.203 το 2005 σε €14.024 το 2010, προκειμένου να καλύψει λοιπές χρηματοδοτικές ανάγκες της εταιρίας. ΝΕΟΓΑΛ 2010 2009 2008 2007 2006 Γενική Ρευστότητα 5,53 4,12 3,92 3,28 3,19 Καθαρό Κεφάλαιο Κίνησης 14.024 14.675 13.380 11.747 11.497 Άμεση Ρευστότητα 4,79 3,49 3,28 2,66 2,54 Ταμειακή Ρευστότητα 2,58 2,29 1,99 1,56 0,96

(Πηγή: http://www.neogal.gr/gr/economy.html)

Αριθμοδείκτες Δραστηριότητας Σε επόμενη φάση εξετάζονται οι αριθμοδείκτες δραστηριότητας, δηλαδή οι αριθμοδείκτες που δείχνουν την ικανότητα της εταιρίας να εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά τα περιουσιακά της στοιχεία για να δημιουργεί πωλήσεις. Όπως παρατηρούμε στον παρακάτω πίνακα η Συνολική Κυκλοφοριακή Ταχύτητα έχει αυξηθεί από το 2006 στο 2010 (από 0,67 σε 0,75 φορές), ωστόσο η υψηλότερη τιμή του αριθμοδείκτη έχει επιτευχθεί κατά τη διάρκεια του 2008 (0,78). Εξετάζοντας την κυκλοφοριακή ταχύτητα και τους αντίστροφους δείκτες που είναι εκφρασμένοι σε ημέρες για τα επιμέρους στοιχεία του Ενεργητικού της εταιρίας παρατηρούμε τα εξής. Η εταιρία κατά το 2010 έχει αυξήσει την κυκλοφοριακή ταχύτητα των αποθεμάτων και αντίστοιχα έχει μειώσει αισθητά τους χρόνους παραμονής αυτών στην αποθήκη. Αυτό υποδηλώνει την εταιρική στρατηγική περί διατήρησης λιγότερων αποθεμάτων, ώστε να απαλειφτεί το κόστος που συνεπάγεται η διατήρηση αυτών. Από την άλλη πλευρά, η διαχείριση των απαιτήσεων από πελάτες εισπράττεται με πιο αργούς ρυθμούς το 2010 σε σύγκριση με το 2009, 2008 και 2007. Το αποτέλεσμα αυτό είναι φυσιολογικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι η πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων αντιμετωπίζουν από το 2010 προβλήματα και καθυστερήσεις στην είσπραξη των απαιτήσεών τους από τους εταιρικούς πελάτες. Επιπλέον, η εταιρία φαίνεται να δέχεται ισχυρές πιέσεις από τους προμηθευτές της, καθώς ο μέσος χρόνος εξόφλησης των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων έχει μειωθεί δραματικά το 2010 σε σύγκριση με όλα τα προηγούμενα έτη. Φυσικά, η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τον ταμειακό κύκλο της εταιρίας. ΝΕΟΓΑΛ 2010 2009 2008 2007 2006 Συνολική Κυκλοφοριακή Ταχύτητα 0,75 0,7 0,78 0,71 0,67 Κυκλοφοριακή Ταχύτητα αποθεμάτων 5,54 4,2 4,63 3,98 3,45 Κυκλοφοριακή Ταχύτητα απαιτήσεων 2,91 3,18 3,33 3,22 2,73 Λειτουργικός κύκλος 191,21 63,39 63,78 57,25 78,7 (Πηγή: http://www.neogal.gr/gr/economy.html)


Χρηματοοικονομική ανάλυση της “ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ Α.Β.Ε.Ε.” για την περίοδο 2006-2010

Δείκτες Τάσεις Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι δείκτες τάσεις των βασικών οικονομικών μεγεθών της ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ για την τελευταία πενταετία. Η ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ φαίνεται να ακολουθεί μια ιδιαίτερη πολιτική επί των Παγίων, που συνίσταται σε διαρκείς επενδύσεις σε νέα πάγια περιουσιακά στοιχεία. Σε επίπεδο αποθεμάτων παρατηρείται και πάλι μια ιδιαίτερη πολιτική. Παρά τη σημαντική μείωση των αποθεμάτων το 2007 (23,36%), καθ’ όλη την υπόλοιπη ανάλυση τα αποθέματα έχουν αυξητικές τάσεις. Ιδιαίτερα από το 2009 στο 2010 η αύξηση είναι μεγάλη, της τάξης του 18,66%. Οι ίδιες αυξητικές τάσεις παρατηρούνται για τις απαιτήσεις κατά πελατών. Ανησυχητική για τη ρευστότητα της εταιρίας είναι η εξέλιξη των ταμειακών διαθεσίμων. Παρά τον υπερδιπλασιασμό τους το 2007 (164,16%), έκτοτε παρατηρείται μια συνεχής μείωση. Αυτό έχει ως άμεση συνέπεια το Κυκλοφορούν Ενεργητικό να κινείται ανάλογα, δηλαδή να είναι αυξημένο σε όλα τα έτη της ανάλυσης, με εξαίρεση το έτος 2009. Βέβαια, όπως προαναφέραμε η αύξηση αυτή προέρχεται από τη διατήρηση περισσότερων αποθεμάτων και την ύπαρξη πολλών εκκρεμών λογαριασμών πελατών, τα οποία αναμένουμε να καταλήξουν στα πλαίσια της χρηματοοικονομικής ανάλυσης σε πτωτική ταμειακή και άμεση ρευστότητα καθώς και πτωτική κυκλοφοριακή ταχύτητα. Συνολικά, το Ενεργητικό της εταιρίας αυξάνεται σταδιακά μέσα στην εξεταζόμενη πενταετία και η αύξηση αυτή προέρχεται από τις αυξητικές τάσεις τόσο του Κυκλοφορούντος όσο και του Πάγιου Ενεργητικού. Όσον αφορά τις Υποχρεώσεις της εταιρίας, ακολουθούν μια συνεχή αύξηση που αγγίζει το 5,36% κατά το 2010. Αυτή η μείωση προέρχεται από τη συνεχή αύξηση τόσο των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων όσο και των μακροπρόθεσμων. Ειδικά στην περίπτωση των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων, αξίζει να σημειώσουμε ότι με εξαίρεση 2007, τα υπόλοιπα έτη αυξάνονται συνεχώς. Συνεπώς, είναι κρίσιμο να εξεταστεί μέσω των αριθμοδεικτών κατά πόσο έχει αλλάξει το μίγμα χρηματοδότησης της εταιρίας και κατά πόσο επηρεάζει αυτή η αύξηση των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων τη ρευστότητά της.

(http://www.evrofarma.gr/GR/PliroforiesEpenditon.asp?IdCat=2)

ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ (ΒΑΣΗ ΕΓΛΣ) 2010 2009 2008 2007 2006 ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 1/1-31/12 (ποσά σε χιλιάδες €) Πάγιο Ενεργητικό 3,89% 8,31% 3,74% 2,80% - Αποθέματα 18,66% 3,05% 5,73% -23,36% - Απαιτήσεις από πελάτες 3,56% -7,63% 14,73% 36,04% - Διαθέσιμα -38,64% -5,23% -40,89% 164,16% - Κυκλοφορούν Ενεργητικό 2,13% -5,04% 1,58% 28,04% - Σύνολο Ενεργητικού 3,24% 2,98% 2,87% - 11,69% - Μετοχικό Κεφάλαιο 20,55% 0,00% 0,00% 0,00% - Ίδια Κεφάλαια -1,53% 0,54% -0,55% 1,53% - Μακροπρόθεσμες Δανειακές Υποχρεώσεις 1,02% - -21,18% 1,01% 48,08% - Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις 6,13% 30,69% 11,79% -5,62% - ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΧΡΗΣΕΩΣ (ποσά σε χιλιάδες €) Κύκλος Εργασιών 1,51% 5,14% 1,74% 10,32% Κόστος Πωληθέντων 2,93% 6,86% 7,64% 8,20% (Πηγή: http://www.evrofarma.gr/GR/PliroforiesEpenditon.asp?IdCat=2)

Αριθμοδείκτες Ρευστότητας Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι αριθμοδείκτες ρευστότητας της ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ Α.Β.Ε.Ε.. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του κυκλοφορούντος ενεργητικού, η Γενική Ρευστότητα βρίσκεται σε αποδεκτά επίπεδα (>1) μόνο για την περίοδο 2006-2008, όπου υπάρχει μια πτώση από το 2007 προς το 2008. Την επόμενη διετία 2009-2010 ο αριθμοδείκτης λαμβάνει τιμές μικρότερες της μονάδας (0,89 και 0,93 αντίστοιχα), δηλαδή η εταιρία δεν είναι σε θέση να καλύπτει τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις της με το κυκλοφορούν ενεργητικό. Αποτέλεσμα, των παραπάνω, είναι και το Καθαρό Κεφάλαιο Κίνησης να λαμβάνει αρνητικές τιμές για τη διετία 2009-2010. Όπως είναι αναμενόμενο οι αριθμοδείκτες Άμεσης και Ταμειακής Ρευστότητας λαμβάνουν ακόμη χαμηλότερες τιμές για ολόκληρη την εξεταζόμενη περίοδο. Η γενική αίσθηση που δημιουργείται είναι ότι η ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ Α.Β.Ε.Ε. αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας, τα οποία μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με υψηλή κυκλοφοριακή ταχύτητα των περιουσιακών στοιχείων. ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ 2010 2009 2008 2007 2006 Γενική Ρευστότητα 0,89 0,93 1,28 1,41 1,04 Καθαρό Κεφάλαιο Κίνησης -2.200 -1.393 4.123 5.394 511 Άμεση Ρευστότητα 0,65 0,71 1,00 1,11 0,68 Ταμειακή Ρευστότητα 0,06 0,11 0,15 0,29 0,10 (Πηγή: http://www.evrofarma.gr/GR/PliroforiesEpenditon.asp?IdCat=2)

Αριθμοδείκτες Δραστηριότητας Σε επόμενη φάση εξετάζονται οι αριθμοδείκτες δραστηριότητας. Όπως παρατηρούμε στον παρακάτω πίνακα η Συνολική Κυκλοφοριακή Ταχύτητα παραμένει σχεδόν αμετάβλητη για την εξεταζόμενη περίοδο εναλλάσσοντας τις τιμές 0,58 και 0,59 ανά έτος. Αυτό σημαίνει ότι η ικανότητα της εταιρίας να εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά τα περιουσιακά της στοιχεία για να δημιουργεί πωλήσεις έχει μείνει σχεδόν αμετάβλητη. Εξετάζοντας την κυκλοφοριακή ταχύτητα και τους αντίστροφους δείκτες που είναι εκφρασμένοι σε ημέρες για τα επιμέρους στοιχεία του Ενεργητικού της εταιρίας παρατηρούμε τα εξής. Η εταιρία κατά το 2010 έχει μειώσει την κυκλοφοριακή ταχύτητα των αποθεμάτων και αντίστοιχα έχει αυξήσει αισθητά τους χρόνους παραμονής αυτών στην αποθήκη. Από την άλλη πλευρά, η διαχείριση των απαιτήσεων από πελάτες εισπράττεται με πιο αργούς ρυθμούς το 2010 σε σύγκριση με το 2009, 2007 και 2006. Το αποτέλεσμα αυτό είναι φυσιολογικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι η πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων αντιμετωπίζουν από το 2010 προβλήματα και καθυστερήσεις στην είσπραξη των απαιτήσεών τους από τους εταιρικούς πελάτες. Από την άλλη πλευρά, η εταιρία έχει καταφέρει να εξασφαλίσει μεγάλες πιστωτικές περιόδους από τους προμηθευτές της, οι οποίες αυξήθηκαν από 225,09 ημέρες το 2005 σε 326,10 ημέρες το 2010. Αυτή είναι μια μορφή «μη γνήσιας» χρηματοδότησης που της επιτρέπει να εισπράττει απαιτήσεις σε περίπου 150 ημέρες αλλά να εξοφλεί υποχρεώσεις σε υπερδιπλάσιες ημέρες. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο δημιουργείται ένα Λειτουργικός Κύκλος που είναι μικρότερος από το Μέσο Χρόνο Εξόφλησης των Βραχυπρόθεσμων Υποχρεώσεων. ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ 2010 2009 2008 2007 2006 Συνολική Κυκλοφοριακή Ταχύτητα 0,58 0,59 0,58 0,58 0,59 Κυκλοφοριακή Ταχύτητα αποθεμάτων 4,60 5,30 5,12 5,02 3,56 Κυκλοφοριακή Ταχύτητα απαιτήσεων 2,42 2,47 2,17 2,45 3,02 Λειτουργικός κύκλος 230,01 216,51 239,48 221,74 223,47 (Πηγή: http://www.evrofarma.gr/GR/PliroforiesEpenditon.asp?IdCat=2)

Χρηματοοικονομική ανάλυση της “ΦΑΓΕ Α.Ε..” για την περίοδο 2006-2010

Οι πωλήσεις της ΦΑΓΕ στο πρώτο εξάμηνο του 2010 παρουσίασαν σταθερή πορεία σε σύγκριση με την αρνητική εικόνα πολλών ανταγωνιστριών του μεγέθους της με την αμερικανική αγορά να εξελίσσεται σε σωτήριο δυναμικό πλεονέκτημα για την ελληνική γαλακτοβιομηχανία ΦΑΓΕ.

Οι πωλήσεις του ομίλου αυξήθηκαν κατά 1,1% σε όγκο και κατά 5,4% σε αξία στο πρώτο μισό του 2010, ανερχόμενες σε 167,1 εκατ. ευρώ.  Οι καθαρές ενοποιημένες πωλήσεις, σύμφωνα με την εξαμηνιαία έκθεση των αποτελεσμάτων, έχουν επηρεαστεί θετικά από τη σημαντική αύξηση της δραστηριότητας στις ΗΠΑ (+59,5% οι πωλήσεις σε όγκο και +52,1% σε αξία), αλλά και από την ενίσχυση του δολαρίου έναντι του ευρώ.  Οι παράγοντες αυτοί αντισταθμίστηκαν εν μέρει από τη μείωση κατά 7,5% στις πωλήσεις του ομίλου σε όγκο και 8,5% της αξίας στην εγχώρια ελληνική αγορά, κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης, η οποία επηρέασε αρνητικά την κατανάλωση. Τα μικτά κέρδη για το πρώτο εξάμηνο ήταν 71 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 8,6%, ενώ το ακαθάριστο περιθώριο κέρδους βελτιώθηκε στο 42,5% σε σύγκριση με το 41,2% για την αντίστοιχη περίοδο του 2009.  Σύμφωνα με την ΦΑΓΕ, εκτός από τη συνεισφορά των ΗΠΑ, θετικά επιτέλεσε και η νέα πολιτική τιμών που εφάρμοσε στην ελληνική αγορά σταδιακά από τον Μάρτιο του 2010, με την παύση των επιθετικών  προωθητικών ενεργειών.

(http://www.fage.gr/financialData.asp) Ωστόσο, τα καθαρά κέρδη του πρώτου εξαμήνου υποχώρησαν στο μισό και διαμορφώθηκαν στα 3,1 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με τα 6,2 εκατ. για την αντίστοιχη περίοδο του 2009. Η μείωση αυτή αποδίδεται κυρίως στην αύξηση των καθαρών χρηματοοικονομικών εξόδων, από 7,2 εκατ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2009 σε 11,4 εκατ. το πρώτο εξάμηνο του 2010. Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται ενοποιημένα οικονομικά μεγέθη του ομίλου ΦΑΓΕ στο σύνολο της τελευταίας πενταετίας:


ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΧΡΗΣΗΣ ΦΑΓΕ 2007 2008 2009 2010 2011 Πωλήσεις 334,885 336,213 315,115 338,575 385,155 Μικτό Κέρδος 105,475 105,896 126,744 142,708 153,052 Καθαρά Κέρδη (Ζημιές) μετά φόρων (19,300) (11,723) 2,662 7,181 3,632 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ Χρηματικά Διαθέσιμα 31,749 21,856 28,907 40,683 34,342 Ενσώματα πάγια στοιχεία 168,930 213,151 216,016 227,537 253,556 Σύνολο Ενεργητικού 331,978 335,332 340,849 375,837 421,335 Συνολικός Δανεισμός 190,909 188,940 176,500 211,182 229,192 Καθαρός Δανεισμός 159,160 167,084 147,593 170,499 194,850 Σύνολο Καθαρής Θέσης 42,445 69,129 69,547 76,479 80,340

  • ποσά σε χιλιάδες ευρώ

(Πηγή: http://www.fage.gr/financialData.asp) Οι εξαγωγές του ομίλου και οι διεθνείς πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 32,2% σε όγκο σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2009, αποτέλεσμα κυρίως της καλής πορείας στην αγορά των ΗΠΑ, όπου οι πωλήσεις σε όγκο ενισχύθηκαν 59,5%. Στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου, ο όγκος των πωλήσεων μειώθηκε κατά 5,5%, και στην ιταλική αγορά κατά 3,4%. Η ΦΑΓΕ κάνει ιδιαίτερη αναφορά στη Βρετανία, σημειώνοντας πως παρά τη μείωση του όγκου, η πτώση των πωλήσεων σε αξία ήταν μόνο 1,1%, γεγονός που οφείλεται αφενός στο ότι υπήρξαν σημαντικές αυξήσεις στις τιμές πώλησης στη συγκεκριμένη αγορά το δεύτερο εξάμηνο του 2009 και, αφετέρου, στην ενίσχυση της στερλίνας έναντι του ευρώ. Εξαγωγικές πωλήσεις σε άλλες χώρες αυξήθηκαν κατά 2,2% σε όγκο. Πλέον, η διεθνής δραστηριότητα της ΦΑΓΕ αντιπροσωπεύει το 28,3% του συνολικού όγκου πωλήσεων έναντι 21,6% για την αντίστοιχη περίοδο του 2009. Η αντίστοιχη αύξηση των εξαγωγών και των διεθνών πωλήσεων σε αξία ήταν 32,4%, καθώς δεν υπήρξαν αυξήσεις των τιμών, αποφέροντας στον όμιλο ΦΑΓΕ το 42,6% της συνολική αξία των πωλήσεων, σε σύγκριση με 33,9% στο πρώτο εξάμηνο του 2009. Ειδικότερα στο γιαούρτι, οι εξαγωγές και διεθνείς πωλήσεις αντιστοιχούν στο 55,5% των συνολικών πωλήσεων γιαουρτιού του ομίλου σε σύγκριση με 45,2% την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι, ενώ το ποσοστό της δραστηριότητας του στραγγιστού στο εξωτερικό είναι 67,3% του συνολικού όγκου πωλήσεων. Ρευστότητα και Πηγές κεφαλαίων Ο Όμιλος χρηματοδοτεί τις λειτουργικές του δαπάνες μέσω ταμειακών διαθεσίμων από δραστηριότητες και βραχυπρόθεσμους δανεισμούς από ποικίλα πιστωτικά όρια, τα οποία τηρεί σε διάφορες τράπεζες. Τα διαθέσιμα πιστωτικά όρια του Ομίλου την 31η Δεκεμβρίου 2010 ανήλθαν σε 30,2 εκατομμύρια ευρώ. Στις 31 Δεκεμβρίου 201ο η εταιρεία εκταμίευσε 11,2 εκατομμύρια ευρώ κάτω από τα πιστωτικά της όρια και 19,0 εκατομμύρια ευρώ παρέμειναν αχρησιμοποίητα. Χρηματοοικονομική ανάλυση της “ΔΕΛΤΑ Α.Ε..” για την περίοδο 2006-2010

Κατά την τελευταία πενταετία η πορεία ανάπτυξης και η κερδοφορία της ΔΕΛΤΑ σημείωσαν σταθερή πορεία. Μετά την αυτονόμηση των κλάδων των γαλακτοκομικών προϊόντων και του παγωτού και τη δημιουργία της ΔΕΛΤΑ Προτύπου Βιομηχανίας Γάλακτος Α.Ε., θυγατρικής της ΔΕΛΤΑ Συμμετοχών Α.Ε., η άνοδος εμφανίστηκε για κάποια έτη ωστόσο στην τελευταία πενταετία η οικονομική κρίση φαίνεται να έκαμψε αυτή την άνοδο. Γενικότερα όμως παρά την οικονομική κρίση ο μέσος όρος ανάπτυξης της εταιρείας ανέρχεται στο 14%, είναι, δηλαδή, 2,5 φορές υψηλότερος από τον μέσο όρο ανάπτυξης των υπολοίπων μεγάλων εταιρειών του κλάδου Τροφίμων και Ποτών στην Ελλάδα (5%). Σήμερα, η ΔΕΛΤΑ Πρότυπος Βιομηχανία Γάλακτος Α.Ε. είναι η 5η σε μέγεθος εταιρεία στον κλάδο Τροφίμων και Ποτών στην Ελλάδα, με κέρδη που υπερβαίνουν το συνολικό άθροισμα των κερδών όλων των άλλων εταιρειών του κλάδου των γαλακτοκομικών προϊόντων. Το εννεάμηνο του 2010 ( η πλέον πρόσφατη περίοδος για την οποία διατίθενται ενοποιημένα οικονομικά στοιχεία για την εταιρεία ΔΕΛΤΑ) οι ενοποιημένες πωλήσεις του Ομίλου Vivartia αναφορικά με τη γαλακτοβιομηχανία ΔΕΛΤΑ από συνεχιζόμενες δραστηριότητες ανήλθαν σε € 635,5 εκατ. έναντι € 676,8 εκατ. κατά την αντίστοιχη περίοδο της προηγούμενης χρήσης, μειωμένες κατά 6,1%. Τα κέρδη προ φόρων, χρηματοοικονομικών αποτελεσμάτων, αποσβέσεων και εκτάκτων αποτελεσμάτων της εταιρείας από συνεχιζόμενες δραστηριότητες ανήλθαν σε € 49,8 εκατ., έναντι € 56,0 εκατ. κατά την αντίστοιχη περίοδο της προηγούμενης χρήσης 2009, μειωμένα κατά 11,1%. (http://www.vivartia.com/site/content.asp?sel=410) Τα ενοποιημένα αποτελέσματα προ φόρων του Ομίλου από συνεχιζόμενες δραστηριότητες στον κλάδο της γαλακτοβιομηχανίας ανήλθαν σε ζημιές € 39,4 εκατ. σε σχέση με ζημιές € 7,0 την αντίστοιχη περσινή περίοδο, κυρίως εξαιτίας της επίδρασης της οικονομικής κρίσης επί των λειτουργικών αποτελεσμάτων, καθώς και της έκτακτης δαπάνης ύψους € 17,5 εκατ. που σχετίζεται με τα πρόστιμα της Επιτροπής Ανταγωνισμού με την οποία εξαντλείται η υποχρέωση της Εταιρείας. Τα ενοποιημένα αποτελέσματα μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας της εταιρείας από συνεχιζόμενες δραστηριότητες ανήλθαν σε ζημιές € 61,8 εκατ. σε σχέση με ζημιές € 17,4 την αντίστοιχη περσινή περίοδο έχοντας επιβαρυνθεί από τον καταλογισμό έκτακτης εισφοράς φόρου εισοδήματος και την απομείωση τμήματος της σχηματισμένης σε προηγούμενες περιόδους αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης.

Ως αποτέλεσμα των παραγόντων που αναλύθηκαν ανωτέρω, καθώς και της ζημιάς συνολικού ύψους € 44,8 εκατ. από διακοπείσες δραστηριότητες, ο Όμιλος εμφάνισε συνολικές ζημιές μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας ύψους € 106,6 εκατ. για το εννεάμηνο 2010 στα γαλακτοκομικά προϊόντα, έναντι κερδών ύψους € 6,3 εκατ. κατά την αντίστοιχη περίοδο του 2009 (στα οποία περιλαμβάνονταν και κέρδη από διακοπείσες δραστηριότητες ύψους € 23,8 εκατ.). 

Για το 2012 οι στρατηγικές προτεραιότητες του Ομίλου παραμένουν η συνέχιση των επενδύσεων ώστε να ικανοποιούνται καλύτερα οι ανάγκες του καταναλωτή, η διεύρυνση του χαρτοφυλακίου των προϊόντων και η καινοτομία, εστιάζοντας παράλληλα στο συνεχή έλεγχο του κόστους λειτουργίας και την προσεκτική διαχείριση των ταμειακών ροών.

Συμπεράσματα και προοπτικές

Ο κλάδος των γαλακτοκομικών προϊόντων, αναπτύσσεται τάχιστα τις τελευταίες δεκαετίες και έχει οδηγήσει στην επίτευξη υψηλού παραγωγικού δυναμικού, καθώς και στην επέκταση του εύρους των προϊόντων του. Στον παραγωγικό τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων, η εγχώρια αγορά χαρακτηρίζεται από ευρεία διασπορά, με την ύπαρξη μεγάλου αριθμού μικρομεσαίων κυρίως επιχειρήσεων (οι περισσότερες τοπικής εμβέλειας), καθώς και ορισμένων μεγάλων βιομηχανιών. (Lundholm, Sloan, 2009) Οι μεγάλες παραγωγικές μονάδες καλύπτουν σημαντικό μέρος της εγχώριας αγοράς (κατανάλωσης). Πρόκειται για μονάδες οι οποίες διαθέτουν σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό τον οποίο ανανεώνουν διαθέτοντας σημαντικά κονδύλια για επενδύσεις, εφαρμόζουν σύγχρονες μεθόδους διοίκησης, ενώ μέσω των μεθόδων προώθησης που εφαρμόζουν και του οργανωμένου και ευρύτατου δικτύου διανομής τους, έχουν κατορθώσει να καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας. Σημειώνεται ότι, οι μεγάλες επιχειρήσεις ακολουθούν στην παραγωγική τους διαδικασία σύγχρονα πρότυπα διασφάλισης ποιότητας (HACCP, ISO). Εκτός από τον παραγωγικό τομέα, ο κλάδος περιλαμβάνει ένα αξιόλογο πλήθος μεγάλων εισαγωγικών εταιρειών, οι οποίες κατέχουν ανάλογη θέση στην εγχώρια αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων. Ορισμένες δε απ’ αυτές βρίσκονται σε άμεση ή έμμεση σχέση με πολυεθνικές εταιρείες. Στον εισαγωγικό τομέα εντάσσονται και αρκετές μικρότερου μεγέθους εταιρείες που πραγματοποιούν εισαγωγές στα εξεταζόμενα είδη. Επισημαίνεται ότι σημαντικό μέρος των εισαγωγών αφορούν προϊόντα που προορίζονται για επαγγελματική χρήση (επιχειρήσεις μαζικής εστίασης, catering), ενώ εισαγωγές πραγματοποιούν και αρκετές παραγωγικές εταιρείες, κυρίως μεγάλου μεγέθους, με σκοπό τον εμπλουτισμό της σειράς των προϊόντων τους. (Thomas, Wheelen and Hunger, 2008) Ακολουθούν τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης παρουσιασμένα βάσει του υποδείγματος των πέντε δυνάμεων του Porter. (Atrill and McLaney, 2006)

- Είσοδος Νέων Ανταγωνιστών

Η είσοδος μιας νέας επιχείρησης στον κλάδο των γαλακτοκομικών προϊόντων δεν θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη. Τα όποια εμπόδια υπάρχουν καθορίζονται ουσιαστικά από τον ανταγωνισμό. Για την επιτυχή εκκίνηση μιας νέας παραγωγικής εταιρείας απαιτούνται η προσεκτική επιλογή προμηθευτών της πρώτης ύλης που είναι το γάλα, η επένδυση σε κατάλληλες εγκαταστάσεις και ανάλογο μηχανολογικό εξοπλισμό αλλά και η τήρηση των κανόνων υγιεινής που προβλέπονται από το θεσμικό πλαίσιο. Όσον αφορά στον εισαγωγικό τομέα, μια νεοεισερχόμενη επιχείρηση πρέπει να ανταγωνιστεί κυρίως τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα αλλά, ως ένα βαθμό και τα καθιερωμένα εισαγόμενα εμπορικά σήματα. Σαφώς, για οποιαδήποτε επιχείρηση απαιτούνται και υψηλές δαπάνες για προώθηση και οργάνωση του δικτύου διανομής. Χαμηλότερα ίσως εμπόδια αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις που εισάγουν γαλακτοκομικά προϊόντα κυρίως για επαγγελματική χρήση. (Oustapassidis, 1998)

- Κίνδυνοι από Υποκατάστατα Προϊόντα ή Υπηρεσίες

Τα γαλακτοκομικά προϊόντα αυτά καθ’ αυτά δεν απειλούνται από άλλα υποκατάστατα, καθώς αποτελούν σταθερή αξία στην καθημερινή διατροφή του ελληνικού καταναλωτικού κοινού. Περαιτέρω, ορισμένα από τα προϊόντα αυτά, μπορούν ευκολότερα να υποκατασταθούν από άλλα του ίδιου κλάδου, μετατοπίζοντας έτσι τη ζήτηση από ένα είδος γάλακτος σε κάποιο άλλο. Παρ’ όλα αυτά, υποκατάστατα για ορισμένες κατηγορίες γαλάτων αποτελούν τα αναπληρώματα ή και άλλοι τύποι γάλακτος (light, σόγια, συμπλήρωμα πρωτεΐνης γάλακτος), που έχουν όμως σαν βάση τα φυτικά λίπη. Επίσης, με την ευρύτερη έννοια υποκατάστατα μπορούν να θεωρηθούν άλλα συμπληρωματικά προϊόντα διατροφής, όπως τα γαλακτοκομικά προϊόντα ή άλλου είδους σνακ κ.λπ..


(Οι 5 Δυνάμεις του Porter στην αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων)

 - Διαπραγματευτική Δύναμη Προμηθευτών

Η βασικότερη πρώτη ύλη των βιομηχανικών μονάδων είναι το γάλα, το οποίο προμηθεύονται από κτηνοτροφικές μονάδες, καθώς οι περισσότερες δεν έχουν καθετοποιημένη παραγωγή. Οι μεγάλες βιομηχανίες είθισται να συνάπτουν εμπορικές συμφωνίες με πολλούς παραγωγούς παράλληλα, ενώ στα πλαίσια των συμφωνιών αυτών φροντίζουν για τον έλεγχο και τη διασφάλιση ποιότητας του γάλακτος, αλλά και για τη μεταφορά του. Επισημαίνεται ότι πραγματοποιούνται και εισαγωγές γάλακτος κυρίως από την Ευρώπη, σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές. Τα περιθώρια διαπραγμάτευσης της τιμής αγοράς του γάλακτος από πλευράς κτηνοτρόφων είναι πολύ μικρά, εξαιτίας του κατακερματισμού της κτηνοτροφίας σε πολύ μεγάλο αριθμό γεωργικών εκμεταλλεύσεων, αλλά και της έλλειψης οργάνωσης του κτηνοτροφικού κλάδου. (Tessa, Steptoe and Wardle, 1998)

- Διαπραγματευτική Δύναμη Αγοραστών

Το μέγεθος των επιχειρήσεων που αγοράζουν και μεταπωλούν τα γαλακτοκομικά προϊόντα επηρεάζει τη διαπραγματευτική τους δύναμη. Συνεπώς, τη μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη ως αγοραστές, σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, έχουν οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, οι μεγαλύτερες από τις οποίες προμηθεύονται απευθείας τα προϊόντα από τις βιομηχανικές μονάδες. Η «δύναμη» των αλυσίδων σούπερ μάρκετ δεν πηγάζει μόνο από τις μεγάλες ποσότητες που προμηθεύονται, αλλά και από την δυνατότητά τους να συμβάλουν στην αναγνωρισιμότητα ενός προϊόντος. Αξίζει να σημειωθεί ότι στον εξεταζόμενο κλάδο, πολιτικές παροχών-κινήτρων από τις μεγάλες επιχειρήσεις προς τους αγοραστές τους είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες, προκειμένου να επεκτείνουν τα σημεία πώλησης και να διευρύνουν τα κανάλια διανομής τους. Οι παροχές αυτές κυρίως δε των εταιρειών που διαθέτουν και τυποποιημένα προϊόντα προς τα μεγαλύτερα σημεία πώλησης (πχ. αλυσίδες σούπερ μάρκετ) είναι υψηλότερες, με σκοπό την εξασφάλιση πλεονεκτικότερης θέσης των προϊόντων τους μέσα στα καταστήματα. (Bateman, Edwards and Levay, 1979)

- Ανταγωνισμός μεταξύ Επιχειρήσεων του Κλάδου

Η αγορά των γαλακτοκομικών προϊόντων είναι μία έντονα ανταγωνιστική αγορά στην οποία δραστηριοποιούνται ορισμένες μεγάλες βιομηχανικές μονάδες αλλά και πλήθος μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Οι μεσαίου και μικρού κυρίως μεγέθους επιχειρήσεις δεν έχουν τα απαραίτητα κεφάλαια για την πραγματοποίηση επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό με σκοπό την αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό των παραγωγικών τους εγκαταστάσεων και την τυποποίηση των προϊόντων τους. Επιπροσθέτως, αντιμετωπίζουν δυσχέρειες στην ανάπτυξη ενός εκτεταμένου δικτύου διανομής, με αποτέλεσμα να διοχετεύουν τα προϊόντα τους κυρίως ή αποκλειστικά στην τοπική αγορά. Αντίθετα με τις μικρές επιχειρήσεις του κλάδου, οι μεγάλες βιομηχανίες γαλακτοκομικών προϊόντων γενικότερα, διαθέτουν σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό, τον οποίο ανανεώνουν κατά διαστήματα ώστε να ανταποκρίνονται καλύτερα στις απαιτήσεις και τα νέα δεδομένα που προκύπτουν στην αγορά. (SIVE, 2005) Επίσης, διαθέτουν ανεπτυγμένα δίκτυα διανομής που καλύπτουν την ελληνική επικράτεια και παράλληλα έχουν τη δυνατότητα διάθεσης σημαντικών ποσών για την διαφημιστική προβολή και υποστήριξη των προϊόντων τους (προκειμένου να ενισχύουν την αναγνωρισιμότητα των εμπορικών σημάτων τους), αλλά και για έρευνα και ανάπτυξη νέων τύπων συσκευασίας - τυποποίησης των προϊόντων. Στα πλαίσια αυτά, ακολουθώντας και τις τάσεις της αγοράς τυποποιούν μέρος της παραγωγής τους διαθέτοντάς το στην αγορά σε καταναλωτικές συσκευασίες που παρουσιάζουν αυξανόμενη ζήτηση. Παράλληλα, ορισμένες βιομηχανίες έχουν ήδη προβεί σε εξαγορές ή απορροφήσεις μικρομεσαίων παραγωγικών μονάδων, με αποτέλεσμα να επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακας και να προσαρμόζουν την δυναμικότητά τους ανάλογα με τα επιχειρηματικά τους σχέδια. (Walsh, 2006)




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (Προς διευκόλυνση αναζήτησης των οικονομικών καταστάσεων και χρηματοοικονομικών στοιχείων)

http://www.neogal.gr/gr/economy.html ΝΕΟΓΑΛ http://www.evrofarma.gr/GR/PliroforiesEpenditon.asp?IdCat=2 ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ http://www.fage.gr/financialData.asp ΦΑΓΕ http://www.vivartia.com/site/content.asp?sel=410 ΔΕΛΤΑ ΠΗΓΕΣ Α).Διαδικτυακοί τόποι http://www.hellastat.com http://www.ase.gr www.statistics.gr www.e-prices.gr http://www.ip.aua.gr http://www.macaulay.ac.uk http://agriexchange.apeda.gov.in www.hrima.gr http://www.patris.gr www.vivartia.com www.tovima.gr http://news.kathimerini.gr

B).Ξένες ηλεκτρονικές πηγές

- Atrill, P.and McLaney, E. (2006), Accounting and finance for Non – Specialists, New Jersey:Prentice Hall, pp. 174-183 - Bateman, D.I., Edwards, J.R. and Levay, C. (1979), “Problems of Defining a Co-operative as an Economic Organisation”, Oxford:Oxford Agrarian Studies , pp.53-63. - CIAA: Confederation of the food and drink industries of the EU a.“Data and Trends of the European Food and Drink Industry”, 2009 b.“Data and Trends of the European Food and Drink Industry”, 2010 c. Annual Report, 2009 - Lundholm R., - Sloan R. (2006), “Equity Valuation and Analysis”, New York: McGraw Hill - Oustapassidis, K. (1998), "Performance of strategic groups in the Greek dairy industry", European Journal of Marketing, Vol. 32 Iss: 11/12, pp.962 – 973 - State Institute of Vocational Education, Director of Intermediate education, (2005), “Dairy Economics Extension and Entrepreneurship)”, Govi of Andhura Pradesh - Tessa, M., Steptoe, A. and Wardle, J. (1998) “Motives underlying healthy eating: using the Food Choice Questionnaire to explain variation in dietary intake”, United Kingdom - Thomas L., Wheelen and Hunger D.J. (2007), “Concepts in Strategic Management and Business Policy”, New York:Prentice Hall, pp. 82-86 - Walsh C. (2006), “Key Management Ratios”, New York: Prentice Hall, pp. 72-75, 123, 132, 222- 225 - Zohra B.,- Mechemache, Requillart V., Soregaroli C., and Trevisiol A., (2007), “Demand for dairy products in the E.U.” pp.19- 20


B). Ελληνικές ηλεκτρονικές πηγές - ΙΟΒΕ,Σ. Χατζηχρήστου, Φ. Θωμαΐδου, Α. Τσακανίκας, «Ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων – Ποτών, Ετήσια Έκθεση 2009», Ιανουάριος 2010 - Κέρδος, Food & Drinks , «η Αγορά Τροφίμων και Ποτών», Δεκέμβριος 2010 - ICAP, Κλαδική μελέτη γαλακτοκομικών, Απρίλιος 2009 - Κάντζος Κ., «Ανάλυση Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων» 2002, Εκδόσεις Interbooks - Καφούσης Γ., «Ανάλυση και Κριτική Διερεύνηση Χρηματοοικονομικών Καταστάσεων», Αθήνα 1991, σελίδες 38, 45, 85 - Λαζαρίδης Γ., Παπαδόπουλος Δ., Χρηματοοικονομική Διοίκηση - Πατατούκας Κ., Δεμοιράκος Ε., Μεθοδολογία Ανάλυσης Οικονομικών Καταστάσεων και Αποτίμησης Επιχειρήσεων, εκδόσεις Ipokritiki - Σπαθής Π., «Χρηματοοικονομική Διοίκηση Γεωργικών Επιχειρήσεων και Εκμεταλλεύσεων», Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1999, σελίδες 13-16, 31, 48, 72-79